ηδονισμός

Ο κόσμος είναι διάφανος κι εμείς διαπερατοί

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Ο κόσμος είναι διάφανος κι εμείς διαπερατοί

Μόνο καλπάζουσα αφέλεια δικαιολογεί όσους διατηρούσαν έστω και ελάχιστες αμφιβολίες για την ύπουλη χρήση του Predator από την κυβέρνηση και την παρακολούθηση Ελλήνων πολιτών με αδιευκρίνιστα κριτήρια. Η δήλωση λοιπόν του ιδιοκτήτη της Intellexa ότι η εταιρεία του παρέχει τεχνογνωσία μόνο σε κυβερνήσεις και αρχές επιβολής του νόμου και άρα ότι το Predator χρησιμοποιήθηκε όχι από ιδιώτες αλλά από κυβερνητικές υπηρεσίες δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε; Κεντρική μέριμνα όλων των κυβερνήσεων σε Βορρά και Νότο, Δύση και Ανατολή και όλων των πολιτευμάτων, υποτιθέμενα δημοκρατικών ή πασίδηλα αυταρχικών, κοσμικών ή θεοκρατικών, είναι να χώνουν τη σουβλερή τους μύτη στο μυαλό και στα βρακιά των υπηκόων τους. Αυτοί είναι οι εχθροί και η φιλυποψία απέναντί τους αποτελεί θέσφατο για τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, τους πρεντατοριανούς της εξουσίας και τις παρακρατικές τους συμμορίες. Οι κυβερνήσεις άλλωστε, ως μικρομερισματούχοι του Κράτους Υπονοίας ακολουθούν απλώς την πρακτική των αφεντικών τους, των μεγάλων εταιρειών που συλλέγουν καθημερινά τρισεκατομμύρια δεδομένων για τα υποψήφια εμπορικά τους θύματα.

Το χειρότερο όμως είναι ότι η παράνοια του Μεγάλου Αδελφού, που άλλοτε κυρίευε μόνο άρρωστους ζηλιάρηδες, έχει δηλητηριάσει  ολόκληρη την κοινωνία. Πολλοί κουτσομπόληδες ξενυχτούν στο διαδίκτυο για να ξεσκεπάσουν παρεκκλίνουσες συμπεριφορές άλλων χρηστών – και σε λίγο, ως αποτέλεσμα του τεχνοκρατικού εκδημοκρατισμού, τα πιο προηγμένα εργαλεία ηλεκτρονικής παρακολούθησης θα βρίσκονται στα χέρια του καθενός. Οι ψυχαναλυτές θα επιτηρούν τους αναλυόμενους για το ενδεχόμενο να μοιράζονται τα μυστικά τους με τις καφετζούδες, τα κουρεία θα καιροφυλακτούν για κάποια ξένη ψαλιδιά στα κεφάλια των πιστών τους, τα μανάβικα της γειτονιάς θα επισκοπούν πελάτες ύποπτους για φρουτολαγνικές αποστασίες – κι όλοι μαζί, ως αληλλοβλεψίες, θα σκαλίζουμε ο ένας τα σωθικά του άλλου με θλιβερές συνέπειες: γιατί όντως βρίσκει κανείς ακριβώς ό,τι ψάχνει. (περισσότερα…)

Ο Γαργαντούας και ο Πανταγκρυέλ ανεβάζουν φωτογραφίες στο Ίνσταγκραμ

*

Μια κοινωνία της παρακμής δεν λατρεύει απλώς το φαγητό, το θεοποιεί. Αλλά η δική μας κοινωνία δεν μοιάζει να το αγγίζει πάντως ούτε να το απολαμβάνει με τη γλώσσα και τον ουρανίσκο. Θέλει απλώς να το φωτογραφίζει και να το εκθέτει στα σόσιαλ σαν επίτευγμα, σαν απόκτημα με υπερηφάνεια λες και αγόρασε ένα ακριβό αυτοκίνητο ή ένα κόσμημα. Θέλει να μοιραστεί τη χαρά της ή θέλει απλώς να κάνει τους άλλους να ζηλέψουν; Υπάρχει ειδική ρύθμιση στα κινητά για να φωτογραφίζει κανείς τα πιάτα και να τα ανεβάζει στο ίνσταγκραμ. Υπάρχει το food styling. Είναι instagrammable λέμε, ένα πιάτο με φωτογένεια, οποία τιμή γι’ αυτόν που το παρήγγειλε ή το ετοίμασε!

Άπειρα βιβλία μαγειρικής εκδίδονται καθημερινά, δεν είναι πια μόνον ο Τζέημυ Όλιβερ. Τώρα κάθε σοβαρό σπίτι επιβάλλεται να έχει στα ράφια της βιβλιοθήκης του έναν Οττολέγκι. Αλλά και λογοτεχνικά βιβλία καλής ποιότητος γράφονται για το θέμα της τροφής, της απόλαυσης του να μαγειρεύει κανείς, να δημιουργεί αυτοσχεδιάζοντας ή βάσει συνταγών και να ταϊζει τους γύρω του. Πότε αλήθεια έγινε αυτή η ζωτική μας ανάγκη τόσο σημαντική για τους νέους, πιο σπουδαία και από την ίδια την αγάπη και το σεξ; Ανέκαθεν περνούσαν τα παιδιά μια φάση γύρω στην εφηβεία όταν ανακάλυπταν την χαρά ενός ωραίου φαγητού και πειραματίζονταν για πρώτη φορά με την μαγειρική. Όμως σύντομα ξεχνούσαν αυτή τη φάση και προχωρούσαν σε άλλα πράγματα. Αστεϊζόμενοι λέμε ότι το φαγητό είναι «το σεξ του ηλικιωμένου» αλλά εδώ βλέπουμε κυρίως τους νέους να παθιάζονται με την αισθητική της γαστριμαργίας. Ηδονοβλεψίες της μάσας, μασουλάνε με απίστευτη λαχτάρα στα βίντεο που ανεβάζουν για τους followers. Υπάρχει αναμφισβήτητα ηδονή σ’ ένα ωραίο φαγητό, αλίμονο, και ο Ροσσίνι το ήξερε αυτό, ήταν εύσωμος, έγραφε συνταγές, δημιουργούσε νόστιμα πιάτα.

Άλλοτε ο τουρίστας αλλά και ο ταξιδιώτης –πρέπει να τους ξεχωρίζουμε για να μην παρεξηγηθούμε, μην πει κανείς ότι δεν ξέρουμε την διαφορά ανάμεσα στα δύο είδη– πήγαινε να δει αξιοθέατα και μουσεία στα μέρη που επισκεπτόταν. Τώρα δεν έχει τόσο πνευματικά ενδιαφέροντα, προτιμά να κλείνει ακριβά εστιατόρια και η εκδρομή του δεν είναι πλήρης αν όταν τον ρωτήσουν πώς πέρασε δεν μπορεί ν’ απαντήσει ότι έφαγε σε μια καλή παραδοσιακή ταβέρνα με σπιτικό φαγητό ή σε ένα ρεστωράν βραβευμένο με αστέρι Michelin. Επίσης πρέπει και να αποδείξει ότι πήγε. Με μια φωτογραφία φυσικά. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν ήταν πραγματικά νόστιμο το πιάτο, αυτή η δυνατότης δεν έχει ακόμα εφευρεθεί στο διαδίκτυο, η γεύση και η όσφρηση δεν μπορούν προς το παρόν να μεταδοθούν ηλεκτρονικά. (περισσότερα…)