Ε. Μύρων, Εφτάρες και άλλα πεζά

*

Εφτάρες

Μόλις γύρισα σπίτι τσέκαρα την αλληλογραφία μου. Πρώτο απ’ όλα άνοιξα το e-mail από το νηπιαγωγείο της κομητείας Χωρίς Όνομα. Τα παιδιά της κομητείας μού είχαν απαντήσει πως επιτέλους βρήκαν τον τρόπο να φτιάξουν μια βόμβα από παραμύθι. Κάλλιο αργά παρά ποτέ, σκέφτηκα – αυτή η φράση, όμως, είναι πιο πανούργα απ’ όσο νομίζετε, γιατί, κρυφίως, μεταμόρφωσε τους ανεμοστρόβιλους που είχα κρύψει στο πατάρι σε ανεμιστηράκια που δουλεύουν με μια μπαταρία ΑΑ.

Σηκώθηκα αμέσως και βγήκα στο μπαλκόνι. Με τα χέρια θαμμένα στις τσέπες του παντελονιού μου κοίταξα απέναντι, την ψηλότερη πολυκατοικία της οδού Ακτοφυλακής. Εκεί είχε νοικιάσει κάποτε μια γκαρσονιέρα, άρτι αφιχθείς από το Παρίσι, ο νεαρός ζωγράφος Χούκερ Μπουργκουντί. Όμως με το που τακτοποιήθηκε ο Μπουργκουντί και άρχισε να ζωγραφίζει, η πολυκατοικία ένιωσε μια αδιαθεσία: τα ανατομικά μαξιλάρια των υπολοίπων ενοίκων σκλήρυναν, τα έπιπλα χόρευαν πυρρίχιο, οι τοίχοι είχαν γεμίσει κοκκινίλες, τα ταβάνια ίδρωσαν γιατί υπέφεραν από υψοφοβία, οι πόρτες άνοιγαν μόνο από μέσα, τα παράθυρα είχαν κολλήσει και ένα αίσθημα καύσου κυκλοφορούσε στους σωλήνες κεντρικής θέρμανσης, (τα κοινόχρηστα, ως είθισται σε τέτοιες περιπτώσεις, εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση και αισχροκέρδιζαν μοσχοπουλώντας τις νύχτες αλλοιωμένη ασφάλεια). Η επίσημη διάγνωση ήταν αναφυλαξία. Ως μέρος της φυσιολογικής ανοσοποιητικής αντίδρασης παρήχθησαν ειδικοί μηχανισμοί ναυτίας οι οποίοι απέβαλλαν τον εισβολέα. Ο Μπουργκουντί μετά από περιπλανήσεις και κακουχίες, (φαντάζεστε πόσο δύσκολο είναι να βρει κανείς μια περιοχή που παίζει κρυφτούλι με τον χάρτη…), έφτασε στην κομητεία Χωρίς Όνομα. Εκεί εντάχθηκε στους Συντηρητές Oυράνιων Tόξων.

Οι Συντηρητές παλιότερα ήταν επαγγελματίες στο μπρα ντε φερ με τον θάνατο, μέχρι που το παράτησαν το σπορ για να βοηθήσουν μια άγρια ζαριά να λιποτακτήσει από το στρατόπεδο της Στατιστικής. Η ζαριά για να τους ευχαριστήσει τους πήρε μαζί της στην κομητεία Χωρίς Όνομα. Εκεί η ζαριά δεν είχε κανέναν πάνω από το κεφάλι της και μπορούσε να φέρνει ελεύθερα εφτάρες. Οι Συντηρητές μάζευαν τις εφτάρες και τις έκλειναν σε ειδικά δοχεία όπου αργότερα βουτούσαν τα πινέλα τους για να διατηρούν φρέσκα τα ουράνια τόξα.

~.~

Ανηλικίωση

Το κείμενο κουράστηκε να το παίζει ποίημα. Παράτησε τους διαλογισμούς και τις ασκήσεις του χειροπράκτη για σωστή θέση σώματος. Με λίγα λόγια, έχασε την ποιητάδα του, την ποιητοσύνη του, την ποιητόστρωσή του, την ποιητότητά του, την ποιητοβολή του, την ποιητόστασή του και την ποιητόπαστά του.

Δεν ήταν κανένα ραμολιμέντο, σε καμία περίπτωση, απλώς η κρίση μέσης ηλικίας τού γαργάλισε την επιθυμία ν’ αποκτήσει τροχούς. Παρομοίως, πολλοί άνθρωποι, όχι τόσο από βιασύνη, πιο πολύ από τεμπελιά, θέλουν να γίνουν τροχήλατοι.

Τέλος πάντων, εκεί που καθόταν άνετος στο γραφείο του ο Thomas Feldgrau και μετέφραζε αρχαία βλέμματα απ’ το πρωτότυπο, το κείμενο έκανε ένα τσουπ και πετάχτηκε από το συρτάρι σαν καρδιακή προσβολή. Κοίταξε τον Feldgrau στα ίσα και του είπε «το ξέρω πως ήμουν φλύαρο, αλλά πρέπει να λάβεις υπ’ όψιν σου, αγαπητέ, πως ήμουν άβγαλτο και νιάνιαρο. Για δες με τώρα: θες ο χρόνος, θες η κλεισούρα στο συρτάρι σου, θες και τα δύο, μού κόψανε πέντε στροφές και τέσσερα επίθετα».

~.~

Το ανακοινωθέν 

Το παλτό του Dr. Akesneck είχε την κοψιά πανοπλίας.
Το κρέμασε
στον καλόγερο και περίμενε το νεύμα του για να μπει στο σπίτι.
Μια λάμπα τρεμόπαιζε. Τα αρθριτικά του ανεμιστήρα ήταν
μια μουσική ατονάλ που άλεθε μέχρι μαρασμού την ώρα.
Τα χέρια του κομμένα απ’ τις χειραψίες
με τον εαυτό του. Έκλεισε τις πληγές μ’ ένα ρολόι.
Άνοιξε την τηλεόραση. Ειδήσεις:
Δυο δάκρυα
.              ξέφυγαν απ’ το μπλόκο
.                                               του λιμενικού

Ε. ΜΥΡΩΝ
*