Ο Ρενέ Ζιράρ για τη μίμηση, τη βία και την ανθρώπινη κοινωνία

*

του ΜΥΡΩΝΟΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

René Girard, Η μιμητική επιθυμία στο Υπόγειο –
Διάλογος με τον Κορνήλιο Καστοριάδη,
Μετάφραση Χρήστος Γροσδάνης,
Πρόλογος Δημήτρης Δουλγερίδης,
Εκδόσεις Πλήθος, Αθήνα 2021

Το παρόν βιβλίο, η πρώτη έκδοση ενός νέου και υποσχόμενου εκδοτικού οίκου, αποτελείται από δύο κείμενα, το πρώτο από τα οποία είναι ένα σύντομο άρθρο του γνωστού Γάλλου ιστορικού και ανθρωπολόγου Ρενέ Ζιράρ για τον Ντοστογιέφσκι (το 1997, ως επίμετρο στην αγγλική μετάφραση ενός έργου του από το 1963), ενώ το δεύτερο, επίσης σύντονο, αποτελείται ουσιαστικά από τα πρακτικά μιας ανοικτής συζήτησης με πολλούς συνομιλητές, που καταλήγει σε αντιλογία του Ρενέ Ζιράρ με τον Κορνήλιο Καστοριάδη (στις αρχές της δεκαετίας του 1980). Ας τα πραγματευτούμε με την αντίστροφη σειρά. Αρχικά, η αντιπαράθεση των δύο στοχαστών, Καστοριάδη και Ζιράρ, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς οι δύο διανοητές ξεδιπλώνουν τα θεμέλια της σκέψης τους και φωτίζουν τις ίσως περισσότερο αγνοημένες πλευρές της. Αρχικά, ο ελληνικής καταγωγής σοσιαλιστής φιλόσοφος, Κορνήλιος Καστοριάδης, πιστεύει στη ριζική ενδεχομενικότητα του κόσμου μας, την οποία θεωρεί και αναγκαία συνθήκη για την αυτονομία των ανθρώπινων όντων. Οι κοινωνίες, θεωρεί, τείνουν να αυτοθεσμίζονται νοηματοδοτώντας τις πράξεις που κάνουν, ωστόσο κατά κανόνα δεν έχουν συνείδηση αυτής της ελευθερίας τους και κατά κανόνα αποδίδουν τη θέσμιση της κοινωνίας σε εξωτερικούς παράγοντες (π.χ. Θεός, φύση, κάθε λογής αντικειμενικές αξίες κ.λπ.). Μια σημαντική εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα, αποτέλεσε για τον Καστοριάδη η αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, την οποία ο ίδιος θεωρεί κατά κάποιον τρόπο «πρότυπο» για κάθε κοινωνία που επιχειρεί να συγκροτηθεί ελεύθερα. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η σύγχρονη Δύση. Για τον λόγο αυτό, οποιαδήποτε ιδέα επιχειρεί να εξαρτήσει τις ανθρώπινες κοινωνίες από δυνάμεις που βρίσκονται εκτός τους (δηλ. εκτός των ίδιων των ανθρώπων που τις συγκροτούν), ο Καστοριάδης την αρνείται κατηγορηματικά: για παράδειγμα, τόσο ο Θεός, όσο και οι απρόσωπες δυνάμεις του κόσμου (π.χ. οι νόμοι της ιστορίας στον Χέγκελ ή και τον Μαρξ), θεωρεί, επιχειρούν να αρνηθούν την ανθρώπινη ελευθερία. Διόλου παράξενο, λοιπόν, που ο φιλόσοφος είναι όχι μονάχα πεπεισμένος αθεϊστής, αλλά και ένας από τους πιο σφοδρούς πολέμιους του μαρξισμού σε όλες τις αποχρώσεις του. Αρκετά διαφορετικά είναι τα πράγματα όσον αφορά τον Ρενέ Ζιράρ. Σύμφωνα με τον Ζιράρ, που αντλεί τις ιδέες του κυρίως από τις αρχαίες τραγωδίες, τη Βίβλο και την ευρωπαϊκή λογοτεχνία, οι ανθρώπινες επιθυμίες έχουν μιμητικό χαρακτήρα. Το αντικείμενο των επιθυμιών ενός ανθρώπου διαμορφώνεται πάντοτε ως μίμηση προτύπων.

*

*

Ακολουθώντας δηλαδή κάποιον που θεωρούμε πρότυπο, σταδιακά τον μιμούμαστε και επιθυμούμε αυτά που ο ίδιος επιθυμεί, ακριβώς επειδή τα επιθυμεί αυτός. Το αποτέλεσμα είναι να επιθυμούμε τα ίδια πράγματα. Επιθυμώντας όμως τα ίδια πράγματα, εμφανίζεται έντονος ανταγωνισμός ανάμεσά μας, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα τη βίαιη σύγκρουση με τη χρήση βίας. Για να αποτρέψουμε την περαιτέρω κλιμάκωση αυτής της βίας, οι άνθρωποι επιλέγουμε ένα συγκεκριμένο θύμα, άνθρωπο ή ζώο, και το θυσιάζουμε ομαδικά (ή απλώς το αποδιώχνουμε μακριά σαν «μίασμα»). Δεν έχει σημασία η αληθινή ενοχή του, αφού ο μόνος σκοπός είναι να ενωθεί η διασπασμένη ανθρώπινη κοινότητα ενάντια στο εξιλαστήριο θύμα και να σταματήσει έτσι η βία, μας λέει ο πολυβραβευμένος Γάλλος στοχαστής, στο magnum opus του με τον τίτλο Η βία και το ιερό: το εξιλαστήριο θύμα (1972). Σύμφωνα με τον Ζιράρ (ο οποίος προσχώρησε από τον αγνωστικισμό στον ρωμαιοκαθολικισμό στα 1958, όπως μας πληροφορεί ο κατατοπιστικός πρόλογος του Δημήτρη Δουλγερίδη), υπάρχει ένα ιστορικό σημείο τομής στον ανθρώπινο πολιτισμό, αυτό όμως δεν είναι η αρχαιοελληνική παράδοση και η αρχαία Αθήνα όπως το ήθελε ο Καστοριάδης, αλλά ο χριστιανισμός. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Ζιράρ, για πρώτη φορά η Βίβλος έδειξε στην ανθρωπότητα ότι το θύμα που θυσιάζεται από την κοινότητα εξαιτίας του παραπάνω μηχανισμού, μπορεί να είναι αθώο. Ανέκαθεν τα θρησκευτικά κείμενα έπαιρναν το μέρος των θυσιαστών σε βάρος των θυμάτων. Το θύμα απλώς έπρεπε ένα είναι ένοχο και αξιομίσητο. Αντίθετα, λέει ο Ζιράρ, η αρχαία εβραϊκή παράδοση εντός της οποίας αναδύεται ο χριστιανισμός, αποκαλύπτει σε εμάς και στην ανθρωπότητα εν γένει το άνευ λόγου μίσος, αυτό για το οποίο κάνει λόγο ο Ιησούς όταν λέει ότι οι Ισραηλίτες τον μίσησαν άδικα: «ἀλλ᾿ ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος ἐν τῷ νόμῳ αὐτῶν, ὅτι ἐμίσησάν με δωρεάν» (Ιω. 15,25). Για πρώτη φορά από τη Βίβλο δηλώθηκε ότι το εξιλαστήριο θύμα μπορεί στην πραγματικότητα να έχει το δίκαιο με το μέρος του, ενώ η κοινότητα μπορεί να έχει άδικο.

*

*

Αυτός είναι ο βασικός λόγος, σύμφωνα με τον Ζιράρ, που ο άλλοτε χριστιανικός πολιτισμός της Δύσης έχει δείξει και συνεχίζει να δείχνει τόσο μεγάλη προσήλωση στα κάθε λογής θύματα, αναζητώντας τρόπους υπεράσπισής τους. Στην αντίρρηση ενός συνομιλητή του, ότι υπάρχουν και στην αρχαιοελληνική παράδοση παραδείγματα υπεράσπισης αθώων και κριτικής στην κοινωνική καταπίεση, ο Ζιράρ απαντά παραθέτοντας δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα από την Αρχαιότητα: αυτό του Σωκράτη και εκείνο της Αντιγόνης. Στο πρώτο παράδειγμα, βλέπουμε με σαφήνεια το πώς ο Σωκράτης παρά τις παροτρύνσεις των φίλων του, αρνείται να δραπετεύσει και δέχεται πειθήνια τη θανατική ποινή που η πόλη του επιβάλλει, πίνοντας το κώνειο, με το σκεπτικό ότι οφείλει άνευ όρων υπακοή στην πόλη που τον εξέθρεψε. Με τη σειρά της, η Αντιγόνη συνήθως εκλαμβάνεται αναχρονιστικά ως θύμα της καταπίεσης της εξουσίας, ακριβώς επειδή αυτοί που τη διαβάζουν, οι σύγχρονοι άνθρωποι, είναι κατά κανόνα (ασύνειδα) επηρεασμένοι από τον χριστιανισμό, με αποτέλεσμα να προβάλλουν τις δικές τους προκαταλήψεις πάνω στο αρχαίο κείμενο. Αυτό λέει ο Ζιράρ, επισημαίνοντας τις σχετικές παρατηρήσεις της διανοήτριας Σιμόν Βέιλ. Εδώ είναι όμως το σημείο όπου παρεμβαίνει δυναμικά ο Κορνήλιος Καστοριάδης, εκφράζοντας τον αντίλογο. Ωστόσο, θα ήταν ίσως βεβιασμένο συμπέρασμα αν μιλούσε κανείς για απλή επανάληψη της παλιάς σύγκρουσης ανάμεσα σε λόγο και πίστη (ή αλλιώς «Αθήνας» και «Ιερουσαλήμ»). Ο λόγος είναι ότι τόσο ο τρόπος που ερμηνεύει ο Ζιράρ τον χριστιανισμό, όσο και η ερμηνεία της ελληνικής Αρχαιότητας από τον Καστοριάδη, είναι πρωτότυπες και αιρετικές.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Καστοριάδη, ήδη από τα ομηρικά έπη αναδεικνύεται μέσα στην ελληνική παράδοση η συμπόνια για τα άτυχα θύματα, όταν οι ηττημένοι Τρώες σαν τον Έκτορα και την Ανδρομάχη παρουσιάζονται έτσι ώστε να γεννούν μεγαλύτερη συμπάθεια από τον Αχιλλέα και τους υπόλοιπους Έλληνες νικητές. Στο ευαγγελικό χωρίο που παρέθεσε ο Ζιράρ, ο Καστοριάδης αντιτάσσει το περίφημο χωρίο από την παύλεια επιστολή, που χρησιμοποιήθηκε από τον Μποσυέ για τη δικαιολόγηση της απόλυτης μοναρχίας και σύμφωνα με το οποίο: «Πᾶσα ψυχὴ ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποτασσέσθω. οὐ γάρ ἔστιν ἐξουσία εἰ μὴ ὑπὸ Θεοῦ· αἱ δὲ οὖσαι ἐξουσίαι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ τεταγμέναι εἰσίν» (Ρωμ. 13,1). Αν σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο, λέει ο Καστοριάδης, κάθε εξουσία έχει θεϊκή νομιμοποίηση, τότε έτσι θα νομιμοποιούνταν ακόμη και απάνθρωποι δικτάτορες όπως ο Χίτλερ και ο Μπρέζνιεφ. Δεν είναι τυχαίο που για δεκαέξι ή δεκαεπτά αιώνες χριστιανικής επιρροής στη Δύση, ελάχιστη κοινωνική πρόοδος σημειώθηκε, πράγμα που συνέβη μόλις στον 18ο αιώνα. Ωστόσο, ο Καστοριάδης αναγνωρίζει στον χριστιανισμό και θετικά στοιχεία για τη διαμόρφωση του σύγχρονου πολιτισμού, παραθέτοντας την επίσης σημαντική φράση του Παύλου: «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστὲ ἐν χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. 3,27), ως ένα από τα δύο στοιχεία που συνεισέφερε ο χριστιανισμός στη σύγχρονη Δύση. Το δεύτερο, λέει, είναι η προτροπή σε άνευ όρων αγάπη για το κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, μια προτροπή που απουσιάζει από όλους τους προγενέστερους πολιτισμούς, ακόμη και από τον ελληνικό, μέσα στον οποίο θεωρείται ότι πρέπει να αγαπούμε μόνο αυτόν που το αξίζει. «Πρόκειται για το μοναδικό σημείο στο οποίο αισθάνομαι χριστιανός», λέει και πάλι ο ίδιος. Ωστόσο, δεν είναι μονάχα η αντιμετώπιση του χριστιανισμού αυτό που διαχωρίζει τους Καστοριάδη και Ζιράρ, αλλά και το πρόβλημα γέννησης της ανθρώπινης κοινωνίας. Συγκεκριμένα, ο Ζιράρ αναγάγει τη θεωρία του στην εξελικτική θεωρία, ισχυριζόμενος πως ο μιμητισμός που περιγράφει στα έργα του ως αίτιο της θυσίας του εξιλαστήριου θύματος έχει οπωσδήποτε βιολογική βάση, δηλαδή είναι ενστικτώδης και μπορεί να εξηγηθεί από την ηθολογία (μελέτη της συμπεριφοράς των ζώων από τους ζωολόγους). Αντίθετα, όπως είδαμε ήδη, ο Καστοριάδης αρνείται να αναγάγει τη γέννηση της κοινωνίας σε βιολογικούς παράγοντες και εστιάζει στη χαοτική τυχαιότητα του σύμπαντος, ως εγγύηση της ανθρώπινης ελευθερίας. Αξίζει να σημειωθεί όμως εδώ ότι ο Ζιράρ δεν ξεκαθαρίζει την προέλευση της χριστιανικής δικαίωσης του εξιλαστήριου θύματος, ούτε είναι σαφές αν δίνει κάποια βιολογική εξήγηση γι’ αυτή.

Ας προχωρήσουμε τώρα λοιπόν στο άρθρο του Ζιράρ για τον Ντοστογιέφσκι. Όπως αναφέρθηκε, η ευρωπαϊκή λογοτεχνία (με την ευρύτερη έννοια του όρου «ευρωπαϊκή») υπήρξε σημαντική πηγή για τη διαμόρφωση της σκέψης του Γάλλου διανοητή. Στο παρόν άρθρο του λοιπόν, επικεντρώνεται στη ντοστογιεφσκική νουβέλα Το υπόγειο, καθώς και στον Αιώνιο σύζυγο, κάνοντας και ορισμένες παρατηρήσεις για τους Δαιμονισμένους. Σύμφωνα με τον Ζιράρ, ο (αντι)ήρωας στο Υπόγειο διέπεται από ένα κράμα φθόνου και θαυμασμού για κάποια πρόσωπα, τα οποία επιθυμεί να αντιμετωπίσει επιτυχώς. Το αποτέλεσμα είναι να λατρεύει όσους τον περιφρονούν και να μισεί όσους τον εκτιμούν. Αντίστοιχα, η παράδοξη σχέση αγάπης και μίσους, που αναπτύσσουν ο «αιώνιος» σύζυγος και ο «αιώνιος» εραστής, ερμηνεύεται συνήθως ψυχαναλυτικά, με την παρατήρηση πως ο σύζυγος χαρακτηρίζεται από κρυφές ομοφυλοφιλικές τάσεις. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση αγνοεί το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας. Σύμφωνα με τον Ζιράρ, η προσεκτική ανάγνωση του Αιωνίου συζύγου δείχνει ότι στην πραγματικότητα το κύριο θέμα του έργου δεν είναι η ομοφυλοφιλία αλλά η μιμητική επιθυμία που έχει προκύψει ανάμεσα στους δύο άνδρες. Συγκεκριμένα, ο εραστής έχει αναγνωριστεί από τον σύζυγο ως μιμητικό πρότυπο, με αποτέλεσμα αυτός να επιθυμεί όσα επιθυμεί και εκείνος, ακριβώς επειδή τα επιθυμεί εκείνος. Αυτό που επιθυμεί ουσιαστικά ο σύζυγος είναι να οδηγήσει σε «μάχη» στον εραστή για χάρη ενός μιμητικού αντικειμένου (π.χ. το κορίτσι που ερωτεύεται) και τελικά να τον νικήσει, αποκαθιστώντας τον πληγωμένο του εγωισμό ως χρόνια απατημένου συζύγου. Ωστόσο, ο εραστής είναι πιο όμορφος και γοητευτικός, με αποτέλεσμα να έρχεται πάντοτε πρώτος και να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο βαθύτατος πόθος του συζύγου. Στα μάτια του απατημένου συζύγου, ο εραστής είναι κατά κάποιον τρόπο ο «ειδικός», ο κατάλληλος άνθρωπος που μπορεί να του φανερώσει τι πρέπει να λατρεύει και τι όχι. Με αφορμή αυτό, ο Ζιράρ παρατηρεί ότι ο σύγχρονος κόσμος της λογικής και της επιστήμης, παραγκωνίζοντας σταδιακά όλα τα υπερφυσικά μας στηρίγματα, μας άφησε μετέωρους στην υποκειμενική μας εμπειρία. Στον χαώδη και πολύπλοκο κόσμο μας, δεν υπάρχει κάτι άλλο να καταφύγουμε για καθοδήγηση, παρά μονάχα οι επιμέρους «ειδικοί». Ακριβώς αυτό τονίζει άλλωστε και ο πρωταγωνιστής στο Υπόγειο, επικρίνοντας τους αισιόδοξους λάτρες της κοινωνικής προόδου βάσει των επιστημών και του συνετού ωφελιμισμού. Η αυστηρή ορθολογικότητα, παρατηρεί ο Ζιράρ, καταλήγει να μας ωθεί στον ανορθολογισμό:

Η λατρεία των ειδικών είναι ένα και το αυτό με την υπόγεια σαγήνη για το εμπόδιο/πρότυπο της μιμητικής αντιπαλότητας. Αγγίζει τα όρια της μαγικής πίστης του αρχαϊκού ανθρώπου στα τερατώδη είδωλα. Έχοντας αποκηρύξει τη θρησκεία με σκοπό να γίνει πιο ορθολογιστής, ο σύγχρονος άνθρωπος διαγράφει πλήρη κύκλο και στο όνομα της ανώτερης ορθολογικότητας αγκαλιάζει μια ορθολογική κι τεχνολογική μορφή ανορθολογικότητας (σελ. 47-48).

Επιπλέον, οι διάφοροι κοινωνικοί κανόνες αποσκοπούν στην καταστολή των αντιπαλοτήτων που προκύπτουν από τις μιμητικές επιθυμίες. Έτσι, η προοδευτική χαλάρωση της κοινωνικής τάξης (δηλ. των κανόνων), που συμβαίνει μέσα σε μια επανάσταση, διεγείρει περισσότερο τις αντιπαλότητες αυτές, αντί να τις μετριάζει. Αυτό, σύμφωνα με τον Ζιράρ, εξηγεί και το «παράδοξο του Σιγγαλιώφ» από τους Δαιμονισμένους, ενός ήρωα που θεωρήθηκε άδικη γελοιογραφία των σοσιαλιστών επαναστατών του 19ου αιώνα. Ο ντοστογιεφσκικός ήρωας Σιγκαλιώφ, λέει ο Ζιράρ, ήταν η απόπειρα του Ρώσου συγγραφέα να «πειραματιστεί» με τις επαναστατικές ιδέες της εποχής του και να διαβλέψει τις μακροπρόθεσμες πρακτικές τους συνέπειες. Δεν ήταν απλώς μια γελοιογραφία ή καρικατούρα, αλλά και ένας αληθινός προφήτης, μια μορφή που μοιάζει σαν να «φωτογραφίζει» την πρόσφατη και τραγική κατάληξη της πάλαι ποτέ κραταιάς Σοβιετικής Ένωσης και του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού γενικότερα (ας θυμηθούμε ότι το παρόν άρθρο γράφεται στα 1997). Βλέπουμε έτσι, όπως αναφέρει και ο πρόλογος, ότι η ανάγνωση του δυτικού πολιτισμού μέσω της λογοτεχνίας, οδηγεί τον Ρενέ Ζιράρ στην ανάγνωση μέσω της αρχαίας τραγωδίας (ιδιαίτερα μάλιστα των Αγαμέμνονα και Οιδίποδα), στην οποία εντοπίζει τα ερμηνευτικά εργαλεία για την τελετουργική θυσία, προχωρώντας έκτοτε στην έρευνα των βιβλικών κειμένων, τα οποία ήταν κεφαλαιώδους σημασίας για την αποκάλυψη του μηχανισμού του εξιλαστήριου θύματος. Καταλήγοντας, αυτό το μικρό βιβλίο των εκδόσεων Πλήθος αποτελεί μια καλή αφορμή για να πλησιάσει το ευρύτερο κοινό στη σκέψη του επιφανούς Γάλλου στοχαστή και να ανοίξει τον προσωπικό του διάλογο μαζί της.

ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ

*