*
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ
~.~
Χρήστος Μαρκίδης,
Ποιήματα 1999-2020,
Αρμός 2023
Ο τόμος περιλαμβάνει την συγκεντρωτική ποιητική δουλειά του ζωγράφου Χρήστου Μαρκίδη, μια δουλειά που επικοινωνεί άρρηκτα με το εικαστικό του έργο, καθώς και στους δύο κώδικες χρησιμοποιεί μια γλώσσα ενιαία, μέσω της οποίας αναδύεται στην επιφάνεια του ορατού το μάγμα των πραγμάτων πριν γεννηθούν και αποκοπούν από τη κοινή ύλη, όταν η λέξη και το πράγμα, η έννοια και η μορφή δεν είχαν αποσπαστεί από την ρέουσα ουσία του κόσμου, γι’ αυτό και τα σχήματα και οι λέξεις διατηρούν στην ρευστότητά τους την ανοιχτή πολυσημία του Ενός και το Όλου. Δημιουργείται έτσι ένας κόσμος πριν από την ερμηνεία, γι’ αυτό και ερμητικός. Η λέξη γίνεται σήμα ενός ρηγματωμένου από αιωνιότητα χώρου, ευδαιμονικού και χαμένου:
Άλογα λόγια, κάμπους βατούς
τοπάζια περίοπτα, άβατα νάματα
ψιλές και δασείες, αιώρες και ρήγματα
Ποιος άραγε τεχνούργησε τέτοια χαρά;
Ποιος πίσω την άρπαξε;
Στη δουλειά του διέγνωσα τρεις ορίζουσες· την εκκλησιαστική παράδοση, όπως αυτή μέσω της παιδιόθεν αγωγής μεταστοιχειώνεται στην εικαστική και ποιητική αναζήτηση του καλλιτέχνη, τον «υπερούσιο νόστο» στη γενέθλια γη και τους ανθρώπους και, τέλος, το στοχασμό για την τέχνη που είναι στοχασμός για την ύπαρξη. Όλα μαζί λουσμένα στα νάματα – μια αγαπημένη λέξη στη δουλειά του – μιας Αχερουσίας της μνήμης. Έτσι στην πρώτη δουλειά του διαβάζουμε:
Συμμαζεύοντας το διάσημο εργαστήριο βρήκα
κάτι παλιές Εικόνες. Μία περίστανε τον Ιανό, η άλλη
τον Ερμόλαο, η τρίτη – κέλυφος μόνο- την
Εικοσιφοίνισσα ατραπό κόρη. Νανουρίζοντας
στην αγκαλιά μου το μέταλλο, ένα είδος ανθι-
βόλου που οι πατέρες κεντούσαν τα σπάργανα,
το εξής φάντασμα μου αποκαλύφθηκε: τραπέζι
στρωμένο με πηλό και πάνω μας χελιδονοφωλιά
από άργιλο. Ετούτη η Νεκρή φύση ενέχει την
γέννηση της Περιβλέπτου, ανέκραξα, οι τέσσε-
ρις ορίζοντες είναι τα πλοκάμια στο κεφαλάρι της
μνήμης.
Εδώ, η Εικοσιφοίνισσα, η εικόνα της Παναγίας στην ομώνυμη μονή της Δράμας, πατρίδας του Μακρίδη, και τα συμπαρομαρτούντα σύμβολα της ορθοδοξίας είναι θραύσματα της νεκρής φύσης της μνήμης, εκεί όπου ανήκουν τα παιδικά βιώματα και οι αγαπημένοι απόντες, όπως διαβάζουμε παρακάτω («το πηγάδι που έριχνα, ο σπίνος που σημάδευα […] ο από χρόνια πεθαμένος Ανάργυρος;»). Όχι όμως μόνο αυτό. Η μορφή της Παναγίας είναι πράγματι «ατραπός», γιατί στη δουλειά του Μαρκίδη η μια μορφή αποτελεί ένα ίχνος, ένα μονοπάτι που οδηγεί επάλληλα σε άλλες μορφές, έτσι που ο άγιος Συμεών είναι ταυτόχρονα και ο Οδυσσέας και ο Νάρκισσος και ο Αντρέι (Ρουμπλιώφ;) και ο κάθε άντρας. Μέσα σε αυτό το οπτικό συνεχές αναπτύσσεται ομοούσια η όραση και ο περιούσιος νόστος στις εμμονικές αφετηρίες του πνευματικού περίπλου, ενός πλου που καταλήγει κυκλικά στην τελευταία συλλογή Έρεβος ή το άλλο φως:
ΝΟΗΣΗ
ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ ΜΟΥ ΑΛΥΧΤΟΥΝ
Ψες στ’ όνειρό μου είδα το Θεό
Νεκρές οι Φύσεις στέκονταν λαμπρές
τελειωμένες οριζόντιες
μαύρες βαμμένες και χρυσές.
Θα πάμε στην Εικοσιφοίνισσα, καλέ;
Αμέ! Αν μας αφήσουν τα σκυλιά θα πάμε. […]
Στις πρώτες συλλογές το εικαστικό λεξιλόγιο είναι πιο ορατό, ενώ προϊούσης της δουλειάς του η ποιητική γλώσσα αυτονομείται περισσότερο χωρίς να εγκαταλείπει τις αναφορές στον οπτικό κώδικα, αφού και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για μετάλλευση ενός κοινού ορυκτού: μιας γλώσσας- κοιτάσματος σχεδόν ακατόρθωτης, αφού θέλει να διατηρήσει την υλικότητά της υπερβαίνοντάς την, μιας γλώσσας – σώμα και μιας γλώσσας – έννοια:
Ανοιξαντάριο γαλάζιο
άλογο της ψυχής μου
στη σβάρνα το ανεμύλου
σκορπίζεις ισοζύγια νομίσματα.
Εκεί σε οδηγεί το εμβόλιο βλέμμα;
Στην καρωτίδα του μυαλού
Ή στο παραχωμένο, άτρεπτο
ορυκτό του λόγου;
Γι’ αυτό και το πράγμα δεν είναι αντικείμενο αλλά το πράγμα καθαυτό, είναι η έννοια- μορφή του υπαρκτού, στοιχείο που δηλώνεται και φραστικά με σταθερή συχνότητα («ήταν χλωρές οι νοητές κληματόβεργες», «έννοια της μέρας», «ένα εννοιακό αεράκι», «νοητό φωσφόρο» «οριζόντιο εννοιοκρατικό άξονα» «εννοιακά εκτάρια», «φιδίσιο εννόημα»). Τα πράγματα αποτελούν αντανακλάσεις, επιφάνειες στις οποίες εμβαπτίζεται μια ένυλη μεταφυσική που συνενώνει τα σπαράγματα του βιωμένου σε μια ολότητα κι έτσι ταυτόχρονα βιωμένα γίνονται τα φάσματα μιας συμπαρουσίας όπου αποκτούν την πραγματική τους υπόσταση, την πρωταρχικότητά τους:
Πώς να σωθούν
Τα νυχτολόγια τούτα, νόνα;
Από νωρίς ο γεράνιος είχε το χρώμα της άνωθεν
στήριξης, μήνες είχαμε να δούμε τέτοιο ουρανό.
«Ἑνὶ ἐσμέν», η νεαρή οδηγός που μ’ ἐφερε ή μ’
επέστρεψε χθες βράδυ, έτσι ψιθύρισε. Ή μήπως
ήταν η παλιά μου φίλη, η Σελήνη, καθώς έπαιρνε
να φέγγει μ’ εκείνο το υποστασιακό αμετάτρεπτο;
Γι’ αυτό και ο λόγος και τα πράγματα χάνουν τα συμπαγή τους περιγράμματα, γίνονται χώροι εγκατοίκησης μιας πολλαπλότητας, γιατί όλα είναι μέρη αυτού του υποστασιακού αμετάτρεπτου, ψηφίδες ενός υπέρτερου σχεδίου καλυμμένου στην αχλύ του μυστηρίου που ενίοτε επιφαίνεται αποκαλυπτικά:
Δυναμώνει
Η αγάπη
Στο μυστήριο
Λοξή η ευσέβεια
Λοξή και η άτρακτος
των νοημάτων
Αυτή η άτρακτος κατάγεται από την πλατωνική άτρακτο, την κοσμική μηχανή που συνενώνει τις κινήσεις του σύμπαντος, είναι ο μέγας κόσμος και το μικροσκοπικό του απείκασμα και ο λόγος προσπαθεί να προσεγγίσει το συμπαντικό, το ασυλλάβιστο, να γεμίσει από το πληρωθέν νόημα αυτής της κίνησης του παντός μέσα στο Εν, και του Ενός μέσα στα επιμέρους. Γι’ αυτό και οι εγγεγραμμένες σε αυτή την περιφορά μορφές είναι φορτισμένες πολλαπλά και ζητούν μια «περιούσια γλώσσα» να τα χωρέσει. Η λέξη έτσι ιερουργεί, φέρνει στην άρθρωση, άρα στην ύπαρξη, το σκοτεινό, το ερεβώδες που καταγόμενο από την άβυσσο οδηγεί στο φως. Η όψη των πραγμάτων γίνεται παλίμψηστη αλλά και ανεξίτηλη συνάμα, γιατί αυτές αποτελούν πνευματικές ουσίες ερχόμενες από πολύ μακριά μέσα στον άνθρωπο. Αυτό το πολύ μακριά μέσα στον άνθρωπο διανύει πολλούς αναβαθμούς για να αναδυθεί, πρώτα ως πόνος και έπειτα ως γνώση του υπάρχειν σε μια διεσταλμένη χωρικότητα που εκλύει χρώμα και ήχο, εικόνα και ποίηση («Εκείνη ακριβώς τη στιγμή το παρόν διεστάλη. Από τη μέσα πλευρά ορίστηκε σαν σελίνιο, έξω ανέδειξε ήλεκτρο, Στο κέντρο όπου με θέρμη παρατηρούσα, συνόδευε ζέφυρος»). Ένα τέτοιο σύμπαν αποτελεί μια ανοιχτή ακολουθία χρόνου και ο μόνος τρόπος για να τον συλλάβει κανείς ίσως βρίσκεται στο παράγγελμα που βρίσκουμε σε ένα ποίημα «να είσαι ανοιχτή στις επιρροές. Ένωσε!». Από αυτή την αέναη σμίλευση αναδύονται οι μορφές που στο εγκόσμιο στίγμα τους φέρουν την περιουσία του μύθου:
Σχεδίαζα την Κίρκη με γραφίτη όπως στεκόταν
κουλουριασμένη στο πάτωμα, με βλέμμα προ-
σηλωμένο στο σημείο φυγής, ανάμεσα ομφαλού
και μνήμης του λωτού. Εκεί, έπειτα από έναν
χρόνο σπουδής και πλέον, Λίντα φωτίστηκε.
Είναι η στιγμή της ρήξης νοούμενης ως διάρρηξης στο νοητό, διάνοιξη στο γνῶναι, όταν «Από τα δάση του οράν» αντικρίζεται και «υποστασιάζεται», πληθαίνεται «και του μερμηγκιού το μέσα κάρμα» και το «πάνδημο σώμα» της γυναίκας και ο πράσινος μίσχος, έτσι που «Όλα το αλαβάστρινο σχέδιο νοούν». Τα πάντα εμπεριέχονται, συνέλκονται και μόνο ως τέτοια αποκτούν μεστή ύπαρξη, ουσιώνονται μέσα στο αρχέγονα πρωταρχικό, και το φθαρτό ανακτά την αφθαρσία του στην ουράνια μηχανική του ενδιάθετου σχεδίου:
Στοχάσου
Πάλι τις
Πρωταρχικές δυνάμεις
Στοχάσου
Πάνω
Στις ανεξίτηλες όψεις
Η ανθρώπινη συνείδηση είναι το σημείο τομής αυτών των δυνάμεων, μέσα σε αυτό το ελκτικό πεδίο επιδιώκει να ακινητήσει διάπυρη όχι από έκσταση αλλά από διεσταλμένη επίγνωση του βάθους που την ορίζει:
Σημαδεμένος είσαι μου είπαν
ο ένας σ’ έκοψε στα δυο
ο άλλος το μυστήριο σου χάρισε
ο τρίτος ο φαρμακερός σε βάφτισε στο πυρ
ο τοξοβόλος στην άβυσσο […]
Μια τέτοια φωνή έρχεται απ’ τα έγκατα, γι’ αυτό κρατά το σκοτεινό της μέταλλο, γίνεται θραυσματική διασώζοντας τα στοιχειώδη υλικά της αυστηρά προσωπικής εμπειρίας. Γίνεται εργαλείο όχι καταγραφής αλλά διάτρησης ενός άρρητου χώρου, γι’ αυτό και είναι γεμάτη ελλείψεις, αποσιωπήσεις, απροσδόκητες συζεύξεις. Όπως η σκέψη προβλέπει ότι «Οι σημασίες της νύχτας θα φτάσουν μέχρι τα ποτάμια των Ίνκας», έτσι και η γλώσσα θέλει να γεφυρώσει σε ένα κοινό λεξιλόγιο την εικαστική σημειογραφία, τη βυζαντινή παράδοση, την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και μυθολογία, την ντοπιολαλιά της πατρίδας. Σε στίχους όπως «μέσα σου άγγιξα λυτό/ το δίχως όνομα/ στοιχειό και διάσωσμα», ή «Ύδραμα γίνε να κλωσσάς/ αυγά του γνώναι» συναιρούνται ο εκκλησιασιαστικός λόγος («διάσωσμα»), η έλξη του λόγιου ήχου («Ύδραμα»- πλούσια σε νερά, η Δράμα) με την αρχαιογνωσία του ποιητή. Οι λέξεις επίσης μοιάζει να τον ενδιαφέρουν όχι μόνο ως φορείς σημασίας αλλά και ως ηχοχρώματα, ως απόηχοι ενός νοήματος που συλλαμβάνεται διττά, εγκεφαλικά και αισθησιοκρατικά, μέσω της όρασης και της ακοής. Γι’ αυτό και όταν αυτές δεν αρκούν επινοεί δικές του λέξεις (π.χ.«αμώεν»), στοιχείο που μας παραπέμπει στην ελυτική κληρονομιά, την αύρα της οποίας φέρει η δουλειά του Μακρίδη τόσο ως γλωσσική όσο και ως πνευματική συγγένεια. Ομολογώ ότι ανέτρεξα αρκετές φορές για να βρω τη σημασία κάποιων σπάνιων λέξεων ή ειδικής ορολογίας προκειμένου να προσπελάσω το νόημα κι αυτό δυσχεραίνει τον απαρασκεύαστο αναγνώστη που σε στίχους όπως οι εξής
Τον φώσφορο ν’ αντιμαχώ
δεν ήταν γραφτό
ιστέον τώρα πώς ηχούν
τα νοητά του Αστραπά ειλητάρια
πρέπει να ξεσκονίσει όχι μόνο τα αρχαία ελληνικά του αλλά και να διακριβώσει ότι ο Αστραπάς ήταν βυζαντινός αγιογράφος. Αυτό δημιουργεί ένα απαιτητικό και σε αρκετά σημεία απροσπέλαστο λεξιλόγιο, γιατί η πολυσημία των συμβόλων μέσα στην αφαίρεση τα καθιστά αδιαφανή. Υπάρχουν και κείμενα που τα πραγματολογικά εργαλεία του αναγνώστη δεν αρκούν για να τα προσεγγίσει. Αυτή η ποίηση απαιτεί έναν μυημένο αναγνώστη, και, ιδανικά, εξοικειωμένο με το εικαστικό του έργο, το οποίο η γραφή προεκτείνει, υπομνηματίζει. Σταδιακά βέβαια η αδιαφάνεια αίρεται αρκετά και ο αναγνώστης, καθώς «σπάει» τον κώδικα αποκρυπτογραφώντας τα σταθερά επανερχόμενα σύμβολα, μπορεί να περπατήσει σε μεγαλύτερη διαύγεια. Σε σύνολο, η ποιητική δουλειά του Μαρκίδη αποδίδει με συνέπεια την πνευματική δοκιμασία ενός ανθρώπου της τέχνης, αποτελώντας οδοδείκτη μιας επίπονης πορείας αυτογνωσίας μέσα από ένα λόγο που κρύβεται για να αποκαλυφθεί.
*
**
