*
Νιώθουμε συχνά την επιθυμία να ασχοληθούμε σε βάθος με ποιητές, πεζογράφους, καλλιτεχνικά κινήματα και σχολές. Ωστόσο μας δυσκολεύει πολλές φορές ο όγκος τους, η διαφορά του ύφους τους ανά περιόδους και χρονικές φάσεις, καθώς και ο φόβος μιας εσφαλμένης πρώτης εντύπωσης που θα μας αποθαρρύνει. Στο πνεύμα αντίστοιχων εκλαϊκευτικών και βοηθητικών άρθρων για συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικούς κ.ο.κ., που αφθονούν σε ιστότοπους του εξωτερικού, ο Θάνος Γιαννούδης επιδιώκει να σκιαγραφήσει έναν οδικό χάρτη ανάγνωσης του νεοελληνικού ποιητικού τοπίου. Έναν χάρτη σε καμία περίπτωση πατερναλιστικό, παρά περισσότερο βοηθητικό για τον νέο, καλοπροαίρετο και –κυρίως– απροκατάληπτο αναγνώστη.
~.~
NIKOΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
(1883-1957)
-> Από πού να ξεκινήσω;
Αποτελεί ιδιαίτερη αντίφαση και χαρακτηριστικό γνώρισμα της (κυριολεκτικά) εξαιρετικής περίπτωσης Καζαντζάκη το γεγονός ότι ο Κρητικός ποιητής μνημονεύεται και εξακολουθεί σήμερα την παγκόσμια πορεία του βάσει της παράπλευρης πεζογραφικής του ιδιότητας κι όχι της ποιητικής, η οποία τον είχε συντροφεύσει κατά τα περισσότερα χρόνια του βίου του. Από αυτήν την ιδιότητα, λοιπόν, καθ’ υπέρβαση της παρούσας στήλης, θα προτείνουμε κι εμείς τον νέο αναγνώστη να ξεκινήσει και πιο συγκεκριμένα από τα ταξιδιωτικά του κείμενα που κυκλοφορούν σε τόμους υπό τον γενικότερο τίτλο Ταξιδεύοντας και βρίθουν εντέλει ποιητικότητας στις περιγραφές και στον τρόπο εκφοράς του λόγου. Ο Νίκος Καζαντζάκης ταξιδεύει σε περιοχές της Ελλάδας, της Ευρώπης και της Ασίας σε χρόνια κοσμοϊστορικά, στην εποχή ακριβώς της αλλαγής παραδείγματος και της εισόδου στη νεωτερικότητα, όταν ένας κόσμος καταρρέει και ο καινούριος παλεύει να διαμορφωθεί. Δίχως να μένει κλειστός και αμέτοχος, ο συγγραφέας δένεται με τη βαθιά δομή του κάθε τόπου, με τους αγώνες και τις δοξασίες του, προσπαθώντας, παράλληλα, να διευρύνει και ο ίδιος μέσω αυτής της διαδικασίας τα πνευματικά του όπλα. Ο αναγνώστης θα γνωρίσει, έτσι, τον λυρισμό του Καζαντζάκη που εδώ πατά πάνω στο συγκεκριμένο άνευ κάποιας (προφανούς) μυθοπλασίας και θα έρθει συχνά σε επαφή με εμβόλιμα ποιήματα και τραγούδια. Αν τώρα, ο νέος αναγνώστης επιδιώκει να προσεγγίσει το καζαντζακικό έργο με πιο «φιλοσοφικούς» όρους, προφανώς και μια πιο σωστή εισαγωγή θα ήταν η Ασκητική που δρα ως το ιδιότυπο «πιστεύω» και μανιφέστο του (ασχέτως αν τα προτάγματά του δεν τηρήθηκαν έκτοτε απόλυτα από πλευράς συγγραφέα).
-> Τι να διαβάσω στη συνέχεια;
Με δεδομένη την πρώτη επαφή με τη γραφή και τον εντελώς προσωπικό τρόπο θέασης του κόσμου από πλευράς Καζαντζάκη, το επόμενο βήμα του αναγνώστη οφείλει, κατά την κρίση μας, να ανοίξει ταυτόχρονα στο ποιητικό/πεζογραφικό, αλλά και συμπληρωματικά στο υπόλοιπό του έργο (μεταφραστικό, θεατρικό, επιστολογραφικό, παιδική λογοτεχνία). Ως ποιητής, ο Νίκος Καζαντζάκης, με έργα όπως οι Τερτσίνες, συνομιλεί ταυτόχρονα με την εποχή του και με το αιώνιο, ενώ στις ποιητικές μεταφράσεις των κλασικών (Δάντης, Λόρκα, αρχαία ελληνική γραμματεία κ.ά.) συνενώνει τα στοιχεία της ντόπιας κρητικής του παράδοσης με την παγκόσμια Ιστορία της Λογοτεχνίας. Ως (πασίγνωστος) πεζογράφος, ο Νίκος Καζαντζάκης, με έργα όπως τα Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Ο καπετάν Μιχάλης και Ο Τελευταίος πειρασμός, επιχειρεί να εκλαϊκεύσει μυθιστορηματικά τις φιλοσοφικές και μεταφυσικές του ιδέες και να υπερτονίσει την κρητική του ταυτότητα με έναν όσο το δυνατόν πιο απτό και εύληπτο αφηγηματικό τρόπο (αν και δέσμιο ορισμένες φορές έτοιμων σχημάτων και απλουστεύσεων). Ο αναγνώστης πλέον θα είναι σε θέση να ανοιχτεί και στα υπόλοιπα πεδία του πολύπτυχου καζαντζακικού έργου, τα οποία θα του δώσουν συχνά την εντύπωση μιας ιδιαίτερης λυρικής τόλμης, μιας ευρύτητας μεταφραστικών επιλογών (Νίτσε, Βερν κ.ά.), αλλά και μιας άνισης εντέλει αισθητικής αποτύπωσης, ιδιαίτερα στα πεδία εκείνα που ο συγγραφέας δοκιμάζεται στο θέατρο και την παιδική λογοτεχνία.
-> Από πού να ΜΗΝ ξεκινήσω:
Αδικημένο και αδικαίωτο από τον χρόνο, την κυριαρχία των μικρότερων μέτρων και του ελεύθερου στίχου, την εξέλιξη της δημοτικής προς άλλες κατευθύνσεις, αλλά και τη μαζική παρακμή της αφηγηματικής ποίησης στον «δυτικό» μεταπολεμικό κόσμο, το καζαντζακικό έργο ζωής, η Οδύσεια, το οποίο και επιδιώκει να πιάσει το νήμα ακριβώς από το τέλος του ομηρικού έπους, στέκει σήμερα μάλλον άχαρο και παράταιρο. Αν και αποτελεί τόσο προϊόν μόχθου έπειτα από χρόνια σκληρής δουλειάς όσο και το έργο για το οποίο ο ποιητής θα ήθελε να μνημονεύεται στους αιώνες, το εκτεταμένο επικό ποίημα που δεν μοιάζει με τίποτα άλλο στην ιστορία της λογοτεχνίας μας φαντάζει σήμερα το λιγότερο βαρύ και αδιάβατο, ειδικά στον μη εξασκημένο στις πολύστιχες και προνεωτερικές ποιητικές μορφές αναγνώστη. Οι επιμέρους λυρικές επιτεύξεις του αξίζουν φυσικά να ανακαλυφθούν και σίγουρα μια μελέτη του καζαντζακικού σύμπαντος άνευ του βιβλίου αυτού θα είναι πάντα λειψή, αλλά τούτο οφείλει ξεκάθαρα να λάβει χώρα σε δεύτερο χρόνο και με αρκετή υπομονή και θέληση για υπερβάσεις από πλευράς αναγνώστη. Συγχρόνως, κρίνουμε ως άστοχο και ένα αμιγώς χρονολογικό ξεκίνημα, μιας και τα πρώτα πεζά και θεατρικά έργα του Νίκου Καζαντζάκη απηχούν έναν αισθητισμό «αλλαγής του αιώνα», με κάποιες ακατέργαστες ακόμα ρομαντικές υπερβολές που στην πορεία σμιλεύτηκαν διαφορετικά από πλευράς συγγραφέα, οδηγώντας τον προοδευτικά στη διαμόρφωση ενός πιο στέρεου και προσωπικού ύφους.
-> Αν μου άρεσε, πού να στραφώ μετά;
Με τις ξενόγλωσσες φιλοσοφικές και αισθητικές επιρροές του Νίκου Καζαντζάκη να έχουν επισημανθεί πολλάκις από την κριτική, στρεφόμενοι στο ελληνικό τοπίο και ανάλογα με το τμήμα εκείνο του καζαντζακικού έργου που μας ενδιαφέρει, οι αναλογίες που μπορεί κανείς να βρει με τις επιμέρους πλευρές του πολυσχιδούς συγγραφέα απλώνονται σε πολλά πεδία, δίχως ποτέ, ωστόσο, να αγγίζουν την ολότητα και την πολλαπλότητα του δικού του έργου. Σαφέστατα η πρώτη απάντηση θα αφορούσε τον προσωπικό του φίλο, συναγωνιστή και ενίοτε ανταγωνιστή, Άγγελο Σικελιανό, έναν ποιητή με παράλληλες φιλοσοφικές αναζητήσεις, οσμώσεις με φιλοσοφικά και μυστικιστικά ρεύματα, θεατρικό και επιστολογραφικό πλούτο, αλλά κυρίως με μια παραπλήσια αίσθηση της καλλιτεχνικής αποστολής που πιστεύει βαθιά πως μπορεί να αλλάξει τη μοίρα του κόσμου. Ενδιαφέρουσες ποιητικές αναλογίες ως προς τη μετάλλαξη του μεταφυσικού στοιχείου στην είσοδο της νεωτερικότητας θα έβρισκε κανείς και στο μεσοπολεμικό έργο του Κώστα Βάρναλη, ενώ οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις των Γιώργου Θεοτοκά και Κώστα Ουράνη αξίζουν να διαβαστούν παραπληρωματικά με τις καζαντζακικές, ενδεχομένως για να επισημανθούν οι εκ διαμέτρου διαφορετικές προβολές τους συχνά στις ίδιες ακριβώς τοποθεσίες. Ας επισημανθούν, τέλος, τόσο οι πεζογραφικές οφειλές του (σαφώς κατώτερου αισθητικά) Παντελή Πρεβελάκη στον «δάσκαλο» Νίκο Καζαντζάκη, ιδίως ως προς την κρητική τοπιογραφία και ψυχοσύνθεση, όσο και οι αναλογίες του πρώιμου καζαντζακικού έργου με τα βραχύβια αισθητιστικά κινήματα της πνευματικής Αθήνας των αρχών του εικοστού αιώνα.
ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ
~.~
*
**
