Μια απρόβλεπτη Ρωσία θα ήταν κακή είδηση για τον κόσμο

*

του ΑΝΤΡΕΪ ΜΕΛΝΙΤΣΕΝΚΟ *

~.~

Οι μεγάλοι πόλεμοι δεν αρχίζουν εκεί όπου πέφτουν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Το μέτωπο δεν είναι παρά το σημείο όπου μια πίεση, συσσωρευμένη επί μακρόν, διαρρηγνύει επιτέλους την επιφάνεια. Ως τότε, όμως, τα θεμέλια έχουν ήδη υπονομευθεί: η γλώσσα της αμοιβαίας ασφάλειας έχει σιγήσει, η εμπιστοσύνη στις δεσμεύσεις έχει διαβρωθεί, η κοινή αντίληψη περί των ορίων του επιτρεπτού έχει χαθεί και μαζί της η ικανότητα να αντιμετωπίζεται ο άλλος ως μέρος ενός κοινού συστήματος και όχι ως απειλή προς εξουδετέρωση. Όταν αυτοί οι δεσμοί λυγίζουν, η πολιτική παύει να κατευθύνει τα γεγονότα· αντίθετα, σύρεται από αυτά.

Τέτοια περίπτωση αποτελεί ο πόλεμος στην Ουκρανία. Πρόκειται για μια σύγκρουση πολλαπλών επιπέδων: από τη μια είναι μια τραγωδία δύο λαών που επί αιώνες συνυπήρξαν στον ίδιο ιστορικό χώρο· συγχρόνως όμως είναι και μια αντιπαράθεση της Ρωσίας με τη Δύση με πολλά επίδικα: εδάφη, συμμαχίες, την ιστορική μνήμη και το μέλλον της διεθνούς τάξης πραγμάτων.

Πίσω όμως από όλα αυτά διακρίνεται μια βαθύτερη αποτυχία. Ο σύγχρονος κόσμος έχει απολέσει τον μηχανισμό που άλλοτε επέτρεπε στις μεγάλες δυνάμεις να συνυπάρχουν μέσα σε ένα ενιαίο σύστημα ασφαλείας, χωρίς να αμφισβητούν η μία τη νομιμότητα και την υπόσταση της άλλης. Όταν αυτός ο μηχανισμός καταρρέει, η αρχιτεκτονική των θεσμών αντικαθίσταται από ηθικολογικές διακηρύξεις και η τιμωρία εκλαμβάνεται εσφαλμένα ως στρατηγική.

Δεν είμαι ούτε πολιτικός ούτε ιδεολόγος. Οι πολιτικοί κινούνται από τη βούληση· οι ιδεολόγοι από την πίστη. Ο δικός μου κόσμος είναι εκείνος των σύνθετων υλικών συστημάτων: των ροών φυσικών πόρων, της μετατροπής τους σε λιπάσματα και ηλεκτρική ενέργεια, των δικτύων μεταφοράς που οργανώνουν αυτές τις ροές και των μακρών χρονικών οριζόντων μέσα στους οποίους λειτουργούν. Τα συστήματα αυτά αδιαφορούν για τις διακηρύξεις. Εξακολουθούν να λειτουργούν όσο διατηρούνται οι κρίσιμες συνδέσεις τους και καταρρέουν όταν υπονομεύονται τα θεμέλια που βαστάζουν το βάρος τους. Μια ροή μοιάζει με ποτάμι: μπορεί να εκτραπεί, όχι όμως να εξαφανισθεί με μια πολιτική απόφαση. Προσπαθώ, λοιπόν, να περιγράψω τον κόσμο όπως θα τον περιέγραφε ένας φυσικός: όχι όπως θα επιθυμούσε να είναι, αλλά όπως πραγματικά είναι.

Η εμπειρία που σημάδεψε τη διαμόρφωσή μου ήταν η καταστροφή του Τσερνόμπιλ το 1986, η οποία συνέβη κοντά στην πόλη όπου γεννήθηκα. Εκείνη η τραγωδία απέδειξε ότι ένα σύνθετο σύστημα, το οποίο εγκλείει τεράστιες ποσότητες ενέργειας, δεν συγχωρεί ούτε την εσφαλμένη εκτίμηση ούτε την αλαζονεία. Μια αλληλουχία φαινομενικά ασήμαντων γεγονότων μπορεί να εξελιχθεί σε καταστροφή προτού καν αντιληφθεί κανείς τι συμβαίνει. Από τότε αδυνατώ να αντιμετωπίσω τον πυρηνικό παράγοντα ως αφηρημένη έννοια· αποτελεί το έσχατο όριο, πέρα από το οποίο κάθε υπολογισμός χάνει το νόημά του. Εκεί όπου οι συνέπειες είναι μη αναστρέψιμες, αυτή είναι η μόνη μορφή ευθύνης που μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή.

Το κεντρικό παράδοξο της εποχής μας είναι το εξής: ποτέ άλλοτε η ανάγκη για διεθνή ασφάλεια δεν υπήρξε τόσο επιτακτική, ενώ ποτέ άλλοτε οι θεσμοί που είχαν οικοδομηθεί για να την εξασφαλίσουν —οι κανόνες, οι μηχανισμοί επιβολής, τα κοινώς αποδεκτά πλαίσια νομιμοποίησης— δεν ήταν τόσο αποδυναμωμένοι. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον γεννιέται εύκολα ο πειρασμός να θεωρηθεί η κυριαρχία του αντιπάλου ως η ίδια η πηγή της αστάθειας. Το παρόν δοκίμιο υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο: η καταστροφή της εθνικής κυριαρχίας δεν επιλύει το πρόβλημα της ασφάλειας· καταργεί τον μοναδικό μηχανισμό μέσω του οποίου αυτό μπορεί να αντιμετωπισθεί.

Η Ουκρανία δεν είναι απλώς ένα πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση. Είναι ένα κράτος, μια κοινωνία και μια συλλογική πολιτική βούληση που έχει πληρώσει βαρύτατο τίμημα. Η ουκρανική εθνική κυριαρχία είναι πραγματική. Εξίσου ασταθής όμως είναι και μια ουκρανική ασφάλεια που θα στηριζόταν στη μόνιμη άρνηση της κυριαρχικής υπόστασης της Ρωσίας.

Ένας γείτονας με σαφώς προσδιορισμένα συμφέροντα και προβλέψιμο κόστος ως προς την τήρηση των δεσμεύσεών του, προσφέρει διαφορετική ποιότητα ασφάλειας από έναν γείτονα που καθορίζεται από τον ρεβανσισμό ή από τη νοοτροπία της πολιορκημένης χώρας. Η βιώσιμη ειρήνη προϋποθέτει αναγνώριση της κυριαρχίας και των δύο πλευρών, όχι επειδή οι δύο χώρες οφείλουν να αλληλοσυμπαθούνται, αλλά επειδή μόνον κυρίαρχα πολιτικά υποκείμενα μπορούν να συνάπτουν συμφωνίες που διαρκούν.

Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η Μόσχα είναι, υπό τις παρούσες συνθήκες, απλό: ο αρχικός της στόχος —η διαμόρφωση μιας νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας, στην οποία η Ρωσία θα συμμετέχει ως ισότιμος παράγοντας και όχι ως αντικείμενο διαχείρισης— παραμένει ανέφικτος. Επιμέρους μάχες μπορούν να κερδηθούν ή να χαθούν· ένας πόλεμος φθοράς, όμως, αδυνατεί από μόνος του να επιλύσει το πρόβλημα. Το μόνο που επιτυγχάνει είναι να το παρατείνει.

Το σημερινό σχήμα δεν μπορεί να διατηρηθεί επ’ αόριστον. Ένας οικονομικά και τεχνολογικά ισχυρότερος συνασπισμός, ο οποίος στηρίζει τον στρατό του αντιπάλου του περιορίζοντας ταυτόχρονα τη δική του άμεση εμπλοκή, αργά ή γρήγορα θα οδηγηθεί σε μια διαφορετική κατάσταση: είτε σε μια περισσότερο άμεση μορφή αντιπαράθεσης είτε σε μια πολιτική διευθέτηση. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα επέλθει αυτή η μετάβαση, αλλά πότε και υπό ποίους όρους.

Η ύπαρξη πυρηνικών όπλων προσδίδει στο ερώτημα αυτό υπαρξιακή διάσταση. Η αποτροπή λειτουργεί όχι απλώς επειδή υπάρχουν πυρηνικά όπλα, αλλά επειδή υπάρχουν ορθολογικά κέντρα λήψης αποφάσεων, ανοικτοί δίαυλοι επικοινωνίας και αμοιβαία επίγνωση των ορίων που δεν πρέπει να παραβιαστούν. Όταν η εμπιστοσύνη καταρρέει και ο υπολογισμός παραχωρεί τη θέση του στο συναίσθημα, τα πυρηνικά όπλα παύουν να αποτελούν έσχατο μέσο αποτροπής και μετατρέπονται σε μόνιμη πηγή κινδύνου, σε μια αόρατη αλλά διαρκή ακτινοβολία που διαποτίζει το διεθνές περιβάλλον. Κάθε στρατηγική που αντιμετωπίζει την πυρηνική κλιμάκωση ως ελεγχόμενη προέκταση της συμβατικής πίεσης στηρίζεται σε μια εσφαλμένη παραδοχή: ότι ένα σύνθετο σύστημα μπορεί να οδηγηθεί στο χείλος της κατάρρευσης και να ακινητοποιηθεί ακριβώς στο σημείο που υπαγορεύει η πολιτική σκοπιμότητα. Τα πραγματικά συστήματα, όμως, δεν λειτουργούν έτσι.

Η ύπαρξη της κρατικής κυριαρχίας και η αμοιβαία αναγνώριση ότι η συμφωνία είναι αναγκαία δεν εγγυώνται αφ’ εαυτών ότι η συμφωνία θα επιτευχθεί. Εξίσου καθοριστικό είναι το πώς ασκείται η κυριαρχία αυτή. Το αν θα υπηρετήσει τη διατήρηση ενός κοινού πλαισίου ή, αντίθετα, θα συμβάλει στην αποσύνθεσή του εξαρτάται πρωτίστως από την εσωτερική πολιτική εξέλιξη κάθε χώρας. Ακριβώς γι’ αυτό, το ζήτημα της μελλοντικής πορείας της Ρωσίας δεν μπορεί να λυθεί από εξωτερικούς παράγοντες.

Ο τρόπος με τον οποίο η ίδια η Ρωσία οργανώνει την πολιτική της ζωή και οι σκοποί προς τους οποίους κατευθύνει την κρατική κυριαρχία της αποτελούν ζητήματα που μπορούν να επιλυθούν αποκλειστικά στο εσωτερικό της, χωρίς συμμόρφωση προς εξωτερικές προτιμήσεις. Κάθε απόπειρα εξωτερικής καθοδήγησης αυτής της διαδικασίας δεν είναι μόνο καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά και αντιπαραγωγική, διότι καταστρέφει ακριβώς εκείνη την προϋπόθεση —την κρατική κυριαρχία— χωρίς την οποία μια διαρκής ειρήνη είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη. Η πραγματικότητα αυτή πρέπει να γίνει αποδεκτή, όχι από συμπάθεια προς τη Ρωσία, αλλά επειδή δεν διαφαίνεται καμία βιώσιμη εναλλακτική.

Πιστεύω ότι αργά ή γρήγορα θα επικρατήσει αυτή η συνειδητοποίηση. Για να γίνει όμως κατανοητό γιατί δεν έχει ακόμη συμβεί, είναι αναγκαίο να εξηγηθεί τι μεσολάβησε.Εκείνοι που οικοδόμησαν τη νέα Ρωσία —επιχειρηματίες, επιστήμονες, καλλιτέχνες, αθλητές, επαγγελματίες που δημιούργησαν την οικονομία της, διαμόρφωσαν το νόημά της και ενίσχυσαν την εικόνα της στον κόσμο— αντιλαμβάνονταν κατά κανόνα τους εαυτούς τους ως πολίτες ενός διεθνοποιημένου κόσμου. Η στάση αυτή δεν ήταν ούτε ένδειξη αδυναμίας ούτε έκφραση αφέλειας. Φαινόταν η αυτονόητη επιλογή σε μια εποχή κατά την οποία η παγκόσμια ολοκλήρωση έμοιαζε αμετάκλητη. Η επιστήμη λειτουργούσε σύμφωνα με διεθνή πρότυπα, η τεχνολογία αντλούνταν από τις καλύτερες διαθέσιμες πηγές, τα δικαιώματα και οι συμβατικές υποχρεώσεις προστατεύονταν από το Δυτικό δίκαιο και τα Δυτικά δικαστήρια, οι νέες γενιές σπούδαζαν στα κορυφαία πανεπιστήμια του κόσμου και τα κεφάλαια τοποθετούνταν εκεί όπου απολάμβαναν τη μεγαλύτερη ασφάλεια. Έτσι, συνειδητά ή ασυνείδητα, ένα σημαντικό μέρος της ρωσικής κρατικής κυριαρχίας μεταφέρθηκε σε εξωτερικά συστήματα. Όχι επειδή αυτό αποτελούσε επιδίωξη, αλλά επειδή επικρατούσε η πεποίθηση ότι οι κανόνες ήταν ουδέτεροι και η πρόσβαση σε αυτούς ανοικτή για όλους.

Για πολλά χρόνια οι ρωσικές αρχές προειδοποιούσαν ότι αυτή η πορεία έκρυβε έναν θεμελιώδη κίνδυνο. Όσοι πίστευαν στην παγκόσμια ολοκλήρωση αντιμετώπιζαν αυτές τις προειδοποιήσεις ως κατάλοιπο της σοβιετικής νοοτροπίας. Ο χρόνος, όμως, απέδειξε ότι εκείνοι έσφαλλαν — όχι επειδή η παγκοσμιοποίηση δεν υπήρξε πραγματική, αλλά επειδή ουδέποτε υπήρξε ουδέτερη.

Οι κυρώσεις το κατέστησαν απολύτως σαφές. Οι κανόνες του παγκόσμιου συστήματος διαμορφώνονται από ορισμένους, υπηρετούν τα συμφέροντα ορισμένων και μπορούν, με πολιτική απόφαση, να τροποποιηθούν προς όφελος ή εις βάρος άλλων. Η δική μου εμπειρία από τις δυτικές κυρώσεις δεν έχει σημασία ως προσωπική διαμαρτυρία, αλλά ως ένδειξη ότι η ίδια η υποδομή της παγκοσμιοποίησης υπόκειται σε πολιτικές προϋποθέσεις. Περιουσιακά στοιχεία μπορούν να δεσμευθούν και δικαιώματα που άλλοτε θεωρούνταν απαραβίαστα μπορούν να εξαφανισθούν τη στιγμή που θα ληφθεί μια πολιτική απόφαση.

Οι συνέπειες των κυρώσεων αποδείχθηκαν πολύ ευρύτερες από τον αρχικό τους σκοπό. Η αποκοπή από τα παγκόσμια χρηματοπιστωτικά, τεχνολογικά, νομικά και εκπαιδευτικά δίκτυα έφερε τη ρωσική δημιουργική τάξη αντιμέτωπη με ένα δίλημμα που δεν είχε ποτέ φανταστεί: είτε να μεταναστεύσει οριστικά, διαρρηγνύοντας κάθε δεσμό με τη χώρα της, είτε να επιστρέψει στο ερώτημα που επί τρεις δεκαετίες απέφευγε να αντιμετωπίσει: πώς μπορεί να οικοδομήσει τον δικό της κόσμο μέσα στη Ρωσία, με δικούς της κανόνες και δικά της πρότυπα.

Η διαδικασία αυτή δεν είναι ούτε γρήγορη ούτε εύκολη. Είναι, όμως, αναπόφευκτη, επειδή ο παγκοσμιοποιημένος κόσμος, όπως τον γνωρίζαμε, δεν υπάρχει πλέον. Όσοι διαθέτουν τη δημιουργική ικανότητα να παράγουν και να καινοτομούν δεν καλούνται πια να επιλέξουν ανάμεσα στη Ρωσία και σε έναν ενιαίο παγκόσμιο χώρο, αλλά ανάμεσα στη Ρωσία και σε έναν κατακερματισμένο κόσμο, όπου κάθε γεωπολιτικό μπλοκ διαμορφώνει τους δικούς του κανόνες. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η ίδια η λογική της δημιουργίας στρέφεται προς το εσωτερικό: προς την οικοδόμηση μιας χώρας αρκετά ελκυστικής ώστε να προσελκύσει όσους έφυγαν μαζί με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, όσους εγκατέλειψαν τη Ρωσία τα τελευταία χρόνια, αλλά και ολόκληρο τον ρωσόφωνο κόσμο.

Οι αυστηροί περιορισμοί —η στρατιωτική πίεση, οι οικονομικές κυρώσεις και ο πληροφοριακός πόλεμος— επιβάλλουν την αποτελεσματικότητα. Και αποτελεσματικότητα μπορεί να υπάρξει μόνο όταν όλα τα κοινωνικά στρώματα συνεργάζονται. Σε καθένα από αυτά υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι με καθαρή κρίση ώστε να αντιλαμβάνονται πως στο ελάχιστο κοινό συμφέρον όλων —η διατήρηση της εθνικής κυριαρχίας— συμπίπτουν. Όλα τα υπόλοιπα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής διευθέτησης.

Η εθνική κυριαρχία δεν είναι υπόθεση αποκλειστικά του κράτους. Είναι το σημαντικότερο ζήτημα για όλους όσοι ζουν και εργάζονται μέσα σε μια χώρα: για τους πολίτες, τις επιχειρήσεις και τους θεσμούς της. Για τους πολίτες, το μέγεθος μιας χώρας δεν μετριέται από τη ρητορική της, αλλά από την ικανότητά της να προστατεύει τα συμφέροντα των ανθρώπων της. Οι άνθρωποι ψηφίζουν τελικά με τις επιλογές της ζωής τους και με την απόφασή τους να μείνουν ή να φύγουν. Μια χώρα που στερείται πραγματικής κυριαρχίας αργά ή γρήγορα χάνει εκείνους που θα μπορούσαν να αποτελέσουν δύναμη δημιουργίας και όχι βάρος.

Το ίδιο ισχύει και για τις επιχειρήσεις με διεθνή δραστηριότητα. Μπορεί κανείς να κατασκευάσει περίπλοκες εταιρικές δομές και να συντάξει συμβάσεις σύμφωνα με τα πλέον εξελιγμένα νομικά συστήματα. Στο τέλος, όμως, η ουσιαστικότερη εγγύηση για τις επενδύσεις και τις συμβάσεις παραμένει ένα ισχυρό κράτος που είναι σε θέση να τις προστατεύσει. Οι επιχειρήσεις που δεν είναι ούτε αμερικανικές ούτε κινεζικές έχουν ουσιαστικά δύο δυσάρεστες επιλογές: είτε να παρέχουν στις μεγάλες δυνάμεις πόρους και αγορές με αντάλλαγμα την προστασία τους είτε να αποδεχθούν τον ρόλο ενός τοπικού παίκτη, μονίμως εκτεθειμένου σε αποφάσεις που λαμβάνονται αλλού. Η μόνη πραγματικά κυρίαρχη εναλλακτική είναι η σύμπλευση με ένα κράτος που αντιμετωπίζει τις μεγάλες επιχειρήσεις ως μέρος της στρατηγικής του ισχύος. Μόνον αυτή η επιλογή δεν προϋποθέτει την εκχώρηση του μέλλοντος. Στον 21ο αιώνα, η κρατική κυριαρχία διαθέτει και μια άμεση οικονομική διάσταση: την ικανότητα μιας χώρας να παράγει προστιθέμενη αξία εντός της δικής της επικράτειας και να τη διοχετεύει στην ενίσχυση της δικής της ισχύος και όχι της ισχύος άλλων.

Η ρωσική επιχειρηματική κοινότητα αποτελείται από ανθρώπους που δεν είναι απλώς ικανοί να επιβιώνουν μέσα στους εκάστοτε κανόνες, αλλά να μεταβάλλουν το ίδιο το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούν: να δημιουργούν νέες αγορές, νέους βιομηχανικούς κλάδους και νέα πρότυπα διοίκησης. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η ανάδειξή τους δεν υπήρξε προϊόν ιδεολογικής επιλογής, αλλά αποτέλεσμα ανταγωνισμού, διαδοχικών κρίσεων και αναδιαρθρώσεων. Πρόκειται για ανθρώπους που έχουν μάθει να σταθμίζουν τις συνέπειες των αποφάσεών τους, να λαμβάνουν υπόψη αντικρουόμενα συμφέροντα και να αναζητούν εφαρμόσιμους συμβιβασμούς. Ο ρόλος τους στη συζήτηση για το μέλλον της ρωσικής κυριαρχίας δεν είναι πολιτικός αλλά δημιουργικός. Το ουσιώδες δεν είναι ποιος θα κυβερνήσει, αλλά τι είδους χώρα πρόκειται να οικοδομηθεί.

Οι μεγάλες ρωσικές επιχειρήσεις που θα επιλέξουν να επενδύσουν σε μια κυρίαρχη Ρωσία θα ενσωματωθούν, με την πάροδο του χρόνου, οργανικά στη νέα αυτή πραγματικότητα. Το ίδιο θα συμβεί και με τους υπόλοιπους σημαντικούς θεσμούς της χώρας. Ως αποτέλεσμα, θα μεταβληθεί και η ίδια η Ρωσία. Αν ο στόχος μας είναι μια μορφή κυριαρχίας που να δημιουργεί ενότητα ανάμεσα στους πολίτες και τους θεσμούς τους, τότε πιστεύω ότι θα μπορέσουμε σταδιακά να θεραπεύσουμε και τις εσωτερικές ανισορροπίες για τις οποίες φέρουμε και εμείς ευθύνη — επειδή κάποτε θεωρήσαμε φυσικό να απουσιάζουμε από αυτή την προσπάθεια.

Μια κυρίαρχη Ρωσία δεν θα είναι κατ’ ανάγκην μια χώρα που θα εμπνέει αισθήματα συμπάθειας. Μακροπρόθεσμα, όμως, θα αποτελεί ασφαλέστερη επιλογή από οποιαδήποτε από τις εναλλακτικές λύσεις. Το πραγματικό δίλημμα για τον υπόλοιπο κόσμο δεν είναι ανάμεσα σε μια φιλική και σε μια εχθρική Ρωσία. Είναι ανάμεσα σε μια Ρωσία της οποίας η συμπεριφορά είναι προβλέψιμη και σε μια Ρωσία της οποίας η μελλοντική πορεία παραμένει αβέβαιη. Στον κόσμο που διαμορφώνεται σήμερα, η προβλεψιμότητα αποδεικνύεται πολύ σημαντικότερη από τη συμπάθεια.

Η εσωτερική συζήτηση για το τι είδους χώρα οφείλει να γίνει η Ρωσία είναι αναπόφευκτη. Η συζήτηση αυτή, όμως, ανήκει στη μεταπολεμική εποχή και πρέπει να διεξαχθεί μέσα στη Ρωσία, όχι έξω από αυτήν. Η επιλογή που βρίσκεται σήμερα ενώπιον της διεθνούς κοινότητας δεν είναι επιλογή ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος προς τη Ρωσία, ούτε ανάμεσα στην τιμωρία και τη συγχώρηση, ούτε ακόμη ανάμεσα στην ηθική καθαρότητα και στον πολιτικό κυνισμό. Είναι επιλογή ανάμεσα σε δύο διαφορετικά πρότυπα διεθνούς τάξης. Το πρώτο προϋποθέτει ότι οι μεγάλες δυνάμεις θα μάθουν εκ νέου να αναγνωρίζουν και να σέβονται η μία την κυριαρχία της άλλης. Το δεύτερο επιδιώκει να μετατρέψει κάθε αντίπαλο σε αντικείμενο χειρισμού και ελέγχου. Ο δρόμος αυτός είναι εκείνος που μας οδήγησε στη σημερινή κρίση.

Το πρώτο καθήκον είναι να απομακρυνθούμε από το χείλος της αβύσσου. Μόνον τότε θα μπορέσουμε να αναρωτηθούμε πώς φθάσαμε έως εδώ και με ποιον τρόπο μπορεί να οργανωθεί διαφορετικά ο κόσμος. Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα ανήκει στην επόμενη γενιά. Το δικό μας χρέος είναι απλώς να της παραδώσουμε έναν κόσμο μέσα στον οποίο θα εξακολουθεί να υπάρχει η δυνατότητα αυτής της αναζήτησης.

* Ο Αντρέι Μελνιτσένκο είναι Ρώσος βιομήχανος και επιχειρηματίας. Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο περιοδικό Εκόνομιστ. Μετάφραση Τέλλος Εποχίτης.

///

*

*