Ευτυχισμένο το Νέο Έτος: Πρωτοχρονιά με τον Σουρή

*

Ἡ ὁμάδα τοῦ ΝΠ σᾶς εὔχεται ὁλόψυχα καλὴ χρονιὰ καὶ εὐτυχισμένο τὸ νέο ἔτος, ξεκινῶντας τὸ 2022 μὲ τὸν καλύτερο τρόπο: τὸν διαχρονικότατο Σουρῆ καὶ τὰ βαθύτατα σατιρικὰ ποιήματά του ποὺ θὰ μποροῦσαν κάλλιστα νὰ σχολιάζουν τὴν Ἑλλάδα τοῦ σήμερα.


Πρωτοχρονιὰ μὲ τὸν Σουρῆ

Ἐπιλογή, ὀλίγα σχόλια:
Θανάσης Γαλανάκης
 
ΑΗ-ΒΑΣΙΛΗΣ

Ἅη-Βασίλης ἔρχεται, ἀδέλφια μου, πηλάλα
μὲ ὅλους τοὺς προγόνους μας στὸ σβέρκο του καβάλλα,
μὲ μίαν διακοίνωσιν ἐκ μέρους τοῦ Σουλτάνου,
κι’ ἀρματωμένος κι’ ὑψηλὸς ὡς κέδρος τοῦ Λιβάνου.

Ἅη-Βασίλη Τσεπελῆ, γιὰ πές μου, στὸ θεό σου
πῶς μᾶς θωρεῖς ἀκίνητος;… ποῦ τρέχει ὁ λογισμός σου;
ποῦ εἶναι τὸ ραβδάκι σου, ᾑ κόταις σου κι’ ᾑ πήταις;
ποῦ εἶναι τὰ τραγούδια σου κι’ ᾑ τόσαι ἄλφαις βήταις;

—Δὲν ἔχω στόμα νὰ σοῦ πῶ καὶ γλῶσσα νὰ μιλήσω,
κι’ οὔτε θὰ κάτσω γελαστὸς γιὰ νὰ σᾶς τραγουδήσω.
Ἀπὸ πολέμους ἔρχομαι, σὲ πόλεμο πηγαίνω,
καὶ τὸ ραβδί μου ἔγινε σπαθὶ ξεγυμνωμένο.

—Ἀφῆστε τῇς τσαμπούναις σας, ἀφῆστε τῇς ροκάναις,
κι’ ἀκοῦστε τῆς Ἁγιᾶς Σοφιᾶς τῇς ξακουσταῖς καμπάναις.
Ἐφέτος αἵματα διψῶ καὶ σπαραγμοὺς καὶ φόνους…
αὐτὸς ὁ χρόνος ποὔρχεται ἀξίζει χίλιους χρόνους.

Εἶπεν αὐτὰ καὶ ἄστραψαν τριγύρω μου μαχαίρια,
κι’ ἐνῷ ἐγὼ ἐπρόσμενα μὲ σταυρωμένα χέρια
γιὰ νὰ μοῦ κάμῃ μποναμᾶ κανένα ζαχαρᾶτο,
μοῦ δίνει μιὰ εἰς τὸ σταυρὸ καὶ μὲ ξαπλόνει κάτω.

Σὺ σῶσε, ὦ θεάνθρωπε, κι’ ἐμὲ καὶ τὴν Ἑλλάδα
ἀπὸ τοῦ Ἅη-Βασιληοῦ τὴν τόση ἀγριάδα.

Ἰανουάριος 1886

~.~

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Καινούργιος χρόνος!… τί χαρά! τί εὐτυχία πάλι!
ὅλοι βαστοῦνε κάτι τί καὶ εἰς τὰ δυό των χέρια,
ὅλοι χαρούμενοι κτυποῦν στὸν τοῖχο τὸ κεφάλι
καὶ βλέπουν τοὺς λογαρισμοὺς καὶ τὰ παλῃὰ τεφτέρια.

Βλέπω κι’ ὁ δύστυχος ἐγὼ σ’ ἕνα μικρὸ τεφτέρι,
κανεὶς σ’ ἐμένα δὲν χρωστᾷ, σ’ ἄλλους ἐγὼ χρωστῶ,
βλέπω δυὸ ἐπιτύμβια εἰς ἕναν καροτσέρη
καὶ δώδεκα ἐξάστιχα στὸν Ἰησοῦ Χριστό.

Ἀνοίγω ἄλλο δεύτερο καὶ βλέπω παρ’ ἐλπίδα
εἰς πράξεις δεκατέσσαρας ἕνα φριχτό μου δρᾶμα,
σὲ μιὰ κουτσὴ γειτόνισσα θερμὴ ἀκροστιχίδα,
κι’ ἕνα πρὸ χρόνων ἔμμετρον ἐρωτικόν μου γράμμα.

Ἀνοίγω τρίτο, καὶ ἰδοὺ ἐμπρός μου ἐλεγεῖον
σ’ ἕνα πτωχὸν ἀπόμαχον κι’ ἀρχαῖον θυρωρόν,
κεραυνοβόλος σάτυρα εἰς ἕνα Ὑπουργεῖον
καὶ θούριον στοὺς Κρητικοὺς μακρὺ καὶ φλογερόν.

Ἀνοίγω τὰ ντουλάπια μου γιὰ νὰ τὰ καθαρίσω,
νὰ δῶ τί ἐπερίσσεψε ἀπὸ τὸν ἄλλον χρόνον,
ἀλλὰ τὰ βλέπω ἀδειανὰ καὶ μόνο πίσω πίσω
βρίσκω σὲ κίτρινο χαρτὶ κόνιν ἐντομοκτόνον.

[…]

Σφαλῶ καὶ τὰ ντουλάπια μου, σφαλῶ καὶ τὰ τεφτέρια,
φιλῶ καὶ τὴ φαμίλια μου μ’ ἀγάπη καὶ λατρεία
καὶ ψάλλω μ’ ἦχον πλάγιον σταυρώνοντας τὰ χέρια
«Ἅη Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὴν Καισαρεία».

Ἰανουάριος 1887

~.~

ΤΟ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΦΑΣΟΥΛΗ

Δέντρο λαμπρὸ τοῦ Φασουλῆ
γιὰ τὴν ἡμέρα τὴν καλή.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ

Ὁρίστε καὶ τὸ δἐντρο μου γιὰ τὸ νέον ἔτος
τὰ δῶρα νὰ σᾶς δώσωμεν ἐγὼ κι’ ὁ Περικλέτος.
Σημαντικὴ κι’ ἐπίσημος ἀνέτειλεν ἡμέρα
Καὶ προσκυνῶν τὸν Ἅγιον τὸν ἐκ τῆς Καισαρείας,
κι’ αὐτὸ τὸ δέντρο, κύριοι, ποὺ βλέπετ’ ἐδῶπέρα
εἶν’ ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ λαοῦ καὶ τῆς ἐλευθερίας.

Παρέρχονται καὶ δίσεκτοι κι’ εὐτυχισμένοι χρόνοι
κι’ ἐκεῖνο δίχως λίπασμα καὶ κοπριὰ φυτρόνει,
καὶ κεραυνοὶ τριγύρω του καὶ καταιγίδες βρέμονται
καὶ νόμοι καὶ Συντάγματα εἰς τὰ κλαδιά του κρέμονται,
κι’ ἐκ τούτου ἀνεβλάστησαν κι’ οἱ πρὸ ἀιώνων πόθοι
κι’ ὁ τελευταῖος ὀβολὸς γι’ αὐτὸ κατηναλώθη.

Σ’ αὐτὀ, καθὼς οἱ Ἕλληνες κι’ οἱ σύμμαχοί των ξέρουν,
κοῦκοι πολλοὶ κελάδησαν τὴν ἄνοιξιν νὰ φέρουν,
καὶ τώρα ἕνας ἔμεινε στὸ τέλος μοναχὸς
καὶ κελαδεῖ καὶ κελαδεῖ μὲ πεῖσμα ὁ φτωχός,
ἀλλ’ ἕνας κοῦκος δὲν μπορεῖ νὰ φέρῃ μόνος ἄνοιξι
κι’ ἀκούει τὰ τραγούδια του ἡ μπόρσα μὲ κατάνυξι.

Σ’ αὐτὸ τὸ δέντρο κρέμονται τὰ τέλη κι’ οἱ δασμοί,
τόσοι θαυματουργήσαντες προὑπολογισμοί,
ἐπὶ δανείων δάνεια, τοῦ Τρικούπη οἱ φόροι,
τοῦ Θοδωρῆ τὰ τρόπαια καὶ οἱ λιμοκοντόροι.*
ὅλου τοῦ ἔθνους τὰ σεπτά, τὰ τιμαλφῆ καὶ τἅγια,
ἤγουν τὰ κυμαινόμενα, τὰ φόντα καὶ τὰ πάγια,
ἐκ τούτου δὲ ξυλεύεται τὸ Φ λ ο γ ε ρ ὸ  Κ α μ ί ν ι,
χορεύουν δὲ στοὺς ἴσκιο του Χρυσοκανθάρων σμήνη
κι’ ἐκπολιτίζουν μὲ χοροὺς τὴν βάρβαρον Ἑλλάδα
κι’ ἐγὼ μὲ τὴν καινούρια μου κορδόνομαι βελλάδα.

Σ’ αὐτὸ τὸ δέντρο στέκεται καὶ κάνει καραοῦλι
ἡ κλεφτουριὰ τῶν πόλεων καὶ τῶν βουνῶν συνάμα,
μεγάλα τζάκια δηλαδὴ καὶ προύχοντες καὶ δοῦλοι
κι’ ἀκούεται Παυσανιῶν καὶ πεινασμένων κλάμμα,
ἐνῷ κυρίαι ὑπ’ αὐτὸ καὶ δέσποιναι κλειναὶ
μετὰ πολλῆς ἐξάψεως διαβάζουν τὸν Ὀνέ,**
ἂν καὶ καμπόσοι λόγιοι μετὰ σοφίας τόσης
μαλλόνουν περὶ καθαρᾶς καὶ ἀκαθάρτου γλώσσης,
κι’ ὁ μὲν καλεῖται λόγιος σκαρτάδος καὶ σακάτικος,
ὁ δὲ τὰ μάλα σόλοικος καὶ μονοῦ Ἀνάττικος.

[…]

(Ρωμηός, φ. 415, 9.1.1893)

(*) Σήμερα: ἐπὶ δανείων δάνεια, τοῦ Μητσοτάκη οἱ φόροι,
τοῦ Ἀλέξη Τσίπρα τρόπαια καὶ οἱ λιμοκοντόροι.
(**) Σήμερα: μετὰ πολλῆς ἐξάψεως διαβάζουν τὸν Χωμέ-.

~.~

ΡΩΜΗΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟΝ
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΕΤΟΥΣ 1893
 
Ἀποκάλυψις τρελλὴ
τοῦ προφήτου Φασουλῆ
 
Α΄

Εἶδα μὲ γένεια κάτασπρα καὶ κάτασπρα μαλλιὰ
καββάλα σ’ ἄσπρο ἄλογο χιονάτο καββαλάρη,
στὸ διάβα του τουρτούριζαν κι’ ἐφεύγαν τὰ πουλιὰ
καὶ κάθε γέρος τρύπωνε γιὰ ζέστη στὸ πιθάρι.
Ἐκρύβοντο στῇς γούναις των κυράδες διαλεγμέναις
κι’ ἀγόραζαν Πρωτοχρονιᾶς λογῆς λογῆς παιχνίδια,
καὶ γάταις κάθε χρώματος ἐρωτοκτυπημέναις
ἐπλήθαιναν τὸ γένος των ψηλὰ στὰ κεραμίδια.

Ἐστάθη καὶ μ’ ἐκύτταξε καὶ μοὖπε θυμωμένος:
«μέριασε λίγο νὰ διαβῶ κι’ ἐγὦμαι ὁ Γενάρης,
ὁ μῆνας τοῦ ντελῆ-Βοριᾶ ὁ καταχιονισμένος
καὶ τρέξε ξύλα κούτσουρα, βρὲ κούτσουρο, νὰ πάρῃς.
Μὲ σύννεφα κατάμαυρα καὶ χειμωνιᾶς ζυγόνω
ἀσπρίζω κάμπους καὶ βουνὰ καὶ μύταις ξεπαγόνω,
κι’ ἀχνίζουν χνῶτα τῶν μικρῶν καὶ τῶν μεγάλων χνῶτα,
σὲ παγωμένους ποταμοὺς διαβαίνουν ἀραμπάδες,
καθάριαις καὶ θολαῖς πηγαῖς ἁγιάζουν μὲ τὰ Φῶτα
καὶ μὲ τῇς ἁγιαστούραις των ραντίζουν οἱ παππάδες.

«Ἅη Βασίλης ἔρχεται, χαμογελᾷ καὶ κλαίει,
σ’ ἕνα ραβδὶ στηρίζεται καὶ τραγουδεῖ καὶ λέει:
Χαρὰ σ’ ἐκείνους τοὺς Ρωμῃοὺς ποὺ μὲς σ’ αὐτὸ τὸ χάλι
μποροῦν νὰ βροῦν γιὰ σκέπασμα κι’ ἕνα κουρέλι γούνας,
χαρὰ σ’ ἐκείνους τοὺς Ρωμῃούς, ποὔχουν νὰ πιοῦν καὶ πάλι
γάλα γαϊδούρας θρεπτικὸ καὶ λάδι τῆς μουρούνας.

Σᾶς βλέπω, κακομοίρηδες, στὸ κρύο νὰ ψοφᾶτε,
ἐμούχλιασε κι’ ἡ δόξα σας καὶ φαίνεται μπαγιάτικη,
ἕνα μελομακάρουνο δὲν ἔχετε νὰ φᾶτε,
μηδὲ τὴν πήτα κόβετε τὴν Ἁγιο-Βασιλειάτικη,
μηδὲ μιὰ φοῦσκα κόκκινη, ροκάνα καὶ τσαμπούνα,
μὰ μήτε καραγκιόζηδες μὲ σούσταις λαστιχένιαις,
κτυπᾶτ’ ἐδῶ, κτυπᾶτ’ ἐκεῖ μὲ μιὰ παλῃομαοῦνα
καὶ τρῶνε τὰ σηκότια σας τῶν κουπονιῶν ῇ ἔννοιαις.»

Ἔσκυψα τὸ κεφάλι μου στὰ λόγια τοῦ Γενάρη
καὶ μόνος ἐψιθύρισα «ὦ νέων πόνων πόνοι»,
κι’ εἶδα κοντά μου ἄνθρωπον νὰ τρέχῃ μὲ φανάρι
καὶ τὸν ρωτῶ τί γύρευε καὶ μ’ ἀπαντᾷ κουπόνι.
Χρόνους παλῃοὺς μ’ ἐνθύμισε καὶ πλούτη προηγούμενα
καὶ χρυσοφόρα στρώματα καὶ στρώματ’ ἀργυροῦχα
καὶ μ’ ἔπιασε καὶ μ’ ἔγδυσε εἰς τὰ καλὰ καθούμενα
καὶ τὸ κουπόνι πλήρωσε μὲ τὰ δικά μου ροῦχα.
[…]

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

*

*