ποίηση

Πάμπλο Νερούδα, ο μύθος κι ο άνθρωπος

5f8d07886f1f1808e8421c730397ece3_xl

~.~

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ ~.~

Νερούδα, δράμα, 2016, διάρκεια: 107′
σκηνοθεσία: Πάμπλο Λαραΐν
σενάριο: Γκιγιέρμο Καλντερόν

Είναι δύσκολο να κρίνει κανείς μια ταινία που προσφέρει μια διαφορετική κι αναπάντεχη ίσως οπτική για ένα τόσο αναγνωρισμένο και δημοφιλές πρόσωπο όσο ο Νερούδα. Ακόμη δυσκολότερο είναι να κατορθώσει ο θαυμαστής ή και λάτρης του Χιλιανού ποιητή να διατηρήσει μια όσο το δυνατόν νηφάλια προσέγγιση που θα του επιτρέψει μια δίκαιη και ειλικρινή ματιά στο έργο, δίχως εκ των προτέρων διαμορφωμένες κρίσεις και προκαταλήψεις.

Ομολογουμένως, στην κινηματογραφική αίθουσα προσήλθαμε με την ιδιότητα του ανθρώπου που γνωρίζει κι έχει μεταφράσει ποίηση του Νερούδα και τον αγαπά, για να διαπιστώσουμε όμως σύντομα πως αυτήν την ιδιότητα πρέπει να την αφήσουμε για λίγο στην άκρη, αν θέλουμε να κατανοήσουμε την ταινία του Λαραΐν  και να ‘κερδίσουμε’ κάτι από αυτήν.

Η ταινία αναφέρεται στην περίοδο της πολιτικής καταδίωξης του Νερούδα, ξεκινώντας λίγο πριν την έκδοση εντάλματος για τη σύλληψή του και φτάνοντας ώς την επιτυχή –μετά από επανειλημμένες προσπάθειες– διαφυγή του στην Αργεντινή. Αναμειγνύοντας πραγματικά γεγονότα με αρκετή φαντασία, ‘ποιητικότητα’ και –κάποτε– σουρεαλισμό, η ταινία προκάλεσε αντικρουόμενες μεταξύ τους αντιδράσεις. Άλλοι την θεώρησαν εν πολλοίς ‘εκτός θέματος’, διατεινόμενοι πως πρωταγωνιστής γίνεται, αντί για τον ποιητή, ένα  δευτερεύον πρόσωπο. Άλλοι είδαν στον Νερούδα του Λαραΐν μια καρικατούρα του δημιουργού του Γενικού Άσματος, ενώ άλλοι, αντιθέτως, έκαναν λόγο για θεοποίησή του. Πολύ εύκολα θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί κάτι από αυτά, εφόσον έμενε σε μια επιφανειακή κι αποσπασματική κρίση της ταινίας.

Είναι γεγονός ότι –αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς δεδομένου του τίτλου της ταινίας– στο προσκήνιο φαίνεται να είναι ο αστυνομικός διευθυντής και διώκτης του Νερούδα, Περουσονό. Ας προσέξουμε, εξάλλου, ότι ο Περουσονό είναι ο αφηγητής, τη δική του αφήγηση ακολουθούμε. Από την άλλη, ο σκηνοθέτης βάζει τον ίδιο το χαρακτήρα να δίνει στον θεατή το κλειδί που ξεκλειδώνει το ρόλο του στην ταινία: «ο Νερούδα, λέγοντας το όνομά μου, με έκανε από δευτερεύοντα ρόλο, πρωταγωνιστή». Στην ταινία του Λαραΐν καλούμαστε να γνωρίσουμε τον Νερούδα μέσα από τα μάτια των άλλων: των συζύγων του, των φίλων του, τυχαίων γνωριμιών του, των πολιτικών συντρόφων του, των επικριτών του, ακόμη και του διώκτη του. Στο επίκεντρο όμως είναι ο Νερούδα.

Ακόμη ευκολότερα μπορεί να παρασυρθεί κανείς και να μιλήσει για διακωμώδηση του προσώπου, βλέποντας έναν Νερούδα να συχνάζει σε οίκους ανοχής και να απολαμβάνει μεθυσμένος την παρέα γυμνών γυναικών σαν σε αρχαιοελληνικό συμπόσιο, έναν Νερούδα neruda_trailerνα μεταμφιέζεται σε Λώρενς της Αραβίας, έναν Νερούδα να πίνει και να φωνάζει σαν ‘άξεστος’ campesino ή να ντρέπεται για τη μεγάλη του κοιλιά. Ωστόσο, έχοντας ως αφετηρία αφενός τη διαπίστωση ότι καμία ταινία και κανένα έργο δεν μπορεί (πλέον) να βλάψει έναν Νερούδα, αφετέρου το ότι ο σκηνοθέτης είναι συμπατριώτης του ποιητή και δεν θα υπήρχε λόγος (πλέον) να επιχειρήσει την όποια ‘δυσφήμισή’ του, δεν μπορούμε παρά να αναζητήσουμε περαιτέρω τους λόγους μιας τέτοιας παρουσίασης. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε είναι ότι επιχειρείται η μετακίνηση από το Μύθο του Νομπελίστα ποιητή και διωκόμενου πολιτικού στον άνθρωπο Νερούδα, με τις αδυναμίες και τα πάθη που ως άνθρωπος θα πρέπει (κι αυτός) να είχε.

Όσο για εκείνους που κάνουν λόγο για μυθοποίηση του Νερούδα στην ταινία, εύκολα μπορεί να παραστρατήσει ο θεατής και να το υποθέσει, παρακολουθώντας μια πρώτη σύζυγο του ποιητή να παραληρεί υπέρ του, περιφρονημένους ανθρώπους των οίκων ανοχής να κλαίνε από συγκίνηση για την ανθρωπιά του, φτωχούς και αδικημένους να τον αγαπούν και να τον βοηθούν να αποδράσει ή και τον ίδιο τον διώκτη του να υποκύπτει στη γοητεία του χαρακτήρα του. Μάλιστα η δεύτερη σύζυγος του ποιητή, Ντέλια ντελ Καρρίλ, παρουσιάζεται να λέει στον αστυνόμο πως δεν την νοιάζει αν την σκοτώσουν γιατί ο Νερούδα έχει γράψει για εκείνην, επομένως είναι αθάνατη (στην ταινία οι προσωπικότητες της δεύτερης και της τρίτης συζύγου του Νερούδα συμφύρονται). Έτσι, ο ποιητής είναι εκείνος που, σαν άλλος θεός, αποφασίζει για την μελλοντική ύπαρξη ή μη των προσώπων, κάτι που δεν απέχει πολύ απ’ την αλήθεια. Ίσως λοιπόν ο σκηνοθέτης να πρόσθεσε τις κωμικές σκηνές που αναφέραμε παραπάνω, ακριβώς για να αποφύγει μια μονομερή κι εκθειαστική αποτύπωση της προσωπικότητας και  να επιτύχει μια πιο ισορροπημένη ματιά.

Αναμφισβήτητα, η ταινία συνιστά αποσπασματική προσέγγιση της προσωπικότητας του Νερούδα. Για παράδειγμα αποτυπώνει τις ιδιότητές του ως ποιητή και πολιτικού, αλλά αποσιωπά εκείνην του διπλωμάτη. Άλλος ένας λόγος ‒δεδομένων των σύγχρονων πολιτικών ηθών‒ να γίνει πιστευτή μια καρικατούρα του. Ακόμη, διπλωματικά αποφεύγεται το θέμα του αμφιλεγόμενου θανάτου του ποιητή (πιθανότατη δολοφονία κατ’ εντολή του δικτάτορα Πινοτσέτ). Ωστόσο, μια προσπάθεια πλήρους, εμπεριστατωμένης και αντικειμενικής παρουσίασης της προσωπικότητας θα αποτελούσε κάλιστα το αντικείμενο, όχι διατριβής, αλλά εγκυκλοπαίδειας.

Παράλληλα, σε μια αποσπασματική παρουσίαση δεν θυσιάζεται απαραιτήτως η Αλήθεια. Αυτήν την Αλήθεια τη μαθαίνει ο θεατής μέσα από το συμβολισμό της καλύτερης (κατά την ταπεινή μας γνώμη) σκηνής της ταινίας, τόσο από απόψη σκηνοθεσίας, όσο και ερμηνείας. Δεν είναι άλλη, από τη σκηνή όπου ένας τραβεστί ανακρίνεται από τον Πpablo-nerudaερουσονό και περιγράφει την εμπειρία του από τη σύντομη συνάντησή του με τον ποιητή: έναν ποιητή που του συμπεριφέρθηκε «ανθρώπινα», «ως ίσο προς ίσο», σε ένα διάλογο «μεταξύ καλλιτεχνών».

Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πώς ήταν ο Νερούδα ως άνθρωπος. Το γεγονός όμως ότι για το καθεστώς ήταν τόσο επικίνδυνος και για το λαό τόσο αγαπητός, δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με τη συνέπειά του απέναντι στην ιδεολογία του. Ο Νερούδα δεν ήταν κομμουνιστής. Ήταν ο αριστερός με το όραμα, ο ποιητής που έγραψε για τη χώρα του, τον εργάτη και τον αυτόχθονα πληθυσμό, ο πολιτικός που αγωνίστηκε εντός των συνόρων και ως εξόριστος για τους λιγότερο ή μη προνομιούχους, ο διπλωμάτης που εκπροσώπησε την πατρίδα του και φρόντισε να διαδώσει τα πάθη της στο εξωτερικό, ο άντρας που ύμνησε τον έρωτα και το γυναικείο σώμα, με μία λέξη, ο Άνθρωπος. Είναι η φωνή που συνοδεύει απαράμιλλα στιγμές προσωπικές και αγωνιστικές για γενεές επί γενεών. Είναι ο Πάμπλο και είναι ο Νερούδα.

Ένας βάρδος στο σαλόνι μας

Bob Dylan Nobel

~.~

Ή ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΕΡΔΟΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΕΡΙΔΑ

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Οι δημόσιοι διαξιφισμοί για τη βράβευση του Μπομπ Ντύλαν με το Νομπέλ Λογοτεχνίας, οσοδήποτε σκόρπιοι και έκθυμοι κι αν υπήρξαν, είναι ουσιώδεις. Γιατί αφορούν τον ίδιο τον πυρήνα της εγγραματοσύνης και της φιλαναγνωσίας μας. Και φαίνεται ότι από εκεί εντέλει ξεκινά και το πρόβλημα.

Ήδη ο όρος «λογοτεχνία», συρρικνωμένος όπως χρησιμοποιείται σήμερα, είναι και προβληματικός και -το κυριότερο- ανιστόρητος. Literature, Literatur, letteratura, όπως το έτυμο της λέξης δηλώνει, είναι τα Γράμματα στην ευρεία τους έννοια, η γραμματεία. Και αυτή, κατά παράδοση περιλαμβάνει κάθε είδος υψηλού, δηλαδή απαιτητικού και έντεχνου λόγου, λ.χ. την ιστοριογραφία, το φιλοσοφικό και λογοτεχνικό δοκίμιο, τη ρητορική, την κριτική – όχι μόνο τη μυθοπλαστική πεζογραφία, τη γραφόμενη ποίηση και το δράμα. Κάθε ιστορία της αρχαίας ελληνικής ή της βυζαντινής λογοτεχνίας λ.χ. περιλαμβάνει κεφάλαια για αυτά τα είδη. Εξίσου εύλογη και δεδομένη είναι κατά παράδοση η συμπερίληψη της στιχουργίας στο σώμα της λογοτεχνικής παραγωγής. Η νεοελληνική λογοτεχνία λ.χ., και όχι μόνο αυτή, εγκαινιάζεται με τα δημοτικά τραγούδια.

Ώς τα μισά του 20ού αιώνα περίπου, αυτή η ευρεία έννοια της λογοτεχνίας πρέπει να ήταν αυτονόητη στη συνείδηση του Δυτικού αναγνώστη. Αυτό δείχνει ότι με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας ετιμώντο μεταξύ των άλλων συγγραφέων ιστορικοί όπως ο Μόμσεν και ο Τσώρτσιλ ή φιλόσοφοι όπως ο Ράσσελ και ο Όυκεν.

Η στένωση της έννοιας της λογοτεχνίας, η συρρίκνωσή της στη λόγια ποίηση, τη μυθοπλαστική πεζογραφία και το δράμα είναι φαινόμενο των τελευταίων 50 ετών. Και αντικατοπτρίζει την αντίστοιχη στένωση των ενδιαφερόντων του μέσου αναγνώστη.

Δεν είναι τυχαίο που αυτός ο τελευταίος ως «λογοτεχνία» εννοεί πλέον μόνο τη μυθοπλαστική πεζογραφία, εξαιρεί δηλαδή από αυτήν ακόμη και την ίδια την ποίηση! «Λογοτεχνία και ποίηση» ακούμε και διαβάζουμε διαρκώς ωσάν να πρόκειται για δύο διακριτά γένη. Κ όμως, στα μάτια του απαιτητικού φιλαναγνώστη διαχρονικά, το κοινό που διαβάζει μόνο λαοφιλή μυθιστορήματα και δεν ενδιαφέρεται για τίποτε άλλο, εθεωρείτο πάντοτε κατώτερου επιπέδου, γινόταν στόχος της σάτιρας και της χλεύης μάλιστα – ας θυμηθούμε εδώ τον Δον Κιχώτη.

Οι τελευταίες βραβεύσεις της Σουηδικής Ακαδημίας δείχνουν ότι η Επιτροπή της Στοκχόλμης έχει συνειδητοποιήσει το πρόβλημα. Και ότι εντελώς συνειδητά επιχειρεί να το αντιστρατευθεί – να επαναπροσδώσει στη λογοτεχνία το πλήρες της εύρος. Και μόνο γι’ αυτό, η υπηρεσία που προσφέρει είναι ανεκτίμητη. Η αντίληψη ότι ένας αναγνώστης μπορεί να προσλάβει, να κατανοήσει καν ένα απαιτητικό μυθιστόρημα, τη στιγμή που ο ίδιος δεν πιάνει στα χέρια του ένα βιβλίο ποιητικό, ένα δοκίμιο, μια ιστορική μελέτη, μια φιλοσοφική πραγματεία, είναι από μόνη της εκτός πραγματικότητας. Όσο άλλωστε και η ιδέα ότι μπορεί να γράφει και να διαβάζει κανείς ποίηση αγνοώντας την μελοποιημένη της παρακαταθήκη, τα 2/3 της ιστορικής της κληρονομιάς δηλαδή.

Χρωστάμε χάριτες λοιπόν στους Σουηδούς. Μας θύμισαν τι είναι όντως τα Γράμματα. Αυτό που ίσως δεν υπολόγισαν ήταν οι αντιδράσεις. Γιατί αυτές δεν προέρχονταν μόνο εκ των κάτω, από τους οπαδούς της μυθιστορηματικής μονοείδειας, όπως ήταν αναμενόμενο. Αλλά και εκ των άνω, από τους θιασώτες μιας φασματικής και ιστορικά ανύπαρκτης καθαρότητας της ποίησης. Αυτοί οι τελευταίοι διαισθάνθηκαν ίσως (και ποιος μπορεί να τους δώσει άδικο;) ότι η βράβευση ενός κοσμαγάπητου τροβαδούρου τούς απειλεί· ότι τους εκθέτει σ’ έναν συναγωνισμό στον οποίο δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν· ότι φέρνει στο φως την δική τους, οδυνηρή αλλά εξωραϊζόμενη πίσω από ποικίλα προσχήματα, αποτυχία – να τέρψουν και να συγκινήσουν το ευρύτερο κοινό.

Κ.Κ.

ΥΓ. Να προσθέσω κι έναν άλλο λόγο που εξηγεί ίσως τη δυσφορία των ποιητών. Στον μοντερνισμό και στους σημερινούς του επιγόνους, ο Ντύλαν χρωστάει ελάχιστα πράγματα. Οι στίχοι του είναι έμμετροι και ομοιοκατάληκτοι, τα τραγούδια του παραπέμπουν στη μορφή της μπαλάντας όπως τη γνωρίζουμε από τη δημώδη παράδοση και τον ρομαντισμό με τις επαναλήψεις της, την κυκλική ή παρατακτική ανάπτυξη, τη λειτουργία της επωδού, η γλώσσα του δεν είναι διόλου ερμητική αλλά λαγαρή και εναργέστατη, οι μεταφορές, οι παρομοιώσεις του και τα άλλα εκφραστικά του μέσα δεν έχουν τίποτε το επιδεικτικό ή το υπερρεαλίζον, τα θέματά του είναι σε μεγάλο βαθμό δημόσια, πολιτικά, κάποτε και επικαιρικά, γράφει δηλαδή ποίηση όχι καθαρή αλλά στρατευμένη και περιστασιακή, κ.ο.κ., κ.ο.κ.

Με άλλα λόγια, ο Μπομπ Ντύλαν βρίσκεται στους αντίποδες του main stream της σημερινής λόγιας ποίησης. Κι αυτό είναι επόμενο να ενοχλεί.

Ποίηση και αναρχία

chicago-anarchists

~  .  ~

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

Είθισται πολλές φορές, ιδιαίτερα στην χώρα μας, ο όρος «αναρχικός» να χρησιμοποιείται με μιαν ευρεία έννοια, τέτοια που διαφεύγει κατά πολύ των ιδεοπολιτικών απαρχών και συνισταμένων της λέξης, και ορίζει περισσότερον, ένα μονόλεκτο ορμής ή πάθους, αγάπης για την ζωή, αλλά και ενός ευρύτερου «αντιεξουσιασμού» όχι κατ’ ανάγκην συμπεπτωκότος με την συνήθη χρήση της λέξης στους σχετικούς χώρους.

Φυσικά, όχι μόνον η κατάχρηση του αυτοχαρακτηρισμού, αλλά και η απλή χρήση του με αυτήν την «ευρεία» έννοια δεν μπορεί παρά να προκαλεί κάποτε υποψίες όσον έχει να κάνει με το δημαγωγικό του πράγματος. Κατά κάποιον τρόπον, όχι και τόσον μυστήριον όσον φαίνεται, η γοητεία που προκαλεί η λέξη «αναρχικός» ακόμα και σε άτομα που κάθε άλλο παρά συμπαθούν τους σχετικούς ιδεολογικούς χώρους, δεν είναι τυχαία. Δεν είναι τυχαία, σίγουρα, μα πρωτίστως δεν  πρόκειται σε αυτή την περίπτωση περί αυθυπόστατης χρήσης της έννοιας, αν μάλιστα σκεφθεί κανείς πως πίσω από τις αντιεξουσιαστικές δηλώσεις πολλών ανθρώπων της χώρας μας, συχνά  δεν κρύβεται κάτι πιο γοητευτικό από το «δίκαιο της συμμορίας» και μερικά από τα πλέον ακατέργαστα και ωμά εξουσιαστικά σύνδρομα που θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί.

Μα, εδώ, στους με ιδεολογική έννοια αυτοχαρακτηριζομένους αναρχικούς το ζήτημα της «εξουσίας» περιπλέκεται (κυρίως στην πράξη, επειδή στα πολιτικά θεωρήματα πάντοτε μερικά πράγματα μοιάζουν ανέφελα, χωρίς αυτό βεβαίως να σημαίνει πως δεν προκαλούν ραγδαίες βροχοπτώσεις στην πραγματικότητα…) σε τέτοιον βαθμόν και με τόσες άλυτες αντιφάσεις, ώστε κάποτε να αναρωτιέται κανείς για το πόσον εξουσιαστές περισσότερον θα ήταν πολλοί αυτοπροσδιοριζόμενοι ως «αναρχικοί» αν δεν δηλώναν κιόλας τέτοιοι!

Αν στους αυτοδηλούμενους αναρχικούς, λοιπόν, ο όρος «εξουσία» και η αντιμετώπιση της πραγματικότητάς της, συχνά τους κάνει –για να το πω λαϊστί- «να μπλέκουν τα μπούτια τους» και να φανερώνονται …βασιλικώτεροι εκείνου του βασιλέως που μισούν όσον κανέναν άλλον, φανταστείτε πόσον ακόμα περισσότερον συμβαίνει αυτό σε όσους δηλώνουν «αναρχικοί» με ευρεία, μη πολιτική έννοια ή σκοπιμότητα προς χάριν μιας εύκολης δημαγωγίας και αυτοπροσπορισμού γοητείας.

Δεν είναι άγνωστο φυσικά το φαινόμενο και στους ποιητικούς χώρους. Ακόμα δε περισσότερον, αν αναλογιστεί κανείς ότι η «ποίηση» πάντα, και στον έναν ή τον άλλον βαθμό, συνδεόταν ως έννοια κατά έναν κάπως «συγκεχυμένο» τρόπο με την ιδέα της «αναρχίας». Κατά την γνώμη μου, όχι αδικαιολόγητα, όμως η κατάχρηση τόσον από άποψη εξαγγελίας όσον και από συμπεριφορική άποψη, κρύβει πάντα μια δημαγωγική μόδα και τίποτε περισσότερον.

Ιδιαίτερα, μάλιστα, στους σημερινούς καιρούς, στους οποίους  ο κόσμος της κουλτούρας, μικρός, μεγάλος, άξιος, ανάξιος, καλός, κακός, αντικουλτουρικός  και υποκουλτουρικός, έχει «πέσει με τα μούτρα» στο facebook, και μπορεί ασφαλώς να καταλάβει κανείς πως αυτό συμβαίνει ως επί το πλείστον προς χάριν δημαγωγίας και όχι προς όφελος του πνεύματος, με αποτέλεσμα ο εγχώριος πολιτισμός μας  να δέχεται (και) εξ αυτού του αταίριαστου γάμου «αγορεύσεως» και «κουλτούρας» ένα καίριο χτύπημα και να βυθίζεται τακτικά στους στροβίλους μιας αυτοϋπνωτιζομένης παρακμής.

Όμως το θέμα μου εδώ πρωτίστως εντοπίζεται στην ανίχνευση των κοινών τόπων μεταξύ ποίησης και αναρχίας, οι οποίοι, και παρά τις άνω αναφερθείσες αρνητικές προφάνειες, δεν είναι ανύπαρκτες. Βέβαια, και ως προς αυτόν τον σκοπό, καλό θα ήταν να ορίσουμε τον έναν πόλο του ζητήματος με αξιόσημα αναφοράς πολύ πίσω στον χρόνο. Δεν θα πάρουμε συνεπώς ως πρότυπο αναρχικού κάποιον που πάει και  …τα σπάει στους δρόμους για το  κέφι του και φωνάζει «ζήτω η αναρχία» (με ιδιαζόντως εξουσιαστική ορμή και πρόθεση βεβαίως…), αλλά ιστορικές μορφές του παρελθόντος, όπως, για παράδειγμα ο Κροπότκιν , ο Ελιζέ Ρεκλύ, η  Έμμα Γκόλντμαν. Αυτή η αναφορική προτίμηση εξ άλλου έχει σκοπό να μην αδικήσει τον όρο «αναρχία», με τον ίδιον τρόπον που αν θα θέλαμε να ομιλήσουμε για τις πλέον ουσιώδεις «ιδεολογικές» βάσεις του χριστιανισμού, δεν θα διαλέγαμε ως πρότυπο τους έξαλλους φονικούς όχλους που καίγαν κάποτε τους αρχαίους ναούς και έσφαζαν τους ιερείς αλλά και τους χωρικούς που ήταν προσκολλημένοι στην αρχαία ελληνική λατρεία, αλλά, θα προτιμούσαμε σίγουρα μορφές όπως ο Αυγουστίνος, ο Ισαάκ ο Σύρος, ο Ιωάννης Δαμασκηνός, αλλά και ο Duns Scotus ή ο Θωμάς Ακινάτης κ.ά.

Στο κάτω κάτω υπάρχει όχι μόνον διαφορά οξύνοιας και μόρφωσης, αλλά και «συμπεριφορικού» πολιτισμού ανάμεσα στους παλαιότερους αναρχικούς και πολλούς «όξω καρδιά και σπάσ’ τα όλα» του σήμερα. Σπάνια θα βλέπατε παλαιό αναρχικό να μην ομιλεί με ιδιαίτερα πολιτισμένο τρόπο και σπανιότερα, ακόμα, θα ακούγατε έστω και μια βρισιά από αυτόν! Τουναντίον, σήμερα, σπάνια θα ακούσετε μια λέξη ανάμεσα στα λεγόμενα πολλών «αναρχικών» (δεν είναι όλοι φυσικά έτσι) που να μην είναι βρισιά ή μπινελίκι!

Όπως και να έχει όμως, και επανερχόμενοι στον κεντρικό άξονα του θέματος, οφείλει να πει κατ’ αρχάς κάποιος, πως, ναι, αναμφίβολα, η ποίηση παρουσιάζει κοινούς τόπους με την ιδέα της «αναρχίας», χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει κατ’ ελάχιστον πως θα μπορούσε να συμπέσει ολοκληρωτικά με αυτήν από άποψη πρόθεσης.

Αν θέλετε την γνώμη μου, η ποίηση ως είδος του γραπτού λόγου είναι πολύ πιο «αντιεξουσιαστική» από την πεζογραφία, στον βαθμό που η ίδια, και σε μεγάλο βαθμό, συνιστά ανατροπή και όχι διατήρηση του καθημερινού λόγου.  Πολύ σημαντικό ως προς το θέμα μας, αν το σκεφθεί κανείς αυτό σωστά. Επιπλέον, ό,τι αποκαλούμε «καθημερινός λόγος» σε ένα σημαντικό ποσοστό του είναι  γεμάτος από προσταγές, διαταγές,  επειγότητες, αναγκαιότητες, μη αντιστρεπτές τετελεσμένες χρονικότητες (που από την φύση τους όλα αυτά είναι πάντα εξουσιαστικά), αλλά και προσφυγές στην «αυθεντία», κλπ.

Στην ποίηση κάθε αιτιότητα (και μιλώντας τώρα από φιλοσοφική πλευρά) αίρεται ή έχει την δυνατότητα να αίρεται. Εφ’ όσον συμβαίνει αυτό, αίρεται αυτομάτως και κάθε αιτιατή «αναγκαιότητα» στην εκφορά των εννοιών και κατά συνέπειαν παύει να είναι τόσον δραστική οποιαδήποτε πρόθεση εξουσίας είτε αυτή είναι συνειδητή είτε ασυνείδητη.

Ένα ποίημα πάνω απ’ όλα είναι μια «συνείδηση» από τα έξω, δεν συνεπιφέρεται δηλαδή κατ’ ανάγκην από τις άμεσα τελούμενες διεργασίες της ανθρωπότητας.  Είναι ακόμα «απομεμακρυσμένο στον χρόνο» ως οπτική και εν κατακλείδι κάτι «παράλληλο» με την πραγματικότητα.

Από την φύση του αλλά και από την δυνατότητά του ένα ποίημα δεν επεμβαίνει (και ας υπάρχουν αφελείς που πιστεύουν πως η ποίηση μπορεί να αλλάξει τον κόσμο) και δεν αλλάζει την πραγματικότητα. Το πολύ πολύ να αλλάξει κάποιον που είναι ήδη αλλαγμένος από μόνος του.

Βλέπουμε συνεπώς να προβάλλει κάπως εκφανέστερος ο φυσικός «αντιεξουσιαστικός» χαρακτήρας της ποίησης, και χωρίς αυτό φυσικά να έχει να κάνει στο ελάχιστο με τις εξουσιαστικότητες κάθε παρα-ποιητικής δραστηριότητας (δημόσιες σχέσεις, ανταγωνισμός νόμιμος ή μη νόμιμος κλπ.). Όμως αυτή η διαπίστωση κάθε άλλο παρά θα μας επέτρεπε να ταυτίσουμε την ποίηση με ένα μεγάλο μέρος της ιδεολογικής Αναρχίας, και παρά τις εκλεκτικές -αλλά και ουσιαστικές- ομοιότητες με αυτήν.

Η Αναρχία, έχει έναν συγκεκριμένο σκοπό «κοινωνικό» (μιας και οι αναρχικοί αποστρέφονται συνήθως τον όρο «πολιτικό»). Δεν αναζητά λιγότερο από άλλες ιδεολογικές θεωρήσεις την σαφώς συγκροτημένη και οργανωμένη σε διακοινωνική βάση «τάξη», με τον όρο, φυσικά, να εκλείπει πλέον η κεντρική κεφάλη της εξουσίας. Βέβαια, αυτό το όραμα περισσότερον προσεγγίζει τα ιδανικά του αναρχοκομμουνισμού παρά του αναρχοκολλεκτιβισμού και ουδόλως του αναρχοατομικισμού, όμως αυτό είναι άλλο θέμα.

Η ποίηση, από την άλλη, «αδιαφορεί» αρχικώς και συνολικώς ως τέχνη για όλα αυτά (ασχέτως αν ένας συγκεκριμένος ποιητής μπορεί να συντηρεί κοινωνικοπολιτικές παραμέτρους στην σκέψη και την ποίησή του).

Η κίνησή της ποίησης δεν είναι «ιστορική» αλλά «αντι-ιστορική» με μια φιλοσοφική σημασία. Εννοώ, πως αν το ποιητικό φαινόμενο, ως προς μία πολύ σημαντική έννοια, είναι μετα-στοχασμός επί του ήδη «γεγονότος», τότε αυτό δεν συμβαίνει εξ ίσου στο έδαφος του «ιστορικού» αλλά στον αντίποδά του.

Επειδή ακριβώς δεν υπάρχει σε αυτήν την περίπτωση κανένας «καθημερινός λόγος» που θα παρακολουθήσει το ιστορικό στο «γήπεδό του» αλλά ένας μη καθημερινός λόγος, αρκετά μακριά απ’ αυτό το τελευταίο.

Και εδώ έχουμε αμέσως αμέσως ένα «κλειδί» για να καταλάβουμε την πιο κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στην Ποίηση και την Αναρχία και παρά τις υπαρκτές, εκλεκτικές σίγουρα, συγγένειες μεταξύ τους. Την Ιστορία. Η Αναρχία ως θεώρηση και όραμα είναι γέννημα της Ιστορίας και σκοπός της, αναμφίβολα, είναι η δράση επ’ αυτής.

Η Ποίηση, από την άλλη,  αν και γέννημα της Ιστορίας, περισσότερον προσεγγίζει την έννοια της Φυγής-Fuga (με καμμίαν αρνητική έννοια του όρου). Φεύγει ή προσποιείται πως φεύγει από την Ιστορία, για να βρει τον εξισορροπητικό της «άλλο» πόλο, που θα της επιτρέψει επιπλέον να «κατανοήσει» καλύτερα (και σίγουρα εμμέσως) και την ίδια την Ιστορία.

Εν κατακλείδι: Ο αναρχικός επιθυμεί να αλλάξει τον κόσμο. Ο ποιητής επιθυμεί να «δει» τον κόσμο, όπως δεν θα μπορούσε να τον δει αν ενέμενε συνεχώς μέσα στην λελογισμένη ροή του.

Η ποίηση στο κάτω κάτω είναι ό,τι ανασκευάζει-ξαναφτιάχνει τον κόσμο χωρίς να τον βάζει στην …ταλαιπωρία να ξαναφτιάχνεται! Και ας μην εκληφθεί αυτό απλά ως μια χιουμοριστική διαπίστωση.

Είναι, πάνω απ’ όλα,  μια διαδικασία που θα μας γλίτωνε από πολλά ποτάμια διιστορικώς χυμένου αίματος από την άποψη της «πρόρρησης» και της τρομαχτικά εύστοχης διαίσθησης που παρουσιάζουν κάποτε οι πιο σημαντικοί ποιητές, τουλάχιστον, όπως άλλωστε και η ίδια η Ποίηση εν συνόλω, αν εκλαμβανόταν από την κοινωνία περισσότερον στα σοβαρά ως τέχνη.

Καίτοι το μοναδικό ίσως σοβαρό πράγμα που έχει απομείνει στον κόσμο (ιδιαίτερα σήμερα σε περίοδο τραγικής παρακμής και παρά την ανύπαρκτη σοβαρότητα πολλών ποιητών και «ποιητών»!), εν τούτοις σπάνια λαμβάνεται με την σοβαρότητα που της αξίζει από το  σύνολο μιας κοινωνίας που αυτοσχεδιάζει πρακτικιστικώς αλλά μόνον για να καταπέσει συνήθως σε ακόμα μεγαλύτερα αδιέξοδα των εφαρμογών. Προμηθεύς Δεσμώτης ακόμα το ποιητικό φαινόμενο, αλλά σε ένα κοινωνικό σύνολο-Επιμηθέα.

Στο κάτω κάτω, αν δεν υπήρχε ακόμα αυτή η αντίφαση, αυτό θα σήμαινε πως θα είχε τελειώσει ιστορικώς ο ρόλος της γραπτής ποίησης. Όμως απέχουμε ακόμα πολύ από κάτι τέτοιο.

~ ~ ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr

ΝΠ | ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΗ : γράφει ο Δ. Πλατανιάς

 

Οφείλει η ποίηση να είναι φιλοσοφικώς «δεσμευμένη»;

my_jackson_pollock_painting_by_amau41200-d4vjeut

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

Δεν υπάρχει άνθρωπος  που να μην έχει πλάσει μέσα στο μυαλό του, ιδιαίτερα με την πάροδο των χρόνων και την συσσώρευση της εμπειρίας, ένα “φιλοσοφικό πιστεύω”. Φυσικά, αυτό το πιστεύω δεν συναντάται πάντα και ακριβώς με τα μέτρα και  κριτήρια μιας προϋπαρξάσης φιλοσοφικής σχολής ή θεώρησης από την ιστορία της συστηματικής σκέψης, και ούτε βέβαια θα ήταν υποχρεωτικό κάτι τέτοιο. Όμως, κατά κανόνα βρίσκεται “εγγύς” αυτού,  έστω και με, συνήθως, λιγότερο κατηργασμένο νοητικώς τρόπο.

Θέλω να πω, για παράδειγμα, πως το φιλοσοφικό πιστεύω ενός ανθρώπου  κάλλιστα μπορεί να παραπέμπει στον υπερβατικό αγνωστικισμό του Kant, χωρίς ο ίδιος να έχει διαβάσει ποτέ στην ζωή του έστω και μια σελίδα από την Κριτική του Καθαρού Λόγου.  Άλλος, μπορεί να είναι επικούρειος ή εμπειριοκράτης, χωρίς φυσικά και αυτός να έχει διαβάσει ποτέ Επίκουρο ή John Locke για παράδειγμα. Οι πολύ πιο “λεπτές”, τουτέστιν  ιδεαλιστικές, θεωρήσεις, όπως η πλατωνική, νεοπλατωνική, υποκειμενική ιδεαλιστική, αντικειμενική ιδεαλιστική (και ο Πλάτων άνετα μπορεί να συνυπολογίζεται σε αυτή την τελευταία), κατά κανόνα δεν είναι συχνά εντοπιζόμενες στις κοινές πεποιθήσεις. Προϋποθέτουν δηλαδή, μια  ήδη υπάρξασα ενασχόληση, σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό, με τις συγκεκριμένες φιλοσοφικές κατευθύνσεις.

Όπως και να έχει όμως, αυτό που θα μας ενδιέφερε εδώ να επισημάνουμε είναι το εξής: αν κάθε άνθρωπος έχει διαμορφωμένο ένα κάποιο φιλοσοφικό πιστεύω στο μυαλό του, βάσει του οποίου, αν όχι ακριβώς πορεύεται πάντα, τουλάχιστον, αξιολογεί και εκτιμά συχνά τα πράγματα, τότε και ο ποιητής δεν έχει λιγότερο σχηματισμένη στο μυαλό του μια ορισμένου είδους φιλοσοφική θεώρηση. Θεώρηση, της οποίας η εμφάνιση στα ποιήματά του (εν όλω, εν μέρει ή κατά περιστάσεις), δεν πρέπει να θεωρείται μη αναμενόμενη.

Πολλές φορές μάλιστα, και όπως με σαφήνεια μας έχει δείξει η ιστορία της λογοτεχνίας, κάλλιστα ένας ποιητής μπορεί να εμφορείται από περισσότερες της μίας φιλοσοφικές κατευθύνσεις. Ο Yeats για παράδειγμα, εμφανίζεται άλλοτε ως υποκειμενικός ιδεαλιστής (τις περισσότερες φορές, και με τέτοιο τρόπο,  λες και διαβάζει κανείς ποιητικά τον Berkeley,  του οποίου το έργο άλλωστε ήταν οικείο στον ποιητή) και άλλοτε πλατωνικός αντικειμενικός ιδεαλιστής (ή περίπου)  μέσα από ένα εντελώς αναπάντεχο “αποκρυφιστικό” πρίσμα, το οποίο και προσήνεγκε στην γραφή του ο Ιρλανδός ποιητής από την θητεία του σε διάφορες μαγικο-αποκρυφιστικές οργανώσεις κλπ.

Για να έλθουμε στα ελληνικά πράγματα, ο Σολωμός, για παράδειγμα, ο οποίος και υπήρξε ο πλέον κατηρτισμένος από φιλοσοφική άποψη ποιητής στην χώρα μας (πιθανώς έως …σήμερα), από ένα σημείο και μετά της ποιητικής του διαδρομής εμφανίζεται σαφώς με ανεξίτηλα  τα ίχνη ενός  “αντικειμενικού ιδεαλισμού” στην γραφή του, έντονα όμως χρωματισμένου από sui generis μυστικιστικές διεκτάσεις (Boehme και άλλοι μυστικοί).

Όλες οι σχολές ή οι τρόποι θεώρησης στην φιλοσοφία, μπορούν, όπως είναι ευνόητο, να απαντώνται στα γραπτά των ποιητών του κόσμου. Με μία κρίσιμη διαφορά ωστόσο: εκεί που η πλειοψηφία των ανθρώπων, των μη ενεργώς ή συγγραφικώς ενασχολουμένων με την ποίηση, κατά κανόνα διακατέχεται από μιαν ορισμένη πίστη “απλοϊκού υλισμού” ή “απλοϊκού ρεαλισμού” (από φιλοσοφική άποψη), και στον βαθμό βέβαια που  μια τέτοια πίστη της αποβαίνει χρήσιμη για την αντιμετώπιση των εκτάκτων ή τακτικοτέρων αναγκών που προσπίπτουν στην καθημερινή εμπειρία της, στην ποίηση, μάλλον πρέπει να αναμένεται το αντίθετο. Η μεγάλη μάζα των ποιητών των αιώνων  αποκλίνει (το λιγότερο) σημαντικά από κάθε πίστη απλοϊκού υλισμού, ακόμα και αν ο ποιητής ομολογεί σε εξωσυγγραφικές στιγμές του μια τέτοια πίστη!

Δεν είναι και τόσον παράξενο ή αναπάντεχο αυτό, στο βαθμό που η ποίηση φέρεται ή μοιάζει να παρουσιάζει στενή συγγένεια με κάθε είδος “υπερβατικότητας”. Η αλήθεια είναι πως ο  ποιητής τείνει συχνά να γίνεται ιδεαλιστής στην δημιουργία του, ακόμα και αν ο ίδιος, κατά τα άλλα, παρουσιάζει τον εαυτό του ως κοινό ή ιδιότροπο υλιστή.

Φυσικά, υπάρχουν και ποιητές (στην χώρα μας αρκετοί) που διασώζουν “αυστηρά” στην γραφή τους μιαν ενδεχόμενη υλιστική πίστη τους. Στην Ελλάδα, πάντα ένα είδος “καθημερινού υλισμού” υπήρξε (τουλάχιστον από ιδρύσεως νεοελληνικού κράτους έως σήμερα) η μάλλον επικρατήσασα “φιλοσοφική” άποψη και ανά το μεγάλο πλήθος των -όχι κατ’ ανάγκην  σημαντικοτέρων- ποιητών (κυρίως στις εξωσυγγραφικές στιγμές τους και διανθιζομένη συχνά από ένα είδος υπαρξιακού, και όχι καντιανού, “αγνωστικισμού”).

Το  ενδεχόμενο “θρησκευτικό” χρώμα που μπορεί να συνοδεύει ή να μην συνοδεύει εδώ μια συγκεκριμένη ποιητική δημιουργία, δεν έχει τόσην σημασία, στο βαθμό που η θρησκεία δεν συνιστά φιλοσοφία , και κάλλιστα μπορεί να αποκόπτεται και η ίδια από τις ρίζες της και να συμπαρουσιάζεται ως “φολκλόρ” ή ως γενικώτερη πολιτισμική προφάνεια στην ιδιοσυστασία ενός λαού ή ενός ποιητή. Μπορεί και όχι όμως. Ο Τάκης Παπατσώνης, για παράδειγμα, και αν θέλουμε να αναφερθούμε σε έναν πολύ σημαντικό ποιητή της μοντερνιστικής περιόδου στην Ελλάδα, υπήρξε στα θρησκευτικά πιστεύω του Ουνίτης, και η ποίησή του συνιστά, από φιλοσοφική άποψη, μάλλον ένα είδος εκλεκτικού μεταφυσικού πρωτοϋπαρξισμού που όχι σπάνια  “συναντά” και τα θρησκευτικά πιστεύω του.

Βέβαια, το γεγονός ότι αυτό ακριβώς το είδος του “καθημερινού” ή “απλοϊκού” υλισμού (που στην χώρα μας αποδεικνύεται ό,τι πιο βολικό ως πίστη) δέχτηκε, και συνεχίζει να δέχεται έως τις μέρες μας σημαντικότατα πλήγματα  από την επιστήμη της Φυσικής (στις πιο “εξειδικευμένες” μορφές της), δεν φαίνεται να έχει επηρεάσει κατ’ ελάχιστον την κοινή “καθημερινή-υλιστική” πεποίθηση.

Μα πραγματικά, “όλα” έχουν “τιναχτεί στον αέρα”, αρχής γενομένης  εδώ και έναν αιώνα περίπου: για παράδειγμα, η πίστη σε μιαν “αντικειμενική πραγματικότητα”, θεωρείται αδιανόητη (για να μην πούμε “γραφική”) μεταξύ των  περισσοτέρων κορυφαίων ή σημαντικότερων φυσικών όπου γης, την στιγμή που η πλειοψηφία των ανθρώπων θα θεωρούσε αδιανόητο ακριβώς το αντίθετο!

Το γεγονός ότι οι άνθρωποι  έχουν μια τυφλή, παράξενη, εμπιστοσύνη σε ό,τι φέρει την ετικέτα “επιστημονικό” –όπως έλεγε κάποτε ο Jung–, αυτό δεν φαίνεται να έχει κλονίσει κατ’ ελάχιστον την πίστη τους στον απλοϊκό, άμεσο υλισμό, έστω και αν η επιστήμη απορρίπτει αυτή την πίστη.

Οι λόγοι για τους οποίους επισυμβαίνει κάτι τέτοιο, εννοώ, οι λόγοι αυτής της αντίφασης, μάλλον πρέπει να είναι οι εξής: πρώτον, η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων πάντοτε συναντά ή δέχεται με αρκετή χρονική καθυστέρηση  τις διάφορες και σημαντικές επιστημονικές ανακαλύψεις ακόμα και αν ορισμένες από αυτές συνιστούν “επανάσταση” στο συγκεκριμένο πεδίο τους, και, κατά δεύτερον, ο “απλοϊκός υλισμός” είναι κάτι παραπάνω από μια πίστη για να συρθεί άμεσα στον κάλαθο των αχρήστων. Είναι, επίσης,  ένα εργαλείο  απαραίτητο για την αντιμετώπιση των καθημερινών αναγκών, και από αυτή την άποψη πρέπει να θεωρείται δικαιολογημένο ή φυσικό που οι άνθρωποι δεν ακολουθούν με τόσον αναμενόμενο ή φυσικό τρόπο μια συγκεκριμένη “περιοχή” της Φυσικής στους προβληματισμούς-διαπιστώσεις της.

Μα ακόμα και όσοι έχουν απορρίψει τον “απλοϊκό υλισμό” ή ρεαλισμό, ως φιλοσοφική πεποίθηση, αυτό δεν σημαίνει πως οι ίδιοι δεν τον μετέρχονται στις περισσότερες περιστάσεις της καθημερινής ζωής τους, στον βαθμό που  είναι κοινωνικά όντα, και όχι αίφνης μάγοι σε κάποια ζούγκλα ή ερημίτες σε κάποιο βουνό.

Υποχρεούται, λοιπόν, και κατά μίαν έννοια, η ανθρωπότητα να εξορκίζει (τουλάχιστον προσωρινά) μιαν αλήθεια προς ανάγκην επιβίωσης. Και αυτό, ωρισμένως, μπορεί να το θεωρήσει κανείς σκανδαλώδες ή φαρσοειδές, όμως δικαιολογημένο.

Από αυτή την άποψη, λοιπόν, η πίστη στον απλοϊκό υλισμό μπορεί να είναι δικαιολογημένη όχι όμως και “κανόνας”. Ακόμα δε περισσότερο, δεν θα μπορούσε να είναι κανόνας σε μία τέχνη που από την φύση της προσεγγίζει περισσότερο κάθε τι μη υλιστικό: η ποίηση παρουσιάζει, θα έλεγε κανείς, μια τάση να απλώνεται στο Άγνωστο με τέτοιο φυσικό τρόπο, λες και στιγμές είναι η ίδια η αναπνοή της.

Όσον δικαιολογημένη, συνεπώς, και αν είναι η διατήρηση του απλοϊκού υλισμού ή ρεαλισμού στην πεποίθηση των ανθρώπων (έστω και εις πείσμα της αληθείας), δεν σημαίνει ωστόσο γι’ αυτό, πως θα ήταν εξίσου δικαιολογημένη η υπεράσπισή του ως “αυτονόητη αρχή”. Πράγμα που σημαίνει πως έστω και αν η ποίηση μπορεί να είναι φιλοσοφικώς “προϊδεασμένη” (και αναπόφευκτα), αυτό δεν θα δικαίωνε σε καμμία περίπτωση την εμφάνισή της ως φιλοσοφικώς “δεσμευμένη”.

Δεν θα μπορούσε, δηλαδή, μια ορισμένη φιλοσοφική προτίμηση να συνιστά λόγο προκατάληψης ή a priori απώθησης του στυλ: “αυτά είναι μακριά από την καθημερινή ζωή, είναι …μεταφυσικά πράγματα”. (Σε μια χώρα που σχεδόν εφηύρε την μεταφυσική, κάτι τέτοιο ακούγεται, εκτός των άλλων, -κυρίως της ανακρίβειας-, και ασύστολα κωμικοτραγικό!). Ποια ζωή, ποια μεταφυσικά…

Η επιστήμη μας υποχρέωσε να δούμε τελικώς πως τα “πράσινα άλογα” δεν ήταν εκεί που τα υποψιαζόμασταν, αλλά ακριβώς δίπλα μας, στην “περηφάνεια” ή την βεβαιότητα της καθημερινής εμπειρίας μας! Και αυτά τα –σε πανανθρώπινο επίπεδο– πράσινα άλογα, αν μη τι άλλο,  η ποίηση στις πλέον επιτυχείς στιγμές της επιχειρεί να τα καταστήσει χρήσιμα και να τα μετατρέψει σε άλογα του σκακιού.

Σε μια ολοφώτεινη σκοτεινή παρτίδα με το Άγνωστο.

~ ~ ~

ΝΠ | ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΗ : γράφει ο Δ. Πλατανιάς

Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς Μπρόντσκι: Μεγάλη ελεγεία για τον Τζων Ντον

brodsky-1c
* 

Το πρώτο από τα δύο μέρη του αφιερώματος του ΝΠ στον Μπρόντσκι και τη Μεγάλη Ελεγεία. Δείτε επίσης το δοκίμιο της Βιργινίας Γαλανοπούλου, Ο εκκεντρικός Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς, μια εισαγωγή στο ποίημα και τον ποιητή.

~ . ~ 

Μετάφραση από τα ρωσσικά ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

~ . ~

Ο Τζων Ντον βυθίστηκε στον ύπνο… Τριγύρω του τα πράγματα
κοιμήθηκαν κι αυτά: οι τοίχοι, το κρεβάτι και το πάτωμα – όλα κοιμούνται.
Τραπέζι, πίνακες, χαλιά, τα μάνταλα κι οι σύρτες,
ρούχα, ερμάρια, κεριά, κουρτίνες – όλα
κοιμούνται τώρα: οι λεκάνες, το μπουκάλι, το ποτήρι,
το ψωμί, το μεγάλο μαχαίρι κι οι πορσελάνες, τα κρύσταλλα και τα κουζινικά,
τα καθαρά λινά, η νυχτερινή λάμπα, οι σιφονιέρες, ένα ρολόι,
το γυαλικό, η σκάλα, οι πόρτες. Νύχτα παντού,
η νύχτα πάνω σ’ όλα: σε γωνιές, στα μάτια, σε σεντόνια,
στα χαρτιά επάνω στο γραφείο,
στις λέξεις κάποιου κηρύγματος παλιού,
σε κορμούς και σε μασιές, στα κάρβουνα
ενός σβηστού τζακιού – στα πάντα.
Σε καμιζόλες, μπότες, κάλτσες και σκιές,
πίσω απ’ τον καθρέφτη, στο κρεβάτι, επάνω στις καρέκλες,
στο λαβομάνο, στους κρεμασμένους σταυρούς, στα στρωσίδια,
στην σκούπα δίπλα στο κατώφλι,
στα παπούτσια. Όλα βυθίστηκαν στον ύπνο.
Όλα αποκοιμήθηκαν. Το παράθυρο. Πιο πέρ’ απ’ το παράθυρο, είναι το χιόνι.
Η κατηφορική σκεπή, λευκότερη κι από πετσέτα δείπνου,
οι ψηλές κορυφογραμμές από τις στέγες. Μια γειτονιά παραδομένη στον ύπνο,
τεμαχισμένη θανάσιμα από το κούφωμα του παραθύρου,
αψίδες, τοίχοι και περβάζια – όλα κοιμούνται.
Ξύλινα μονοπάτια, λιθόστρωτα, κήποι και καφασωτά.
Κανένα φως δεν θα αστράψει, καμία ρόδα δεν θα τρίξει…
Αλυσίδες, πέτρινες μάντρες, στολίδια και κράσπεδα.
Οι πόρτες με τα ρόπτρα, τις λαβές τους και τους γάντζους έχουν κοιμηθεί.
Λουκέτα και σύρτες, οι πίροι, τα κλειδιά τους.
Ούτε ψιθύρισμα, ούτε θρόισμα, κανένας χτύπος δεν ακούγεται,
μόνο το χιόνι τρίζει. Όλοι κοιμούνται. Η αυγή αργεί.
Όλες οι φυλακές κι όλα τα κάστρα βυθιστήκανε στον ύπνο.
Τα σιδερένια βαρίδια του ψαράδικου κοιμούνται.
Τα χοιρινά σφάγια κοιμούνται κι αυτά. Οι πίσω αυλές
και τα σπίτια. Τα σκυλιά, δεμένα στις αλυσίδες τους, κοιμούνται.
Στα κελάρια οι κοιμισμένες γάτες κρατούν τ’ αυτιά τους όρθια.
Κοιμούνται τα ποντίκια, μαζί κι οι άνθρωποι. Το Λονδίνο κοιμάται βαθιά.
Μια σκούνα λαγοκοιμάται στο λιμάνι. Κάτω απ’ το σκαρί της
ο πάγος κροταλίζει λιώνοντας μέσα στην κοιμισμένη θάλασσα
και χάνονται μαζί μακριά, στον ήσυχο ορίζοντα.
Ο Τζων Ντον αποκοιμήθηκε μαζί με την θάλασσα.
Ακτές από κιμωλία υψώνονται τώρα κοιμισμένες πάνω απ’ τα νερά,
το νησί κοιμάται, το αγκαλιάζουν όνειρα μοναχικά
κι ο κάθε κήπος τρεις φορές κλειδώθηκε.
Οι σφένδαμοι, τα πεύκα, οι οστρυές, κόκκινα κι ασημένια έλατα – όλα κοιμούνται.
Κοιμούνται οι πλαγιές, οι απόκρημνοι χείμαρροι, τα μονοπάτια.
Οι αλεπούδες, ο λύκος. Η αρκούδα στη φωλιά της.
Σωροί χιονιού φράζουν υπόγεια λαγούμια.
Τα πουλιά αποκοιμήθηκαν. Σωπάσανε.
Δεν κρώζει αυτή τη νύχτα το κοράκι.
Έπαψε το γέλιο της κουκουβάγιας.
Γαληνεύει η αγγλική εξοχή. Ανάβουνε τ’ αστέρια.
Μεταμελημένοι οι καταδότες. Όλα τα πλάσματα κοιμούνται..
Οι νεκροί ξαπλώνουν ήσυχα στους τάφους τους, αποκοιμήθηκαν.
Στα κρεβάτια τους οι ζωντανοί κοιμούνται μέσα στους ωκεανούς των νυχτικών τους.
Μονάχοι τους. Βαθιά. Κοιμούνται αγκαλιασμένοι.
Όλα βυθίστηκαν στον ύπνο. Κοιμούνται λόφοι, δάση, οι ποταμοί.
Κοιμούνται όλα τα πουλιά και όλα τα θηρία – φύση νεκρή και ζωντανή.
Αλλά το χιόνι πάλλευκο στραφταλίζει πέφτοντας από τον σκοτεινό ουρανό
όπου εκεί ψηλά, πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων, τα πάντα αποκοιμήθηκαν.
Κοιμούνται οι άγγελοι. Οι άγιοι –μέσα στην ιερή αισχύνη τους–
έχουν ξεχάσει τον κόσμο και την αγωνία του.
Κοιμούνται η πυρωμένη Γέενα κι ο φωτεινός Παράδεισος.
Κανείς δεν δρασκελίζει το κατώφλι του τούτη την ώρα.
Ο Θεός κοιμάται. Μονάχη τώρα η γη.
Τα μάτια δεν βλέπουν, τ’ αυτιά δεν ακούν.
Ο διάβολος κοιμάται. Μαζί του κοιμήθηκε
κι η έχθρα, πάνω στα χιονισμένα εγγλέζικα χωράφια.
Όλοι οι καβαλάρηδες αποκοιμήθηκαν. Και ο Αρχάγγελος με την σάλπιγγά του.
Τα άλογα λικνίζονται στον ύπνο τους με απαλές ταλαντώσεις.
Πλήθος τα χερουβείμ αγκαλιασμένα
λαγοκοιμούνται κάτω από τον τρούλο του καθεδρικού του Αποστόλου Παύλου.
Ο Τζων Ντον βυθίστηκε στον ύπνο. Οι ρίμες του κοιμούνται.
Όλες οι εικόνες, όλοι οι ρυθμοί, όλα τα στιβαρά ποιήματα
ξεθώριασαν. Τα πάθη, η θλίψη, οι αμαρτίες
ξεκουράζονται ήσυχα μέσα στις συλλαβές του.
Κι οι στίχοι αδελφωμένοι μεταξύ τους,
ψιθυρίζουν: κάνε μου λίγο τόπο.
Είναι που στέκονται μακριά από τις πύλες του Παραδείσου,
φτωχοί, αγνοί, τόσο πυκνοί, σαν νά ’ναι μόνο ένας.
Κοιμούνται οι στροφές. Κοιμάται ο αυστηρός θόλος των ιάμβων.
Οι τροχαίοι δεξιά κι αριστερά κοιμούνται και φρουρούν.
Στον ποταμό της Λήθης κοιμούνται οι αντικατοπτρισμοί.
Σιωπηλά, πλάι στον ποιητή, κοιμάται η φήμη του.
Κοιμούνται οι δοκιμασίες, βαθιά κοιμούνται οι ωδίνες.
Και οι αδυναμίες κοιμούνται. Το καλό ξαπλώνει στην αγκαλιά του κακού.
Κοιμούνται οι προφήτες. Το χιόνι
αναζητά μέσα στο άπειρο ν’ ασπρίσει στερνά, μαύρα σημεία.
Τα πάντα χάθηκαν μέσα στον ύπνο. Ο συνωστισμός των βιβλίων,
οι χείμαρροι των λέξεων, κρυμμένοι μες στη λησμονιά του πάγου, κοιμούνται ήσυχα.
Κοιμούνται οι ομιλίες, η αλήθεια τους κοιμάται.
Οι κρίκοι των δεσμών τους τρίζουν ενίοτε στον ύπνο τους.
Όλα κοιμούνται βαθιά: οι άγιοι, ο διάβολος και ο Θεός.
Οι φαύλοι υπηρέτες τους. Οι φίλοι. Τα παιδιά τους.
Μόνο το χιόνι θροΐζει πάνω στους σκοτεινούς δρόμους.
Και δεν υπάρχουν άλλοι ήχοι σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Αλλά άκου! Εκεί, στην παγωμένη νύχτα
κάποιος μοιρολογά, κάποιος ψελλίζει φοβισμένος.
Κάποιος στέκεται εκεί παραδομένος στον χειμώνα.
Και κλαίει. Κάποιος στέκεται εκεί μες στο σκοτάδι.
Η φωνή του είναι ισχνή. Λεπτή σαν βελόνα.
Χωρίς νήμα. Και μοναχός του
πλέει μέσα στο χιόνι. Σκεπασμένος με το ψύχος.
Ράβοντας νύχτα με αυγή. Ευγενικά.
«Ποιός εκεί στέκει και θρηνεί; Εσύ είσαι άγγελέ μου;
Με περιμένεις να επιστρέψω, σαν τα καλοκαίρια κάτω απ’ τα χιόνια περιμένεις
την αγάπη μου;… Γυρίζεις σπίτι μες στην σκοτεινιά;
Σύ είσαι που σπαράζεις στα σκοτάδια;» Καμιά απάντηση.
«Σεις είστε Χερουβείμ; Τα σιωπηλά σας δάκρυα, πένθιμες χορωδίες μνημονεύουν.
Αίφνης απαρνηθήκατε
την κοιμισμένη μου εκκλησιά; Δεν είστε σεις;» Σιωπή.
«Εσύ ’σαι Παύλε; Τραχιά είναι η φωνή
απ’ τον σκαιό σου λόγο.
Σύ έγειρες το γκρίζο σου κεφάλι μες στο σκότος
για να κλάψεις;» Σιωπή.
«Μήπως είναι το χέρι που προστάτευσε τα μάτια μου,
αυτό το χέρι που ελλοχεύει νυν και αεί και εις τους αιώνες;
Εσύ ’σαι Κύριε; Καλπάζει η σκέψη μου,
αλλά με απαλότητα θρηνεί τούτ’ η φωνή».
Καμιά απάντηση. Σιωπή. «Γαβριήλ, συ ’σαι
που σάλπισες και άρχισαν οι υλακές;
Μόνο εγώ ορθάνοιξα τα μάτια
την ώρα που οι ιππότες της Αποκάλυψης σέλωναν τ’ άλογά τους;
Αφού όλα κοιμούνται βαθιά. Σφραγισμένα μέσα στο έρεβος.
Ξαμόλυσε τα σκυλιά του ο ουρανός.
Γαβριήλ, δικά σου είναι τ’ αναφιλητά, έτσι πως, περιβεβλημένος το σκότος του χειμώνα,
κατάμονος, κραδαίνεις τη μεγάλη σάλπιγγα;»
«Όχι, είμαι εγώ, η ψυχή σου Τζων Ντον.
Μονάχη οδύρομαι στων ουρανών τα ύψη,
γιατί οι μόχθοι μου γεννήσανε
σκέψεις κι αισθήματα βαριά σαν αλυσίδες.
Με τούτο το φορτίο ανυψώθηκες,
ανάμεσα στις αμαρτίες και τα πάθη πέταξες.
Ήσουν πουλί, έβλεπες τους ανθρώπους σου παντού,
καθώς φτερούγιζες πάνω απ’ τις γερτές τους στέγες.
Κοίταξες φευγαλέα τις θάλασσες, τις έσχατες γωνιές.
Είδες την κόλαση – πρώτα στα όνειρά σου, μετά καθώς περπάταγες.
Είδες ξεκάθαρα τον λαμπερό Παράδεισο
ντυμένο τα λυπημένα πάθη των ανθρώπων.
Αντίκρυσες και τη ζωή: ολόιδια με το νησί σου είναι.
Είδες και τον Ωκεανό.
Δίπλα στέκονταν τα σκοτάδια ουρλιάζοντας.
Λίγο πετάρισες τριγύρω απ’ τον Θεό, γρήγορα ήρθες πίσω.
Ήταν το βάρος που σ’ εμπόδιζε να υψωθείς ψηλά,
απ’ όπου αυτός ο κόσμος, μόνο από πύργους μοιάζει φτιαγμένος
και κορδέλες ποταμών,
απ’ όπου, σ’ αυτόν που από ’κει ψηλά κοιτάζει,
της Τελευταίας Ετυμηγορίας ο τρόμος, τρόμος δεν είναι πια.
Εκεί ψηλά δεν τρέχει ο καιρός.
Από εκεί, όλα εδώ μοιάζουν με αμυδρό όνειρο ληθάργου.
Από εκεί, τρεμοπαίζει ο Κύριος, σαν αναλαμπή κεριού
σε μακρινό παράθυρο μες στην ομίχλη της νύχτας.
Άγονα τα χωράφια κείτονται. Δεν είναι άροτρο να τα οργώσει.
Δεν τις οργώνει τις χρονιές. Δεν τους οργώνει τους αιώνες.
Γύρω τα δάση στέκονται μοναχικά, σαν τείχη.
Μόνο η βροχή πέφτει αδιάκοπα στ’ απέραντα λειβάδια.
Ο πρώτος υλοτόμος, που το λιγνό του άλογο
λοξοδρόμησε, τρομαγμένο απ’ το απέραστο του δάσους,
στο πεύκο πάνω ανεβαίνοντας, βλέπει απρόσμενα μιά λάμψη
πυρκαγιάς, πέρα, στη δική του κοιλάδα.
Τα πάντα σε απόσταση. Αυτά που είναι κοντά αχνοφέγγουν.
Το βλέμμα ήσυχα γλιστρά πέρα απ’ τη τελευταία στέγη.
Όλα λουσμένα στο φως. Δεν αλυχτάνε τα σκυλιά.
Ήχοι καμπάνας δεν ακούγονται.
Ο υλοτόμος ξέρει πια, πως όλα είναι απώτερα. Απότομα, στα δάση
θα οδηγήσει τ’ άλογό του, πίσω.
Και ξαφνικά, τα γκέμια, το έλκηθρο, η νύχτα, ο ίδιος,
το μίζερο άτι – όλα θα γίνουν ένα με τ’ όνειρο των βιβλικών κειμένων.
Όμως εγώ, στέκομαι εδώ και κλαίω, ο δρόμος χάθηκε.
Είναι γραφτό πίσω να ρθω σ’ αυτές τις πέτρες.
Ανήμπορη να αποχωριστώ το σώμα μου.
Είναι γραφτό μόνο νεκρή να φτερουγίσω εκεί.
Ναι, μόνη μου. Όταν θα σ’ έχω πια ξεχάσει, φως μου,
όταν παντοτινά μέσα στη γη θα σ’ έχω λησμονήσει, τυραννισμένη
από την άκαρπη λαχτάρα ξοπίσω σου να ’ρθώ,
ράβοντας με τις σάρκες μου μαζί, τον αποχωρισμό.
Πλην όμως άκου! Ενώ με τους λυγμούς τη νύχτα σου
αναστατώνω, το χιόνι στροβιλίζεται μες στο σκοτάδι, δεν λέει να λιώσει,
την ώρα που τον χωρισμό μας ράβει
με βιάση οι βελόνες του πετάνε πάνω κάτω.
Δεν κλαίω εγώ – εσύ θρηνείς, Τζων Ντον.
Εσύ πλαγιάζεις μόνος, τα ιερά τα σκεύη σου κοιμούνται στα ντουλάπια,
καθώς το χιόνι πάνω στο κοιμισμένο σπίτι σου σωριάζεται,
καθώς το χιόνι πέφτει μέσα στα σκοτάδια».

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Σαν το πουλί κοιμάται στη φωλιά του,
έχοντας παραδώσει τη δίψα του για πιο καλή ζωή και τον καθάριο δρόμο,
παντοτινά σ’ εκείνο το αστέρι,
που τώρα κλείστηκε στα σύννεφα.
Σαν το πουλί. Παρθένα η ψυχή του
και μολονότι αμαρτωλό το μονοπάτι,
στη φύση είναι πιο σιμά κι απ’ τη φωλιά του κόρακα,
που αιωρείται πάνω από ξύλινα πουλόσπιτα, ερημωμένα απ’ τα ψαρόνια.
Σαν το πουλί την αυγή θα ξυπνήσει.
Τώρα ξαπλώνει κάτω από πέπλα λευκά,
την ώρα που όνειρα και χιόνι υφαίνουν
το κενό ανάμεσα στο σώμα που ονειρεύεται και στην ψυχή του.
Όλα βυθίστηκαν στον ύπνο. Όμως, ύστατοι στίχοι
περιμένουν για το τέλος και χάσκοντας γυμνώνουν δόντια
ότι η αγάπη επί της γης, χρέος του ποιητή είναι,
ενώ μόν’ ο παπάς φορά κατάσαρκα την θεία αγάπη.
Όποια μυλόπετρα και να γυρνάει τούτα τα νερά
ίδιο ψωμί μέσα στον κόσμο θα αλέσει.
Γιατί, αν η ζωή είναι φτιαγμένη να μοιράζεται,
ποιος είν’ εκεί, να μοιραστεί τον θάνατό μας;
Τρύπια τα ρούχα των ανθρώπων. Τα σκίζει αυτός που βούλεται.
Σ’ όλες τις άκρες τους. Κουρέλια πέφτουν, και ξαναγίνονται μετά.
Και πάλι σκίζονται! Μονάχα ο θόλος τ’ ουρανού
παίρνει στα σκοτεινά βελόνα ράφτη, αυτά τα ρούχα να μπαλώσει.
Κοιμήσου, Τζων Ντον, κοιμήσου. Αποκοιμήσου ήσυχα, μην βασανίζεσαι.
Το ρούχο σου σκίστηκε πια, θλιμμένα κρέμονται τα ξέφτια.
Λίγο ακόμα, και εκεί, μες απ΄τα σύννεφα,
τ’ άστρο που τόσα χρόνια φρούρησε τον κόσμο σου, θ’ αστράψει.

Иосиф Александрович Бродский,
Большая элегия Джону Донну (1963)

~ . ~

 

donne

~ . ~

ΤΖΩΝ ΝΤΟΝ
(John Donne, Λονδίνο 1572-1631)

Ο Άγγλος ποιητής και ιεροκήρυκας Τζων Ντον (ορθή προφορά Νταν, εδώ επελέγη ο τρόπος με τον οποίο ακούγεται το όνομά του στο ποίημα του Μπρόντσκι) υπήρξε γόνος εύπορης ρωμαιοκαθολικής οικογένειας. Ανατράφηκε ως καθολικός σε μια χώρα όπου οι μη αγγλικανοί δεν είχαν προνόμια. Σπούδασε στην Οξφόρδη και στο Καίημπριτζ, αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του εκεί, καθώς αρνήθηκε να δεχτεί τα 39 άρθρα του αγγλικανικού δόγματος. Πήρε, τελικά, πτυχίο Νομικής από το Λίνκολνς Ιν, το 1594.

Το 1602 παντρεύτηκε κρυφά τη θετή κόρη του σφραγιδοφύλακα και δικαστή σερ Τόμας Έγκερτον και γι’ αυτόν τον λόγο φυλακίστηκε. Μετά την αποφυλάκισή του πήρε σαφή θέση υπέρ της Αγγλικανικής Εκκλησίας και εναντίον του Πάπα, κερδίζοντας, έτσι, την εύνοια του βασιλιά Ιακώβου Β΄, ο οποίος τον πίεσε να χειροτονηθεί ιερέας της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Ο Ντον, όμως, αμφέβαλλε για τη σωτηρία της ψυχής του και η αγωνία αυτή είναι έκδηλη σε μια σειρά ποιημάτων θρησκευτικού χαρακτήρα που έγραψε την περίοδο 1607-13.

Τελικά χειροτονήθηκε το 1615, οπότε και ορίστηκε βασιλικός εφημέριος και του χορηγήθηκε διδακτορικό δίπλωμα θεολογίας από το Πανεπιστήμιο του Καίημπριτζ. Το 1621 τοποθετήθηκε πρωτοπρεσβύτερος στον καθεδρικό του Αγίου Παύλου, στον οποίο εκφώνησε μερικά από τα πιο σπουδαία κηρύγματά του, αναδεικνυόμενος στον σημαντικότερο ιεροκήρυκα της εποχής του μπαρόκ.

Η ποίησή του είναι μεγαλειώδης και η επίδρασή του στη σύγχρονη ποίηση τεράστια. Στο «Devotions upon Emergent Occasions», του 1624, απαντά η φράση η πασίγνωστη από τον τίτλο του μυθιστορήματος του Έρνεστ Χεμινγουαίυ: «Και γι’ αυτό ποτέ μη στείλεις να μάθεις για ποιον χτυπά η καμπάνα. Χτυπά για σένα».

~ . ~

joseph-brodsky_1

ΙΩΣΗΦ ΑΛΕΞΑΝΤΡΟΒΙΤΣ ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ
(Иосиф Александрович Бродский,
Λένινγκραντ 1940 – Νέα Υόρκη 1996)

Ο Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς Μπρόντσκι γεννήθηκε στο Λένινγκραντ στις 24 Μαΐου 1940. Γράφει τους πρώτους του στίχους νωρίς, στα δεκαπέντε του χρόνια. Τα πρώτα ποιήματα που δημοσίευσε στον παράνομο λογοτεχνικό τύπο τον έκαναν αμέσως γνωστό αλλά τον έθεσαν και στο στόχαστρο των μυστικών υπηρεσιών του καθεστώτος. Έτσι συλλαμβάνεται και εγκλείεται παρά τη θέλησή του σε ψυχιατρείο. Μετά τη γνωμάτευση των ιατρών ότι δεν πάσχει από ψυχική νόσο, προσάγεται σε δίκη και αποφασίζεται η φυλάκιση του για πέντε χρόνια σε στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων στην Σιβηρία. Ήταν 24 ετών.

Με την υποστήριξη προσωπικοτήτων όπως η Άννα Αχμάτοβα και ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς, ο Μπρόντσκι μένει στο στρατόπεδο δεκαοχτώ μήνες και κατόπιν επιστρέφει στο Λένινγκραντ. Το 1965, το έργο του Στίχοι και ποιήματα μεταφράζεται και κυκλοφορεί στις ΗΠΑ, ενώ δύο χρόνια αργότερα, το 1967, Η Ελεγεία για τον Τζων Ντον και άλλα ποιήματα εκδίδεται στο Λονδίνο. Το 1970, εκδίδεται στη Νέα Υόρκη η ποιητική συλλογή του Μια στάση στην έρημο. Το 1971 οι αρχές τον συλλαμβάνουν και πάλι και τον επιβιβάζουν σε αεροπλάνο με προορισμό τη Βιέννη. Εκεί καταφέρνει να εξασφαλίσει βίζα για τις ΗΠΑ όπου γρήγορα εξοικειώνεται βαθιά με την αγγλική γλώσσα και ξεκινάει να γράφει ποίηση και δοκίμια και στα αγγλικά.

Υπηρετεί ως επισκέπτης καθηγητής σε πολλά Πανεπιστήμια των ΗΠΑ και το 1977 γίνεται και επίσημα Αμερικανός πολίτης. Το 1978 αναγορεύεται σε διδάκτορα των γραμμάτων από το Yale. Το 1979 γίνεται μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Γραμμάτων και Τεχνών, από την οποία παραιτείται όταν εκλέγεται επίτιμο μέλος της ο Γεβγένι Γεφτουσένκο.

Το 1986 εκδίδει έναν τόμο δοκιμίων υπό τον τίτλο Less than one. Τον ίδιο χρόνο τιμάται με το Εθνικό Βραβείο των Αμερικανών Κριτικών και αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας της λογοτεχνίας από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Το 1987 η Σουηδική Ακαδημία τού απονέμει το Βραβείο Νομπέλ. Μόλις 47 ετών είναι ο νεώτερος νομπελίστας ποιητής στην ιστορία. Το 1988 εκδίδεται η ποιητική του συλλογή To Urania και το 1992 το πεζό Υδατογράφημα.

Ο Ιωσήφ Μπρόντσκι πέθανε από καρδιακή προσβολή στο διαμέρισμά του στη Νέα Υόρκη τον Ιανουάριο του 1996 σε ηλικία 55 ετών

~ . ~

Η Ειρήνη Παπαθανασίου είναι κοινωνική λειτουργός-κοινωνιολόγος. Εργάζεται στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο. Εκτός από τις ποιητικές συλλογές που δημοσίευσε, γράφει κριτικά κείμενα σε λογοτεχνικά περιοδικά. Το ποίημα του Ιωσήφ Μπρόντσκι Μεγάλη Ελεγεία για τον Τζων Ντον μεταφράζεται εδώ για πρώτη φορά στα Ελληνικά.

*

*

*

Βιργινία Γαλανοπούλου: Ο εκκεντρικός Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς

joseph-brodsky_1

~ . ~

[ Το δεύτερο από τα δύο μέρη του αφιερώματός μας στον Μπρόντσκι και τη Μεγάλη Ελεγεία στον Τζων Ντον. Η πλήρης μετάφραση του ποιήματος από την Ειρήνη Παπαθανασίου ε δ ώ .]

~ . ~

της ΒΙΡΓΙΝΙΑΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Δεν είναι η γλώσσα όργανο του ποιητή
αλλ’ ο ποιητής όργανο της γλώσσας!
Ι. Α. ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ

«Το φαινόμενο Μπρόντσκι είναι ένας γρίφος για τη δική μας νοοτροπία, ένα ερωτηματικό για τη λογοτεχνική μας παράδοση. Ως ποιητής διαμορφώθηκε μέσα απ’ τη ρωσσική γλώσσα, όμως η ποίησή του δεν είναι ρωσσική ούτε ως προς το πνεύμα της ούτε ως προς την εκφορά του λόγου – έχει κάτι βιβλικό, ερημικό, προαιώνιο. Οι μακριές αλλ’ εύκαμπτες νοηματικές αλυσίδες προσδίδουν στα ποιήματά του μια χροιά αγγλική. Ο Μπρόντσκι αποδομεί το στίχο κι εκείνες τις ιδιότητές του που ανάγονται στον Πούσκιν και που για μας είναι θεμελιώδεις, καθώς η αρμονία ή η δυσαρμονία παράγεται στον “πυρήνα της Λέξης”, μέσ’ από τη μαγεία του ήχου της, χάρη στην ύπαρξή της».[1]

Οι σκέψεις αυτές απηχούν την άποψη που έχουν για το έργο του Μπρόντσκι πολλοί Ρώσσοι κριτικοί λογοτεχνίας αλλά και απλοί αναγνώστες, τόσο τη σοβιετική περίοδο όσο και κατά τις πρόσφατες δεκαετίες. Προκειμένου να δώσουμε μιαν εξήγηση για το θαυμασμό, την έκπληξη ή την αμηχανία που προκαλούν οι στίχοι του μεγάλου Ρώσσου ποιητή (ο οποίος το 1977 πήρε την αμερικανική υπηκοότητα) στους συμπατριώτες του αλλά και στο διεθνές αναγνωστικό κοινό, θα επιχειρήσουμε ν’ ανιχνεύσουμε τις λογοτεχνικές του καταβολές λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες του βίου του. Απ’ αυτή τη σκοπιά, η Μεγάλη Ελεγεία για τον Τζων Ντον προβάλλει ως ιδανικό σημείο αναφοράς, μιας και το συγκεκριμένο ποίημα σηματοδοτεί μια στροφή στην καλλιτεχνική δημιουργία του Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς και συγκεντρώνει πολλά απ’ τα χαρακτηριστικά που απαντούν και στη μετέπειτα πορεία του.

akhmatova

Η Μεγάλη Ελεγεία για τον Τζων Ντον γράφεται στις αρχές του 1963, όταν ο εικοσιτριάχρονος Μπρόντσκι γνωρίζει ελάχιστα το έργο του Άγγλου μεταφυσικού ποιητή – μερικά μόνο σκόρπια «απόσπασματα από κηρύγματα και στίχους που περιλαμβάνονται σε κάποιες ανθολογίες».[2] Την εποχή αυτή, η κυριαρχία του Νικίτα Χρουσώφ στο κόμμα οδεύει προς το τέλος της, ενώ στην πολιτιστική ζωή της απέραντης Σοβιετικής Ένωσης εμφανίζεται η γενιά του ’60. Ο Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς έχει παρατήσει το σχολείο κι έχει κάνει διάφορες δουλειές –φρεζαδόρος, βοηθός νεκροτομείου, εργάτης σε γεωλογικές έρευνες–, έχει συναντήσει την Α. Α. Αχμάτοβα αλλά και τη ζωγράφο Μαριάννα Μπασμάνοβα, που την ερωτεύεται και της αφιερώνει αρκετά ποιήματά του· έχει επίσης επισκεφτεί τα γραφεία της Κα-Γκε-Μπέ, όπου, τούτη τη φορά, μένει μόνο για δυο μερόνυχτα. Μέσα σ’ όλα αυτά, έχει προλάβει να πάρει μιαν ιδέα απ’ το έργο του Τζων Ντον – πώς όμως έγινε αυτό;

«Έμαθα γι’ αυτόν λίγο πολύ τυχαία, όπως οι περισσότεροι, χάρη στο μότο του μυθιστορήματος Για ποιον χτυπά η καμπάνα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά νόμιζα ότι πρόκειται για τη μετάφραση κάποιου ποιήματος, γι’ αυτό και προσπάθησα να βρω μια ποιητική συλλογή του Ντον. Μάταια. Αργότερα κατάλαβα ότι είναι απόσπασμα από ένα κήρυγμά του. Μ’ άλλα λόγια, τον Ντον τον πρωτογνώρισα, τρόπον τινά, όπως και οι σύγχρονοί του Άγγλοι – γιατί, στην εποχή του, ήταν περισσότερο γνωστός ως ιεροκήρυκας παρά ως ποιητής. Έχει ενδιαφέρον το πώς έφτασε στα χέρια μου το βιβλίο μ’ αυτό το απόσπασμα. Για καιρό έψαχνα σε διάφορες ανθολογίες. Το ’64, όταν μου έριξαν πέντε χρόνια, με συνέλαβαν και με πήγαν στην περιφέρεια Αρχάγγελσκ, η Λίντιγια Κορνέγιεβνα Τσουκόφσκαγια μου έστειλε για τα γενέθλιά μου –παίρνοντάς την προφανώς απ’ τη βιβλιοθήκη του πατέρα της– μια έκδοση της Modern Library με έργα του Ντον. Τότε διάβασα για πρώτη φορά όλα τα ποιήματά του – τα διάβασα προσεκτικά».[3] (περισσότερα…)

Δημήτρης Αγαθοκλής: Ο Ποιητής ως Αξίωμα

pic-1

♦♦♦

ΤΟ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΟΤΙ Η ΠΟΙΗΣΗ, και γενικώς η Τέχνη, έχει τον ένα ή τον άλλο σκοπό, λίγο θα ωφελήσει. Εάν δηλαδή στοχεύει στην ανάδειξη τού ιδανικώς Ωραίου αναπτύσσοντας την αισθητική ευαισθησία, ή στο να τέρπει τις αισθήσεις και να κάνει τον άνθρωπο να στοχάζεται ή ακόμα να βελτιώνει τις κοινωνικές σχέσεις που διέπουν την καθημερινότητά του· λίγο ενδιαφέρει.

Κανείς δεν διαβάζει έχοντας στο πίσω μέρος τού κεφαλιού του ότι με το πέρας τής ανάγνωσης θα πρέπει να έχει κερδίσει κάτι απτό, κάτι μετρήσιμο που να μπορεί να το βάλει δίπλα σε μιά σειρά από λοιπές «γνώσεις» για επίδειξη προς τρίτους, όπως για παράδειγμα όταν τοποθετούμε τα βιβλία μας στη βιβλιοθήκη ή όπως συνηθίζαμε μικροί να έχουμε τα στρατιωτάκια μας σε διάφορους σχηματισμούς, δείχνοντάς τα επαιρόμενοι σε φίλους. Όχι. Η Ποίηση είναι κάτι διαφορετικό. Δεν ποσοτικοποιείται, δεν έχει λαβές να την πιάσεις και να την σηκώσεις ψηλά για να δεις όλες της τις πλευρές· κάθε παραμικρή καμπύλη, ακμή, επιφάνεια ή κορυφή κάτω από άπλετο φως. Αν μάς επιτρέπεται η φανταστική μεταφορά, η Ποίηση ομοιάζει προς ένα τετραδιάστατο στερεό την μορφή τού οποίου αντιλαμβανόμαστε απ’ την προβολή τής σκιάς του στις διαστάσεις που γνωρίζουμε, ανάλογα με τον φωτισμό κάθε φορά. Όσο ικανώτερος ο ποιητής, τόσο πιο πλούσιες και ποικίλες οι προβολές τού (ιδεατού) ποιητικού στερεού. Διότι μη γελιόμαστε. Είμαστε (και θα παραμείνουμε) δέσμιοι των αισθήσεών μας. Μέσω αυτών αντιλαμβανόμαστε τον Κόσμο και δίνουμε νόημα στις ενέργειές μας. Είναι μια πικρή αλήθεια αυτή, πράγματι· ίσως και ήττα. Γι’ αυτό κι εν προκειμένω η Ποίηση έρχεται ως αρωγός (αλλά και παρηγορία). Όχι για να μάς υποδείξει πώς να ζήσουμε, όχι! Η Ποίηση δεν ξέρει τον τρόπο, δεν μπορεί να μάς δώσει καμμιά μονολεκτική απάντηση για την ανθρώπινη κατάσταση. Είναι όμως σε θέση (και οφείλει) να ξεσκεπάζει τα μεγάλα ερωτήματα τής Ζωής, τις μεγάλες αγωνίες. Κι αυτό μεν δεν αποτελεί ικανή συνθήκη· είναι όμως σίγουρα αναγκαία για να λέμε ότι έχουμε Ποίηση – τουλάχιστον το είδος που αξίζει μνείας και καλούμε σπουδαία.

ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ όσον αφορά στον ρόλο τού Ποιητή. Μερικοί υποστηρίζουν ότι πρέπει να είναι μεταρρυθμιστής, αναμορφωτής των μαζών, κοινωνικός καινοτόμος. Άλλοι, και δεν είναι λίγοι, ότι δεν πρέπει να είναι οπαδός τής «δράσης» αλλά αντιθέτως περισσότερο ιδεαλιστής, συγκεντρωμένος στα γραπτά του ανεξαρτήτως εάν αυτά, τελικώς, επηρεάσουν ή όχι τον κοινωνικό του περίγυρο. Η αλήθεια πιστεύουμε βρίσκεται, όπως συνήθως, κάπου στη μέση. Σίγουρα ο ποιητής δεν είναι επαναστάτης αλλά από την άλλη δεν είναι και επαίτης. Όπως δεν αρμόζει να ανεμίζει ποιητικές μπαντιέρες άλλο τόσο δεν αρμόζει και να παρακαλεί. Δεν είναι τής φύσης του να περπατά με σκυφτό κεφάλι στους δρόμους, μ’ ένα λουλούδι στο χέρι, ζητώντας συγκατάθεση για να το δωρίσει εδώ ή εκεί. Η ταπεινότητα δεν είναι γνώρισμά του. Αντιθέτως! Ο Ποιητής, που έχει επίγνωση τής θέσης του, κατεβαίνει στο πεζοδρόμιο όχι με τηλεβόα και συνθήματα αλλά με χαρτί και πέννα. Στέκεται καταμεσής τού πλήθους κι αρχίζει να κηρύττει, να κατηχεί τις καρδιές των συνανθρώπων του που μέσα στη ρεαλιστικά απροσδιόριστη καθημερινότητα που καλούμε Ζωή, άλλοτε αγωνιούν κι άλλοτε χαίρουν. Ζωή για την οποίαν έχει την πεποίθηση πως γνωρίζει αρκετά ώστε ν’ αξίζει να μιλήσει γι’ αυτήν σε μια γλώσσα πιο θελκτική ή προσιτή, σίγουρα πάντως εκλαϊκευμένη – απευθυνόμενη στους πολλούς και όχι στους ολίγους. Ο Ποιητής πρέπει να φέρει ερωτήματα στην επιφάνεια· να θέσει τα φλέγοντα ζητήματα τού καιρού του υπό τον τύπον των ήλων, να εγείρει παλαιά πάθη από την λήθη και να τα μελετήσει υπό νέον πρίσμα, κι όλα μαζί να τα ξαπλώσει σαν ασθενή επί τής χειρουργικής κλίνης να τ’ ανατάμει. Προσοχή όμως, να μην προτρέχουμε! Δεν είναι χρέος τού Ποιητή να προτείνει κάποια λύση, κάποια απάντηση να τού βρίσκεται – δεν είναι φιλόσοφος ή καλύτερα μάγος να εμφανίζει λαγούς μέσα από καπέλλα. Μην τού ζητούμε να ενδυθεί ένα ρούχο που τού είναι μεγάλο ή εκτός εποχής. Είναι όμως Κτίστης ο Ποιητής. Δημιουργός, Γεννήτωρ ενός Κόσμου που οφείλει να πλάσει απ’ το μηδέν. Να πάρει χώμα και να κάνει λάσπη –κι απ’ την λάσπη μετά πηλό!– αυτοβούλως θέτοντας τ’ Αξιώματα πάνω στα οποία θα οικοδομήσει τις Προτάσεις και τα Θεωρήματά του· ή αν θέλουμε αλλιώς, τους Ήρωες και τις Σχέσεις που διέπουν την προσωπική αισθητική του Σκηνή (όπως στο θέατρο). Αυτή είναι η προσφορά του. Δεν αποτελεί διέξοδο, ούτε όμως κι αδιέξοδο (δεν προσπαθεί ν’ αποδείξει κάτι). Δεν υπάρχει επιμύθιο ή happy end σε ό,τι μάς λέει. Γιατί δεν μπορεί να υποσχεθεί τίποτε παραπάνω από μια γνήσια μεταγραφή τής Αλήθειας σε όρους κατά τι πιο προσιτούς στα συνήθη γλωσσικά αισθητικά μας κριτήρια. Αυτό είναι ο Ποιητής. Μια υπερχορδή, ένα bing bang, μια πιθανότητα που θέτει τα πράγματα «στη μυστική κίνηση» ενώπιόν μας, βάσει των δικών του αξιωματικώς απολύτων Σταθερών. Κι αλλοίμονο σε εκείνον που αντί να ορίσει τις δικές του σταθερές, τις παίρνει έτοιμες και αρχίζει να κτίζει επ’ αυτών σαν να ήτανε δικές του! Τί πλάνη… Η ποίησή του είναι καταδικασμένη να καταρρεύσει, να χαθεί για πάντα – γιατί τα ποιητικά παραγώμενα θα είναι ξένα, όχι δικά του, και αναπόφευκτα θα παγιδευτεί στην προσπάθεια να δικαιολογεί αενάως τ’ αδικαιολόγητα· τον λόγο για τον οποίο χρησιμοποίησε αλλότρια Αξιώματα αντί τού να παραγάγει/ορίσει ο ίδιος νέα. Η ποίησή του δεν θα είναι ειλικρινής και ο τόνος του θα τείνει διδασκαλίστικος. Και φυσικά, κάτι τέτοιο δι’ όλου δεν αρμόζει στον ποιητικό Λόγο.

ΑΝ Ο ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ ΕΙΔΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ μονότονο και πεζό, αν ο Σεφέρης τον είδε χαλάσματα κι ο Ελύτης να πλέει σ’ ένα εκθαμβωτικό αιγαιοπελαγίτικο φως, και οι τρεις είχαν το θάρρος να ορίσουν καλώς τα Αξιώματα τής ποίησής τους επί των οποίων, αργά και μεθοδικά, όρθωσαν το (στέρεο) ποιητικό τους Σύμπαν με ειλικρίνεια και συνέπεια. Δεν προσπάθησαν να τον αλλάξουν ή χειρότερα να μάς «νουθετήσουν» να δεχτούμε την ορθότητα τής οπτικής τους. Κάτι τέτοιο θα αποδομούσε το ποιητικό τους εγχείρημα, θα αναιρούσε την ποιητική τους ενέργεια· που δεν ήταν άλλη απ’ το να θέσει ερωτήματα που λίγο-πολύ βρίσκονταν στα χείλη όλων εκείνη την εποχή, αλλά αδυνατούσαν να λάβουν νόημα και μορφή. Και δεν είναι περίεργο που οι παραπάνω ποιητές, αν και τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, πραγματεύονται πολλές φορές το ίδιο θέμα αλλά με τόσο ανόμοιο και συνάμα ξεχωριστό τρόπο. Γιατί κανείς τους δεν φοβήθηκε να μάς φανερώσει τί πίστευσε, τί είδε· με δικά του λόγια, με δική του φωνή. Αυτό που τόσο πολύ λείπει απ’ την Ποίηση σήμερα.

ΑΡΑΓΕ, ΠΟΤΕ ΟΙ ΝΕΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ θα τολμήσουν να μιλήσουν με αυτούσια δική τους φωνή και όχι δανεική; Να πάρουν τον ποιητικό τους λόγο έξω σε πλατείες και δρόμους, χωρίς φωνασκίες, χωρίς πομπώδη σχήματα και ρητορείες, αποθέτοντάς τον στα πόδια ενός τυχαίου περαστικού και να πουν: «Ορίστε, αυτά είναι τα  Αξιώματά μου, αυτός είναι ο Κόσμος μου – όχι κάποιου άλλου αλλά δικά μου, διότι αυτά μάς απασχολούν σήμερα, αυτά μάς καίνε τούτη την στιγμή, τώρα που μιλάμε και αναπνέουμε, εγώ κι εσύ· και οι στίχοι μου, αυτές οι ταπεινές γραμμές που βγήκαν με κόπο και που ίσως να μην αξίζουν τίποτα ή ίσως πάλι και να μη συμφωνείς με αυτές (έχεις κάθε δικαίωμα), είναι η Ζωή όπως την βλέπω εγώ –όμορφη ή άσχημη, ποιός θα το πει!– όμως γυμνή με κάθε της μέλος κι από ένα ερώτημα, που αυθαίρετα (και συγχώρεσέ με για το θάρρος) είπα να το θέσω εδώ, σε αυτήν την κοινή τράπεζα που καθόμαστε όλοι νύχτα-μέρα, για συζήτηση».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ
www.dagathoklis.com

Ζέφη Δαράκη: Το μετέωρο άλμα

7e38f3cf-e24e-4e79-9290-7a7263ceca1c

                                                ΤΟ ΜΕΤΕΩΡΟ ΑΛΜΑ

… μέσα μου κατοικεί μια κραυγή
κάθε νύχτα πετιέται έξω
κοιτάζοντας με τ’ αγκίστρια της
για ν’ αγαπήσει κάτι…
ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ

Θέλω να ευχαριστήσω το «Νέον Πλανόδιον» γι’ αυτή την ευγενική χειρονομία τιμής προς την ποίησή μου. Και επίσης τις ποιήτριες και τους ποιητές που θα απαγγείλουν απόψε ποίησή μου εξ αφορμής της 8ης Μαρτίου, ημέρας τιμής και γιορτής προς τη γυναίκα παγκόσμια και όχι μόνο προς τη γυναικεία ποίηση.

Κάνοντας μια μικρή παρέκβαση θα ήθελα να παρατηρήσω ότι τα αίτια της δραματικής προαιώνιας καταπίεσης του θηλυκού προσώπου, είναι ακριβώς τα ίδια που οδήγησαν στην φοβερή κόπωση, του ανδρικού κόσμου – του ανδρικού προσώπου. Η  ίδια  η ζωή είναι εκείνη που ίσως θα εξανθρωπίσει αυτή τη σχέση γέρνοντας προς την ποιητική πλευρά του κόσμου που ξέρει μοναδικά εκείνη να καταδύεται, αναδυόμενη. Όμως σήμερα, δε μας σώζει ούτε η ποίηση, ούτε το δωμάτιό μας. Γιατί έρχονται τα γεγονότα απέξω και σπάνε τα τζάμια. Οι βαμμένες με αιμάτινο κόκκινο πόρτες της Αγγλίας. Και τα παιδιά μισοπνιγμένα – μισοζωντανά στο Αιγαίο να χάνονται – να μη τα σώζει το κλάμα της ποίησης. Και τότε τί; Τι σώζει η ποίηση; Μας σώζει από τους ανθρωποφράχτες;

Μόνο ένας πανανθρώπινος θυμωμένων ψυχών και σωμάτων ξεσηκωμός, θα έσωζε τον κόσμο από τα τερατώδη κύματα της βαρβαρότητας. Γιατί η ποίηση είναι ποίηση, αλλά ένας νέος ανθρωπισμός αφορά όλους εκείνους που πάτησαν τις νάρκες του ανδρικού κόσμου – ενός δύσμορφου, συνθλιβόμενου κόσμου. Τότε, στα πίσω καθίσματα της ιστορίας, έκπληκτα έντρομοι, αφουγκραζόμαστε αυτό που πεθαίνει. Που ποτέ δεν θα γίνει τέχνη.

Η ποίηση, το ποίημα, είναι το εναντίον. Και μαζί ένα μόνιμο τραύμα.

Ο αναγνώστης το θεάται, το ανιχνεύει. Θεάται τις ανοιγμένες φλέβες της ποίησης – αρχίζει μια υπόγεια συνομιλία. Το ποίημα, βρίσκεται ήδη μέσα στο δράμα. Αυτό που ψιθυρίζει είναι το ρίγος του. Και αυτό είναι το ήθος του.

Το ποίημα πονάει. Έτσι μας αποκαλύπτεται αν διαπλεύσουμε το σκοτάδι του. Ξαφνικά συνταράσσεται από τη ρήση του Ρεμπώ, «εγώ είναι ένας άλλος…» όταν ο ποιητής γίνεται ένας τρίτος… Τότε ο Βύρων Λεοντάρης θα γράψει «… αυτά που λέω, είναι η σιωπή μου. Αυτά που γράφω, είναι το σβήσιμό μου». Ή ο Τάσος Λειβαδίτης «… υπάρχουν μερικοί που παραδόξως νομίζουν πως είμαι εγώ, ας τους αφήσουμε στην πλάνη τους». Ή ο Αλέξης Τραϊανός, «Απουσία εμένα από εμένα…». Ενώ η Μαρία Πολυδούρη θα πει: «πως ήμουν έτσι ανάρμοστα βαλμένη εγώ στην πλάση σα ριγμένη…».

Γι’ αυτό η αγωνία της ποίησης δεν κοινωνικοποιείται σε ανταγωνιστικά ρινγκ. Στην ποίηση το άλμα, πρέπει να μείνει  μ ε τ έ ω ρ ο. Δεν μπορεί να γίνει εμπόριο – να γεμίσει το στήθος της κουρέλια και άχρηστα αισθήματα. Έτσι που η ονειροπόληση να μοιάζει θανατική καταδίκη.

Η ποίηση είναι έτσι κι αλλιώς πολιτική πράξη. Είναι μια πράξη ανατροπής. Ένα πολιτικό ποίημα είναι μια πράξη ανατροπής, το ίδιο φλογερή, όσο και ένα ερωτικό ποίημα.

Κι ας αφήσουμε ελεύθερο αυτό τον παραστρατημένο, τον φανταστικό στίχο, να το σκάσει από το ποίημα αναγκάζοντας τις λέξεις, να γίνουν, ζωή.

 Ο Η Ε *

Από επανάσταση σε επανάσταση
άλλη πατρίδα
κι ας τρέμαν της Ιτίλντα τα μαλλιά
ιδρώνοντας στο μέτωπό μου κι από
κρυψώνα σε κρυψώνα εκρήξεις μυστικές
στον ουρανό μου
αλλά αφόρμησε επάνω μου η ζωή και κοντινοί
και μακρινοί οι ίσκιοι των συντρόφων –
parlami d’ amore Mariu…

Μια μέρα ολόκληρη η ενέδρα ήταν στημένη
… μία και δέκα μετά μεσημβρίαν
στο πλυσταριό του Βαγιεγκράντε
με την πλάτη στον τοίχο ακουμπισμένη
έτσι πεθαίνει η ομορφιά κι η ουτοπία
μισόγυμνος κι ασάλευτος στο ράντζο
πως επιτέλους ξεψυχώ πως φεύγω…
πάρα πολύ αθώος για νεκρός

Παρών ο θάνατός μου

Και Απών

*Πρώτη δημοσίευση

Διονύσιος Πλατανιάς: Ποίηση και αυτοέκφραση

1 (2)

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

Ο Τ. Σ. Έλιοτ διετύπωσε κάποτε με ακρίβεια και εν είδει αφοριστικής διάγνωσης την ουσία της ποίησης, όταν έγραφε για τον ποιητικό νου ότι :

Μπορεί εν μέρει ή εξ ολοκλήρου να επενεργεί πάνω στην εμπειρία του ανθρώπου· αλλά όσο πιο τέλειος είναι ο καλλιτέχνης, τόσο περισσότερο θα διαχωρίζεται μέσα σε αυτόν ο άνθρωπος που αισθάνεται από τον νου που δημιουργεί· τόσο πιο τέλεια  ο νους θα αφομοιώνει και θα μετασχηματίζει τα πάθη που είναι το υλικό του.

The Sacred Wood:  Essays On Poetry and Criticism, 1921,  σ. 28 – Bartlebycom, 1999

Αυτή ακριβώς είναι η πλέον κρίσιμη ιδιότητα της ποίησης και ως τέτοια καθόλου αυτονόητη για νοοτροπίες όπως εν πολλοίς η πιο σύγχρονη νεοελληνική που καθορίζει αρκετούς ποιητές, όταν φαίνονται να  εγκατέχονται έντονα από το άγχος και την επιθυμία μιας κραυγαλέας ή επιδεικτικής έκφρασης των προσωπικών αισθημάτων και συναισθημάτων τους στο σώμα της γραπτής ποίησης, μη αντιλαμβανόμενοι πόσο αντι-αισθητικό είναι αυτό (ακόμα  και όταν υπάρχουν ψευδαισθήσεις  περί «καλόγουστου») και πόσος μάταιος κόπος διαστίχισης του πεζού λόγου σε ποίηση.

Επειδή τις περισσότερες φορές σε αυτές τις περιπτώσεις δεν έχουμε κάτι άλλο από συσσώρευση ποσότητας πεζού λόγου σε στίχο, αντί μιαν αναγωγή του λόγου σε ποιότητα και ουσία στίχου.

Όμως πρόκειται σαφώς για άλλο είδος διάταξης του λεκτικού χρόνου. Η ποίηση από την φύση και λειτουργία της καταργεί τον χρόνο ενώ ο πεζός λόγος τον προϋποθέτει και δεν υπάρχει πιο «άτσαλη» ποίηση από εκείνη που τελείται «εν χρόνω»  χαμένη στην επιθυμία αναπαραγωγής συναισθημάτων που θα έπρεπε ήδη να έχουν μεταμορφωθεί σε «κάτι άλλο» μέσα από τις διαδικασίες της ποίησης.

Η αυτοέκφραση,τουτέστιν, η τάση εκδήλωσης ή επίδειξης των προσωπικών συναισθημάτων σε βάρος κάθε άλλης παραμέτρου του λόγου ή της γραφής, μπορεί να είναι μόνο έξη ή ανάγκη της ζωής, όχι όμως της ποίησης. Η ποίηση επιδιώκει την «απόσπαση» από τον κόσμο με σκοπό το όσο δυνατόν πλατύτερο ή και πανοραμικό βλέμμα επ’ αυτού, για τον λόγο ότι όσο πιο πολύ απομακρύνεσαι από κάτι, τόσο συνολικότερα μπορείς να το βλέπεις. Από αυτή την άποψη η ποίηση δεν είναι «αυτοέκφραση». Θα έλεγε δε κανείς, πως ούτε καν την εμπεριέχει  ή οφείλει κατ’ ανάγκην να την εμπεριέχει.

Επειδή ακριβώς η αυτοέκφραση στην ποίηση κατά κανόνα είναι καθημερινός λόγος ή λόγος που μην αποτολμώντας να είναι είτε αμιγώς ποιητικός είτε αμιγώς καθημερινός, τείνει προς τις αμηχανίες και των δυο. Η ποίηση από την άλλη αποστρέφεται ή αποφεύγει τον «ενστικτώδη», ανακλαστικό των περιστάσεων λόγο προς όφελος ενός  πιο οργανωμένου και μεταφορικού λόγου.

Ο κακός ή ρηχός ποιητής επιδιώκει μια «ενσωμάτωση» στα γεγονότα, γίνεται «ένα» με το αντικείμενο του, πάσχει, υποφέρει, αναγγέλλει  ή, ακόμα χειρότερα, «φωνάζει» τα συναισθήματά του στους στίχους του·  με λίγα λόγια γράφει σαν να προσπαθεί να προσελκύσει την συμπάθεια ή την αγάπη από αναγνωστικά μάτια. Aυτό είναι το μυστικό της αποτυχίας του: μπερδεύει διαδικασίες της ζωής με διαδικασίες της δημιουργίας του λόγου.

Όμως όταν η ποίηση εκλαμβάνεται ως ο ανακλαστικός δέκτης της ζωής, τότε όχι μόνο διαγιγνώσκεται εκείνη η βαρβαρότητα που χαρακτηρίζει κάθε κακή η παρακμιακή ποίηση, τουτέστιν η εξίσωση της ζωής  με την ποίηση, αλλά κυρίως, σε αυτή την περίπτωση προκαλεί έκπληξη η αδυναμία κατανόησης της ποίησης ως τέχνη στην πλέον ουσιώδη ιδιότητά της:   αν η ζωή μπορούσε να είναι πλήρως «αυθυπόστατο» και «αυτοερμηνευόμενο» φαινόμενο τότε όχι μόνον δεν θα χρειαζόταν την ποίηση αλλά και καμμία άλλη τέχνη. Από την άλλη, εκείνο για το οποίο η ζωή υπεραρκεί, δεν έχει νόημα η ποίηση να το αναπαράγει.

Η ποίηση έρχεται να πει κάτι «παραπάνω» από την ζωή, όχι να την αναπαράγει·  ούτε καν να την αντιστοιχίσει κατ’ ανάγκην με το υποκείμενο της γραφής. Κυρίως, δεν έχει να κάνει τόσο πολύ με την έκφραση των προσωπικών συναισθημάτων· είναι πάνω απ’ όλα ένας τρόπος να κατανοούμε τον κόσμο και όχι να χαιρόμαστε ή να λυπόμαστε γι’ αυτόν (χωρίς φυσικά να αποκλείεται και αυτό, αλλά έχουν νόημα, στην ποίηση και στα πάντα οι προτεραιότητες ή ο «κεντρικός στόχος»).

Ή αλλιώς, όπως έλεγε ο Spinoza: «Προσπάθησα σκληρά να μην γελάω με τις πράξεις των ανθρώπων, ούτε να κλαίω με αυτές ούτε να τις μισώ, αλλά να τις καταλαβαίνω». (Ηθική, III)

Και αυτό δεν είναι μόνο δουλειά του φιλόσοφου αλλά και του ποιητή, ο καθένας από διαφορετική εποπτεία λόγου και διανοησιαρχική οπτική: Eκεί που η φιλοσοφία αναζητεί, εξάγει και αναστοχάζεται τα universalia από τους συλλογισμούς και τις θεωρητικές διαπιστώσεις της, η ποίηση επιχειρεί να διατυπώσει με μεταφορές την ουσία. Με λίγα λόγια είναι ένας τρόπος για να πειστούμε πως οι ιδιότητες των πραγμάτων δεν είναι συμπτωματικές αλλά ουσιαστικές, στο βαθμό που ποτέ δεν μπορούμε να δούμε την Ουσία άμεσα αλλά έμμεσα, μέσω της σκέψης (ποιητικής στην συγκεκριμένη περίπτωση).

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η ποίηση τελείται εν συναισθηματικώ κενώ. Μια τέτοια χοντροκομμένη παρερμηνεία θα ήταν τυπική κάθε παρακμιακής σκέψης που αδυνατεί να ξεφύγει από τις απλοποιήσεις του «είτε-είτε». ‘Ολα τα παραπάνω  στην ουσία υπογραμμίζουν το εξής: ο καλός ποιητής δεν «αφήνει» το συναίσθημα στην ποίηση όπως το νοιώθει (η ζωή έτσι κι αλλιώς αρκεί γι’ αυτό). Κατορθώνει να το μετατρέπει σε κάτι άλλο.

Μπορούμε όμως να συνοψίσουμε την όλη διαφορά ανάμεσα στις δυο αντιλήψεις περί «προσωπικού» στην ποίηση επιγραμματικά ως εξής: ο πραγματικός ποιητής διακρίνεται από το έντονα προσωπικό ύφος  ή στυλ στην ποίησή του· ο κακός από τα προσωπικά «συναισθήματά» του και την σφοδρή επιθυμία έκθεσής τους ως έχουν ή όπως νομίζει ότι έχουν, στην ποίηση. Ο μεν πρώτος μετασχηματίζει την προσωπικότητά του σε αυτό που οφείλει: λογοτεχνία. Ο δε δεύτερος σε συναίσθημα (για την ακρίβεια: σε επίδειξη συναισθήματος)  που δεν έχει τίποτε περισσότερο να κάνει από το να διατυπώνεται απλά σε γραπτό στίχο, σε μια δουλειά έτσι κι αλλιώς για την οποία αρμοδιότερος είναι ο πεζός λόγος.

Είναι δύο διαφορετικοι χειρισμοί της «προσωπικότητας» σε κάθε περίπτωση· ο πρώτος «αποσπασμένα» (απομεμακρυσμένα) στυλιστικός, ο δε δεύτερος απονενοημένα αυτοεκφραστικός.

Ή όπως λέει ο  Έλιοτ:

Στην πραγματικότητα, ο κακός ποιητής είναι συνήθως μη συνειδητός εκεί που θα όφειλε να είναι συνειδητός, και συνειδητός εκεί που θα έπρεπε να είναι μη συνειδητός. Και τα δύο λάθη τείνουν να τον καθιστούν «προσωπικό».  Ποίηση δεν είναι να αφήνεται το συναίσθημα ελεύθερο, αλλά μια απόδραση από το συναίσθημα· δεν είναι η έκφραση της προσωπικότητας, αλλά μια απόδραση από την προσωπικότητα. Όμως, ασφαλώς, μόνον εκείνοι που έχουν προσωπικότητα και συναισθήματα γνωρίζουν τι  σημαίνει να θέλεις να δραπετεύσεις από αυτά. (ό.π., σ. 30)

Και ξέρουν ακόμα τι σημαίνει να δραπετεύεις από τον Χρόνο, θα συμπλήρωνε κανείς σε αυτά τα λόγια του Τ. Σ. Έλιοτ. Γιατί ο ποιητής δεν είναι τίποτε άλλο παρά μονάδα μέτρησης της Αχρονίας, αν θα μπορούσε κανείς να το διατυπώσει έτσι.  Εξ αυτού του δημιουργικού παραδόξου προκύπτει η στυλιστική «απόσπασή» του από τον κόσμο κατά την διάρκεια της γραφής, όπως επίσης και η συνάλληλη με αυτήν απογύμνωση του γεγονότος sub specie aeternitatis.

Και αν ερμηνεύσει σωστά κανείς τον Έλιοτ μακριά από χοντροκομμένες προσλήψεις, θα καταλάβει γιατί οι καλοί ποιητές μετασχηματίζουν την προσωπικότητά τους σε έντονα διακριτό «προσωπικό στυλ» ενώ ταυτόχρονα πραγματώνουν εν έργω ένα  όσο το δυνατόν πιο «αποπροσωποποιημένο βλέμμα» ακόμα και όταν «ομιλούν» σε πρώτο ενικό πρόσωπο.

Δεν έχει νόημα, έτσι κι αλλιώς, να δεις δυο φορές στον χρόνο το ίδιο πράγμα με τον ίδιο τρόπο. Την δεύτερη φορά, θα πρέπει να το δεις «αλλιώς». Και η ποίηση αν μη τι άλλο μας επιτρέπει ένα πιο ώριμο, πιο ψύχραιμο βλέμμα επί των ανθρωπίνων, αρκεί φυσικά να υπάρχει και η ίδια ως δραστηριότητα ουσίας και όχι μόνο κατ’ όνομα.