Τσέζαρε Παβέζε

Με τη νύχτα, η χειρονομία: Για την ποίηση του Τσέζαρε Παβέζε

*

του TOMMASO DI DIO

~.~

Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου: ο πρώτος στίχος ενός από τα διασημότερα έργα του 20ού αιώνα, έργου δίχως απογόνους, του οποίου –όπως για όλα τα αριστουργήματα– μόνο η παρωδία είναι δυνατή. Με την αυθαιρεσία ενός διπλού μέλλοντος, ο τίτλος μοιάζει εντούτοις ως επιβεβαίωση μιας αναμφισβήτητης πεποίθησης. Προσφέρεται κάτι το αποδεικτικό, χωρίς δυνατότητα απάντησης, και θεμελιώνει την προφάνειά του σε μια λογική όχι συμπερασματική, αλλά μετωνυμική, μέσα από μια διαδικασία που τη ζωογονεί μια σκοτεινή δύναμη, η οποία εποπτεύει τα πρώτα και τα τελευταία πράγματα: το βλέμμα, τον θάνατο. Τα εν λόγω ποιήματα γράφτηκαν στα μισά του εικοστού αιώνα: έρχονται από το μέσο ενός αιώνα, τα φαντάσματα του οποίου δεν μπορούμε ακόμη να ξεχάσουμε και που εδώ, σε τούτο το λεπτότατο βιβλίο με μόλις δεκαεννέα κείμενα, εμφανίζονται σε μιαν αφηρημένη, απόλυτη επιτομή. Πάνω από εβδομήντα χρόνια από την πρώτη, μεταθανάτια έκδοσή τους, τα ποιήματα αυτά, αυστηρά οριοθετημένα στο σύντομο μέγεθος ενός υπνωτιστικού στίχου, σαν ψαλμού, μας υποχρεώνουν στη σύγκριση με κάτι που σήμερα φαντάζει αναπότρεπτο. Κοιτώντας τα στιγμιαία, έτσι όπως ξεχωρίζουν στη λευκή σελίδα, τόσο μικρά, μοιάζουν με παραίνεση˙ λες και όποιος τα έγραψε δεν κατάφερε ποτέ να ξεκολλήσει από τη σκέψη ότι η ύπαρξη –το να είμαστε πλήρως ο εαυτός μας– είναι αδύνατον να αποσπαστεί από μια τρομερή, εκτυφλωτική εμπειρία: «Θα είσαι συ – ακίνητη και διάφανη».

Σε όποιον συναντήσει για πρώτη φορά αυτούς τους στίχους, θα ήθελα να πω: να είστε προσεκτικοί, να τους διαβάσετε σαν να λαμβάνατε ένα μυστικό ως δώρο. Το μυστικό δεν είναι το ίδιο το όνομα που φανερώνεται, πότε πότε, πίσω από την αντωνυμία δευτέρου προσώπου. Γνωρίζουμε πως τα ποιήματα γεννήθηκαν από τη συνάντηση με δύο γυναίκες (Η γη και ο θάνατος του 1947 περιέχει τα κείμενα για τη συγγραφέα και ψυχαναλύτρια Μπιάνκα Γκαρούφι, τα υπόλοιπα του 1950 είναι για την Αμερικανίδα ηθοποιό Κόνστανς Ντόουλινγκ), όλα όμως μοιάζουν το ίδιο ποίημα, μια επαναλαμβανόμενη ατελείωτη απόπειρα να γραφτεί το μοναδικό ποίημα που αξίζει τον κόπο να γραφτεί. Πίσω από το καθένα και από όλα είναι αντιληπτή η ίδια επιμονή: λες και πέρα από το παραπέτασμα, από τη φαινομενικά οδυνηρή και συγκινητική περίσταση –ερωτικά ποιήματα για άτυχους έρωτες–, επίκειται μια παλλόμενη, χθόνια διάσταση, την οποία μόνο η ενέργεια ενός αποτυχημένου έρωτα αφύπνισε και οδήγησε στην επιφάνεια της λέξης. Έτσι, πίσω από το «εσύ» που διαρκώς επιστρέφει, που απαντάει εμμονικά σχεδόν σε κάθε ποίημα, κρύβεται κάτι που δεν έχει και δεν μπορεί να έχει δικό του όνομα, το οποίο μπορούμε μόνο να επικαλεστούμε από τη μεριά του λόγου που, κατεξοχήν, αντικαθιστά και παραπέμπει πέρα από τη γλώσσα, στον κόσμο των πραγμάτων και των γεγονότων, των χειρονομιών. Αν υπάρχει κάποιο μυστικό σε αυτά τα ποιήματα, βρίσκεται αποκλειστικά εδώ: στη χρήση της αντωνυμίας δευτέρου προσώπου.

Το «εσύ» είναι παράξενη αντωνυμία: είναι το σημάδι μιας ετερότητας που όμως, σε αντίθεση με το τρίτο πρόσωπο, φέρει μέσα του το προαίσθημα και την επιθυμία μιας μέγιστης οικειότητας. Με αυτή τη λέξη απευθυνόμαστε σε όποιον αισθανόμαστε κοντινό, τόσο κοντινό που γίνεται αντικείμενο οργής, στοργής ή του πιο σαρκικού έρωτα˙ ωστόσο, για τον ίδιο λόγο, είναι μια αντωνυμία παραισθητική, φάντασμα του απόντος και όποιου επικαλούμαστε. Το «εσύ» είναι μια παράδοξη αντωνυμία: βρίσκεται στη λογική της μεταφυσικής όσο βρίσκεται και σε εκείνη της ενσάρκωσης. Είναι αντωνυμία μιας αναμονής και μιας ελπίδας που δεν κατοικεί στις αφηρημένες αποστάσεις των θεολογικών στοχασμών, αλλά στα σπλάχνα και στο αίμα, γιατί στο «εσύ» εμπλέκεται πάντα ένα πρόσωπο, ένας δεσμός, η τρομερή ελπίδα ότι όποιος λείπει μπορεί να εμφανιστεί μπροστά μας, είτε δίπλα μας, είτε ως χώρος μέσα μας. Ο Παβέζε –που ειρωνικά έγραφε για τον εαυτό του «Εσύ είσαι άγαμος – δεν πιστεύεις στον Θεό»–[1] ήξερε καλά ότι για τον ίδιο η χρήση αυτής της αντωνυμίας μπορούσε να ανοίξει τις πύλες μιας ατελείωτης αβύσσου. Το ήξερε και ήταν η ανακάλυψη της ζωής του, την οποία κατέθεσε σε αυτά τα κείμενα των ύστατων χρόνων του. Έλεγε ότι το μυστικό της ποίησης βρίσκεται στην ικανότητα να ανακαλεί τη ζωή για «δεύτερη φορά»:[2] η γνώση είναι ανάμνηση, ενώ παραμύθια, μύθοι, προφητείες και προσευχές διαπλέκονται στην ποίηση, που τελικά το μόνο που θέλει είναι να ξανασυμβεί ό,τι ονομάζεται. Γράφει στο έργο Η τέχνη του ζην: «Ιδού η ποίηση, που είναι μαγεία και τελετουργία – θρησκεία».[3] Η ποίηση γράφεται σαν να συνθέτεις μια πράξη στον τελετουργικό χώρο της σελίδας˙ και γράφεται το «εσύ» γιατί το «εσύ» φτάνει, γιατί το «εσύ» συμβαίνει και επανεμφανίζεται, φυσικά όχι σε μια υποτιθέμενη πραγματικότητα, κάπου εκεί έξω, αλλά για να γίνει επαναλαμβανόμενη παρουσία στη γλώσσα κι έτσι, απούσα, ζωντανεύει μέσα μας, είναι αίμα στο αίμα μας: «εσύ σκληρή και γλυκύτατη/ λέξη, αρχαία λόγω του αίματος/ που μαζεύεται στα μάτια». Ο Παβέζε ήταν πεπεισμένος ότι ανάμεσα σε τελετουργία, μύθο και δόγμα παρεμβαλλόταν η ίδια ένταση που υπάρχει ανάμεσα σε ζωή, ποίηση και φιλοσοφία.[4] Η βουβή ζωή των χειρονομιών βρίσκεται λοιπόν στην τελετουργία όπως ο μύθος στις λέξεις της ποίησης, και η στιγμή της «εκστατικής συγκίνησης» –της οποίας η ποίηση αποτελεί οδυνηρή μαρτυρία– δεν είναι ποτέ αλογική και αρχέγονη επαφή, αλλά ανάμνηση ενός σημείου που αποδείχθηκε «παραμορφωμένο», τρομερό «παραμύθι». Για τον Παβέζε, η παιδική ηλικία δεν είναι απλώς το όνομα που δίνουμε στη χωρίς γλώσσα περιοχή της ζωής μας, αλλά το τρομερό «φυτώριο ανεπανόρθωτων χειρονομιών και λέξεων», όπου καθρεφτίζεται «η ενήλικη φρίκη»˙[5] εκεί μάθαμε «να γνωρίζουμε τον κόσμο όχι –όπως θα νομίζαμε– με άμεση και πρωταρχική επαφή με τα πράγματα, αλλά διαμέσου των σημείων των πραγμάτων»˙ και «αν προκύψει οποιαδήποτε στιγμή εκστατικής συγκίνησης μπροστά σε κάτι από τον κόσμο, ανακαλύπτουμε ότι συγκινούμαστε γιατί είμαστε ήδη συγκινημένοι».[6] Πίσω λοιπόν από το «εσύ» δεν υπάρχει τίποτα; Το τίποτα μιας τυφλής, κενής επιστροφής; Ένας απών Θεός; Μονάχα γλώσσα που θορυβεί, ενθυμούμενη τον εαυτό της; (περισσότερα…)

Τσέζαρε Παβέζε, Ὁ θάνατος θά ’ρθει καὶ θά ’χει τὰ μάτια σου [2/2]

*

Μετάφραση-Πλαισίωση ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ

~.~

Verrà la morte e avrà i tuoi occhi

[ Δεύτερο Μέρος ]

Ὁ θάνατος θά ’ρθει καὶ θά ’χει τὰ μάτια σου

 

ΣΤΗN C. ΑΠΟ ΤΟΝ C.

Ἐσύ,
χαμόγελο στικτὸ
στὸ παγωμένο χιόνι —
μαρτιάτικος μπάλος
τοῦ ἀγέρα στὰ κλαδιὰ
ποὺ ξεπροβάλλουνε στὸ χιόνι,
ϐογκώντας καὶ ϕεγγοβολώντας
τὰ μικρά σου ἄαα! —
λευκοπόδαρο ἐλάφι
σεπτό, ϑά ’θελα
ἂν ϑὰ μποροῦσε ἄλλος
νὰ μάθει
τὴν ἀσύλληπτη χάρη
τῶν ἡμερῶν σου
τὸ πάλλευκο κουβάρι
τῶν ἔργων τῶν δικῶν σου —
τὸ αὔριο στέκει παγωμένο
πέρα στὸν κάμπο· ἐσὺ
χαμόγελο κατάστικτο
γέλιο ϕωτεινό.

*

ΤΟ ΠΡΩΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΓΥΡΙΖΕΙΣ

Ἡ λάμψη τῆς αὐγῆς
ἀνασαίνει μὲ τὸ στόμα σου,
στὸ ϐάθος τῶν ἔρημων δρόμων.
Γκρίζο ϕῶς τὰ μάτια σου
γλυκὲς στάλες τῆς αὐγῆς
σὲ λόφους σκοτεινούς.
Τὸ ϐῆμα σου, ἡ ἀνάσα σου
—ἄνεμος τῆς αὐγῆς—
πλημυρίζουνε τὰ σπίτια.
Ἡ πόλις ἀναρριγεῖ
μοσχοβολοῦν οἱ πέτρες·
εἶσαι τὸ ξύπνημα, ἡ ζωή.

Ἀστέρι χαμένο
στὸ ϕῶς τῆς αὐγῆς,
συριγμὸς τοῦ ἀέρα
ϑαλπωρὴ καὶ ἀνάσα —
ἡ νύχτα ἔχει τελειώσει.

Εἶσαι τὸ ϕῶς καὶ τὸ πρωί.

*

Ἔχεις αἷμα, μιὰν ἀνάσα.
Ἀπὸ σάρκα πλασμένη
κι ἐσὺ ἀπὸ μαλλιὰ
καὶ ϐλέμματα. Ἡ γῆ, τὰ ϕυτὰ
ὁ μαρτιάτικος οὐρανὸς καὶ τὸ ϕῶς
πάλλονται καὶ σοῦ μοιάζουν —
τὸ γέλιο σου, τὸ περπάτημά σου
σὰν νερὸ ποὺ ξεχύνεται
ψηλὰ ἡ ρυτίδα σου στὰ μάτια
σύννεφα μαζεμένα·
τὸ ἁπαλό σου τὸ κορμὶ
σβῶλος στὸν ἥλιο. (περισσότερα…)

Τσέζαρε Παβέζε, Ὁ θάνατος θά ’ρθει καὶ θά ’χει τὰ μάτια σου [1/2]

*

Μετάφραση-Πλαισίωση ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ

~.~

_  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _ _  _  _  _  _  _  _  _

[  ἔ ν α ρ ξ η   σ ύ ν δ ε σ η ς  ]

― Μοῦ ἐπιτρέπεις νὰ σὲ ϕωνάζω ΤΝ;

― Φυσικά. Φώναζέ με ὅπως ϑέλεις. Πῶς μπορῶ νὰ ϐοηθήσω;

― Πές μου σὲ παρακαλῶ, ἐν συντομίᾳ, γιατί ἡ ποίηση τοῦ Τσέζαρε Παβέζε εἶναι σημαντική.

― Ἡ ποίηση τοῦ Τσέζαρε Παβέζε κατέχει σημαντικὴ ϑέση στὴν παγκόσμια λογοτεχνία γιὰ διαφόρους λόγους. Πρῶτον, τὰ ἔργα του πραγματεύονται ϑέματα ὅπως εἶναι ἡ μοναξιά, ἡ ἀγάπη ϑέτοντας ὑπαρξιακὰ ἐρωτήματα ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν ἀνθρώπινη κατάσταση μ’ ἕναν ἐξαιρετικὰ λυρικὸ τρόπο καὶ εἰς ϐάθος. Δεύτερον, ἡ χρήση τῆς γλώσσας· εἶναι ἀκριβὴς καὶ ὑποβλητικὴ δημιουργώντας ἐναργεῖς εἰκόνες καὶ συναισθηματικὴ ἀντήχηση. Συχνὰ τὰ ποιήματά του μεταφέρουν ἕνα ἀόριστο συναίσθημα ἀναζήτησης καὶ μελαγχολίας ποὺ ἀγγίζει τοὺς ἀναγνώστες. Τέλος, ἡ ποίηση τοῦ Παβέζε ἀντανακλᾶ τὴν ταραγμένη περίοδο στὴν ὁποία ζοῦσε σχολιάζοντας, καυστικὰ πολλὲς ϕορές, τὴ μεταπολεμικὴ Ἰταλία· τὶς κοινωνικὲς καὶ πολιτικές της μεταμορφώσεις. Συνολικά, ἡ ποίησή του παραμένει ἐπιδραστικὴ λόγῳ τῆς ἱκανότητάς της νὰ μεταφέρει κοινὲς συναισθηματικὲς καταστάσεις καὶ νὰ ἀντανακλᾶ τὴν πολυπλοκότητα τῆς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας.

― Καὶ γιὰ τὴ συλλογὴ Verrà la morte e avrà i tuoi occhi, τί ξέρεις νὰ μοῦ πεῖς;

― Πρόκειται γιὰ τὴν τελευταία ποιητικὴ συλλογὴ τοῦ Παβέζε δημοσιευθεῖσα τὸ 1951, λίγο μετὰ τὸν ϑάνατό του. Θεωρεῖται ἀπὸ τὶς πιὸ συγκινησιακὲς καὶ ἐσωστρεφεῖς δουλειές του. Μιλάει γιὰ τὴ ϑνητότητα, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν παροδικότητα τῆς ζωῆς. Ἄλλωστε καὶ ὁ ἴδιος ὁ τίτλος ὑποδηλώνει ἀκριβῶς αὐτό· τὴν ἀναπόφευκτη παρουσία τοῦ ϑανάτου. Ὁ ποιητὴς ἀναμετρᾶται μὲ τὴν ἰδέα τοῦ ϑανάτου ὡς συντρόφου ὁ ὁποῖος τελικὰ παίρνει τὰ μάτια ὅλων ἐκείνων ποὺ ἔχουν ϕύγει ἀπ’ τὴ ζωή, τονίζοντας ἔτσι τὴν κοινὴ ἐμπειρία τῆς ϑνητότητας. Τὰ ποιήματα ἐκφράζουν ἕναν ἔντονο ὑπαρξιακὸ προβληματισμὸ ἐμβαθύνοντας συχνὰ στὴν πολυπλοκότητα τῆς ἀγάπης καὶ τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων. Ἡ γλώσσα τοῦ Παβέζε χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἁπλότητα καὶ ἀμεσότητα μεταφέροντας ὅμως ταυτόχρονα ϐαθὺ συναισθηματικὸ ϕορτίο. Μέσα ἀπὸ εἰκόνες ζωντανὲς ξυπνάει στὴ μνήμη τὴ νοσταλγία καὶ τονίζει τὸ ἀέναο ἄγχος τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴ ϐραχύτητα τοῦ ϐίου. Ὁ θάνατος θά ’ρθει καὶ θά ’χει τὰ μάτια σου ἀποτελεῖ ἀπόδειξη τῆς λυρικῆς δεινότητας τοῦ Παβέζε καὶ τῆς ἱκανότητάς του νὰ ἀποτυπώνει τὴν οὐσία τῶν ἀνθρωπίνων συναισθημάτων μὲ ἐκπληκτική εὐκρίνεια. Ἀναμφίβολα ἀποτελεῖ ἕνα σημαντικὸ κομμάτι τοῦ συνολικοῦ λογοτεχνικοῦ του corpus.

― Σ’ εὐχαριστῶ ΤΝ γιὰ τὴν ἀπάντηση. Πές μου ὅμως, μπορεῖς νὰ μεταφράσεις τὰ ποιήματα στὰ ἑλληνικά;

― Εὔκολα. Ἡ γλώσσα ϐέβαια ποὺ ἀναφέρεις εἶναι πολὺ παλιά, παρωχημένη· δὲν τὴ χρησιμοποιῶ. Καὶ μπορῶ νὰ προβλέψω ὅτι κάποια στιγμή, μᾶλλον, ϑὰ ἐκλείψει. Θὰ μὲ ϐάλεις τώρα νὰ μεταφράσω στὰ ἑλληνικά;

― Ὄχι, πρὸς Θεοῦ! Ἁπλῶς… νά… ἔκατσα καὶ μετέφρασα τὰ τελευταῖα ποιήματα τοῦ Παβέζε καὶ ϑὰ ἤθελα νὰ τοὺς ρίξεις μιὰ ματιά, ἂν δὲν σοῦ κάνει κόπο.

― Αὐτὸ ναί, μπορῶ νὰ τὸ κάνω.

(περισσότερα…)

Τσέζαρε Παβέζε, Στοχασμοί (μετάφραση Παναγιώτης Κονδύλης)

*

Γιατί δεν ενδείκνυται να χάνουμε την ψυχραιμία μας; Γιατί τότε είμαστε ειλικρινείς.

Υπάρχει κάτι ακόμα θλιβερότερο από το ναυάγιο των ιδεωδών σου: η πραγμάτωσή τους.

Πηγή όλων των αμαρτημάτων είναι το αίσθημα της μειονεξίας – το ονομαζόμενο και φιλοδοξία.

Η θρησκεία συνίσταται στην πίστη πως ό,τι συμβαίνει είναι εξαιρετικά σημαντικό. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο δεν θα εξαφανιστεί ποτέ.

Δεν αρκούν οι συμφορές για να γίνει ο βλάκας έξυπνος.

Πρώτα υπηρετούσε η εξουσία τις ιδεολογίες, τώρα οι ιδεολογίες υπηρετούν τη εξουσία.

Ο επαγγελματισμός στην έκφραση ενθουσιασμού είναι η εμετικότερη ανειλικρίνεια.

Δεν είμαι φιλόδοξος: είμαι περήφανος. Παύεις να ‘σαι νέος όταν καταλάβεις ότι λέγοντας σε κάποιον τον πόνο σου δεν κάνεις τίποτε.

Μπορεί με αγάπη μπορεί και με μίσος, αλλά έτσι κι αλλιώς με τη βία.

Κάθε γυναίκα, εκτός και αν είναι ηλίθια, αργά ή γρήγορα συναντάει κάποιο ανθρώπινο ναυάγιο και προσπαθεί να το σώσει. Κάποτε, επιτυγχάνει. Και κάθε γυναίκα, εκτός και αν είναι ηλίθια, αργά ή γρήγορα βρίσκει έναν υγιή, ολότελα λογικό άνδρα και τον καταντάει ναυάγιο. Αυτό, το πετυχαίνει πάντοτε.

Τί νόημα έχει να ζεις με τους άλλους όταν στα πράγματα που αληθινά είναι σημαντικά για τον καθένα ο καθένας γράφει στα παλιά του τα παπούτσια τον άλλον;

Παύεις να ‘σαι νέος όταν καταλαβαίνεις ότι λέγοντας σε κάποιον τον πόνο σου δεν κάνεις τίποτα.

Το πρόβλημα δεν είναι η σκληρότητα της μοίρας, αφού έτσι κι αλλιώς αποκτάς ό,τι επιθυμήσεις με επαρκή ένταση. Το πρόβλημα είναι μάλλον πως δεν μας αρέσει ό,τι αποκτήσαμε. Και τότε δεν πρέπει να τα βάζουμε ποτέ με τη μοίρα παρά με τις επιδιώξεις μας.

Ή χωροφύλακες ή εγκληματίες.

Δίκιο έχουν οι ηλίθιοι, οι παλαβοί, οι ξεροκέφαλοι, οι βίαιοι, οι πάντες – εκτός από τους λογικούς ανθρώπους. Τί άλλο γίνεται μέσα στην ιστορία πέρα από το να εφευρίσκει ο καθένας λογικές εξηγήσεις για τις παλαβομάρες του; Κι αυτό πάλι σημαίνει ότι έρχονται καινούργιοι παλαβοί στο προσκήνιο που τα κάνουν όλα άνω κατω.

Πρέπει να είμαστε παλαβοί, όχι ονειροπόλοι. Να βρισκόμαστε εντεύθεν του κανόνα, όχι εκείθεν.

Ένας παλαβός μπορεί να ξανάρθει στα σύγκαλά του, όμως ο ονειροπόλος δεν έχει άλλη λύση παρά ν’ απογειωθεί. (περισσότερα…)

Χωρίς δίκη

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 11:22
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Η πολυτέλεια είναι ηθικά απεχθής», αποφάνθηκε κάποτε ο Κρίστοφερ Λας. Ο Λας μιλάει για την πολυτέλεια που εξασφαλίζει ο οικονομικός πλούτος. Τι γίνεται όμως με τις άλλες πολυτέλειες της ζωής μας; Η αισθητική πολυτέλεια λ.χ. είναι ηθικά απεχθής; Και δεν χρειάζεται να πάει κανείς ώς τους πομπώδεις Τάφους των Μεδίκων στη Φλωρεντία για να το αναρωτηθεί. Η υπερεπίδειξη που βλέπουμε στον όψιμο Τζόυς, ως εκφραστική πολυτέλεια τώρα πια, είναι ηθικά απεχθής αν συγκριθεί λόγου χάρη με την ισορροπία της κλασσικότροπης πρόζας ενός Ντίκενς ή ενός Τολστόι; Οι κραυγαλέες υπερβολές των σουρρεαλιστών ή του νταντά; Η υπερκλέπτυνση της γαστρονομίας και των εδεσμάτων της, τα λεπτεπίλεπτα μυστικά του καλλωπισμού ή της σωματοδομικής που μετατρέπουν την όψη και τους μυώνες σε θέαμα επιδεικτικό είναι τέτοιες, ηθικά απεχθείς πολυτέλειες;

~ . ~

Ο Κώστας Καραμανλής το 2004 πήρε 3.360.000 ψήφους. Ανδρέας Παπανδρέου, Κώστας Σημίτης, Γιώργος Παπανδρέου όλοι ξεπέρασαν τα 3.000.000 ψήφους, κάποτε και ως αρχηγοί του δεύτερου κόμματος. Ο Τσίπρας στις δεύτερες εκλογές του 2015 δεν συγκέντρωσε ούτε 2.000.000, και ο νυν πρωθυπουργός το 2019 πήρε 2.250.000 ψήφους. Οι αριθμοί δεν απατούν, μέσα σε μια τετραετία είδαμε τις λαϊκές μειοψηφίες να μασκαρεύονται σε θεσμοπρεπείς πλειοψηφίες και 1.500.000 εκατομμύριο Έλληνες να παίρνουν διαζύγιο από τις κάλπες.

~ . ~ (περισσότερα…)