«Μια στάλα τύχη, ναι!» Η άγνωστη Κασσιανή

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τώρα που έχουμε αφήσει πολύ πίσω μας τη Μεγάλη Τρίτη, τη μόνη ημέρα του έτους που κάπως αυτοματικά τη θυμόμαστε (χάρη σ’ εκείνο το ωραίο τροπάριό της, φυσικά, περί της εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης γυναικός, όπου αναθεματίζονται ο οίστρος και ο έρως, ο πόθος και το πάθος, συνταυτιζόμενα –τι άλλο– με τον ζόφο και την ακολασία), τώρα που έχει παρέλθει για φέτος «η μέρα της», αναρωτιέμαι και πάλι. Ποια ήταν άραγε αυτή η Κασία ή Εικασία ή Κασσιανή μοναχή, ονόματα όλα εναλλακτικά με τα οποία πέρασε στα χαρτιά μας;

Αν προσφύγει κανείς στους εκκλησιαστικούς ύμνους που η παράδοση τής αποδίδει, άκρη δεν πρόκειται να βρει. Ναι μεν, θα βρει λυρικούς στίχους-διαμάντια, όπως εκείνο το

πῶς σε κηδεύσω Θεέ μου; ἢ πῶς σινδόσιν εἰλήσω;
ποίαις χερσὶ δὲ προσψαύσω τὸ σὸν ἀκήρατον σῶμα;

και άλλους, αλλά θα πρόκειται για στίχους απρόσωπους, ενταγμένους πλήρως στα υμνολογικά προαπαιτούμενα, χωρίς αποτύπωμα εκφραστικό εντελώς δικό τους, πλην ίσως της πρόδηλης θηλύτητας.

Την Κασσιανή κανείς θα την ανακαλύψει, όχι στα εκκλησιαστικά, αλλά στα εξωεκκλησιαστικά της ποιήματα, εν προκειμένω στους αποφθεγματικούς γνωμικούς της στίχους. Και δεν είναι λίγοι αυτοί, καμιά οχτακοσαριά της αποδίδονται εν όλω. Και ω της εκπλήξεως, οι τρόποι της εκεί είναι όλως άλλοι.

Τρία είναι τα μεγάλα θέματα αυτής, της γνωμικής, Κασσιανής, και όλα αιφνιδιάζουν: η τύχη, το μίσος και η μωρία. Η τύχη πρώτα απ’ όλα:

Ῥανίδα τύχης εἰκότως αἱρετέον
ἢ κάλλος µορφής ἄγαν ἐξῃρηµένον.

[Μια στάλα τύχη, ναι! Την προτιμώ
από την ομορφιά του κόσμου όλη.]

Εὑρὼν δυστυχὴς χρυσίον εἷλε τοῦτο
καὶ γέγονε κίνδυνος ἐκ τούτου τούτῳ·
ὁ δ᾽ εὐτυχής, κἂν ὄφιν εὕρῃ ζῶντα,
εῖς ὄφελος γίνεται τούτῳ καὶ κέρδος.

[Χρυσάφι ο άτυχος κι αν βρει
θα μπλέξει σε μπελάδες.
Σε φίδι αν πέσει ο τυχερός
και πάλι κέρδος θα ’χει.]

Αυτή η εικόνα της Τύχης ως δύναμης κοσμικής αντιπολιτεύεται σφόδρα, βεβαίως, τη χριστιανική ιδέα της Πρόνοιας. Ο Θεός ος τα πάντα εν σοφία εποίησεν, εδώ σαν να βουβαίνεται, ακόμη και το Κάλλος εμπρός στην Τύχη χλωμιάζει, η ισχύς της είναι τόση ώστε μεταμορφώνει τον χρυσό σε βραχνά και τα φίδια σε καλό συναπάντημα. Μια προμεσσιανική κοσμοεικόνα αναδύεται εδώ, που διατηρήθηκε ωστόσο θαλερή αν και κρυμμένη στους Μέσους Χρόνους, αν κρίνουμε και από τα Carmina burana:

O Fortuna
velut luna
statu variabilis.

Κάτι ανάλογο βλέπω και στη στάση της Κασσιανής απέναντι στο μίσος. Και μόνο το πρωτοπρόσωπο ρήμα «μισώ», το κατά ριπάς εξακοντιζόμενο από το στόμα της ποιήτριας, μάς αποσπά και μας αναρπάζει από την ατέρμονη αγαπολογία της εποχής της και της θρησκείας της, και μας ξαναρίχνει θαρραλέα στην μεγάλη αλήθεια της ανθρώπινης κατάστασης, εκεί όπου καμιά της φανέρωση δεν παίρνει μόνιμο πρόσημο, αγαθό ή φαύλο.

Μισῶ φονέα κρίνοντα τὸν θυμώδη.
Μισῶ τὸν μοιχόν, ὅταν κρίνῃ τὸν πόρνον.
Μισῶ τὸν μωρὸν φιλοσοφεῖν δοκοῦντα.
Μισῶ χρεσώστην ἀμερίμνως ὑπνοῦντα.
Μισῶ μὴ ζητούμενον καὶ προσλαλοῦντα.
Μισῶ τὸν διδάσκοντα μηδὲν εἰδότα.
Μισῶ κολοβὸν μακρὸν ἐξουθενοῦντα.
Μισῶ σιωπήν, ὅτε καιρὸς τοῦ λέγειν.

[Μισώ τον φονιά που τα σούρνει του αψίθυμου.
Μισώ τον μοιχό όταν κρίνει τον πόρνο.
Μισώ τον μωρό που περνιέται για διάνοια.
Μισώ τον χρεώστη που κοιμάται εν ειρήνη.
Μισώ τον ανήξερο που ανοίγει το στόμα του.
Μισώ τον διδάσκαλο που τα πάντα αγνοεί.
Μισώ τον σακάτη που χλευάζει το ανάστημα.
Μισώ τη σιωπή όταν φτάνει του λόγου η στιγμή.]

«Στου μίσους τα μεσάνυχτα λάμπει ενός πόθου αστέρι», έγραψε ο Παλαμάς στον «Γκρεμιστή», για να δείξει ότι τα όρια μεταξύ άρνησης και κατάφασης, καταστροφής και δημιουργίας δεν είναι απλώς ρευστά, είναι ανύπαρκτα: σαν τον ουροβόρο όφι, η πρώτη έχει πάντοτε αφετηρία και κατάληξή της τη δεύτερη, τα πάντα συνέχονται, το μίσος είναι δύναμη όχι μηδενίζουσα αλλά κοσμογόνος.

Ακόμη περισσότερο, όπως το επισημαίνει ο Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς στο περίφημο εκείνο ποίημα όπου ήδη από τον τίτλο του δηλώνει ότι «η χριστιανική αγάπη είναι ανεπαρκής»: το μίσος είναι το άλλο πρόσωπο του Θεού, είναι η αθέατη, σκοτεινή γνώση που οφείλουμε να αναδεύσουμε για να τον βρούμε:

Αν η ψυχή παραδοθεί στο μίσος το σκληρό
γνώση θα βρει πιο σκοτεινή, θα κάνει πέρα
την όποια ιδέα οι άνθρωποι τρέφουν για τον Θεό.
Ρούχο ’ναι η σκέψη αλλά η ψυχή, ω η ψυχή είναι νύφη,
δεν γίνεται σε πούλιες και κουρέλια να κρυφτεί:
έτσι, μισώντας τον Θεό, μια μέρα ίσως Τον βρει.

Supernatural Songs

Το τρίτο μείζον μοτίβο που εντοπίζω στην Κασσιανή είναι κι αυτό προκλητικό, κρίνω, διότι εντέχνως υπονομεύει την χριστιανική ιδέα της αμαρτίας. Πρόκειται για το μοτίβο της μωρίας.

Γνῶσις ἐν μωρῷ πάλιν ἄλλη μωρία.

[Η γνώση ’ναι για τον μωρό
μωρία καινούργια πάλι.]

Οὐκ ἔστι μωρῷ φάρμακον τὸ καθόλου
οὐδὲ βοήθεια πλὴν τοῦ θανάτου.

[Τον θάνατο έχει φάρμακο ο μωρός,
καμιά βοήθεια άλλη.]

Mωρὸς βαλὼν πέδιλα πανταχοῦ τρέχει.

[Αν βάλει πέδιλα ο μωρός, παντού θα πάει να τρέξει.]

Αν η μωρία είναι για κάποιους αξεπέραστη φυσική συνθήκη, τότε το αυτεξούσιον πάει περίπατο, η υποτιθέμενη ελευθερία της βουλήσεως, όλες μας οι διδασκαλίες περί του Καλού και του Κακού στον κόσμο, χάνουν το ακλόνητο βάθρο τους. Καμία μετάνοια, καμία προσευχή, καμία γνώση και καμία πίστη δεν θεραπεύουν τον βλάκα – ο θάνατος μόνο. Απέναντί του όλο το θεολογικό σωφρονιστικό μας σύστημα, ο Σατανάς και οι φλόγες της Κολάσεως, αποδεικνύονται άχρηστα. Όπως ακριβώς το ’πε και ο Σίλλερ, πολλούς αιώνες μετά τη Βυζαντινή ομότεχνή του: «Με τη μωρία, και ο θεός ο ίδιος μάταια τα βάζει.»

Σ’ αυτούς τους στίχους πρέπει να αναζητήσουμε το πρόσωπο αυτής της γυναίκας, αν θέλουμε στ’ αλήθεια να το δούμε. Ιδίως σ’ αυτό πολυδύναμο ρήμα, σ’ αυτό το «μισώ». Είναι ένας άνθρωπος ζωντανός εδώ που μας μιλά, μια Ελοΐζα ίσως πριν την εποχή της ή μια Τελέσιλλα που απευθύνεται στις θείες ομότεχνές της.

ὦ Μναμοσύνας κόρ̣αι
δεῦρ’ ἔλθετ’ ἀπ’ ὠρανῶ
καί μοι συναείσατε…

Κι αλήθεια, πόσο συχνά μας συμβαίνει αυτό όταν ξεφυλλίζουμε κάποιο γραφτό απ’ τους Μέσους Αιώνες; Να πέσουμε πάνω σε μια ζώσα, πάνω σε μια ισχυρή φωνή;

///

*

**