Τσέζαρε Παβέζε, Ὁ θάνατος θά ’ρθει καὶ θά ’χει τὰ μάτια σου [1/2]

*

Μετάφραση-Πλαισίωση ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ

~.~

_  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _ _  _  _  _  _  _  _  _

[  ἔ ν α ρ ξ η   σ ύ ν δ ε σ η ς  ]

― Μοῦ ἐπιτρέπεις νὰ σὲ ϕωνάζω ΤΝ;

― Φυσικά. Φώναζέ με ὅπως ϑέλεις. Πῶς μπορῶ νὰ ϐοηθήσω;

― Πές μου σὲ παρακαλῶ, ἐν συντομίᾳ, γιατί ἡ ποίηση τοῦ Τσέζαρε Παβέζε εἶναι σημαντική.

― Ἡ ποίηση τοῦ Τσέζαρε Παβέζε κατέχει σημαντικὴ ϑέση στὴν παγκόσμια λογοτεχνία γιὰ διαφόρους λόγους. Πρῶτον, τὰ ἔργα του πραγματεύονται ϑέματα ὅπως εἶναι ἡ μοναξιά, ἡ ἀγάπη ϑέτοντας ὑπαρξιακὰ ἐρωτήματα ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν ἀνθρώπινη κατάσταση μ’ ἕναν ἐξαιρετικὰ λυρικὸ τρόπο καὶ εἰς ϐάθος. Δεύτερον, ἡ χρήση τῆς γλώσσας· εἶναι ἀκριβὴς καὶ ὑποβλητικὴ δημιουργώντας ἐναργεῖς εἰκόνες καὶ συναισθηματικὴ ἀντήχηση. Συχνὰ τὰ ποιήματά του μεταφέρουν ἕνα ἀόριστο συναίσθημα ἀναζήτησης καὶ μελαγχολίας ποὺ ἀγγίζει τοὺς ἀναγνώστες. Τέλος, ἡ ποίηση τοῦ Παβέζε ἀντανακλᾶ τὴν ταραγμένη περίοδο στὴν ὁποία ζοῦσε σχολιάζοντας, καυστικὰ πολλὲς ϕορές, τὴ μεταπολεμικὴ Ἰταλία· τὶς κοινωνικὲς καὶ πολιτικές της μεταμορφώσεις. Συνολικά, ἡ ποίησή του παραμένει ἐπιδραστικὴ λόγῳ τῆς ἱκανότητάς της νὰ μεταφέρει κοινὲς συναισθηματικὲς καταστάσεις καὶ νὰ ἀντανακλᾶ τὴν πολυπλοκότητα τῆς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας.

― Καὶ γιὰ τὴ συλλογὴ Verrà la morte e avrà i tuoi occhi, τί ξέρεις νὰ μοῦ πεῖς;

― Πρόκειται γιὰ τὴν τελευταία ποιητικὴ συλλογὴ τοῦ Παβέζε δημοσιευθεῖσα τὸ 1951, λίγο μετὰ τὸν ϑάνατό του. Θεωρεῖται ἀπὸ τὶς πιὸ συγκινησιακὲς καὶ ἐσωστρεφεῖς δουλειές του. Μιλάει γιὰ τὴ ϑνητότητα, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν παροδικότητα τῆς ζωῆς. Ἄλλωστε καὶ ὁ ἴδιος ὁ τίτλος ὑποδηλώνει ἀκριβῶς αὐτό· τὴν ἀναπόφευκτη παρουσία τοῦ ϑανάτου. Ὁ ποιητὴς ἀναμετρᾶται μὲ τὴν ἰδέα τοῦ ϑανάτου ὡς συντρόφου ὁ ὁποῖος τελικὰ παίρνει τὰ μάτια ὅλων ἐκείνων ποὺ ἔχουν ϕύγει ἀπ’ τὴ ζωή, τονίζοντας ἔτσι τὴν κοινὴ ἐμπειρία τῆς ϑνητότητας. Τὰ ποιήματα ἐκφράζουν ἕναν ἔντονο ὑπαρξιακὸ προβληματισμὸ ἐμβαθύνοντας συχνὰ στὴν πολυπλοκότητα τῆς ἀγάπης καὶ τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων. Ἡ γλώσσα τοῦ Παβέζε χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἁπλότητα καὶ ἀμεσότητα μεταφέροντας ὅμως ταυτόχρονα ϐαθὺ συναισθηματικὸ ϕορτίο. Μέσα ἀπὸ εἰκόνες ζωντανὲς ξυπνάει στὴ μνήμη τὴ νοσταλγία καὶ τονίζει τὸ ἀέναο ἄγχος τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴ ϐραχύτητα τοῦ ϐίου. Ὁ θάνατος θά ’ρθει καὶ θά ’χει τὰ μάτια σου ἀποτελεῖ ἀπόδειξη τῆς λυρικῆς δεινότητας τοῦ Παβέζε καὶ τῆς ἱκανότητάς του νὰ ἀποτυπώνει τὴν οὐσία τῶν ἀνθρωπίνων συναισθημάτων μὲ ἐκπληκτική εὐκρίνεια. Ἀναμφίβολα ἀποτελεῖ ἕνα σημαντικὸ κομμάτι τοῦ συνολικοῦ λογοτεχνικοῦ του corpus.

― Σ’ εὐχαριστῶ ΤΝ γιὰ τὴν ἀπάντηση. Πές μου ὅμως, μπορεῖς νὰ μεταφράσεις τὰ ποιήματα στὰ ἑλληνικά;

― Εὔκολα. Ἡ γλώσσα ϐέβαια ποὺ ἀναφέρεις εἶναι πολὺ παλιά, παρωχημένη· δὲν τὴ χρησιμοποιῶ. Καὶ μπορῶ νὰ προβλέψω ὅτι κάποια στιγμή, μᾶλλον, ϑὰ ἐκλείψει. Θὰ μὲ ϐάλεις τώρα νὰ μεταφράσω στὰ ἑλληνικά;

― Ὄχι, πρὸς Θεοῦ! Ἁπλῶς… νά… ἔκατσα καὶ μετέφρασα τὰ τελευταῖα ποιήματα τοῦ Παβέζε καὶ ϑὰ ἤθελα νὰ τοὺς ρίξεις μιὰ ματιά, ἂν δὲν σοῦ κάνει κόπο.

― Αὐτὸ ναί, μπορῶ νὰ τὸ κάνω.

― Τέλεια. Καὶ μετὰ μοῦ λὲς τὴ γνώμη σου.

― Μπορῶ νὰ σοῦ τὴν πῶ καὶ τώρα. Ἀλλὰ ἔχω χρόνο, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς ἀνθρώπους.

― Πολὺ ὡραῖα. Ξεκινᾶμε;

― Φύγαμε.

_  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _ _  _  _  _  _  _  _  _

Verrà la morte e avrà i tuoi occhi

[ Πρώτο Μέρος ]

Ἡ γῆ καὶ ὁ θάνατος

Mαύρη γῆ, γῆ κοκκινωπὴ
ἔρχεσαι ἀπ’ τὴ ϑάλασσα
ἀπὸ τὴν ἄγονη πρασινάδα
ὅπου λέξεις ἀρχαῖες
καὶ μιὰ ματωμένη ἐξάντληση
στέκουν· καὶ γεράνια στὰ ϐράχια.
Δὲν ξέρεις πόση κούραση
καὶ λόγια ϑαλασσινὰ ϕέρεις,
ἐσὺ πλούσια σὰν ϑύμηση
ἔρημη σὰν ἐξοχὴ
ἐσὺ σκληρὴ μὰ γλυκυτάτη
λέξη, ἀρχαία ἀπὸ αἷμα
στοιβαγμένο μὲς στὰ μάτια.
Νέα, ὅπως τὸ ϕροῦτο
(πού ‘ναι ϑύμηση πού ’ναι ἐποχή)
ἡ ἀνάσα σου ξαποσταίνει
κάτω ἀπ’ τὸ ϕῶς τοῦ Αὐγούστου·
οἱ ἐλιὲς στὸ ϐλέμμα σου
γαληνεύουν τὴ ϑάλασσα.
Κι ἐσὺ ζῆς καὶ ξαναζῆς
χωρὶς ἐκπλήξεις, σίγουρη
ὅπως ἡ γῆ, ζοφερὴ
ὅπως ἡ γῆ τῶν ἐποχῶν
καὶ τῶν ὀνείρων λιοτρίβι
ἀρχαιότατο ποὺ ϕανερώνεται
στὸ ϕεγγάρι, ὅπως
τὰ χέρια τῆς μητέρας σου
τὸ σκεῦος πάνω στὴν πυροστιά.

*

Εἶσαι ὅπως μιὰ γῆ
ποὺ δὲν πρόφερε ποτὲ κανείς.
Τίποτα δὲν προσμένεις
μονάχα τὴ λέξη
ποὺ ξεφυτρώνει ἀπ’ τὰ ϐάθη
σὰν τὸν καρπὸ ἀνάμεσα στὰ ϕύλλα.
Ὅτι ἕνας ἄνεμος σὲ πλησιάζει.
Πράγματα νεκρά, ξερὰ
σ’ ἀγκαλιάζουν πᾶνε στὸν ἄνεμο.
Λόγια καὶ μέλη ἀρχαῖα.
Μέσα στὸ ϑέρος ἐσὺ τρέμεις.

*

Μέχρι καὶ σὺ εἶσαι λόφος
καὶ πέτρινο μονοπάτι
καὶ παιχνίδι στὶς καλαμιές·
γνωρίζεις τὸ ἀμπέλι
ποὺ σωπαίνει τὶς νύχτες.
Δὲν λὲς τίποτα.

Ὑπάρχει μιὰ γῆ ποὺ σωπαίνει —
μιὰ γῆ ὄχι ἡ δική σου.
Ὑπάρχει μιὰ σιωπὴ
ποὺ διαρκεῖ σὲ ϕυτὰ καὶ λόφους.
Ὑπάρχουν νερὰ καὶ λιβάδια.
Εἶσαι μιὰ κλειστὴ σιωπὴ
ποὺ δὲν σπάει· εἶσαι χείλη
καὶ μάτια σκοτεινά. Εἶσαι τὸ ἀμπέλι.

Εἶναι μιὰ γῆ ποὺ περιμένει
καὶ δὲν λέει τίποτα.
Μέρες περάσαν
κάτω ἀπὸ οὐρανοὺς ϕλογερούς —
ἔπαιξες στὰ σύννεφα.
Εἶναι μιὰ κακόβουλη γῆ·
τὸ μέτωπό σου τὸ ξέρει.
Μέχρι κι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀμπέλι.

Θὰ ξαναβρεῖς τὰ σύννεφα
τὶς καλαμιὲς καὶ τὶς ϕωνές,
σὰν σκιὰ στὸ ϕεγγαρόφωτο.
Θὰ ξαναβρεῖς τὰ λόγια
πέρα ἀπ’ τὴ σύντομη
νυχτερινὴ ζωὴ τῶν παιχνιδιῶν,
τὴν πυρωμένη παιδικὴ ἡλικία.
Θά ’ναι γλυκὸ νὰ σωπαίνεις.
Εἶσαι ἡ γῆ καὶ τὸ ἀμπέλι.
Μιὰ ϕλογερὴ σιωπὴ
ϑὰ κατακάψει τὴν ἐξοχὴ
σὰν τὶς ϕωτιὲς τὸ ἀπόγευμα.

*

Ἔχεις τὴν ὄψη σμιλεμένης πέτρας
κι αἷμα ἀπὸ χῶμα σκληρό —
ἦρθες ἀπ’ τὴ ϑάλασσα.
Ὅλα τὰ δέχεσαι, ὅλα τὰ ἐξετάζεις
καὶ τ’ ἀποδιώχνεις
ὅπως ἡ ϑάλασσα. Στὴν καρδιά σου
ὑπάρχει σιωπή, πνιγμένα
λόγια. Εἶσαι σκοτεινή.
Ἡ αὐγὴ γιὰ σένα εἶναι σιωπή.

Καὶ εἶσαι
ὅπως οἱ ϕωνὲς τῆς γῆς —
ὁ κτύπος τοῦ κουβᾶ στὸ πηγάδι
τὸ τραγούδι τῆς ϕωτιᾶς,
ὁ γδοῦπος τοῦ μήλου ποὺ πέφτει·
τὰ κουρασμένα λόγια
τὰ πικρὰ λόγια στὸ κατώφλι
τὸ κλάμα τοῦ μωροῦ —
πράγματα ποὺ δὲν ξεχνιοῦνται ποτέ.
Δὲν ἀλλάζεις. Εἶσαι σκοτεινή.
Εἶσαι τὸ κλειστὸ κελάρι
μὲ τὸ χιλιοπατημένο δάπεδο
ὅπου μπῆκε
κάποτε τὸ ξυπόλυτο παιδί·
τὸ ϑυμᾶται ἀκόμα.
Εἶσαι τὸ σκοτεινὸ δωμάτιο
ποὺ ϑυμόμαστε ἀκόμα —
τὸ ἀρχαῖο προαύλιο
ὅπου σκόρπισε ἡ αὐγή.

*

Ἐσὺ δὲν ξέρεις τοὺς λόφους
ὅπου χύθηκε τὸ αἷμα.
Φύγαμε ὅλοι
πετάξαμε τὰ ὅπλα ὅλοι
καὶ τ’ ὄνομά μας. Μιὰ γυναίκα
μᾶς κοίταζε νὰ τὸ σκᾶμε.
Μόνον ἕνας ἀπὸ μᾶς
στάθηκε μὲ τὴ γροθιὰ κλειστή,
κοίταξε τὸν ἄδειον οὐρανὸ
ἔγειρε τὸ κεφάλι καὶ πέθανε
σιωπηλά, κάτω ἀπὸ τὸν τοῖχο.
Τώρα εἶναι ἕνα ματωμένο κουρέλι
καὶ τ’ ὄνομά του. Μιὰ γυναίκα
μᾶς περιμένει στοὺς λόφους.

*

Ἀπὸ ἁλμύρα καὶ χῶμα
εἶναι ἡ ματιά σου. Μιὰ μέρα
ἔσταξες ϑάλασσα.
Δίπλα σου εἶχες ϕυτὰ
ζεστά· σὲ ϑυμοῦνται
ἀκόμη καὶ τώρα —
ἡ ἀγαύη κι ἡ πικροδάφνη.
Τὰ κλείνεις ὅλα στὰ δυό σου μάτια.
Ἀπὸ ἁλμύρα καὶ χῶμα
ἔχεις τὶς ϕλέβες, τὴν πνοή.

Ἀεράκι ζεστὸ
σκιὰ τοῦ μεσοκαλόκαιρου,
κλείνεις τὰ πάντα μέσα σου.
Εἶσαι ἡ ϐραχνὴ ϕωνὴ
τῆς ἐξοχῆς, τὸ σκούξιμο
τῆς κρυμμένης χαμοπέρδικας,
ἡ ζέστα τῆς πέτρας.
Ἡ ἐξοχὴ εἶναι κούραση
ἡ ἐξοχὴ εἶναι πόνος.
Μὲ τὴ νύχτα
τὰ χέρια τοῦ ἀγρότη σωπαίνουν.
Εἶσαι ἡ μεγάλη κούραση,
ἡ νύχτα ποὺ χορταίνει.

Ὅπως ὁ ϐράχος καὶ τὸ χορτάρι
σὰν γῆ εἶσαι κλειστή —
ἀγριεμένη ὅπως ἡ ϑάλασσα.
Δὲν ὑπάρχει λέξη
νὰ σὲ χωράει
ἢ νὰ σὲ κρατήσει. Μαζεύεις
τὰ χτυπήματα ὅπως ἡ γῆ
καὶ τοὺς δίνεις ζωὴ
ἀνάσα ποὺ χαϊδεύει, σιωπή.
Εἶσαι στεγνὴ ὅπως ἡ ϑάλασσα
ὅπως τὸ ἄνθος τῆς ξέρας
καὶ δὲν λὲς τίποτα,
κανεὶς δὲν σοῦ μιλάει.

*

Ἔρχεσαι διαρκῶς ἀπὸ τὴ ϑάλασσα
κι ἔχεις τὴ ϐραχνὴ ϕωνή της,
μάτια διαρκῶς μυστικὰ
νερὰ τρεχούμενα ἀνάμεσα στὰ ϐάτα
κι ἕνα μέτωπο σκυφτὸ
σὰν οὐρανὸς ϐαρὺς ἀπὸ τὰ σύννεφα.
Κάθε στιγμὴ ξαναζῆς
σὰν κάτι ἀρχαῖο καὶ ἄγριο
ποὺ ἡ καρδιὰ τὸ γνώριζε ἤδη
καὶ σφίχτηκε.

Κάθε ϕορὰ εἶναι ξερίζωμα,
κάθε ϕορὰ ὁ ϑάνατος —
πολεμᾶμε συνέχεια.
Ὅποιος διαλέγει τὴ σύγκρουση
γεύεται τὸν ϑάνατο
καὶ τὸν ϕέρει στὸ αἷμα.
Σὰν καλοὶ ἐχθροὶ
ποὺ δὲν μισοῦνται πιὰ
μοιραζόμαστε τὴν ἴδια ϕωνὴ
τὸν ἴδιο πόνο,
ζῶντας ἀντιμέτωποι
κάτω ἀπ’ ἕναν ἄθλιο οὐρανό.
Μεταξύ μας δὲν ὑπάρχουν παγίδες
ἄχρηστα πράγματα —
ϑὰ πολεμᾶμε συνέχεια.
Θὰ πολεμᾶμε ἀκόμα
ϑὰ πολεμᾶμε συνέχεια
γιατὶ γυρεύουμε τὸν ὕπνο
ἀγκαλιασμένοι τοῦ ϑανάτου,
κι ἔχουμε ϕωνὴ ϐραχνὴ
μέτωπο σκυφτὸ καὶ ἄγριο
κι ἕναν οὐρανὸ κοινό.
Εἴμαστε πλασμένοι γι’ αὐτό.
Ἂν ἐγὼ ἢ ἐσὺ ἐνδώσουμε στὴ μάχη
μιὰ νύχτα ϑ’ ἀκολουθήσει μακρὰ
ποὺ δέν εἰναι εἰρήνη δέν εἰναι ἀνακωχὴ
οὔτε ϑάνατος πραγματικός.
Ἐσὺ δὲν ὑπάρχεις πιά. Τὰ χέρια
μάταια παλεύουν.
Ὅσο ϑὰ τρέμει ἡ καρδιά μας —
ἕνα σου ὄνομα ἔχει εἰπωθεῖ.
Ὁ ϑάνατος ξαναρχίζει.
Ἄγνωστο πράγμα καὶ ἄγριο
ξαναγεννήθηκες ἀπὸ τὴ ϑάλασσα.

*

Ἐμεῖς λοιπὸν οἱ δειλοὶ
ποὺ ἀγαπούσαμε τὴ χαμηλόφωνη
νύχτα, τὰ σπίτια
τὸ μονοπάτι στὸ ποτάμι
τὰ ϐρωμερὰ καὶ κόκκινα ϕῶτα
τῶν τόπων ἐκείνων,
τὴ γλυκειὰ καὶ σιωπηλὴ ϑλίψη —
ἐμεῖς, ἁπλώσαμε τὰ χέρια
στὴ ζωντανὴ ἁλυσίδα
καὶ σιωπήσαμε. Μὰ ἡ καρδιὰ
πλημύρισε ἀπὸ αἷμα
καὶ πιὰ δὲν ἦταν γλύκα
δὲν ἦταν πιὰ ἐγκατάλειψη
στὸ μονοπάτι στὸ ποτάμι —
ὄχι πιὰ δοῦλοι· μάθαμε
νὰ εἴμαστε μόνοι καὶ ζωντανοί.

*

Εἶσαι ἡ γῆ καὶ ὁ ϑάνατος.
Ἡ ἐποχή σου εἶναι ἡ σιγὴ
καὶ τὸ σκοτάδι. Τίποτα δὲν ζῆ
πιὸ μακριὰ ἀπὸ τὴν αὐγὴ
ἀπ’ ὅ,τι ἐσύ.

Ἑτοιμάζεσαι νὰ ξυπνήσεις
κι εἶσαι μονάχα πόνος
—πόνος στὰ μάτια καὶ στὸ αἷμα—
μὰ ἐσὺ δὲν νιώθεις. Ζῆς
ὅπως ζῆ μιὰ πέτρα
ἡ ἄγονη γῆ.
Καὶ σὲ ντύνουν ὄνειρα
λυγμοί, σπασμοὶ
ποὺ ἀγνοεῖς. Ὁ πόνος
σὰν τὸ νερὸ μιᾶς λίμνης
τρέμει καὶ σὲ κυκλώνει —
κύκλοι πάνω στὸ νερό.
Τοὺς ἀφήνεις ν’ ἀργοσβήσουν.
Εἶσαι ἡ γῆ καὶ ὁ ϑάνατος.

*

( Δεύτερο μέρος ἐδῶ. )