κριτική

Η «Νέα Κριτική»: (Περι)γραφικά ήθη

*

του ΣΑΒΒΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ

Ένα σύντομο σημείωμα περί κριτικής που προέκυψε εντελώς αναπάντεχα. Καθώς διάβαζα σήμερα το πρωί ένα μεγάλο διεθνές θεατρικό περιοδικό έπεσε το μάτι μου επάνω στις «οδηγίες προς συγγραφείς» όπου έγραφε, μεταξύ άλλων, ότι προτιμώνται κυρίως οι κριτικές που περιγράφουν (descriptive) μια παράσταση, παρά οι κριτικές που επικρίνουν ή αξιολογούν (judgemental – η λέξη που χρησιμοποιεί).

Δεν θα έδινα σημασία εάν το περιοδικό αυτό ήταν μια αδιάφορη, μικρή σε εμβέλεια έκδοση χωρίς κάποιο εκτόπισμα. Όπως δεν θα έδινα σημασία εάν η θέση του περιοδικού ήταν μια μεμονωμένη τοποθέτηση. Όμως συμβαίνει το διαμετρικά αντίθετο. Το περιοδικό βρίσκεται, όπως και πολλά άλλα, στην καρδιά του πνεύματος της εποχής. Είναι ένα καταξιωμένο περιοδικό με πολύ σπουδαίους και επιδραστικούς θεατρανθρώπους στη διεύθυνση του και οι θέσεις που εκφράζει αφορούν πάρα πολλούς. Φυσικά και δεν πρόκειτα για κεραυνό εν αιθρία.

Εδώ και καιρό η τάση αντικατάστασης του κριτικού λόγου από έναν ανώδυνο, περιγραφικό λόγο γίνεται ολοένα και εντονότερη. Ζούμε σε μια ιστορική στιγμή όπου ναι μεν όλοι θέλουν να κάνουν ομελέτα (με τα δικά τους υλικά), όμως κανείς δεν θέλει να σπάσει αυγά. Και σκέφτομαι: Υπάρχει κριτικός λόγος χωρίς τη δυνατότητα (και την «επικινδυνότητα») κάποιας κριτικής τοποθέτησης; Κι αν ναι, ποιος αλήθεια κερδίζει με τον αφανισμό, την αποδυνάμωση, την «ενοχοποίηση» ή την απαξίωσή του και τι; Μήπως κερδίζουμε περισσότερη δημοκρατία; Περισσότερη ισότητα; Περισσότερη δικαιοσύνη; Περισσότερη ελευθερία έκφρασης; Περισσότερο σεβασμό; Τι, τέλος πάντων;

Και το πιο περίεργο: Γιατί άραγε η τάση αυτή βρίσκει τόσους υποστηρικτές ανάμεσα στους καλλιτέχνες του θεάτρου; Τι θα κερδίσουν εάν εξαφανιστεί ή ισοπεδωθεί ο κριτικός λόγος; Θα γίνουν καλύτεροι; Σοφότεροι; Δημιουργικότεροι; Πώς φαντάζονται άραγε ότι μπορεί να σφυρηλατηθεί ο εποικοδομητικός διάλογος του κριτικού με την καλλιτεχνική κοινότητα; Με τις περιλήψεις, τις περιγραφές ή τα εγκώμια; (περισσότερα…)

Φιλολογίζουσα κριτική, απλοϊκές προσεγγίσεις

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Από το 1976 ο Στέφανος Ροζάνης έγραφε για τις απλουστευτικές ερμηνείες στο έργο του Διονύσιου Σολωμού, διερωτώμενος:

«Ειλικρινά δεν γνωρίζω τι απόμεινε από τον Διονύσιο Σολωμό. Ένα έργο κομματιασμένο, αγωνιακό έγινε βορά των φιλολόγων. Πάτησαν επάνω στο ακρωτηριασμένο σώμα, αγνόησαν τον ποιητή, γέμισαν χιλιάδες άγονα χαρτιά και πήγαν έτσι να στήσουν μια μαρτυρία νεκρή […] [1]».

Η χρονολογία δεν λειτουργεί ως νοσταλγική υπενθύμιση αρχειακού υλικού ενός από τους κομβικούς σύγχρονους φιλοσόφους και βασικό πρόσωπο των Σημειώσεων. Αντίθετα, σημειώνεται ως ενδεικτική αναφορά που επιτονίζει τη σύζευξη ιστορικότητας και πολιτικού από το χθες στο σήμερα, αφού κάνει κριτική στους φιλολογίζοντες κριτικούς, καθώς και στην αυθαίρετη οικειοποίηση των κειμένων χωρίς συγκροτημένο κριτικό λόγο.

Έκτοτε αυτό που επισημάνθηκε στο προηγούμενο απόσπασμα, νομίζω πως σήμερα παρατηρείται σε πολλά κείμενα, ποιητές και συγγραφείς. Στο ίδιο μοτίβο, στις σύγχρονες λογοτεχνικές συνθήκες εντοπίζονται απανωτές απλοϊκές προσεγγίσεις για όλους όσοι παγιώθηκαν ως εμβληματικά πρόσωπα στη λογοτεχνία και την ποίηση, με συνεχόμενες μονοφωνικές αναπαραγωγές κοινών ερμηνευτικών προσεγγίσεων, ακαδημαϊκών ή άλλων.

Για παράδειγμα, το άνοιγμα του αρχείου Καβάφη από το Ωνάσειο Ίδρυμα οδήγησε σε νέα μαζική παραγωγή κειμένων για τον ποιητή και το έργο του σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να επιτονιστεί πως κάθε συντάκτης/συντάκτρια λειτουργεί ως γνώστης/γνώστρια του έργου του. Σαφώς και το φαινόμενο δεν είναι, όπως ήδη αναφέρθηκε, καινούριο. Το έχουν επισημάνει επανειλημμένα πληθώρα στοχαστών και διανοουμένων[2]. Εδώ δεν χωράν μελοδραματικοί θρήνοι ή ηθικιστικές προτροπές για την αγιογραφία προσώπων ή έργων που «κακοποιούνται» από τις λογοτεχνικές συντεχνίες. Τα διάφορα καλλιτεχνικά κυκλώματα υπήρχαν και ενισχύονταν ποικιλοτρόπως από τις απαρχές της λογοτεχνίας. Ας μνημονεύσουμε μόνο τις περίτεχνες κινήσεις του Μιχαήλ Ψελλού στις κριτικές του συνθετικές περιδινήσεις, προκειμένου να επιβιώσει μέσα από αχανείς μηχανορραφίες. (περισσότερα…)

Το ένστικτο της μίμησης και η ελληνική επαρχία

*

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

τὸ τὲ γὰρ μιμεῖσθαι σύμφυτον τοῖς ἀνθρώποις
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Περὶ ποιητικῆς

Όπως και να το κάνουμε νοιώθει κανείς περήφανος μπροστά στις υποκριτικές επιδόσεις των μαθητών του. Ακόμα και εδώ, στον νότο της ελληνικής επαρχίας, όπου κανένας Αθηναίος κριτικός θεάτρου δεν μας κάνει την τιμή να ταξιδέψει πλέον για να αξιολογήσει αυτές τις προσπάθειες, καμιά περισπούδαστη τηλεοπτική εκπομπή δεν αφιερώνει χρόνο γι’ αυτές τις παραστάσεις, καμιά εφημερίδα, ούτε καν το δημοσιογραφικό της τμήμα, δεν ασχολείται με το θέατρο στην επαρχία, λες και όλοι, ομοθυμαδόν, είναι απολύτως σίγουροι ότι το ένστικτο της μίμησης έχει το αποκλειστικό προνόμιο να αναφύεται μόνον στους καλλιτεχνικούς κύκλους της Αθήνας και οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια εκτός του κλεινού άστεως είναι, ως εκ τούτου, εκ των προτέρων καταδικασμένη στην αδιαφορία τους.

Για την αντίληψη όλων αυτών το ένστικτο της μίμησης είναι δηλαδή κάτι σαν τα λαχανάκια Βρυξελών ή τη μαστίχα της Χίου όπου ο τόπος παραγωγής αποτελεί εγγύηση για την ποιότητα του προϊόντος! Πόσο γελάω όταν διαβάζω τις κατά τα άλλα σοβαροφανείς αναλύσεις, από τους ίδιους αυτούς ανθρώπους, δημοσιογράφους και κριτικούς, για την υπερπληθώρα των θεατρικών παραστάσεων στην Αθήνα ή για τον κορεσμό των θεατρικών χώρων, ή για την απελπισία του θεατή που δεν ξέρει σε ποια παράσταση να πρωτοτρέξει, όταν με τη στάση τους είναι φανερό ότι δεν κάνουν τίποτα άλλο, παρά να λιβανίζουν την ίδια αυτή υπάρχουσα κατάσταση για την οποία διατείνονται ότι διαφωνούν! Γιατί ερωτώ, πώς θα αποσυμφορηθεί το κλεινόν άστυ, πώς ένας νέος καλλιτέχνης να επιλέξει ως έδρα του μια επαρχιακή πόλη όταν η καλλιτεχνική παραγωγή της ελληνικής επαρχίας, ακόμα και τα πιο λαμπρά παραδείγματα που έχει να επιδείξει, είναι καταδικασμένα σήμερα στην αφάνεια και στην αδιαφορία εκ μέρους της επίσημης κριτικής και της κρατικής αντίληψης για το θεατρικό γίγνεσθαι στην υπόλοιπη Ελλάδα; (περισσότερα…)

Η εντυπωσιοθηρία της “κριτικής” και η Έμιλυ Ντίκινσον

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Την Άβυσσο δεν γίνεται
με αέρα να σφραγίσεις

Στις ομιλίες του στο Χάρβαρντ, μιλώντας για την ποιητική μετάφραση ο Μπόρχες, με τη βαθιά ειρωνική γλώσσα που εμποτίζει τη σκέψη και το έργο του, έλεγε πως έβρισκε όμορφες τις κατά λέξη μεταφράσεις, στις οποίες αναγνώριζε θεολογική την προέλευση από τις μεταφράσεις της θεόπνευστης, αλάθητης Βίβλου, και ταυτόχρονα εξυμνούσε «μια από τις πιο όμορφες και περίφημες αγγλικές μεταφράσεις», τη μετάφραση των Ρουμπαγιάτ του Ομάρ Χαγιάμ από τον Φιτζέραλντ. Ένα δηλαδή ολωσδιόλου και παντελώς άλλο έργο από το πρωτότυπο, ομολογώντας πως «μια μετάφραση δεν κρίνεται ποτέ λεκτικώς». Ο Κώστας Κουτσουρέλης στην πρόσφατη μετάφραση 120 ποιημάτων της Ντίκινσον (Κίχλη, 2023) , διαφωνώντας με τον πασίγνωστο αφορισμό του Φροστ για τη μετάφραση της ποίησης, εξαρχής δηλώνει πως

όπως έλεγε ο Ιωσήφ Μπρόντσκι, «ποίηση είναι ό,τι κερδίζεται στη μετάφραση», όχι ό,τι ενδεχομένως έχει χαθεί. Στέκεται το ελληνικό κείμενο μόνο του, ως ποίημα αυτοτελές και αυτόφωτο; Αυτό ενδιαφέρει. Αν όχι, κανένα δεκανίκι δεν θα το σώσει.

Την νέα αυτή μετάφραση της Ντίκινσον από τον Κουτσουρέλη ψέγει και επικρίνει σε σημείωμά της η Τίνα Μανδηλαρά, στη στήλη για το βιβλίο στη LiFO, με τίτλο «Όταν η Ντίκινσον θυμίζει στις μεταφράσεις της Βάρναλη και Τσιφόρο» [sic], μαζί με τη μετάφραση του Αρτύρ Ρεμπώ από τον Βασίλη Πατσογιάννη. Ο σχολιασμός που ακολουθεί αφορά μονάχα το επικριτικό σημείωμά της προς τη μετάφραση της Ντίκινσον, που όπως μαρτυρά κι ο τίτλος του αποτελεί και τον ουσιαστικό στόχο της επίκρισής της. Δεν αποσκοπώ εδώ σε ενδελεχή κριτική αξιολόγηση της μιας ή της άλλης μετάφρασης, επιθυμώ απλά να σχολιάσω και να κρίνω μόνον τα όσα διάβασα. (περισσότερα…)

Πανδημία, επιστήμη και ρομαντισμός

*

της ΜΑΡΙΑΛΕΝΑΣ ΤΣΑΝΤΗΛΑ

Από την αρχή της πανδημίας και τη σταδιακή δημιουργία αυτού του τεχνητού πολιτικού δίπολου (εμβολιασμός ή μη, εμβολιασμένος / ανεμβολίαστος), ένα είδος συζήτησης κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο, αυτό της επιστήμης. Ή μήπως «επιστήμης»; Διότι ο τρόπος που μιλάμε γι’ αυτήν πιο πολύ παραπέμπει σε κάποια… προβατίνα με το όνομα επιστήμη, που από τότε που την πιάσαμε την περιφέρουμε από εδώ και από εκεί, δείχνοντας ο ένας στον άλλον «να, αυτή είναι η επιστήμη», παρά στο σύστημα γνώσεων που αποκτώνται μέσω της τεκμηρίωσης και της απόδειξης. Πολύ απλά, φαίνεται ότι οι επιχειρηματολογίες που επιζητούν να είναι οι πιο επιστημονικά ορθές, είναι και οι πιο αντιεπιστημονικές. Φράσεις του τύπου «η επιστήμη λέει», «σύμφωνα με την επιστήμη», «αυτό είναι επιστήμη» τοποθετημένες σε πλαίσιο όπου η επιστήμη χρησιμοποιείται ως αυθεντία, χαράζουν, σβήνουν, τερματίζουν την ίδια φύση του πράγματος το οποίο επικαλούνται. Καλύτερα να μιλούσαμε για την προβατίνα. Η επιστήμη βρίσκεται εκεί που υπάρχει κατάρριψη, διάψευση, αμφισβήτηση, κριτική (αναφορά στα κριτήρια του Πόππερ) και για να υπάρχουν αυτά πρέπει να υπάρχει πλουραλισμός. Όχι μόνο ένας de facto πλουραλισμός απόψεων/πλευρών, αλλά ένας που εκφράζεται και σε προσωπικό επίπεδο, στην στάση μας ως προς τη συζήτηση με διαφορετικά στοιχεία, στις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Έχω την εντύπωση ότι και τα δύο εκλείπουν. (περισσότερα…)

Στο κάτοπτρο του μύθου

Σχόλια πάνω στην ποιητική σύνθεση της Αυγής Λίλλη, Στην άκρη μια ουρά (Θράκα 2021)

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Με την τρίτη κατά σειρά ποιητική κατάθεσή της Στην άκρη μια ουρά, η Αυγή Λίλλη συγκροτεί έναν πολυσήμαντο ποιητικό χώρο, στον οποίο τα ήδη κατακτημένα όπλα μιας σπαρακτικής διακειμενικότητας, μιας ανατρεπτικής όρασης και κυρίως μιας βίαιης αποστακτικής επεξεργασίας του λόγου οξύνονται ακόμη περισσότερο. Όπως, καταδεικνύει τόσο ο τίτλος όσο και η καλαίσθητη εκδοτική της ανά χείρας συλλογής-συνθετικού ποιήματος, η Αυγή Λίλλη διαλέγεται δημιουργικά με τον γνωστό, σκοτεινό μύθο της μικρής γοργόνας του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Πιο συγκεκριμένα, ο διάλογος εντοπίζεται αφενός στον άνισο αγώνα με τον χρόνο που επιβάλλεται προοδευτικά, τραυματικά και αδιαπραγμάτευτα στην ύπαρξη και αφετέρου στον αρχέγονο έρωτα, ο οποίος αν και δρα προς στιγμήν εξισορροπητικά στην έντονη παρουσία του θανάτου, προβάλλει, εντούτοις, αντιθετικά και επίμονα από τη μια το τυραννικό δράμα του ανικανοποίητου, ανεκπλήρωτου κι από την άλλη το δράμα της αναπόφευκτης φθοράς του τελειωμένου. Το βιβλίο αυτό, με άλλα λόγια, αποτελεί, κατά την άποψή μου, μια σύνοψη ιδεών που αναπηδά από βιώματα έρωτα και απώλειας και συμπυκνώνει αισθητικά τη βιολογική, αλλά και ποιητική ωρίμανση της ποιήτριας, η οποία μοιάζει να εισέρχεται σε μια εποχή αποχαιρετισμού του έρωτα. (περισσότερα…)

Όταν η λογοτεχνική δυστοπία προβλέπει το βιωμένο παρόν

Γιόκο Ογκάουα

Η Αστυνομία της Μνήμης

(μτφρ. Χίλντα Παπαδημητρίου)

Αθήνα, Πατάκης, 2020

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Πολλοί είναι οι συγγραφείς, γνωστοί και άγνωστοι, οι οποίοι φιλοδόξησαν να γράψουν ένα καινούριο 1984, έναν νέο Θαυμαστό Καινούριο Κόσμο ή διηγήματα επιστημονικής φαντασίας σαν του Ισαάκ Ασίμοφ ή του Πρίμο Λέβι. Ένα τέτοιο εγχείρημα ή όραμα είναι πάντοτε αξιοθαύμαστο και ποτέ παράκαιρο ή ετεροχρονισμένο· γίνεται όμως επιπλέον αξιοσημείωτο, όταν δεν έχει προηγηθεί –σε έναν άμεσα αντιληπτό ή βιωμένο ορίζοντα– το κοσμοϊστορικό γεγονός εκείνο το οποίο εμφανώς πυροδοτεί τον θεματικό πυρήνα του εκάστοτε καινούριου (και εύλογα συχνά πολυσυζητημένου) έργου. Συναφώς, η περίπτωση της Αστυνομίας της Μνήμης αφορά στην άκρως οξυδερκή ματιά της Γιόκο Ογκάουα, η οποία δεν εκδίδει το μυθιστόρημα αυτό το 2019 ή το 2020, κατά τη διάρκεια της πανδημίας και κυρίως κατά το ντόμινο εκπτώσεων και πτώσεων που αυτή επιφέρει —για τα κράτη, τους πολίτες, τους θεσμούς— αλλά μόλις το 1994. Σχολιάζει μάλιστα εμμέσως τον διαφαινόμενο τότε, στα μέσα της δεκαετίας του ’90 —και εκπληρούμενο στη συνέχεια— αργό θάνατο της φωτογραφίας, του hard copy, της αναλογικής μαγείας του μοναδικού τεκμηρίου του συμβεβηκότος και της ύπαρξης, στοιχείο πολύτιμο το οποίο απουσιάζει από τον ψηφιακό κόσμο των πολλαπλών αντιγράφων και του παραφουσκωμένου νέφους πληροφοριών.  Αποτελεί επίσης ένα καυστικό σχόλιο για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στον πλανήτη, η οποία δεν επιμηκύνει μόνο τις εποχές ακραίων καιρικών φαινομένων, δεν εξαφανίζει μόνο τα είδη, αλλά πλήττει τη γεωργία ανεπανόρθωτα, αφήνοντας στο τραπέζι ελάχιστα και δυσεύρετα τρόφιμα.

(περισσότερα…)

Κατασταλαγμένη συνειδητότητα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Αριστέα Παπαλεξάνδρου, Νυχτερινή βιβλιοθήκη, Κέδρος, 2020

Το τελευταίο, έκτο, βιβλίο της Αριστέας Παπαλεξάνδρου, ώριμο και πυκνό στην ελλειπτικότητά του, εμμένει στο κατακτημένο ιδίωμά της. Τα ποιήματά της συνιστούν γραμμές άμυνας και μαζί εφαλτήριο επίθεσης, συνθέτοντας μια ειρωνική αυτοσυνειδησία που εποχούμενη στη συλλογική ή ατομική μυθολογία των ρόλων τους αποδομεί, διαπιστώνοντας τη μοναξιά του “ανεπάγγελτου” εαυτού. Και ο εαυτός προκύπτει αδιαφανής σαν ένας ρόλος που εκφωνεί αποφατικά το νόημα. Τα ποιήματα της Παπαλεξάνδρου μού φάνηκαν ως πολλαπλές αρνήσεις. Από αυτές τις αρνήσεις προκύπτουν αφενός μια αναιδής κατάδειξη των κατά συνθήκην και αφετέρου μία, ας πούμε, διακήρυξη των κατ’ αρχήν. Και αυτό το κατ’ αρχήν έχει πάντα αρνητικό πρόσημο. Η γυναίκα, η κόρη, η δημιουργός, η ερωμένη προσπαθεί να απεκδυθεί το επιβεβλημένο ρούχο προκειμένου να εξυφάνει ένα άλλο, την κομψή γυμνότητα μιας αιτούμενης ταυτότητας, σε χρόνο όπου η ζωή και η γραφή λειτουργούν σε προκεχωρημένο φυλάκιο.

(περισσότερα…)

H ποιητική μετωνυμία των όντων

του ΓΡΗΓΟΡΗ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗ

Γιώργος Βέης, Βράχια, Ύψιλον 2020

Η σχέση σημαίνοντος και σημαινόμενου είναι αυθαίρετη στο γλωσσικό εργαλείο, αν εξαιρέσουμε τις ηχοποίητες λέξεις, ή επεμβαίνει και κατά πόσον ο συνειρμός και η λογική που κατασκευάζουν ένα δίκτυο ετυμολογικών σχέσεων; Μέχρι πού φτάνει αυτή η επιρροή και κατά πόσον είναι συνειδητή είναι συζητήσιμο. «[…] καὶ δὴ καὶ τὸ περὶ τῶν ὀνομάτων οὐ σμικρὸν τυγχάνει ὂν μάθημα», θα μας πει ο Πλάτωνας στον Κρατύλο, φράση που χρησιμοποιεί ο Βέης όχι τυχαία ως προμετωπίδα στη συλλογή του. Ποια είναι όμως η σχέση σημαίνοντος και σημαινόμενου στην ποίηση και ειδικότερα σε αυτό το βιβλίο;

Η χρήση της μεταφοράς και της αλληγορίας διαταράσσουν τις κανονικές σχέσεις της γλώσσας και στηρίζονται στους συνειρμούς του ποιητή και του αναγνώστη. Μάλιστα στα μαθήματα δημιουργικής γραφής διδάσκεται ότι όσο λιγότερο κοινότυπες είναι οι εκφράσεις του ποιητή, τόσο καλύτερο είναι το αποτέλεσμα, μια και αυτή η ποίηση χαράζει νέους δρόμους. Η πρωτοτυπία αυτή είναι διάχυτη στο ανά χείρας βιβλίο.

Μια «προοπτική» (σ. 18) αλλαγής των συμβολικών «εποχών», αντιμετωπίζεται με «περίστροφο όρθιο», που «στραμμένο στα σύννεφα» (δυσοίωνες καταστάσεις) «ψελλίζει απειλή» και έρχονται «επιτάφιοι» και «χάροντες» (θάνατοι του παλιού για να αναδυθεί το νέο).

(περισσότερα…)

Ένα μεταβαλλόμενο στάσιμο υποκείμενο

Ζορζ Περέκ
Ένας άνθρωπος που κοιμάται
Μτφρ.-σημ.: Αχιλλέας Κυριακίδης
Επίμ.: Λίζυ Τσιριμώκου
Αθήνα: ύψιλον/βιβλία, 2021

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Το μεταβαλλόμενο υποκείμενο εντοπίζεται σε αναγνωστικούς τόπους πρόσληψης, όπως επεσήμανε ο Ντερριντά,[1] χωρίς να καταργείται ποτέ. Στο Ένας άνθρωπος που κοιμάται, ο Περέκ κατασκευάζει το υποκείμενο σε απόσυρση και όμως διαρκώς εκεί. Είναι γνωστό πως κάθε κείμενο διαβάζεται με διαφορετικούς τρόπους ανάλογα με τις εκάστοτε τοποθετήσεις και ανάγκες του αναγνώστη, αλλά και σε συνάρτηση με τις ιστορικές συνθήκες που επικρατούν τη στιγμή που διαβάζεται το βιβλίο. Πενήντα τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου στα γαλλικά, η ―για άλλη μια φορά― περίτεχνη μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη έρχεται να δώσει φωνή στο παροντικό συναισθηματικό τοπίο της πανδημίας και του εγκλεισμού, στη διασάλευση της έννοιας του χρόνου και στην αίσθηση μιας πραγματικότητας που αλλάζει, παραμένοντας εκεί, χωρίς όμως να καταργείται ή να αποδέχεται οποιαδήποτε πιθανότητα αποσύνδεσης του ανθρώπου από όσα συμβαίνουν.

(περισσότερα…)

Μια οργισμένη ποιητική καταγραφή του παρόντος

Δημήτρης Γκιούλος
Αστικά δύστυχα
Θίνες 2020

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Το βιβλίο του Δημήτρη Γκιούλου το διάβασα δυο φορές. Ενδιαφέρουσα περίπτωση με ανισότητες ήταν η απόφαση της πρώτης ανάγνωσης, αλλά στη δεύτερη ανάγνωση προστέθηκε και η ζωηρή αίσθηση που σου αφήνουν ορισμένα βιβλία από την ιδιάζουσα ταυτότητα της γραφής και το, εικαζόμενο, ποιον του φορέα της γραφής. Τριανταεξάχρονος ο δημιουργός, στην πρώτη ποιητική δοκιμή του, με κείμενα αυτοπαρατήρησης, αυτοβιογραφικά, που μετρούν τη συνήθη, ελαφρώς προβληματική, οικογενειακή γενεαλογία, τη μέτρια ενηλικίωση, την υπεσταλμένη εξέγερση της αριστερής ιδεολογίας, το μεροκάματο του δύσκολου έρωτα, τη σκληρή οικονομική συνθήκη του μη σταδιοδρομήσαντος από άποψη, την μπετόν αρμέ αστική καθημερινότητα, την οδύνη του πρώτου πραγματικού θανάτου στη ζωή, της μάνας, την οργή που στρεφόμενη, πρώτον, κατά του εαυτού γίνεται σαρκασμός και, δεύτερον, κατά της κοινωνικής φενάκης γίνεται καταγγελία που δεν αποφεύγει πάντα τον διδακτισμό. (περισσότερα…)

Ένας διαφορετικός «οδηγός αυτοβελτίωσης»

Eva Illouz, Γιατί πληγώνει ο έρωτας,
Μτφρ.: Διονύσης Παπαδουκάκης
Εκδόσεις του Eικοστού Πρώτου, 2019

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Εάν κάποιος παρατηρούσε τις προθήκες ενός βιβλιοπωλείου και πρόσεχε τον τίτλο του βιβλίου της Eva Illouz, χωρίς να γνωρίζει το έργο και το προφίλ της, ενδέχεται να θεωρούσε ότι το βιβλίο είναι ένας πρακτικός οδηγός επούλωσης ερωτικών τραυμάτων. Ο τίτλος του βιβλίου: Γιατί πληγώνει ο έρωτας παραπέμπει άμεσα σε όλα τα best seller των “γυναικείων” βιβλίων, οδηγών αυτοβελτίωσης, τα οποία έχουν ως στόχο την εξερεύνηση των σχέσεων των δύο φύλων και τις συμβουλευτικές προτάσεις για τη συντήρηση μιας “πετυχημένης” ερωτικής σχέσης με διάρκεια.

(περισσότερα…)