H ποιητική μετωνυμία των όντων

του ΓΡΗΓΟΡΗ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗ

Γιώργος Βέης, Βράχια, Ύψιλον 2020

Η σχέση σημαίνοντος και σημαινόμενου είναι αυθαίρετη στο γλωσσικό εργαλείο, αν εξαιρέσουμε τις ηχοποίητες λέξεις, ή επεμβαίνει και κατά πόσον ο συνειρμός και η λογική που κατασκευάζουν ένα δίκτυο ετυμολογικών σχέσεων; Μέχρι πού φτάνει αυτή η επιρροή και κατά πόσον είναι συνειδητή είναι συζητήσιμο. «[…] καὶ δὴ καὶ τὸ περὶ τῶν ὀνομάτων οὐ σμικρὸν τυγχάνει ὂν μάθημα», θα μας πει ο Πλάτωνας στον Κρατύλο, φράση που χρησιμοποιεί ο Βέης όχι τυχαία ως προμετωπίδα στη συλλογή του. Ποια είναι όμως η σχέση σημαίνοντος και σημαινόμενου στην ποίηση και ειδικότερα σε αυτό το βιβλίο;

Η χρήση της μεταφοράς και της αλληγορίας διαταράσσουν τις κανονικές σχέσεις της γλώσσας και στηρίζονται στους συνειρμούς του ποιητή και του αναγνώστη. Μάλιστα στα μαθήματα δημιουργικής γραφής διδάσκεται ότι όσο λιγότερο κοινότυπες είναι οι εκφράσεις του ποιητή, τόσο καλύτερο είναι το αποτέλεσμα, μια και αυτή η ποίηση χαράζει νέους δρόμους. Η πρωτοτυπία αυτή είναι διάχυτη στο ανά χείρας βιβλίο.

Μια «προοπτική» (σ. 18) αλλαγής των συμβολικών «εποχών», αντιμετωπίζεται με «περίστροφο όρθιο», που «στραμμένο στα σύννεφα» (δυσοίωνες καταστάσεις) «ψελλίζει απειλή» και έρχονται «επιτάφιοι» και «χάροντες» (θάνατοι του παλιού για να αναδυθεί το νέο).

Η ποιητική αυτή γλώσσα απέχει παρασάγγας από την καθημερινή και η διατάραξη της σχέσεως σημαίνοντος και σημαινόμενου είναι εμφανής και ιδιαίτερα έντονη σε όλη τη συλλογή.

Τώρα κατά πόσον η αντιστοιχία των όντων που εκφράζονται και εννοούνται από τον ποιητή ταυτίζεται με αυτήν που αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, εξαρτάται από τον αναγνώστη, αλλά πολλές φορές ένα έργο ενδέχεται να έχει πολλαπλές αναγνώσεις, που συνειδητά ή ασυνείδητα τίθενται από το ποιητικό υποκείμενο, χωρίς να υπάρχει σωστό ή λάθος. Αρά, μαθηματικά, μιλάμε για μια πολυσήμαντη αντιστοιχία (συνάρτηση).

Η ποίηση της συλλογής είναι μια αποτύπωση ψυχικά φορτισμένων στιγμών, που βασικό χαρακτηριστικό της είναι τα ενδεχόμενα πολλαπλών αναγνώσεων. Ηθελημένα υπάρχουν ασυμπλήρωτα κενά, που μπορούν να ταιριάξουν σε πολλές καταστάσεις, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να αισθάνεται ότι το ποίημα του απευθύνεται, κάτω από πολύ διαφορετικές περιστάσεις.

Έτσι ενώ μοιάζουν να είναι αυτοβιογραφικά του ποιητικού υποκειμένου, ταυτοχρόνως απομακρύνονται από αυτό το νόημα, το οποίο χάνεται στην ελλειπτικότητα.

Το αποτέλεσμα είναι μια ποίηση ευρέως φάσματος αποδεκτών, με πολλές πιθανές ταυτίσεις με αυτούς, που τους «μιλούν» και τους εκφράζουν.

Η τεχνική αυτή είναι συνηθισμένη στην καλή ποίηση, αλλά στην περίπτωσή του Βέη γίνεται εκτεταμένη εφαρμογή της, με αριστοτεχνικό τρόπο, μια και καταφέρνει παρόλη την ελλειπτικότητα να αποδίδει κατανοητό αποτέλεσμα, για αυτό και γίνεται πιο άμεσος, κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο.

Το λέω γιατί αλλού συχνά διαβάζω ποιήματα που καταλήγουν σε «εγκεφαλικό στραμπούληγμα», ακόμα και αν υπάρχει συναισθηματικό υπόβαθρο και δεν αποτελούν διανοητικά κατασκευάσματα, και μερικές φορές δεν στερούνται και ποιητικών εκφράσεων.

Θέματά του είναι η φύση και ο συνεταιρισμός της με τα ανθρώπινα συναισθήματα, ο έρωτας (π.χ. σ. 16, σ. 20), η κοινωνική παρακμή (π.χ. σ. 28, σ. 29), οι συνειρμοί που του φέρνουν αντικείμενα του 19ου αιώνα (σ. 30, σ. 31, σ. 32, σ. 33), η ναυμαχία του 1824 και η αποκτηθείσα ελευθερία για να απολαύσουμε τη φύση (σ.39) και άλλα.

Παρατηρεί την παρακμή του φθινοπώρου, τα πουλιά, τις πορτοκαλιές, τα ασημένια βραχιόλια, τις αλλαγές στο Αιάντειο της Σαλαμίνας και πολλά άλλα με ενδιάθετο τρόπο. Έτσι τα ξοδεμένα πάθη είναι μια «ξεριζωμένη ιτιά» (σ. 35) και οι σταθερές κορυφογραμμές των οριζόντων μόνιμες ερωτικές μνήμες του δρόμου των χειλιών (σ.36).

Η ηδονική απόλαυση της φύσης και η περισυλλογή που μας γεννά, καθώς παρελθόν και μνήμες διασταυρώνονται με αυτήν, είναι ένα μοτίβο της συλλογής.

Έτσι η φύση δεν υπάρχει μόνο ως παρουσία, αλλά και ως απώλεια και νοηματοδοτείται νοητικά και συναισθηματικά. Μέσα σε αυτήν τονίζεται ιδιαίτερα η φθορά, η μεταμόρφωση (π.χ. σ. 23), καθώς και μεταιχμιακές καταστάσεις, όπως το σούρουπο, το ξημέρωμα (σ. 12) και το φθινόπωρο.

Γενικά οι αλλαγές είναι αυτές που τον συγκινούν και τροφοδοτούν τη γραφή του.

Επιπρόσθετα η φύση αποτελεί μοχλό ηρεμίας και αποτοξίνωσης από τη φθοροποιό μέρα (ιδεόγραμμα αισθημάτων ευτυχίας, σ. 44) και νοηματοδοτείται με βάση τα συναισθήματά του.

Αγρός, όπως άνθρωπος δηλαδή.
Θα θυμόμαστε πάντα
τη νύχτα του Θερινού Ηλιοστασίου
εκείνο το σθένος, εκείνη τη λάμψη:
την καρτερία στο βάθος του κάμπου
όπως υπόσχεση των νερών
για την εδραίωση των καρπών.
(«Απάνεμο, σ. 37)

Έτσι παρατηρούμε έναν ιδιότυπο αρκαδισμό, με σύγχρονη ποιητική γραφή, περισσότερο μεταφορικό και αλληγορικό, καθώς υπάρχει σαφώς η εξιδανίκευση της φύσης, αλλά συχνά παίρνει και άλλο νόημα μέσω των συνειρμών της ποίησης.

Ο έρωτας, όπου υπάρχει, είναι μια ανάμνηση αξεπέραστη και συχνά μια ματαίωση. Έτσι ας κλείσουμε με ένα ερωτικό ποίημα της συλλογής, με πυκνότητα νοημάτων, αφήνοντας τη φαντασία του αναγνώστη να το εκλάβει:

Θα γείρει με τον πρώτο σεισμό
το ειδύλλιο, η αφή λέξη
το ανδρόγυνο των λαθών
στεφάνι που θα γίνει κομμάτια
το αγκάλιασμα του ψεύδους
συλλαβές από τσιμέντο και σίδερα
όπως πολυκατοικία αντιπαροχής
εσύ όμως θα παραμείνεις ανέπαφη
σε πείσμα των θνητών των άφρονων
ένα δεντράκι μόνο του
κι ας είσαι απότιστο,
μια νεραντζιά
στη μνήμη του αέρα για πάντα.
(«Άθραυστη», σ. 58)

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗΣ