βιβλιαγορά

Η χρυσή εποχή του ελληνικού βιβλίου;

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Διάβασα τις προάλλες το άρθρο της Λαμπρινής Κουζέλη για την κατάσταση του ελληνικού βιβλίου και ομολογουμένως έμεινα άναυδος. Ούτε λίγο ούτε πολύ, η εικόνα που μεταφέρει το άρθρο είναι αυτή μιας χρυσής εποχής. «Βρίσκεται το ελληνικό βιβλίο στην πιο ώριμη στιγμή της ιστορίας του;» ερωτά η καλή δημοσιογράφος. Και απαντά: «Εκτιμούμε πως ναι». Και παρακάτω διευκρινίζει:

«Θεσμική στερέωση και πολιτειακή υποστήριξη, καλπάζουσα εκδοτική παραγωγή, νέοι εκδότες, επαγγελματική συνείδηση, πλουραλισμός σωματείων και μια βεντάλια δράσεων σε όλη την Ελλάδα δίνουν την εντύπωση ενός ακμαίου τοπίου με δυνατότητες ανάπτυξης και εξωστρέφειας».

Νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε εδώ με μια συνηθισμένη ιστορικά σύγχυση. Η Κουζέλη ερμηνεύει τα τυπικά συμπτώματα του πληθωρισμού που συνοδεύουν συνήθως την έκπτωση, την παρακμή μιας δραστηριότητας, ως θετικούς ποιοτικούς δείκτες! Ή, με άλλα λόγια, βλέπει τη φωταγωγημένη βιτρίνα και αγνοεί τα λογιστικά βιβλία του καταστήματος.

Η πραγματικότητα είναι όμως η αντίθετη. Όσο αβγατίζουν οι βιβλιεμπορικοί μας μηχανισμοί (εκδόσεις, εκθέσεις, φεστιβάλ, δημόσιοι και ιδιωτικοί θεσμοί) τόσο υποχωρεί η αναγνωστική μας κουλτούρα, όσο ευτυχούν οι αριθμοί (των τίτλων και των εκδηλώσεων), τόσο δυστυχούν οι άνθρωποι πίσω τους. Ακριβώς αυτό το πρώτο (η γιγάντωση των μηχανισμών προβολής), είναι αλάθευτο σημάδι του δεύτερου (της υποχώρησης της πραγματικής ζήτησης του προβαλλόμενου προϊόντος).

Επανειλημμένα το έχουμε δει αυτό ιστορικά: από τους τεράστιους καθεδρικούς που η Ευρώπη ανήγειρε μεταναγεννησιακά (όταν ο χριστιανισμός δηλαδή ήδη έχει πάρει την κάτω βόλτα) ώς τα πολυτελέστατα μουσικά μέγαρα και τις όπερες που ειδικά τα τελευταία χρόνια (όταν η λόγια μουσική παράδοση φθίνει παντού) φυτρώνουν σαν μανιτάρια σε όλον τον πλανήτη.

Για να αναφέρω ένα παράδειγμα που έχω κι αλλού χρησιμοποιήσει (στο βιβλίο μου Η τέχνη που αυτοκτονεί), το να ισχυρίζεσαι σήμερα ότι το βιβλίο είναι στην καλύτερη στιγμή του κρίνοντας από αυτούς τους επιπόλαιους δείκτες, είναι σαν να θεωρείς ότι το αρχαίο ελληνικό θέατρο ακμάζει στους ελληνιστικούς και τους ρωμαϊκούς χρόνους, επειδή τότε χτίζονται ή ανακαινίζονται τα μεγάλα και πολυτελή θέατρα…

Συγχρόνως όμως και η ίδια η Κουζέλη παραδέχεται ότι δεν έχουμε τον κρίσιμο ποσοτικό δείκτη: τι τέλος πάντων από όλη αυτή την γαργαντουώδη παραγωγή έχει πραγματική ζήτηση; Ευτυχώς, σε άλλες χώρες αυτά τα στοιχεία τα ξέρουμε. Ο Steven Piersanti, ανώτερο στέλεχος των Berrett-Koehler Publishers στις ΗΠΑ, τα συνοψίζει σ’ ένα καίριο κείμενό του που, διόλου τυχαία, τιτλοφορείται «Οι 10 φρικτές αλήθειες για τις βιβλιοεκδόσεις». Συνοψίζω κι εγώ με τη σειρά μου τα συμπεράσματά του παρακάτω.

Ας κρίνει ο Έλληνας συγγραφέας, εκδότης, αναγνώστης εξ ιδίων: είναι ή δεν είναι τέτοια, και χειρότερη, η κατάσταση στην Ελλάδα; Ζητήματα όπως η ανάγνωση και η γραφή, η κατάπτωση της παιδείας και ο απαλφαβητισμός, ιδίως των νέων, είναι σοβαρά, δεν αφορούν μόνον την βιβλιαγορά με τη στενή έννοια του όρου, αφορούν το μέλλον αυτού του τόπου, αν έχει… Δεν χωρούν εξωραϊσμοί εδώ. Ο διάλογος, πάνω στη βάση της πραγματικότητας, επείγει.

Οι «10 φρικτές αλήθειες» του Piersanti:

1. Εκδίδονται πλέον τεράστιοι αριθμοί βιβλίων: το 2025 κυκλοφόρησαν στις ΗΠΑ περίπου 4,2 εκατομμύρια νέοι τίτλοι.

2. Η αγορά βιβλίου είναι υπερκορεσμένη, με δεκάδες εκατομμύρια διαθέσιμους τίτλους και αυξανόμενο ανταγωνισμό από διαδίκτυο, κοινωνικά δίκτυα και AI.

3. Η συνολική αγορά βιβλίου έχει ουσιαστικά συρρικνωθεί σε πραγματικούς όρους τα τελευταία είκοσι χρόνια.

4. Οι μέσες πωλήσεις ανά νέο βιβλίο είναι πολύ μικρές και μειώνονται· ακόμη και πολλά βιβλία παραδοσιακών εκδοτών δεν ξεπερνούν τις 2.000 πωλήσεις. [Προσθήκη δική μου: Αυτά τα 2.000 αντίτυπα αφορούν μια αγορά 320.000.000 κατοίκων. Στα 10.000.000 του πληθυσμού της Ελλάδας, αυτό θα αντιστοιχούσε σε πωλήσεις 62 αντιτύπων ανά βιβλίο.]

5. Η πιθανότητα να τοποθετηθεί ένα συγκεκριμένο βιβλίο στα ράφια ενός βιβλιοπωλείου είναι μικρότερη του 1%.

6. Κάθε χρόνο γίνεται δυσκολότερη η πώληση νέων τίτλων, ενώ οι πωλήσεις συγκεντρώνονται όλο και περισσότερο σε λίγους γνωστούς συγγραφείς και τίτλους.

7. Τα περισσότερα βιβλία απευθύνονται στην κοινότητα ή στο ήδη υπάρχον κοινό του συγγραφέα, όχι σε ένα αόριστο «γενικό κοινό».

8. Το μεγαλύτερο μέρος του μάρκετινγκ έχει μεταφερθεί από τους εκδότες στους ίδιους τους συγγραφείς.

9. Κάθε βιβλίο αποτελεί καινούργιο προϊόν με μεγάλο κόστος παραγωγής, αλλά συνήθως αποφέρει σχετικά μικρό συνολικό τζίρο, περιορίζοντας την επένδυση του εκδότη.

10. Τα παραδοσιακά επιχειρηματικά μοντέλα της έκδοσης κλονίζονται, καθώς η ΤΝ υποκαθιστά σε μεγάλο βαθμό το βιβλίο ως μέσο αναζήτησης εξειδικευμένων πληροφοριών.

Όλο το άρθρο του Αμερικανού εκδότη εδώ.

Το άρθρο της Λαμπρινής Κουζέλη εδώ.

*

*

Σκέψεις για το μέλλον του βιβλίου

*

Εδώ και μια δεκαετία επισκέπτομαι κάθε άνοιξη την Έκθεση Βιβλίου της Λειψίας που είναι η μεγαλύτερη στη Γερμανία μετά από εκείνη της Φραγκφούρτης. Κάθε χρόνο παρατηρώ κάποιες αλλαγές στις αναγνωστικές συνήθειες των ανθρώπων και κάνω σκέψεις για το μέλλον του κόσμου.

Μέσω της οθόνης ο σημερινός άνθρωπος έχει εθιστεί στην κατανάλωση εικόνων τόσο πολύ ώστε να μην είναι σε θέση να διαβάσει σκέτο κείμενο, κείμενο δηλαδή που δεν συνοδεύεται από μια φωτογραφία ή κάποιου είδους εικονογράφηση. Έχει αυξηθεί η κυκλοφορία κόμιξ και graphic novels όπου ένα βιβλίο, κλασσικό ή άλλο, δίνεται σε περίληψη και συνοδεύεται από σκίτσα για να γίνει πιο εύπεπτο. Για τους ίδιους λόγους, μάλλον, υπάρχει στροφή προς τα βιβλία φαντασίας, τα απλοϊκά, ελαφρώς παιδικά μυθιστορήματα με μάγους, ξωτικά, μονόκερους και άλλα φανταστικά πλάσματα που αρέσουν πλέον και στους ενήλικες. Η αρχή έγινε με τον Χάρρυ Πόττερ, ως γνωστόν, που δημιούργησε σχολή. Παραμένουν ακόμα κάπως πιο σοβαροί αναγνώστες και συγγραφείς οι Γάλλοι, οι οποίοι ίσως επειδή κρατάνε με νύχια και με δόντια τη γλώσσα τους χωρίς να υποκύπτουν τόσο εύκολα στην… αμερικανίλα, κρατάνε κατά συνέπεια ακόμα και την δυνατότητα της πιο σύνθετης σκέψης και άρα μπορούν να διαβάζουν πιο απαιτητικά αναγνώσματα. Από την άλλη έχουν παράδοση στα BD, τα κόμιξ, αλλά και αυτά βρίσκω ότι είναι πιο υψηλού επιπέδου απ’ ό,τι σε άλλες χώρες.

Στην Γερμανία που είχε κάποτε πραγματικά σοβαρούς αναγνώστες, οι οποίοι προτιμούσαν τα «δύσκολα» σε λογοτεχνία και φιλοσοφία, τώρα υπερισχύουν τα λεγόμενα Krimis, τα αστυνομικά δηλαδή, στα οποία πρωτοστατεί ο περίφημος Fitzek. Μα πόσα αστυνομικά να διαβάσει κανείς; Το ίδιο και στην γερμανική τηλεόραση, οι αστυνομικές σειρές είναι ως η άμμος της θαλάσσης. Καταλαβαίνω τη γοητεία τους αλλά μέχρι ενός σημείου. Τι να αποκομίσεις πλέον απ’αυτά; Καλά για το καλοκαίρι ίσως ή για λίγη χαλάρωση από την ένταση της δουλειάς τα αστυνομικά, αλλά ώς εκεί. (περισσότερα…)