Δάντης

Δάντης, Η πρώτη Εκλογή

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

Οι δύο Εκλογές του Δάντη αποτελούν τα τελευταία του ποιήματα και τις μόνες ποιητικές συνθέσεις που έγραψε στα λατινικά. Δεν συνιστούν μέρος ενός ευρύτερου έργου, μα αποσπάσματα μιας ποιητικής αλληλογραφίας που αντάλλαξε με τον Τζιοβάννι ντελ Βιρτζίλιο. Στο τέλος του 1319 ή στις αρχές του 1320, ο Τζιοβάννι απηύθυνε από την Μπολόνια μια έμμετρη επιστολή στον Δάντη, στην οποία έψεγε τον Φλωρεντινό –που τότε συνέθετε στη Ραβέννα τα τελευταία άσματα του Παραδείσου– για το γεγονός ότι επέλεξε να πραγματευθεί την υψηλή θεματολογία της Κωμωδίας όχι στα λατινικά, μα στην καθομιλουμένη. Ο Δάντης, κατά την κρίση του Τζιοβάννι, «πετούσε μαργαριτάρια σε χοίρους». Στην περίτρανα πεπλανημένη του αποτίμηση, ο Τζιοβάννι, καθηγητής λατινικής γραμματείας στην Μπολόνια και μέλος μιας κοινότητας πρώιμων λατινολατρών ανθρωπιστών που είχαν αρχίσει να κυριαρχούν στα πανεπιστήμια της βόρειας Ιταλίας, απορεί που ο Δάντης γράφει προς χάρη και τέρψη του αμαθούς πλήθους, και, μάλιστα, σε γλώσσα και ύφος που ταιριάζουν περισσότερο σε ταβερνείο παρά σε μια κοινότητα πεπαιδευμένων. Προτείνει, λοιπόν, στον Δάντη, να συντάξει ένα λατινικό έπος που να περιγράφει τις συγκαιρινές συρράξεις (Γουέλφων και Γιβελλίνων). Κάτι τέτοιο, τονίζει, θα οδηγούσε στη δημόσια καταξίωση του Δάντη ως ποιητή, αφού θα μπορούσε έτσι να δαφνοστεφανωθεί στην Μπολόνια. Με άλλα λόγια, ο Τζιοβάννι δελεάζει τον Δάντη με τιμές σαν εκείνες που έλαβε ο ποιητής Αλμπερτίνο Μουσάτο στην Πάδοβα, το 1315, σε μια συμβολική πράξη που είχε ασκήσει μεγάλη επίδραση στην Ιταλία.

Η πρώτη Εκλογή αποτελεί τη γεμάτη αυτοπεποίθηση απάντηση του Δάντη. Συντάσσεται με απαράμιλλο χιούμορ, ειρωνεία και αιχμηρότητα. Ο Δάντης συνθέτει ένα λατινικό ποίημα μεν, αλλά στο γήινο ύφος των Εκλογών του Βιργιλίου, αναβιώνοντας εμβριθώς ένα λογοτεχνικό είδος -τη βουκολική ποίηση- που είχε περιέλθει σε αφάνεια. Επιλέγοντας να απαντήσει στην ποιητική επιστολή του Τζιοβάννι ντελ Βιρτζίλιο με ένα βουκολικό εξάμετρο ποίημα, ο Δάντης όχι μόνον συντάσσεται ευφυώς με την προσηνή και ακαύχητη ποιμενική γραφή του Βιργιλίου, μα μεταμορφώνει και τον Τζιοβάννι από ισότιμο συνομιλητή σε χαρακτήρα υπό τον δικό του δραματουργικό έλεγχο.

Σε δημιουργικά και εμπερίστατα λατινικά, μας μεταφέρει αλληγορικά στην ειδυλλιακή Αρκαδία. Δυο βοσκοί, ο Τίτυρος (ο Δάντης, ο οποίος υιοθετεί έναν χαρακτήρα που είχε διαλέξει για τον εαυτό του και ο Βιργίλιος στις Εκλογές) και ο Μελίβοιος (ο Ντίνο Περίνι, φίλος του Δάντη από τη Φλωρεντία), έχουν μόλις διαβάσει το «εμπνευσμένο» ποίημα του Μόψου (Τζιοβάννι ντελ Βιρτζίλιο). Ενόσω ξαποσταίνουν κάτω από μια βελανιδιά, ο Μελίβοιος ζητά επίμονα από τον Τίτυρο να του εξηγήσει το βαθύτερο νόημα του ποιήματος. Ο Τίτυρος αρχικά αρνείται, σκώπτοντας τον γιδοβοσκό φίλο του για το γεγονός ότι πάει να καταπιαστεί με πράγματα που τον ξεπερνούν. Τελικώς ενδίδει και αρχίζει να εξυμνεί τα άγνωρα και πανύψηλα μέρη στα οποία έχει γεννηθεί η έμπνευση του Μόψου. Τούτο πρόκειται, φυσικά, για μια έντεχνη ειρωνεία. Ο Μόψος παρουσιάζεται λίγο-πολύ ως ένας δεύτερος Ορφέας, ο οποίος τόσο πολύ έχει διατρίψει στον ίσκιο των αλσών των Μουσών, που έχει χλωμιάσει ολόκληρος. Νομίζει, δε, αυτός, ότι μπορεί να δελεάσει τον Τίτυρο με το δάφνινο στεφάνι. Όμως ο Τίτυρος χίλιες φορές θα προτιμούσε να λάβει τιμές στη γενέτειρά του (ο Δάντης εννοεί εδώ, προφανώς, τη Φλωρεντία, από την οποία είχε εξοριστεί). Τούτο ίσως να πραγματοποιηθεί όταν αναγνωριστεί η ποιότητα του τραγουδιού του για τους ουρανούς (ο Παράδεισος). Σε κάθε περίπτωση, δεν σκοπεύει να προδώσει την αφοσίωσή του στην καθομιλουμένη. Τούτη αλληγορείται ως μια μοναχική γαλάρα, λατρευτή, ασυμβίβαστη και ιδιότροπη, που σπάνια –και μόνον όταν το θελήσει η ίδια–, του χαρίζει το γάλα της. Μετά από τη στιχομυθία, οι δυο βοσκοί επιστρέφουν στην ταπεινή ζωή τους.

(περισσότερα…)

Από το βάθρο του ο Δάντης

*

Ψηλά απ’ το βάθρο του ο Δάντης ατενίζει
Την κίνηση στης Σάντα Κρότσε την πλατεία
Τον κόσμο που έρχεται να πιεί έναν πρωινό καφέ
Στο μπαρ που βρίσκεται στου δρόμου τη γωνία
Ξυπνάει σιγά-σιγά η Φλωρεντία
Στήνουν τους πάγκους για τη λαϊκή
Μαζεύονται τουρίστες με τα κινητά τους
Για να φωτογραφίσουνε την εκκλησία
Να τρέξουν γρήγορα μετά στην Πιάτσα ντέλλα Σινιορία
Πιο κάτω περιμένει το Ουφφίτσι
Και οπωσδήποτε το Πόντε Βέκκιο
Αλλά τον Δάντη δεν τον ενδιαφέρουν όλ’ αυτά
Εκείνος βρίσκεται πολύ ψηλά
Άραγε πού να τον κατέταξε ο Ύψιστος Κριτής
Στην Κόλαση, στο Καθαρτήριο, στον Παράδεισο;
Ποιους να συναγελάζεται τώρα ο ποιητής (περισσότερα…)

Ψυχές

ΤΟΥ Τ. Κ. ΟΥΙΛΛΙΑΜΣ

μετάφραση: Γιώργος Αποσκίτης

Υπάρχουν στιγμές στη Θεία Κωμωδία κατά τις οποίες εμφανίζονται μπροστά στον Δάντη διάφορες μορφές και του συστήνονται λέγοντας, «Είμαι η ψυχή του…». Όχι «Είμαι ο τάδε κι ο δείνα», αλλά «Είμαι η ψυχή…». Κάθε φορά που συναντώ αυτά τα σημεία, νιώθω έντονη κατάπληξη, φθόνο ή και κάτι ακόμη βαθύτερο. Στον δικό μου κόσμο, στο κομμάτι του δράματος της ιστορίας στο οποίο παίρνω μέρος, δεν έχω βρει ποτέ τον τόπο από τον οποίο θα μπορούσα να ατενίσω τον εαυτό μου ή τον κόσμο με τρόπο που θα μου επέτρεπε να χρησιμοποιήσω με κάποια σιγουριά τέτοιους όρους που αφορούν τη φύση –αν όχι του ανθρώπου εν γένει– της ύπαρξής μου. Όταν χρησιμοποιώ τη λέξη «ψυχή» ή τη λέξη «πνεύμα» για να αναφερθώ σε κάτι στη ζωή μου ή στη ζωή κάποιου άλλου (κι είναι αρκετές οι φορές που το έχω κάνει), συνειδητοποιώ πως φτιάχνω έναν χώρο μέσα μου ώστε να εκδηλωθεί κάτι, αυτό όμως που στην πραγματικότητα εκδηλώνεται είναι μιας μορφής ελπίδα, κάποια προσδοκία, για ολότητα, για τo όραμα εκείνο του ατόμου και του κόσμου που θα συμπεριλαμβάνει τα πάντα, και που οι λέξεις το υπονοούν, σε καμία, όμως, περίπτωση δεν συνεπάγονται την ύπαρξή του. Καμιά από τις δύο λέξεις δεν μου έρχεται στο νου δίχως να μου προξενήσει το οικτρό συναίσθημα πως πρόδωσα τον ίδιο μου τον εαυτό και τη γλώσσα μου και, κατά μία έννοια, την αλήθεια της ζωής μου.

Κι όμως, κάθε φορά που αυτές οι οντότητες που λέγονται «ψυχές» έρχονται πράγματι ενώπιον του Δάντη και μεμψιμοιρούν ή, εντέλει, εξυψώνονται δεν νιώθω επιφύλαξη αλλά τρομερή ανακούφιση, λες και μου προσφέρθηκε κάποιας μορφής ολοκλήρωση που δεν θα μπορέσει ποτέ ούτε στο ελάχιστο να μου την παράσχει τίποτε άλλο στη λογοτεχνία ή στη ζωή. Ο Δάντης διαθέτει την ικανότητα να ξεδιπλώνει την αφηρημένη έννοια της ψυχής με τρόπο πειστικό που μπορώ και τον συμμερίζομαι όχι διότι ενστερνίζομαι τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, παρά γιατί έχει περίτεχνα διαμορφώσει ένα ποιητικό όραμα που συνδέει τη συνειδητή μας ζωή με την προσωπική ιδέα ενός συγκεκριμένου ατόμου και με τη μεγάλη εικόνα της ανθρωπότητας, καθώς και με ό,τι βρίσκεται στο επέκεινα, κοντά, ωστόσο, στους ανθρώπους, οι οποίοι φέρουν γι’ αυτό την πλήρη ευθύνη.

Και νομίζω πως μπορώ να φτάσω να πιστέψω στα «συστήματα» του Δάντη, να τα αποδεχτώ, διότι το πολιτικοηθικό όραμα το οποίο διαμορφώνει o Δάντης είναι απαλλαγμένο από κάθε επίπλαστη αθωότητα κι από κάθε προσποιητή ηθική η οποία να θεωρεί την αυτοσυγχώρεση –για την ίδια– δεδομένη εκ των προτέρων. Με το που αφεθούμε στον Δάντη, στην ποίηση που εξυφαίνει και στην κοσμολογία που αναπτύσσει, ενσωματωνόμαστε εφ’ όρου ζωής σ’ έναν ολόκληρο κόσμο στον οποίο η ηθική και οι πράξεις αναμειγνύονται δια των αισθήσεων, και βιώνουμε τα τελικά στάδια στα οποία μας έχουν προσδέσει οι ηθικοί, πνευματικοί μας στοχασμοί, λες και βρισκόμαστε στην εύθραυστη σάρκα της συνείδησης. Ο Δάντης δεν δημιουργεί σύστημα ηθικής τέτοιο που να μας δίνει τη δυνατότητα να κλειστούμε μέσα του και να προστατευτούμε∙ μας πείθει πως οι συνθήκες για μια ηθική ύπαρξη βρίσκονται ήδη εξ ολοκλήρου εντός μας, και, κάτι ακόμη πιο σημαντικό κατά τη γνώμη μου,  χαρακτηρίζει αυτές τις συνθήκες πλήρεις, πληρότητα που είναι ικανή να συμπεριλάβει ό,τι μπορεί να είναι ο άνθρωπος αλλά και το ύψος που μπορεί να φτάσει: εναπόκειται σ’ εμάς να έλθουμε σε συμφωνία μ’ αυτό το όραμα. Το ξεστράτισμά μας δεν σημαίνει πως είμαστε απαραιτήτως κακοί, στην πραγματικότητα σημαίνει ότι δεν είναι διόλου απίθανο να υπάρχουμε μέσα στην ίδια αυτή ασάφεια κι έλλειψη αποφασιστικότητας από την οποία γεννιέται –όπως ξεκάθαρα μας δείχνει η Κόλαση– κατά κανόνα το κακό.

Η αποκάλυψη αυτή –ή για να είμαστε ακριβείς η ποίηση που την ενσαρκώνει– είναι φυσικά το παν. Διότι η ευφάνταστη ιστορία του ποιήματος είναι η ανάμειξη του απολύτως συμπαγούς με το ολότελα άφατο, του ανεξάλειπτα υλικού με το ηθικό, της αξίας με τον κώδικα, του πάθους με τη βούληση, της πρόθεσης με το αποτέλεσμα. Η μεγαλοφυΐα του ακτινοβολεί κατά τους συμβολισμούς της πράξης και του συναισθήματος, όπως και κατά τις μεταφορικές μεταμορφώσεις αμφοτέρων, και φτιάχνει από τον κόσμο μας το υλικό με βάση το οποίο ο νους μπορεί και πιθανότατα πρέπει να στοχαστεί, κι ο στοχασμός αυτός αποτελεί λειτουργία της δομής και της ουσίας του. Δεν αποκλείεται, επομένως, να μην έχουμε άλλους όρους πέρα από την «ψυχή» και το «πνεύμα» για να συλλάβουμε όλα αυτά τα πολύπλοκα που μας συμβαίνουν όταν βυθιζόμαστε σε μια τέτοια απαιτητική ενότητα αισθαντικότητας και περισυλλογής.

Σε τελική ανάλυση, παρ’ ότι η ηθική μέθοδος της Θείας Κωμωδίας διέπεται από μεγάλη αυστηρότητα, η κοσμολογία που παρουσιάζει, ακόμα και για κάποιον που δεν πιστεύει, είναι γενναιόδωρη και γεμάτη ελπίδα. Τόσο έντονο είναι αυτό, που καμιά φορά σκέφτομαι πως ό,τι ζήσαμε στην πρόσφατη ιστορία υπήρξε τόσο μα τόσο αηδές, υπερβολικά βάναυσο εκ προθέσεως, ώστε η γενναιοδωρία αυτή να φαντάζει κάτι παραπάνω από έκφραση νοσταλγίας. Έχει υπάρξει υπερβολικά πολλή ενσυνείδητη και ασυνείδητη έκφραση του κακού, έχουν υπάρξει υπερβολικά πολλές εκατόμβες και υπερβολικά πολλά ολοκαυτώματα, που ακόμα κι ο κόσμος του Δάντη δεν τα χωράει. Ενίοτε σχηματίζεται η εντύπωση πως τώρα το Καθαρτήριο θα όφειλε να είναι ένα βουνό καμένης σάρκας∙ άραγε θα έβρισκε τη δύναμη μια συνείδηση που το διασχίζει τραγικά σερνάμενη να αρθρώσει η ίδια ακόμα και τη δική της «ψυχή» ή το δικό της «πνεύμα»; Ο Όμηρος μπορεί να διέθετε την κατάλληλη ποιητική γλώσσα ώστε να είναι σε θέση να δείξει πως θα είμαστε για πάντα κτήνη τα οποία –διασκεδάζοντας σχεδόν– ξεσκίζουν το ένα το άλλο∙ κι ο Σαίξπηρ, ο ποιητής μας του αιωνίου γίγνεσθαι, της ασημαντότητας του ηθικού χαρακτήρα, διέθετε την κατάλληλη ποιητική προκειμένου να περιγράψει ως που μπορεί να φτάσει ένα και μόνο άτομο –έχουν υπάρξει τόσοι και τόσοι Ριχάρδοι– όμως μπορούμε άραγε να φανταστούμε το ρόδο του θείου έρωτος ν’ ανθεί από όλη αυτήν την ανθρώπινη στάχτη; Τα δεινά μας μοιάζουν να είναι ασυγκρίτως πιο ντροπιαστικά από εκείνα του Δάντη∙ ολόκληρο το σύστημα του κόσμου μας καλείται να λογοδοτήσει για το ότι βλέπει τον κόσμο να αποσυντίθεται με τρόπους που κι ο ίδιος ο Δάντης δεν θα μπορούσε να τους φανταστεί.

Κι όμως… Πρόσφατα συνάντησα σε κάποιο βιβλίο ένα χωρίο στο οποίο ο Φραντς Στανγκλ, ο διοικητής του στρατοπέδου θανάτου της Τρεμπλίνκα, εξιστορεί τον αρχικό του ερχομό στο στρατόπεδο. Προτού αναλάβει τα καθήκοντά του και προτού πυρπολήσει και την τελευταία λεπτή κλωστή της ανθρωπότητας. «Η Τρεμπλίνκα», λέει ο Στανγκλ, «ήταν το πιο φρικτό πράγμα που είχα δει ποτέ μου… ήταν η Κόλαση του Δάντη, ήταν ο Δάντης ολοζώντανος μπροστά μου». Το ότι ακόμη κι ένας φρικτός εγκληματίας όπως ο Στανγκλ δεν μπόρεσε να βρει καταλληλότερο σημείο αναφοράς για να περιγράψει την αποστροφή του μας κάνει απλώς να συνειδητοποιήσουμε για μια ακόμη φορά την έκταση και το μεγαλείο του μεταφυσικού δράματος που ο Δάντης, και μόνον ο Δάντης, περίτεχνα διαμόρφωσε για μας.

Τ.Κ. ΟΥΙΛΛΙΑΜΣ

Πηγή: Peter S. Hawkins / Rachel Jacoff (επιμ.), The Poet’s Dante, New York, Farrar, Straus and Giroux, 2001.

Τ(σαρλς) Κ(ένεθ) Ουίλλιαμς (1936, Νιου Τζέρζυ – 2015, Νιου Τζέρζυ): Aμερικανός πολυβραβευμένος ποιητής.