Συντάκτης: L'apprendista

Χιλιοστή ανάρτηση

ΟΡΟΣΗΜΟ

Τώρα ποὺ συμπληρώσαμε 1.000
ἄρθρα στὸ ἠλεκτρονικὸ
ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

Πρὶν λίγες μέρες καβατζάραμε τὰ χίλια
κι’ ἔχουμε σίγουρα χαμόγελο στὰ χείλια,
μὰ δὲν μᾶς φτάνει.

Θέλουμε δυὸ καὶ τρεῖς χιλιάδες ν’ ἀνεβοῦνε
χωρὶς ποτὲ ποιοτικὰ νὰ κρημνιστοῦνε,
καὶ ποιός μᾶς πιάνει.

Οἱ ἐπισκέπτες, τακτικοί, κι’ ἄλλοι κομῆτες,
τὶς ἀναρτήσεις μας διαβάζουν σὰν τερμίτες
– μὲ τὶς χιλιάδες.

Κι’ οἱ συνεργάτες μας, παλιοὶ ἀλλὰ καὶ νέοι,
εἶναι —τὸ λέμε— ἀπ’ τὸ σινάφι οἱ πιὸ ὡραῖοι·
ἄστρων πλειάδες.

Γιατί, εἴτε ἦρθαν ἢ τοὺς βρήκαμε, σκαμπάζουν
καὶ στὶς οὐρὲς τῶν σοῦπερ-μάρκετ δὲν συχνάζουν
εὐσυνειδήτως.

Καὶ ὅποιος θέλει νὰ μᾶς γράψει ἂς κοπιάσει
κι’ ἂν μᾶς ἀρέσει θὰ τὸ βάζουμε μὲ βιάση
ἐδῶ ἢ ἐντύπως.

Τέλος, ἂς ποῦμε μιὰ κουβέντα τελευταία
γιὰ τῆς διεύθυνσης τὰ τέκνα ποὺ ἀκμαῖα
πάντα κοπιάζουν.

Kαλαμαράδες, σταμπαδοῦροι, στρατιῶτες,
ποὺ εἴθε γι’ ἄλλο τόσο (ὡς πότες ἢ κι’ ἱππότες)
νὰ διασκεδάζουν.

Θ. Γ.

Προς έναν νέο τόπο με “τον άλλο” τρόπο

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Μάριος Χατζηπροκοπίου,
Τοπικοί τροπικοί,
Αντίποδες, Αθήνα 2019

Πολλά είναι τα ζητήματα που προσφέρονται προς συζήτηση μετά την ανάγνωση του βιβλίου του Μάριου Χατζηπροκοπίου Τοπικοί τροπικοί. Αφενός, η αξιοζήλευτη αρχιτεκτονική δόμηση αυτού του υβριδικά ποιητικού βιβλίου, σε συνάφεια με τα προσωπεία που σκαρφίζεται και ενσαρκώνει, καθώς και των ειδών που υπηρετεί/παρωδεί, κρατώντας ταυτόχρονα σε εγρήγορση την επιτελεστικότητα των κειμένων ενός συγγραφέα/περφόρμερ. Αφετέρου, ο ζωντανός και τολμηρός διάλογος με την τοπική παράδοση της δημοτικής ποίησης (σημαντική προσθήκη σε παρένθεση στο παρόν σημείο η κλισέ φράση “και όχι μόνο”, καθώς ο Χατζηπροκοπίου διαλέγεται γόνιμα και με τη νεώτερη νεοελληνική παράδοση, τον Καβάφη, τον Εμπειρίκο κ.ά.), αλλά και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό[i] (όχι μόνον και πάλι· ο Χατζηπροκοπίου με ειλικρίνεια ανασύρει τη σχέση του με το έργο της Κλαρίσε Λισπέκτορ και τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο).

Από την άλλη, σε αυτό τον προφανή αλλά καθόλου αναμασημένο ή επιπόλαιο διάλογο άξια μελέτης είναι η επιβίωση και η πρόσληψη βαρύνουσων θεματικών, όπως

‒ του μοιρολογιού (από τον προφορικό λόγο στον γραπτό λόγο, από τη γυναικεία οπτική στην queer οπτική):[ii]

Στα σπίτια της τον μάζωξε, τον λούζει με τα μύρα
τα δασωμένα γένια του φράγκικα τα ξουρίζει
βάφει τα χείλη τοξωτά και βυσσινιά τα χείλη
πιάνει φουσκώνει τα βυζιά, τον ντύνει στα μετάξια
[iii]

‒ του έρωτα:

Ο έρως ουδέν έχει μέρος
Ο έρως, λέγω, της ιπποτικής ποιήσεως
άγνωστος
εις την γνήσιαν και δημοτικήν μας ποίησιν.
Μετωνομάσθη επί το ευαγγελικώτερο
Αγάπη
[iv]

‒ των θεσμών:

Ανοίξτε μου τα χώματα στην αγκαλιά του να ταφώ
κι αν τύχει και περνά Χριστός στο διάβολο η ανάσταση.
[v]

‒ και βεβαίως των φύλων, αντιστικτικά προς τη στερεοτυπική και πατριαρχική πρόσληψή τους. (περισσότερα…)

Φράνσις Μπέηκον και Γουίλιαμ Μπάροουζ: το σώμα δραπετεύει από το σώμα

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Υπάρχουν κάποια βιβλία που δεν φηµίζονται για τις λογοτεχνικές τους αξιώσεις, που δύσκολα θα µπορούσαν να συγκαταλεχτούν, όσο υποκειµενικά και αν αντιλαµβανόµαστε το γούστο, σε ό,τι θα λέγαµε «αριστουργήµατα» ‒ συµβαίνει, παρ’ όλα αυτά, κάτι τέτοια βιβλία να ανακινούν προβληµατισµούς υψηλής έντασης αντίστοιχους µε εκείνους που προκαλούν τα αριστουργήµατα. Τέτοιου είδους βιβλία διακρίνονται περισσότερο για την ορµή και το εσωτερικό τους σθένος, την υπόγεια αυτή µυστηριακή δύναµη που διατρέχει την αφήγηση, παρά για την ίδια την αφήγηση, η οποία ούτε σφιχτή δοµή έχει, ούτε µαρτυρά ένα σύνθετο ή πρωτότυπο αρχικό σχέδιο. Φαίνεται σαν όλα να ’ναι γραµµένα στο πόδι. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι η Αδερφή του Γουίλλιαµ Μπάροουζ (Queer στο πρωτότυπο· πρώτη δηµοσίευση το 1985).[1] Κακό βιβλίο στον βαθµό που απουσιάζει ό,τι θα µπορούσαµε να χαρακτηρίσουµε ως προτέρηµα µιας καλής, ποιοτικής λογοτεχνίας: καµία φροντίδα στο χτίσιµο των χαρακτήρων, οι ήρωες πιο πολύ µοιάζουν µε σκιάχτρα παρά µε αυθύπαρκτες οντότητες· η πλοκή είναι απλοϊκή, προσχηµατική, σχεδόν δεν υπάρχει· η αφήγηση δεν προδίδει κανένα αρχικό πλάνο, κανένα πρότερο σχεδίασµα, απόδειξη ότι τα επιµέρους σηµεία είναι τόσο χαλαρά δεµένα µεταξύ τους, ώστε αν κάποιος αφαιρέσει ένα από τα κοµµάτια του δεν τρέχει και τίποτα· τα εκφραστικά µέσα, τέλος, και τα ρητορικά σχήµατα, διακριτικά γνωρίσµατα µιας υψηλής λογοτεχνικής κατάρτισης, έχουν ισχνότατη παρουσία, αλλά ακόµα και όταν εµφανίζονται δεν είναι παρά τεκµήρια µιας άτσαλης, αδέξιας αξιοποίησης. (περισσότερα…)

Ρενέ Ζιράρ, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Κορνήλιος Καστοριάδης

*

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

René Girard, Η μιμητική επιθυμία στο Υπόγειο –
Διάλογος με τον Κορνήλιο Καστοριάδη,
Μετάφραση Χρήστος Γροσδάνης,
Πρόλογος Δημήτρης Δουλγερίδης,
Εκδόσεις Πλήθος, Αθήνα 2021

Το παρόν βιβλίο, η πρώτη έκδοση ενός νέου και υποσχόμενου εκδοτικού οίκου, αποτελείται από δύο κείμενα, το πρώτο από τα οποία είναι ένα σύντομο άρθρο του γνωστού Γάλλου ιστορικού και ανθρωπολόγου Ρενέ Ζιράρ για τον Ντοστογιέφσκι (το 1997, ως επίμετρο στην αγγλική μετάφραση ενός έργου του από το 1963), ενώ το δεύτερο, επίσης σύντονο, αποτελείται ουσιαστικά από τα πρακτικά μιας ανοικτής συζήτησης με πολλούς συνομιλητές, που καταλήγει σε αντιλογία του Ρενέ Ζιράρ με τον Κορνήλιο Καστοριάδη (στις αρχές της δεκαετίας του 1980). Ας τα πραγματευτούμε με την αντίστροφη σειρά. Αρχικά, η αντιπαράθεση των δύο στοχαστών, Καστοριάδη και Ζιράρ, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς οι δύο διανοητές ξεδιπλώνουν τα θεμέλια της σκέψης τους και φωτίζουν τις ίσως περισσότερο αγνοημένες πλευρές της. Από τη μια, ο ελληνικής καταγωγής σοσιαλιστής φιλόσοφος, Κορνήλιος Καστοριάδης, πιστεύει στη ριζική ενδεχομενικότητα του κόσμου μας, την οποία θεωρεί και αναγκαία συνθήκη για την αυτονομία των ανθρώπινων όντων. Οι κοινωνίες, θεωρεί, τείνουν να αυτοθεσμίζονται νοηματοδοτώντας τις πράξεις που κάνουν, ωστόσο κατά κανόνα δεν έχουν συνείδηση αυτής της ελευθερίας τους και κατά κανόνα αποδίδουν τη θέσμιση της κοινωνίας σε εξωτερικούς παράγοντες (π.χ. Θεός, φύση, κάθε λογής αντικειμενικές αξίες κ.λπ.). Μια σημαντική εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα, αποτέλεσε για τον Καστοριάδη η αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, την οποία ο ίδιος θεωρεί κατά κάποιον τρόπο «πρότυπο» για κάθε κοινωνία που επιχειρεί να συγκροτηθεί ελεύθερα. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η σύγχρονη Δύση. Για τον λόγο αυτό, οποιαδήποτε ιδέα επιχειρεί να εξαρτήσει τις ανθρώπινες κοινωνίες από δυνάμεις που βρίσκονται εκτός τους (δηλ. εκτός των ίδιων των ανθρώπων που τις συγκροτούν), ο Καστοριάδης την αρνείται κατηγορηματικά: για παράδειγμα, τόσο ο Θεός, όσο και οι απρόσωπες δυνάμεις του κόσμου (π.χ. οι νόμοι της ιστορίας στον Χέγκελ ή και τον Μαρξ), θεωρεί, επιχειρούν να αρνηθούν την ανθρώπινη ελευθερία. Διόλου παράξενο, λοιπόν, που ο φιλόσοφος είναι όχι μονάχα πεπεισμένος αθεϊστής, αλλά και ένας από τους πιο σφοδρούς πολέμιους του μαρξισμού σε όλες τις αποχρώσεις του. Αρκετά διαφορετικά είναι τα πράγματα όσον αφορά τον Ρενέ Ζιράρ. Σύμφωνα με τον Ζιράρ, που αντλεί τις ιδέες του κυρίως από τις αρχαίες τραγωδίες, τη Βίβλο και την ευρωπαϊκή λογοτεχνία, οι ανθρώπινες επιθυμίες έχουν μιμητικό χαρακτήρα. Το αντικείμενο των επιθυμιών ενός ανθρώπου διαμορφώνεται πάντοτε ως μίμηση προτύπων. (περισσότερα…)

Για μια ανθολογία της επώνυμης κυπριακής ποίησης

Δύο αιώνες επώνυμης κυπριακής ποίησης (1837-2021),
Γενική επιμέλεια -Εισαγωγή: Λεωνίδας Γαλάζης,
Ανθολόγηση – Επιμέλεια: Ομάδα φιλολόγων,
Όμιλος Λογοτεχνίας και Κριτικής, Λευκωσία 2021

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Σημαντικό εκδοτικό γεγονός του προηγούμενου έτους αποτελεί αναμφίβολα η ανθολογία Δύο αιώνες επώνυμης κυπριακής ποίησης (1837-2021), η οποία αντικατοπτρίζει εμπράκτως την πρόθεση του γνωστού Όμιλου Λογοτεχνίας και Κριτικής να αποδώσει τιμή στην επέτειο των Διακοσίων Χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση, αλλά και να συμβάλει ουσιαστικά στη λεπτομερή αποτύπωση της γραμματολογικής συνέχειας και της θεματικής ποικιλίας της κυπριακής ποίησης, η οποία όπως ορθά υπογραμμίζεται στην «Εισαγωγή» αποτελεί ανθισμένο κλαδί της ευρύτερης νεοελληνικής λογοτεχνίας με τις ιδιαιτερότητες, και τις ιδιομορφίες της ανθρωπογεωγραφίας, του τόπου και της διαλέκτου, να λειτουργούν μόνον εμπλουτιστικά και επιβεβαιωτικά. Το δύσκολο αυτό έργο της ανθολόγησης του ογκώδους αυτού τόμου, όπως εξαγγέλλεται στον «Πρόλογο», υλοποιήθηκε σε δύο φάσεις. Στην πρώτη πραγματοποιήθηκε η επιλογή και συγκέντρωση των ποιημάτων από τετραμελή ομάδα ανθολόγησης (Ανδρέα Αντζουλή, Λεωνίδα Γαλάζη, Κυριάκο Ιωάννου και Ανδρέα Γεωργαλλίδη), ενώ στη δεύτερη συγκροτήθηκε πενταμελής ομάδα (Γεωργία Γαλάζη, Σταυρούλα Μπίου, Γαβριέλλα Παναγή και Βασιλική Σελιώτη), η οποία ανέλαβε τη γενική  επιμέλεια του τόμου, υπό τη γενική ευθύνη και εποπτεία του ποιητή και φιλόλογου Λεωνίδα Γαλάζη. Σημαντικό, επίσης, στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι η έκδοση επιχορηγήθηκε από τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας στο πλαίσιο του Προγράμματος Πολιτισμός ΙΙ (2021-2025). (περισσότερα…)

Παλλαδάς ο Αλεξανδρινός: Ανάμεσα στην Ποίηση και την Ιστορία

*

της ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΥ

Εκτός από τα επιγράμματά του, τίποτε άλλο δεν είναι γνωστό για τον Αλεξανδρινό γραμματικό και ποιητή Παλλαδά (ή ίσως Παλλάδα;).[i] Τα επιγράμματα αυτά όμως με τον καιρό απόκτησαν, πέρα και άσχετα από την ποιητική τους αξία, ιδιαίτερη σημασία, καθώς θεωρήθηκαν, και εξακολουθούν να θεωρούνται, μία από τις σημαντικές ιστορικές πηγές για τα δραματικά γεγονότα του 4ου μ.Χ. αιώνα, της εποχής που σήμανε το τέλος τού ειδωλολατρικού Αρχαίου Κόσμου, και την απαρχή της νέας Χριστιανικής περιόδου. Και είναι ως ιστορική πηγή κυρίως και όχι ως ποιητής που αντιμετωπίζεται ο Παλλαδάς στη νεώτερη, αλλά και την πιο πρόσφατη, βιβλιογραφία. Είναι πολυάριθμα τα άρθρα στα οποία επιχειρείται να συνδεθούν οι αναφορές ή οι υπαινιγμοί που κάνει στα επιγράμματά του με ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα της εποχής του. Καθώς όμως υπάρχουν διαφορετικές υποθέσεις όσον αφορά τη χρονολόγηση της ζωής και της δράσης του Αλεξανδρινού, οι ερμηνείες και τα συμπεράσματα ποικίλουν. Τα χρονικά όρια στα οποία τοποθετείται κυμαίνονται έτσι από τα χρόνια της βασιλείας του “πρώτου χριστιανού αυτοκράτορα” Κωνσταντίνου και των διαδόχων του, μέχρι την οριστική επικράτηση του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, την εποχή του Θεοδόσιου και των δικών του διαδόχων στις αρχές του 5ου.[ii]

(περισσότερα…)

Η ψυχίατρος Κιούμπλερ-Ρος, οι ετοιμοθάνατοι και τα «πέντε στάδια του πένθους»

*

του ΜΥΡΩΝΟΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Η πρόσφατη και ακόμη παρούσα πανδημία μετέβαλε σοβαρά την καθημερινή μας ζωή, κλονίζοντας τις έως τότε ακλόνητες βεβαιότητές μας, δίνοντας την ευκαιρία συζητήσεων για τον θάνατο και την απειλή του σε εμάς. Δεν ήταν όμως πάντοτε έτσι. Κατά την ψυχροπολεμική εποχή, όπου η Αμερική εμφανιζόταν με υπερηφάνεια ως μια “κοινωνία της χαράς” και η οποιαδήποτε αναφορά στον θάνατο ήταν γενικά κρυμμένη στη σιωπή, σαν να αποτελεί αυτό το γεγονός ένα είδος ταμπού. Το περίφημο βιβλίο Πλησιάζοντας τον θάνατο (On death and dying [1969], εκδόθηκε στα ελληνικά για πρώτη φορά μόλις το 2019*, από τις εκδόσεις Ίκαρος), της Ελβετίδας ψυχιάτρου και ψυχαναλύτριας Ελίζαμπεθ Κιούμπλερ-Ρος (1926-2004), προϊόν δυόμισι ετών έρευνας και προσωπικών συνεντεύξεων με παραπάνω από διακόσιους νοσοκομειακούς ασθενείς, υπήρξε ορόσημο στη διάλυση αυτού του ταμπού, καθώς ανέδειξε την έως τότε αδιάφορη, αν όχι απάνθρωπη, αντιμετώπιση των ανίατα ασθενών στα νοσοκομεία του δυτικού κόσμου, δίνοντας στους τελευταίους τη δυνατότητα να μιλήσουν στην κοινωνία οι ίδιοι για την κατάστασή τους. Οι συνεντεύξεις της, στις οποίες συμμετείχαν (αν και αρχικά με μεγάλη δυσπιστία) γιατροί, ιερείς, καθώς και πλήθος φοιτητών πανεπιστημίου, έμοιαζαν με συνεδρία ομαδικής ψυχοθεραπείας. Ο ασθενής έκανε διάλογο με τους συμμετέχοντες και ηχογραφούνταν, με στόχο να βοηθηθούν και άλλοι. Η Κιούμπλερ-Ρος ήταν λοιπόν η πρώτη που επεδίωξε την επικοινωνία με τους ανίατα ασθενείς και αναδείχθηκε ως πρωτοπόρος στον νέο ερευνητικό κλάδο της θανατολογίας, καθώς και στα άσυλα ανιάτων. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που το περιοδικό Time τη συμπεριέλαβε στους 100 μεγαλύτερους διανοητές του εικοστού αιώνα. (περισσότερα…)

Mε παιγνιώδη τρόπο

του ΓΡΗΓΟΡΗ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗ

Χάρης Μελιτάς,
Τέσσερις ενοχές,
Μανδραγόρας 2021

«Θέλω ν’ αλλάξω / όλους τους καθρέφτες μου» (σ.13), γιατί «μπροστά μου χάραξε μια άδεια μέρα» (σ. 14). Ίσως να φταίει ότι είναι «το γκάζι πατημένο στο ανέφικτο» (σ. 15) και να επιβάλλεται μια «στραβοτιμονιά» (σ. 15). Αλλά πάντα καπνίζουμε «τα άφιλτρα [της] μνήμης» (σ. 16), παλεύοντας με τις πράξεις να γευτούμε τα όντα (σ. 17). Μήπως πρέπει «να εξομολογώ τους δεσμοφύλακες» (σ. 18), «όσο κοιμάμαι διαφανής» (σ. 19), «ποιο ποίημα μπορεί να με κρατήσει;» (σ. 53), «ανάβω το σκοτάδι να κρυφτώ» (σ. 53), «έχω να θρέψω μια κατάκοιτη ζωή» (σ. 54), «πονάει το κεντρί των πραγμάτων» (σ. 54).

Με αυτά τα λόγια προσπαθώ να μεταφέρω την αύρα της ποίησης, των σκέψεων και της ψυχολογίας του Χάρη Μελιτά. Είναι μια ποίηση σχεδόν ολοκληρωτικά μεταφορική. Σπάνια ο συγγραφέας κυριολεκτεί. Με αυτήν την τεχνική, με αδρές, σχεδόν αποφθεγματικές εκφράσεις, προσπαθεί να εντυπωθεί και να πλάσει ποιήματα αινιγματικά, μα εύληπτα, γιατί με τέχνη ισορροπεί επιτυχώς μεταξύ της αοριστίας και των στοιχείων που είναι απαραίτητα για την κατανόηση.

Οι παραφθορές γνωστών φράσεων ή τίτλων έργων τέχνης, που κουβαλούν παγιωμένες έννοιες, εντάσσονται στο ποιητικό οπλοστάσιο του έργου. «Οι τέσσερις ενοχές» (αντί τέσσερις εποχές), «η πάλη των πράξεων» (σ. 17 / αντί «η πάλη των τάξεων»), το «tango mortale» (σ. 20 / αντί «salto mortale»), η «λέσχη απόγνωσης» (σ. 52 / αντί «λέσχη ανάγνωσης») και η «απο-ποίηση» (σ. 53 / αντί «αποποίηση»), είναι μέρη του παιγνιώδους ύφους του ποιητή. Δρουν με δυο τρόπους. Αρχικά ξαφνιάζουν, ενεργοποιούν και “ξεβολεύουν” παγιωμένα δεδομένα του νου. Μετά αξιοποιούν αναλογίες ή διακείμενα και δρουν ως αντικειμενική συστοιχία σε συναισθήματα, δηλαδή συνειδητά ή ασυνείδητα ανακαλούν βιωμένα συναισθήματα μέσα από αντίστοιχα όντα, κάτι ανάλογο με αυτό που συμβαίνει και με πολλές παρομοιώσεις και μεταφορές. Για παράδειγμα, «το γκάζι πατημένο στο ανέφικτο» (σ. 15 / αντί «πατάω το γκάζι του αυτοκινήτου»), παραπέμπει στις καταστάσεις των συναισθημάτων της αδρεναλίνης και της ταραχής της οδήγησης, συνδυάζοντας αυτές με τους ξέφρενους ρυθμούς αναζήτησης ενός στόχου ή ιδανικού. (περισσότερα…)

Δεν θα περάσετε, κύριε!

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

(Από το —υπό διαμόρφωση— μυθιστόρημα, Η ερωτική ζωή του κυρίου Χίτλερ. Μιλά η Ασημίνα.)

Δεν θα περάσετε, κύριε! Μικρή βαρκούλα η χώρα μου, μικρό νησάκι το κορμί μου, ριγμένο σ’ ένα ατέλειωτο, φουρτουνιασμένο πέλαγος στον αιώνα της τρικυμίας. Μικρά και φτηνά τα όνειρά μου, ενωμένα με την εποχή και τον καιρό τους, παιδί τους και προέκτασή τους είμαι κι εγώ, χωρίς να μπορώ να κάνω και διαφορετικά. Ημιθανή και ατελέσφορα τα σχέδιά μου, με νεκρό κι άψυχο τον ουρανό από πάνω τους, αν υπήρξε ποτέ ζωντανός και δεν είναι ο αμετακίνητος ουρανός παρά μια πλάνη που μας μάθαιναν τότε που ήμασταν πιο εύπιστα, για να αποδεχτούμε τον κόσμο όπως έχει και όπως μας τον όρισαν εκείνοι, δεν θα περάσετε, κύριε!

Δεν θα περάσετε, κύριε! Ο δρόμος που διαβαίναμε σαν ήταν καλοκαίρι γέμισε με αγριόχορτα και ζιζάνια, τα όνειρα άρχισαν να παίρνουν σταδιακά την όψη της σήψης, η ψυχή ξεκίνησε να αποκολλάται από το σώμα μας που πλέον ζει μηχανικά κι από κεκτημένη μονάχα ταχύτητα, μη βλέποντας αυτό το μηχανοποιημένο τερατούργημα στο οποίο αρχίζει ο άνθρωπος να μετατρέπεται. Η πρόσοψή μας γίνεται ρομποτική, οι αρτηρίες μας καλώδια, ο εγκέφαλός μας μικροτσίπ. Θλιβερό το προνόμιό μας να είμαστε η γενιά της μετάβασης, σε μια ζωή που δεν ξέρει πού να πατήσει στέρεα. Σβήνει η ανθρωπότητα, κύριε, τελειώνει, χάνονται μία – μία και ξεγράφονται, πετιούνται σαν μποτίλιες στο απύθμενο και πολυδιάστατο διάστημα όλες οι πτυχές της παρουσίας της, αύριο θα ξημερώσει ένας κόσμος αλλότριος, όπου όλα θα συνεχίζονται αυτόματα σα να μην έχει μεσολαβήσει η παραμικρή αλλαγή, σα να ξεφύτρωσε και πάλι ο ίδιος ουρανομάχος ήλιος, ωστόσο δεν θα βρισκόμαστε πια εδώ ούτε εμείς ούτε οι άμεσοι απόγονοί μας για να τον αντικρύσουν, δεν θα περάσετε, κύριε!

Δεν θα περάσετε, κύριε! Τα φωτεινά μονοπάτια δίπλα στα ρυάκια σκοτεινιάζουν στις παρυφές του χειμώνα, τα νησιά ξεφυτρώνουν στο πέλαγος σαν αχιβάδες θαρρώντας πως η ζωή είναι πανηγύρι ενώ δίπλα τους ο κόσμος έχει πια πεθάνει, τα πρώτα όνειρα της νιότης στάζουν άμορφη βλέννα καθώς ο καιρός συννεφιάζει. Το παιδί που δεν ήμασταν ποτέ, κύριε, στέκει νεκρό και πνιγμένο στην άκρη της παραλίας, ξεβράστηκε στο κύμα και το αφυδατωμένο πρόσωπό του βλέπει προς την άμμο και προς το σκοτάδι, το χαμόγελο που ποτέ δεν φύτρωσε μας κυνηγά και μας καταστρέφει κάθε ώρα και στιγμή, μας καλεί να ανεβάσουμε ακόμα περισσότερο την ένταση και να αποστρέψουμε το βλέμμα μας, μας ζητά να υπογράψουμε ακόμα πιο ανανεωμένα συμβόλαια υποταγής της υπόστασής μας στην απάνθρωπη πραγματικότητα, μας υποδέχεται σ’ ένα μιλλένιουμ της αποσύνθεσης, σε έναν κόσμο που καταρρέει με κρότους και λυγμούς και το απολαμβάνει βογγώντας και καυλώνοντας με όλες του τις τεχνητές αισθήσεις, δεν θα περάσετε, κύριε!

Δεν θα περάσετε, κύριε! Αιώνες ουρλιάζουν ακατάπαυστα, ζητώντας τη φαλκιδευμένη τους δικαίωση, μάνες αποχωρίζονται τα παιδιά τους, με το θάνατο παρόντα ήδη από τη στιγμή της γέννας, ερωτευμένοι που σκορπίστηκαν στα συντρίμμια των καιρών ξέρουν πως δεν θα αγκαλιάσουν ποτέ ξανά την αγάπη τους. Κραυγές από τα βάθη των εποχών ξυπνούν μπροστά στο επερχόμενο τέλος, φωνές από την πικρότερη εκδοχή της ανθρωπότητας έρχονται και πάλι ενώπιόν μας για να μας καθορίσουν και να μας δείξουν το δρόμο, μόνο που ο δρόμος πια έχει μεταλλαχθεί και χάνονται κι αυτές στο τσουβάλιασμα, εξισώνονται με το μηδέν και το μηδέν τις διαιρεί και τις κερδίζει, τις ρουφά πλάι του με ηδονή και γλύκα. Νιώθω το είναι μου, κύριε, να ενώνεται μαζί τους και να μετουσιώνομαι σε ουρλιαχτό, σε σύνθημα, σε επανάσταση, σε αιτία να υπάρχω σ’ αυτόν το σάπιο κόσμο και να φέρω το όνομα του ανθρώπου, ξέροντας πως κι αυτό ακόμα δεν έχει την παραμικρή σημασία και επίπτωση στην πορεία του κόσμου, δεν θα περάσετε, κύριε!

Δεν θα περάσετε, κύριε! Υπήρξα στη ζωή για να σας πω αυτή τη λέξη, η μοίρα με γέννησε και με οδήγησε για να σταθώ απέναντί σας και να πεθάνω καθώς θα με ποδοπατάτε και θα με λιώνετε σαν κατσαρίδα. Μια μικρή κουκκίδα στο απέραντο χάος, ένα μικρό αηδόνι στις ατελείωτες συστάδες του δάσους, μια ακόμα φωνή που γεννήθηκε από το τίποτα, ούρλιαξε κλαίγοντας απελπισμένη μπροστά στο απόλυτο μηδέν και της προορίζεται να σιγήσει. Βρέθηκα μπροστά σας για να συντηρήσω μια απλή, φοβισμένη και τρυφερή φλογίτσα, σαν τη φρυκτωρία στο βουνό, δίχως συναίσθηση του πού θα οδηγήσει η απεγνωσμένη μου κίνηση κι αν θα βρεθεί κάποιος να συνεχίσει σε κάποια απόμερη κι άγνωστη σε μένα κορφή το δικό μου μοναχικό μονοπάτι, σαν το βάδισμα στα τυφλά, στο απόλυτο κενό και το σκοτάδι, μη γνωρίζοντας αν θα γεννηθεί μια επιφάνεια με την κίνηση του ποδιού σου ή αν θα πνιγείς στο αδηφάγο βάραθρο. Ίσως και να μην υπάρχει συνέχεια μετά από μένα, ίσως εδώ ο κύκλος να τελειώνει οριστικά και να προσκυνάμε για πάντα την ευθύγραμμη ζωή σε μια τυχαία απόληξή της, ίσως απλά αποτελώ την τελευταία εκπρόσωπο ενός κόσμου προ πολλού νεκρού και λησμονημένου, γραφική και απόμερη στην εξέλιξη μιας εποχής αλλότριας, ίσως εντέλει η ανθρωπιά και η αγάπη να έχουν ξεπουληθεί και μεταλλαχθεί κι αυτές σε κάτι πιο ευπώλητο, βρε αδερφέ, δεν θα περάσετε, κύριε!

Θα με σκοτώνετε και θα σβήνω γελώντας, θα με συνθλίβετε και θα τραγουδώ χαμογελαστή και θα σιγομουρμουρίζω εκείνα τα γλυκά λόγια από τα μαγικά βρεφικά μας τραγούδια που έκαναν την ψυχή να κοιμηθεί και να γλυκοχαθεί στον λατρευτό κόσμο του ονείρου. Δεν είναι όμορφη η μελωδία της ζωής και της αγάπης, κύριε; Δεν είναι ανυπέρβλητη η ένωσή σου με τα πρωταρχικά στοιχεία του Γαλαξία, κύριε; Δεν είναι μαγευτική η αίσθηση της γαλήνιας και της αιώνιας επιστροφής μας, κύριε; Δεν είναι υπέροχο να παραμένει κανείς Άνθρωπος, κύριε;

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

Γράφοντας ψέματα γυρεύουμε την αλήθεια

~ . ~

Η λογοτεχνία και το δικαίωμα στη μνήμη

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Πόσο πολλά πράγματα περνάνε διαρκώς στη λήθη, με κάθε ζωή που σβήνει, πώς ο κόσμος αδειάζει από μόνος του, καθώς κανένας δεν ακούει, δεν ζωγραφίζει και δεν διηγείται τις ιστορίες που μένουν πάνω σε αμέτρητους τόπους και αντικείμενα, που από μόνα τους δεν έχουν τη δυνατότητα της μνήμης.1 Μέσα σε τέσσερις μόλις γραμμές, ο Ζακ Άουστερλιτς, βασικός ήρωας στο ομώνυμο μυθιστόρημα του σημαντικού Γερμανού συγγραφέα Β. Γκ. Ζέμπαλντ (1944-2001), αναπτύσσει έναν πολύ γόνιμο στοχασμό για τη σχέση του ανθρώπου με τα πράγματα. Σχέση που διανοίγεται στον χρόνο, άρα έγχρονη, φθαρτή, εκτεθειμένη στην καταστροφή. Με δύο λόγια: σχέση θνητή. Κάθε ζωή που σβήνει παρασύρει στο διάβα της και τα πράγματα με τα οποία σχετίστηκε. Η λησμονιά μοιάζει αναπόφευκτη – και είναι αναπόφευκτη, μέχρις ότου βρεθεί κάποιος να τα αναστήσει. Ανασταίνονται τα πράγματα; Ανασταίνονται. Αυτό υπονοεί ο Άουστερλιτς. Διαβάζουμε ξανά: «ο κόσμος αδειάζει […] καθώς κανένας δεν ακούει, δεν ζωγραφίζει και δεν διηγείται τις ιστορίες που μένουν πάνω σε αμέτρητους τόπους και αντικείμενα, που από μόνα τους δεν έχουν τη δυνατότητα της μνήμης».

Νοούμενη στο κλίμα μιας εποχής όπου τόποι, ονόματα και πράγματα φεύγουν, πάνε και έρχονται με ρυθμούς ταχύτατους, η σκέψη του Άουστερλιτς κρύβει κάτι το επαναστατικό. Στην αγοραία, μηχανική αναπαράσταση των πραγμάτων, ο Άουστερλιτς επιβάλλει μια χρονικότητα ολότελα διαφορετική: ο Άουστερλιτς δεν βιάζεται, βραδυπορεί· παρατηρεί τον κόσμο γύρω του, τον στοχάζεται, βυθίζει το βλέμμα στις απύθμενες δυνατότητες που τα πράγματα προσφέρουν. Σε πείσμα της εμπορικής αξιοποίησης των δυνατοτήτων τους, στη λογική της οποίας τα πράγματα πρέπει σε κάτι να χρησιμεύουν, ο ήρωας του Ζέμπαλντ, κοιτάζει τα πράγματα και ανασύρει ιστορίες· ιστορίες που πρακτικά μπορεί να ’ναι άχρηστες, ωστόσο μας φέρνουν σε επαφή με κάτι ανεπίστρεπτα χαμένο. Αυτή τη, φαινομενικά, ανεπίστρεπτη, αμετάκλητη ζωτικότητα είναι που ο Άουστερλις γυρεύει να ανατρέψει – ο Άουστερλιτς και μαζί του ο Ζέμπαλντ.

Ενάντια στη φθοροποιό ισχύ του χρόνου, η αποστολή του συγγραφέα φέρνει στο νου όλο και περισσότερο εκείνη του αλχημιστή· γιατί τι άλλο θυμίζει ο συγγραφέας αν όχι τον αλχημιστή του Μεσαίωνα που ονειρεύεται να μετατρέψει τον άνθρακα σε θησαυρό, που ψάχνει το ελιξίριο της ζωής; Από τέτοιο σκαρί είναι καμωμένος ο συγγραφέας και ακριβώς αυτός είναι ο στόχος του: να μετατρέψει τον άνθρακα σε θησαυρό, να βρει το ελιξίριο της ζωής ‒ να δώσει αθανασία σε πράγματα και ιστορίες. Η λησμονιά μοιάζει, λοιπόν, αναπόφευκτη ‒ και είναι αναπόφευκτη μέχρι να αναλάβει ο αφηγητής. Ο storyteller, μορφή αρχετυπική που οι ρίζες της κρατούν καλά μέσα στον χρόνο, αναλαμβάνει ένα βαρύτιμο καθήκον: να δώσει μνήμη. Τόποι, πρόσωπα και αντικείμενα που από μόνα τους στερούνται τη δυνατότητα της μνήμης διεκδικούν τη θέση τους στην Ιστορία, αναζητούν τη θέση τους σε αυτόν τον κόσμο – γυρεύουν, πιο απλά, τον αφηγητή τους. Κάπου εδώ εγείρονται όμως ενστάσεις: αλήθεια, τι δουλειά έχει ο storyteller με τη διαφύλαξη της μνήμης; Η πρόσβαση στο παρελθόν δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο του ιστορικού; Έχει η τέχνη αληθειακές αξιώσεις; Μπορεί να έχει; Και αν ναι, με ποιον τρόπο; Στο ζεύγμα «Ιστορία-Λογοτεχνία» διαβάζουμε τη σύγκρουση μεταξύ αλήθειας και ψέματος. Όπου Ιστορία αλήθεια, όπου Λογοτεχνία ψέμα.

Τα ερωτήματα αυτά δεν προέκυψαν σήμερα, το παρελθόν αντηχεί επίμονα. Ένα καλό παράδειγμα έρχεται από την αρχαιότητα. Στο δίλημμα «Ηρόδοτος ή Θουκυδίδης»2 συμπυκνώνεται το αποτέλεσμα μιας σύγκρουσης αιώνων: από τη μια μεριά, ο παραμυθάς Ηρόδοτος, ο «πατέρας της ιστορίας» —διάκριση τιμητική που διατηρείται μέχρι και σήμερα, οι αντοχές της όμως διαρκώς δοκιμάζονται—, ο οποίος ιστορεί τις συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Περσών πιστεύοντας, επηρεασμένος από τον Αισχύλο, ότι οι Θεοί ορίζουν τις τύχες των ανθρώπων. Μύθος και πραγματικότητα αναμειγνύονται, οι Θεοί παρεμβαίνουν στα ανθρώπινα, πλοκή που ώρες-ώρες θυμίζει αστυνομικό μυθιστόρημα, όνειρα, χρησμοί και θαύματα συνεπικουρούμενα από ρητορικά σχήματα παρεμβάλλονται στην κυρίως αφήγηση ― ο Ηρόδοτος πόρρω απέχει από να τον πάρουμε στα σοβαρά. Η λογοτεχνικότητά του μοιάζει ασήκωτη. Και ας είχε στόχο με το έργο του, όπως ο ίδιος έγραφε, «να μην ξεθωριάσει με τα χρόνια ό,τι έγινε από τους ανθρώπους, μήτε να σβήσουν άδοξα έργα μεγάλα και θαυμαστά, πραγματοποιημένα άλλα από τους Έλληνες και άλλα από τους βαρβάρους». Η πρόθεση καθίσταται ρητή: διαφύλαξη της μνήμης, διάσωση του παρελθόντος. Στην αντίπερα όχθη βρίσκουμε τον Θουκυδίδη. Ο ιστορικός που φέρνει τον Διαφωτισμό πριν τον Διαφωτισμό, τη νεωτερικότητα πριν τη νεωτερικότητα: στην Ιστορία του Θουκυδίδη δεν υπάρχει χώρος για Θεούς· μεθοδικότητα, συστηματική έρευνα, πιστότητα, ταξινόμηση, ακρίβεια, προσεκτική αξιολόγηση των πηγών, αμερόληπτη κρίση για τις ιστορικές εξελίξεις. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο που υπερβαίνει τις αρετές αυτές ή, σωστότερα, που τις κάνει να υπάρχουν ως τέτοιες: πίσω από την πιστή καταγραφή των γεγονότων βρίσκεται ο συγγραφέας Θουκυδίδης, ο αφηγητής Θουκυδίδης, ο μόνος ικανός να συνθέτει γεγονότα (και όχι απλώς να τα καταγράφει), να φτιάχνει χαρακτήρες, να αυξομειώνει —άλλοτε επιβραδύνοντας και άλλοτε κορυφώνοντας— τη δραματική ένταση, να μπολιάζει με ρητορικά σχήματα τις δημηγορίες του, να χρησιμοποιεί μεταφορές και παρομοιώσεις για να εικονοποιήσει τον λόγο του. Η αξιοθαύμαστη μαεστρία με την οποία στήνει τον χαρακτήρα του Περικλή σε τίποτα δεν έχει να κάνει με αμερόληπτη κρίση· η κομβική θέση στην οποία τοποθετεί τον περίφημο Διάλογο των Μηλίων, για να λειτουργήσει ως προοικονομία στην πανωλεθρία των Αθηναίων στη Σικελία, υποδηλώνει υψηλής τάξης συνθετική ικανότητα. Είναι άδικο να μιλάμε για τον ιστορικό Θουκυδίδη ξεχνώντας τον λογοτέχνη Θουκυδίδη. Το ένα δεν πάει χωρίς το άλλο. Επαναφέρουμε επομένως το ερώτημα: έχει η λογοτεχνία μερίδιο στην ιστορική μνήμη; Αντιγράφω από τον Πωλ Ρικέρ:

(περισσότερα…)

Ευτυχισμένο το Νέο Έτος: Πρωτοχρονιά με τον Σουρή

*

Ἡ ὁμάδα τοῦ ΝΠ σᾶς εὔχεται ὁλόψυχα καλὴ χρονιὰ καὶ εὐτυχισμένο τὸ νέο ἔτος, ξεκινῶντας τὸ 2022 μὲ τὸν καλύτερο τρόπο: τὸν διαχρονικότατο Σουρῆ καὶ τὰ βαθύτατα σατιρικὰ ποιήματά του ποὺ θὰ μποροῦσαν κάλλιστα νὰ σχολιάζουν τὴν Ἑλλάδα τοῦ σήμερα.


Πρωτοχρονιὰ μὲ τὸν Σουρῆ

Ἐπιλογή, ὀλίγα σχόλια:
Θανάσης Γαλανάκης
 
ΑΗ-ΒΑΣΙΛΗΣ

Ἅη-Βασίλης ἔρχεται, ἀδέλφια μου, πηλάλα
μὲ ὅλους τοὺς προγόνους μας στὸ σβέρκο του καβάλλα,
μὲ μίαν διακοίνωσιν ἐκ μέρους τοῦ Σουλτάνου,
κι’ ἀρματωμένος κι’ ὑψηλὸς ὡς κέδρος τοῦ Λιβάνου.

Ἅη-Βασίλη Τσεπελῆ, γιὰ πές μου, στὸ θεό σου
πῶς μᾶς θωρεῖς ἀκίνητος;… ποῦ τρέχει ὁ λογισμός σου;
ποῦ εἶναι τὸ ραβδάκι σου, ᾑ κόταις σου κι’ ᾑ πήταις;
ποῦ εἶναι τὰ τραγούδια σου κι’ ᾑ τόσαι ἄλφαις βήταις;

—Δὲν ἔχω στόμα νὰ σοῦ πῶ καὶ γλῶσσα νὰ μιλήσω,
κι’ οὔτε θὰ κάτσω γελαστὸς γιὰ νὰ σᾶς τραγουδήσω.
Ἀπὸ πολέμους ἔρχομαι, σὲ πόλεμο πηγαίνω,
καὶ τὸ ραβδί μου ἔγινε σπαθὶ ξεγυμνωμένο.

—Ἀφῆστε τῇς τσαμπούναις σας, ἀφῆστε τῇς ροκάναις,
κι’ ἀκοῦστε τῆς Ἁγιᾶς Σοφιᾶς τῇς ξακουσταῖς καμπάναις.
Ἐφέτος αἵματα διψῶ καὶ σπαραγμοὺς καὶ φόνους…
αὐτὸς ὁ χρόνος ποὔρχεται ἀξίζει χίλιους χρόνους.

Εἶπεν αὐτὰ καὶ ἄστραψαν τριγύρω μου μαχαίρια,
κι’ ἐνῷ ἐγὼ ἐπρόσμενα μὲ σταυρωμένα χέρια
γιὰ νὰ μοῦ κάμῃ μποναμᾶ κανένα ζαχαρᾶτο,
μοῦ δίνει μιὰ εἰς τὸ σταυρὸ καὶ μὲ ξαπλόνει κάτω.

Σὺ σῶσε, ὦ θεάνθρωπε, κι’ ἐμὲ καὶ τὴν Ἑλλάδα
ἀπὸ τοῦ Ἅη-Βασιληοῦ τὴν τόση ἀγριάδα.

Ἰανουάριος 1886 (περισσότερα…)

Θανάσης Γαλανάκης, Αποχαιρετισμός στον δόκτορα

Ἀποχαιρετισμὸς στὸν δόκτορα

Ὅταν σοῦ ἔκλινα τὸ γόνυ εὐλαβικὰ
ποῦ νὰ προέβλεπα μιὰ τέτοια κατρακύλα
‒ ἐγὼ πὼς θά ’τρωγα ἀμάσητο παπᾶ
κι’ ἐσὺ πὼς θὰ κανοναρχοῦσες στὴ σαπίλα.

Νὰ ξεφτιλίζεσαι μὲ βρώμικες φανέλες
κι ὅλο νὰ κρύβεσαι πίσω ἀπ’ τὶς ἐκκλησιές.
Βυζὶ ἂν δὲν ἔχεις δὲν φτουρᾶν δέκα μπανέλες
κι ἀβγὰ δὲν βάφονται, Σωτήρη, μὲ πορδές.

Καὶ τώρα, πάει, μὲ ἐξέθεσες, φινίτο.
Θὰ λὲνε ὅτι εἶμαι εὐκολόπιστος καὶ βλίτο·
ὅτι ἀκόμα τρώω μὲ τὰ νεογιλά.

Ὅμως ἀφοῦ μοῦ ’χουν φανεῖ οἱ φρονιμίτες,
δαγκώνω ὀσφυοκάμπτες  —σὰν κι’ ἐσὲ— ἰησουίτες
ποὺ ἀκοῦνε «Πῆδα» καὶ ρωτᾶν «Πόσο ψηλά;».

Δεκέμβριος 2021

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ