Ηρακλής Λογοθέτης

Οι ανάξιοι που μας αξίζουν

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Οι ανάξιοι που μας αξίζουν

Ερωτώμενος γιατί ψήφισε τον εξοστρακισμό του Αριστείδη ένας Αθηναίος πολίτης απάντησε: Βαρέθηκα να τον λένε δίκαιο! Μ’ αυτό το αξεπέραστο πρότυπο πορευόμαστε ως τα σήμερα. Εξοστρακίζουμε τους άξιους και επιβραβεύουμε τους ανάξιους. Δεν επιλέγουμε απλώς κατ’ ομοίωσιν αλλά τη χειρότερη εκδοχή του προσώπου μας. Ο ολίγος τον ολίγιστο, ο μπαγαπόντης τον φαταούλα, ο ημιμαθής το ντουβάρι. Η προσωπικότητα μόνο κατ’ εξαίρεσιν γίνεται ανεκτή ενώ από τη φτυσιά σε υποδεέστερα μούτρα (επισήμως καλείται ψήφος), αντλείται προφανώς κάποιο είδος διαστροφικής ικανοποίησης. Έτσι εξηγείται ότι στην πλειονότητά του το πολιτικό προσωπικό της χώρας απαρτίζεται από λιγονούσηδες που στερούνται έστω και στοιχειώδους μακροσκοπικής οράσεως. Κόπτονται δήθεν για την Οικονομία και εννοούν αποκλειστικά τον αδυσώπητο εκχρηματισμό των κοινωνικών σχέσεων γιατί δεν νογάνε ότι το μέλλον του ανθρώπου εξαρτάται από τη δικαιότερη κατανομή του πλούτου και την ολιγάρκεια στη διαχείριση των φυσικών πόρων. Παριστάνουν τους τεχνοκράτες και δεν νογάνε καν ότι σε συνθήκες παγκόσμιου ανταγωνισμού για την καινοτομία, η ανάπτυξη είναι αδιαχώριστη από την τεχνική παιδεία. Έτσι, κάποιοι αναφέρονται θαυμαστικά στην επιστημονική πρωτοπορία του Ισραήλ και ύστερα ψηφίζουν για την έρευνα και την τεχνολογία ένα κονδύλιο γελοίο. Δεν νογάνε τη διαφορά ούτε σε καθαρούς αριθμούς. Μιλούν για Άμυνα και εννοούν αποκλειστικά αεροπλάνα και βαπόρια γιατί δεν έχουν την ικανότητα μεθερμηνείας της έννοιας του εξοπλισμού. Επομένως δεν νογάνε ότι μια σειρά μεγάλων, διεθνούς εμβέλειας, πανεπιστημιουπόλεων στα ακριτικά νησιά που θα φιλοξενούσαν εκτός από τους Έλληνες εκατό χιλιάδες ξένους καθηγητές, φοιτητές και ερευνητές, στην πλειονότητά τους ευρωπαίους, θα καθιστούσε κάθε επιβουλή από την Τουρκία αδύνατη. Αν αυτό το πρόγραμμα του Μεγάλου Τείχους ξεκινούσε από το 1922, όπου φάνηκε πιά ότι ήταν απολύτως αναγκαίο, ή έστω πενήντα χρόνια αργότερα, σήμερα θα είχαμε προχωρήσει αρκετά στην υλοποίησή του. Αλλά είπαμε, οι άνθρωποι είναι κοντόθωροι, δεν νογάνε — όπως δεν νογάμε κι εμείς που τους ψηφίζουμε. (περισσότερα…)

Προτού εκραγεί η χύτρα

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Προτού εκραγεί η χύτρα

Στερώντας το οξυγόνο των πολιτών τους, οι αεροστεγείς εξουσίες επιταχύνουν τον βρασμό  — όπως οι αεροστεγείς χύτρες. Οι μηχανικοί των αψύχων ωστόσο, προβλέπουν ώστε οι χύτρες να διαθέτουν βαλβίδα ασφαλείας. Οι μηχανικοί των ψυχών απεναντίας, ουδόλως προνοούν για κάποιον αντίστοιχο μηχανισμό κοινωνικής αποσυμπιέσεως. Θέλουν να λιώσουν κάθε αντίσταση και προκειμένου να κάνουν γρήγορα την δουλίτσα τους δεν επιτρέπουν να βγει, σφυριχτός και καυτός, ο ατμός του δίκαιου πάθους. Πιστεύουν ότι ο άνθρωπος είναι πατάτα και θα γίνει χυλός προτού εκραγεί η χύτρα. Το Είναι του ανθρώπου όμως, γράφει με βλοσυρώς φιλοπαίγμονα διάθεση ο Μάρτιν Μπούμπερ, διαφέρει από το Είναι μίας πατάτας. Ο άνθρωπος είναι πιο ευπαθής στο βρασμό ή στο ψήσιμο. Και επομένως πιο απρόβλεπτος. Οι ανθρωπομηχανικοί  βέβαια, δεν χάνουν τον καιρό τους διαβάζοντας φιλοσοφία. Αρκούνται στις οδηγίες των αφεντικών τους. Θέλουν άκαμπτη τάξη και ασφυκτική σταθερότητα. Δεν σκαμπάζουν από φυσικές επιστήμες, ούτε από κοινωνική ανθρωπολογία. Αγνοούν ότι κάθε ευσταθές σύστημα, στη φύση και στη κοινωνία, χρωστά την επιβίωσή του ακριβώς στις δρώσες παραμέτρους δυναμικής αστάθειας. Γι’ αυτό αισθάνονται οδυνηρή έκπληξη όταν η χύτρα σκάει στα μούτρα τους.

///

Αυχενικό σύνδρομο

Όσο το αφεντικό διαθέτει ακλόνητη ισχύ περιορίζεται σ’ έναν υπόκωφο βρυχηθμό και τα υπόλοιπα ζώα της ζούγκλας λουφάζουν σε αποστάσεις ασφαλείας ενώ οι αδύναμοι πληνέταιροι συνυπογράφουν εκόντες άκοντες κάθε λεόντειο συναλλαγή που εξασφαλίζει την περαιτέρω κυριαρχία του. Η συμπεριφορά του κυμαίνεται μεταξύ ηγεμονικής αδιαφορίας απέναντι σε περιστασιακές οχλήσεις και συγκαταβατικής ανοχής σε ορισμένες εθνικές ιδιαιτερότητες. Συμμερίζεται ευπροσήγορα το πολιτικό φλέγμα του Βρετανού μπάτλερ, ανταλλάσσει διπλωματικά ευφυολογήματα με τον Γάλλο σωφέρ ή συζητά καλοδιάθετα με τον Γερμανό κηπουρό του για τις ποικιλίες των βιομηχανικών ανθέων. (περισσότερα…)

Με ποιόν να πας και ποιόν ν’ αφήσεις;

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Με ποιόν να πας και ποιόν ν’ αφήσεις;

Τα βιβλία είναι καλοί φίλοι του ανθρώπου αλλά ο συνωστισμός τους προξενεί αργά η γρήγορα γενικευμένη κρίση ζηλοτυπίας που κλιμακώνεται εν μέσω εμπρηστικών τριβών και μισαλλοδοξίας. Αναπτύσσεται μία διάθεση εκτοπισμών, απειλούνται συρράξεις και ο αναγνώστης που κινδυνεύει να βρεθεί μεταξύ διασταυρούμενων πυρών καταφεύγει στην ύστατη αποτρεπτική χειρονομία. Προσθέτει στις ήδη υπάρχουσες μια ακόμα βιβλιοθήκη και αποδύεται σε μια επιχείρηση αποσυμφορήσεως που μοιραία προκαλεί νέα εμφράγματα. Διότι η βιβλιοθηκονομία είναι σπουδαία επιστήμη επειδή καταπιάνεται με δυσεπίλυτα προβλήματα. Η μεθοδολογία της έχει την αυστηρότητα συνεσταλμένης γεροντοκόρης: μαγνητίζεται από τους σκοπέλους που προσπαθεί να αποφύγει και όσο εξελίσσεται, η διχοστασία της εντείνεται. Στον Μεσαίωνα, ροδαλά αγορίστικα κωλαράκια και ασχημάτιστα κοριτσίστικα στήθη ήταν αδύνατον να συνυπάρξουν στις εικονογραφημένες εκδόσεις περί του φύλου των αγγέλων. Τα εγχειρίδια δαιμονολογίας χωρίζονταν από τις θεολογικές πραγματείες μ’ ένα τείχος εξορκισμών και οι αποκηρυγμένοι συγγραφείς φυλακίζονταν σε αποστειρωμένες αίθουσες μακριά από τους εγκεκριμένους. Στη βικτωριανή περίοδο, οι κυρίες που επιμελούνταν τη σύνθεση της οικιακής βιβλιοθήκης απαγόρευαν την ερεθιστική επαφή μεταξύ συγγραφέων διαφορετικού φύλου, ιδιαίτερα αν ήταν έγγαμοι, ενώ στους ελεύθερους συζυγικών δεσμών επέτρεπαν να συσφίξουν τις σχέσεις τους στο ίδιο ράφι, πάντα υπό την επιστασία ενδιάμεσων ηλικιωμένων κηδεμόνων. Η προοδευτική εποχή μας επέλυσε βέβαια αυτά τα προβλήματα, καραδοκούν όμως άλλα, περισσότερο πολύπλοκα. Σύμφωνα με την κρατούσα εθιμική τάξη τα λεξικά πάνε με τα λεξικά. Είναι όμως φρόνιμο να βάλεις το ομηρικό λεξικό του Πανταζίδου δίπλα στο λεξικό των συνθετών του Καντέ αντί να εξασφαλίσεις τη συνακρόασή του με τις σειρήνες της Οδύσσειας; Οι βιογραφίες πάνε με τις βιογραφίες, αλλά μπορείς να τοποθετήσεις τη βιογραφία του σκυθρωπού Καντ από τον επίσης φιλόσοφο Ερνστ Κασσίρερ πλάι στη βιογραφία του φασαριόζου Τζόυς από τον Παίηντερ; Τα απομνημονεύματα πάνε με τα απομνημονεύματα, αλλά σου πάει η καρδιά να χωρίσεις τις αναμνήσεις της Σελέστ Αλμπαρέ από το έργο του λεπτοφυούς Προυστ και να την υποχρεώσεις να υφίσταται, πλάτη με πλάτη, τους κομπασμούς και το άγαρμπο φλερτ του αρειμάνιου στρατηγού Σαράϊγ; Λύση ασφαλώς υπάρχει αλλά είναι δαπανηρή: δύο αντίτυπα για κάθε αμφιλεγόμενη κατάταξη. Ένα πιστό στο είδος και στη σειρά του κι ένα να λιποτακτεί προς τις εκλεκτικές συγγένειες της καρδιάς του. (περισσότερα…)

Κεκρυμμένα από καταστολής

*

ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΜΕΝΑ

γράφει ο Ηρακλής Δ. Λογοθέτης

                         .

Ο 18ος αιώνας απέρχεται μαζί με τα ελευθεριάζοντα ήθη της φθίνουσας αριστοκρατίας, τον ψίθυρο των πειρακτικών πνευμάτων και τη διαδήλωση της σεξουαλικής ανεξιθρησκείας. Με την έξωση των εμπύρετων σωμάτων από το πανθεϊστικό τους βάθρο, η ένσαρκη επιθυμία εκπίπτει από την έδρασή της στη φυσιολογία και μεταβάλλεται σε αντικείμενο της κλινικής παθολογίας. Τα χρόνια πάθη καταχωρίζονται ως βίτσια, οι ενστικτώδεις ροπές περιγράφονται ως ζωώδεις και οι ασύνετες παρορμήσεις αντιμετωπίζονται με την αυστηρότητα που αναλογεί σε σοβαρά λογιστικά λάθη. Οι αιφνίδιοι πόθοι αντιμετωπίζονται ως φυσικές καταστροφές, πλημμύρες ή κατολισθήσεις — και συνεπώς τα σήματα της ενδοτικότητας στο κάλεσμα της απόλαυσης καταγγέλλονται ως ολισθήματα στο βούρκο. Παράλληλα με τη γωνία θεάσεως αλλάζει και η θωριά των φύλων και μάλιστα κατ’ αντίστροφη φορά: οι άνδρες αποκαλύπτονται απ’ τον λαιμό και πάνω παραιτούμενοι από τις πομάδες και τις περούκες ενώ οι γυναίκες καλύπτονται επιμελώς απ’ τον λαιμό και κάτω. Τα χαίνοντα ντεκολτέ κλείνουν ασφυκτικά, τα στήθη καθίστανται απρόσβλητα πίσω από τη δέσμη ανορθωτικών επιθεμάτων, τα  πλέγματα των κωδωνόσχημων φορεμάτων ενισχύονται αποφασιστικά, δίκην οχυρωματικών αναχωμάτων έναντι της εφόδου απρεπών χειρονομιών. Τα εγκώμια του κάλλους, περιορισμένα στον κορσέ των κοσμικών φιλοφρονήσεων, είναι κουμπωμένα. Απευθύνονται στα μάτια αποζητώντας τα χείλη, επαινούν το περίγραμμα για να ψαύσουν το σώμα και αποτιμούν την ευλυγισία των μελών του από τις πτυχώσεις του ενδύματος. Η σύμφωνη με την ετικέτα θέση των προσκεκλημένων στο τραπέζι προδιαγράφει και τα ανελαστικά κοινωνικά όρια εντός των οποίων επιτρέπονται οι λεκτικές προσεγγίσεις. Το ύφος των δημοσίων προσαγορεύσεων επιβάλλει το πνεύμα του και στο κλίμα της ιδιωτικής συνομιλίας, ορίζει την εμβέλεια των ερωτικών υπονοούμενων και υπαγορεύει το επίπεδο ανοχής απέναντι σε έστω και μετωνυμικές αναφορές εύθικτων σωματικών περιοχών.

Υπό το κράτος της ιδίας συμβολαιογραφικής τάξεως, το πάντοτε κινδυνώδες παιχνίδι των υποψήφιων εραστών περιχαρακώνεται στην ενδιάμεση ζώνη μεταξύ ευσχήμως προβαλλόμενων απαιτήσεων και επιφυλακτικής αποτροπής θερμών επεισοδίων. Οι ερωτοτροπίες, ακόμα και στα επιστολικά τους προγεφυρώματα, μετέρχονται διπλωματικό λεξιλόγιο και προσεκτικά διατυπωμένες αμφισημίες ώστε, ανάλογα με το σήμα της άλλης πλευράς, να παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω ανιχνευτικής προελάσεως αλλά και η δυνατότητα αβλαβούς υποχωρήσεως. Το απροϋπόθετο φλερτ, αν και ουδέποτε ανέφελο, σκιάζεται τώρα από τη βάναυση επιδίωξη της θεσμικής του συνέχειας και τα εμπλεκόμενα μέρη παίρνουν τη στάση μονομαχίας με άσφαιρα πυρά αφού η σεξουαλική γόμωση κατακρατείται για την προσδοκώμενη γαμήλια νύχτα, η οποία θα προκύψει μόνο ως αποτέλεσμα της προγενέστερης συγκατακλίσεως λογιστικού ελέγχου και συναλλακτικής πίστεως των ενδιαφερομένων μερών. Οι χοροί δεσπόζονται πλέον από κανονισμούς ασφαλείας και τα βήματα των χορευτών ποδηγετούνται κατά τρόπο που να αποκλείει οποιαδήποτε αυτοσχεδιαστική παρόρμηση θα ενίσχυε την αυθορμησία των διαθέσεων. Παλαιότερα δεν ήταν ασύνηθες ο καβαλιέρος παρασύροντας την ντάμα του σε κάποια απόμερη γωνιά του κήπου, να περνά από τη ρητορική διακοίνωση των αισθημάτων του στις πλέον εύγλωττες χειροπρακτικές τους εκδηλώσεις — της εξετάσεως σφαιρικών θελγήτρων και θερμών κοιλοτήτων μη εξαιρουμένων, εάν το έδαφος ήταν πρόσφορο. Τώρα η συναίνεση σε παρόμοιες προκεχωρημένες αβρότητες θεωρείται επιεικώς απερίσκεπτη και, αν λείπουν οι απαραίτητες οικονομικές προϋποθέσεις, κατάφωρα ανεπίτρεπτη. Έτσι, όταν σε κάποια κοσμική συγκέντρωση μια δεσποινίς ζητά την άδεια της μητέρας της να χορέψει μ’ έναν νεαρό κύριο, η απάντηση που παίρνει είναι αποστομωτική: Ντροπή σου! Δεν έχεις ακούσει ότι αυτός ο λιμοκοντόρος διαθέτει ελάχιστο εισόδημα και αβέβαιο μέλλον; Ούτε να το σκέφτεσαι λοιπόν! (περισσότερα…)

Εδώ ο κόσμος χάνεται…

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Εδώ ο κόσμος χάνεται…

Καμιά εικοσαριά χρόνια πριν έτυχε να παραβρεθώ σε δείπνο αθηναϊκού εστιατορίου όπου παρουσιάζονταν οι δημιουργίες ενός κορυφαίου Ισπανού σεφ. Η περίσταση ήταν εορταστική ενώ η γενική αδημονία είχε ενταθεί από την προηγηθείσα, εξουθενωτικώς ερεθιστική, διάλεξη του προσκεκλημένου περί μαγειρικής χημείας και συναφών μυστηρίων. Ο ενθουσιασμός ωστόσο περιορίστηκε σε αμήχανα επιφωνήματα μόλις έφτασε το πρώτο πιάτο. Και τα επόμενα, τεράστια αλλά με ελάχιστο περιεχόμενο, δεν βελτίωσαν αρκετά το κλίμα. Δυό-τρεις βοηθοί του σεφ, που περιφέρονταν ανάμεσα στα τραπέζια με ύφος προσβεβλημένης υψηλότητας και παρείχαν μυστικοπαθείς εξηγήσεις για τούτη τη γαστρονομική επίδειξη, επέτειναν τη σύγχυση. Διότι το δείπνο, εύγεστο ομολογουμένως, ήταν επίσης αεριώδες, σαν ανεκπλήρωτη υπόσχεση. Άφησε τέτοιο κενό ώστε μία από τις παρακαθήμενες κάτισχνες κοπέλες ενός οίκου μόδας, διερμηνεύοντας άριστα τις κρυφές προθέσεις της παρέας, πρότεινε ντροπαλά να πάμε αλλού – για καμιά μακαρονάδα! Το φαιδρό περιστατικό μου ήρθε στη μνήμη καθώς κοιτάζοντας τις παρουσιάσεις κάποιων (δια)φημισμένων εστιατορίων, διαπίστωσα ότι η τάση προς το ολίγιστο παραμένει αμετάβλητη. Ενώ τα πιάτα διαρκώς μεγαλώνουν οι μερίδες μικραίνουν. Η προσοχή αποσπάται από το στόμα και στρέφεται στο «φάτε μάτια ψάρια»! Η έμφαση μετατοπίζεται από τη  γεύση στην εμφάνιση μίας διακοσμητικής σύνθεσης, τόσο περίτεχνης που διστάζεις να την αγγίξεις. Μα η θριαμβεύουσα διακοσμητική έχει ήδη πολλούς κοσμοσύχναστους ναούς. Ευφάνταστα τηλεοπτικά σόου με κομψά φυτά, βιτρίνες πολυκαταστημάτων και μεταμοντέρνες γκαλερί. Τα μοδάτα εστιατόρια επικυρώνουν απλώς την άκρως συμβολική για την εποχή μας έφοδο προς την πανταχού παρούσα εκθαμβωτική κενότητα.

Επιμύθιο: Στις Ιστορίες του κ. Κόινερ, ο Μπρεχτ σατιρίζει έναν κηπουρό που κουρεύει διαρκώς έναν θάμνο προσπαθώντας να πετύχει το άψογο σχήμα. Ως αποτέλεσμα η μορφή θριαμβεύει μα η ύλη αφανίζεται. Ωσότου από τον πλούσιο θάμνο δεν απομένει παρά μία μικρή, τέλεια σφαίρα. (περισσότερα…)

Πεντάστερα ξενοδοχεία με οικογενειακούς βόθρους

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Πεντάστερα ξενοδοχεία με οικογενειακούς βόθρους

Τα βλαστάρια ολίγων οικογενειών με μεγάλο δόντι πιστεύουν από τα μικράτα τους ότι έχουν κληρονομικό δικαίωμα στην εξαγορασμένη ασυδοσία. Εξασφαλισμένη άνεση στη φοροκλοπή και ανοιχτή πρόσβαση στη δωροδοκία, εκβιαστική ατιμωρησία και ελευθερία στον βιασμό. Μια πεποίθηση διόλου αδικαιολόγητη αφού ως επιφανή καθάρματα δρουν με την ανοχή και κάποτε με την προστασία των οργάνων της ελληνικής Πολιτείας. Ενίοτε φυσικά το τείχος ραγίζει και άθλια συμβάντα, όπως αυτό της Θεσσαλονίκης, φέρνουν στην επικαιρότητα το καταραμένο τρίγωνο εξουσίας, σεξισμού και βίας. Η σκοτεινή συλλειτουργία των πλευρών αυτού του τριγώνου, στο οποίο η βία κρατά σταθερά τη θέση της υποτείνουσας, είναι έκδηλη σε μια σειρά συγγραφέων από τον Σαντ ως τον Ζενέ. Στη σεξουαλική κακοποίηση, αυτό που μετρά είναι περισσότερο η βία και λιγότερο το σεξ. Στόχος του επιτιθέμενου είναι η ενδυνάμωση της εξουσιαστικής σχέσης που τον συνδέει με το θύμα και η επιδίωξη της υποτέλειας του ανίσχυρου. Η δική του ηδονή αντλείται από την οδύνη του άλλου. Όταν ο δυνάστης γδύνει έναν μισοναρκωμένο άνθρωπο, δεν τον εξάπτει μόνο η θέαση του σώματός του αλλά, κυρίως, η ντροπή του. Η βασανιστική του αδυναμία ν’ αντιδράσει και ο εξαναγκασμός του σε μία ολοσχερώς αντιερωτική έκθεση. Ο εξουσιαστής δεν είναι πρωτίστως ηδονοβλεψίας αλλά οδυνοβλεψίας. Βιαστής που υποβιβάζει το δώρο της σεξουαλικότητας σε ταπεινό προσάναμμα του εγκλήματος. Όσο κι αν είναι ξαναμμένος ενεργεί εν ψυχρώ. Βαθιά ανηδονικός απέναντι σε ό,τι βρίσκεται έξω από την επικράτεια ενός θανάσιμου ζόφου, αποσκοπεί να προσβάλλει ως εξοντώσεως τη σεξουαλικότητα του θύματός του. Χαίρεται με την καταστροφή της χαράς του. Ανήκει στην κατηγορία των βασανιστών και μάλιστα του ειδεχθέστερου είδους, επειδή σχεδόν οποιαδήποτε σωματική πληγή επουλώνεται πιο γρήγορα από την πληγωμένη σεξουαλικότητα. Τα τιποτένια υποκείμενα ωστόσο που πρωταγωνιστούν σε τέτοιες υποθέσεις δεν πέφτουν από τον ουρανό, ανεβαίνουν από τον οχετό. Και μια δικαιοσύνη που θα ήθελε να χτυπήσει το κακό στη ρίζα του, θα ’πρεπε να στραφεί ερευνητικά και στις πλουσιάθλιες οικογένειες που τους έμαθαν τη χυδαιότητα από τα γεννοφάσκια τους.

~.~ (περισσότερα…)

Κύκλοι μέσα σε κύκλους

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

*

Κύκλοι μέσα σε κύκλους

Άναυδοι μπροστά στο τεράστιο, διαμέτρου 50 μέτρων, κτίσμα που αποκαλύφθηκε πρόσφατα στο Καστέλλι της Κρήτης, οι αρχαιολόγοι δεν έχουν ακόμα αρκετά στοιχεία ώστε να προσδιορίσουν τη λειτουργία του. Επειδή όμως το κτίσμα είναι διατεταγμένο σε επάλληλους κύκλους, η μυστηριακή του διάσταση παραπέμπεται δικαιωματικά στα Κυκλικά Ερείπια του Μπόρχες:

Ένας άντρας ανεξιχνίαστης προέλευσης θα φτάσει κάποιο βράδυ σ’ ένα ναό κατεστραμμένο από τη φωτιά και θ’ αρχίσει να ονειρεύεται την δημιουργία ενός ανθρώπου. Νύχτα με τη νύχτα, για ατελείωτα χρόνια, πλάθει έναν γιό που είναι άτρωτος από την φωτιά, τον ζωντανεύει και τον αφήνει ελεύθερο, τρέμοντας μήπως το παιδί αντιληφθεί πως κατάγεται από το όνειρο του πατέρα του. Τότε η πυρκαϊά ζώνει ξανά τα ερείπια, μα οι φλόγες αφήνουν ανέγγιχτο τον δημιουργό —που ανακαλύπτει έτσι, με έντρομη ταπεινότητα, πως και ο ίδιος δεν είναι παρά το όνειρο ενός άλλου. Ένας κύκλος ζωής κι αυτός που γεννήθηκε από τον προηγούμενο και πλαστούργησε τον επόμενο.

Η ίδια δημιουργός συνείδηση αντανακλάται και στα πανάρχαια κυκλικά ερείπια που βρέθηκαν στο Καστέλλι. Προήλθαν από το όνειρο ένός προγενέστερου πολιτισμού και μεταστοιχειώθηκαν στον επιγενόμενο, σε μια σειρά που μέσα από καταστροφές και αναζωπυρώσεις έφτασε ως τις μέρες μας και αγνοούμε εάν και που θα καταλήξει… (περισσότερα…)

Απνευμάτιστο και πανεπιζήμιο

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

*

Απνευμάτιστο και πανεπιζήμιο

Στα Έξι Μαθήματα για την Παιδεία, ο Νίτσε περιγελά την αξίωση του πανεπιστημίου να θεωρείται ανώτατο πνευματικό ίδρυμα και διαπιστώνει ότι στην μουντή του ατμόσφαιρα μαραίνονται τα καλύτερα άνθη της ευγενικής νεολαίας. Σήμερα, στο καθυστερημένο μνημόσυνο, ενάμιση αιώνα  μετά την άκλαυτη κηδεία του, χύνονται πολλά δάκρυα. Τα περισσότερα ειλικρινή, δεν αντιλέγω, αλλά περιττά εκεί όπου θα αρκούσε ένας πικρός μορφασμός, αφού το δημόσιο πανεπιστήμιο έχει ήδη αλωθεί προ πολλού με τη διαστροφική έκπτωση της γνώσης από αγαθό σε προϊόν και την επιχειρησιακή ανασύνταξη της virtus από τον ελληνικό περίπατο της Αρετής στον στρατιωτικό βηματισμό της Δυνάμεως. Οι σχολές των θετικών επιστημών λειτουργούν ως προπαιδευτικά παραρτήματα της εταιρικής διάρθρωσης του καπιταλισμού, μεριμνώντας για τη σύνδεση των αποφοίτων με την αγορά και όχι με την κοινωνία  και τις ανάγκες της. Ενώ οι θεωρητικές, αντί να ασχολούνται με την καλλιέργεια των προϋποθέσεων της αυθεντικής σκέψης, βγάζουν με το τσουβάλι, ως επιβεβαίωση του Κίρκεγκωρ, «δούλους παραπομπών και αχθοφόρους υποσημειώσεων» — για ν’ αφήσω στην άκρη τα πομφολυγοξεράσματα των «αφυπνισμένων» δικαιωματικών σχολών. Προς τι λοιπόν τόσος θρήνος και τόσος κοπετός; Κουκιά τρώει κανείς, κουκιά μολογάει. Το ότι σήμερα ιδιωτικοποιούνται και επισήμως δεν αλλάζει και πολλά στο πιάτο – που εξακολουθεί να σερβίρεται με τα ίδια υλικά: εξίσου ευτελή αλλά πιο ακριβά.

~.~

Στις ανταύγειες του 1821

Όλες οι ιδέες για τις οποίες αξίζει να μαχηθεί κανείς είναι προορισμένες να ηττηθούν, έτσι τουλάχιστον λέει μελαγχολικά ο Σίλερ στους Ληστές. Οι κλεφταρματολοί του ’21 έδειξαν όμως ότι το αρνητικό πρόσημο αυτού του ρομαντικού προτάγματος μπορεί καμιά φορά να αντιστραφεί. Κάθε ευγενική ιδέα είναι ραγδαία στη σύλληψη, παράτολμη στην εκτέλεση και αβέβαιη στην έκβαση. Γι αυτό η νίκη της ανταμείβεται διπλά και τρίδιπλα στο γραφείο των μεγάλων ιστορικών στοιχημάτων. Και η λάμψη της γίνεται εμφανέστερη στο πρόσωπο όσων δεν πρόλαβαν να τη χαρούν: (περισσότερα…)

Παγκόσμια Ημέρα της Ελληνικής Αγλωσσίας

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

*

Παγκόσμια Ημέρα της Ελληνικής Αγλωσσίας

Μια άγνωστη, μ’ αρχοντικό παράστημα κυρία, που εμφανίζεται απρόοπτα κι αποχωρεί πριν λήξει η τελετή, πάντοτε προξενεί μια αναστάτωση στους τεθλιμμένους συγγενείς. Ποιά είν’ η ξένη, τι γυρεύει στην κηδεία; ρωτάνε οι νεότεροι με διόλου αθώα απορία. Μα οι παλιότεροι εκεί, φίλοι στενοί του μακαρίτη, ξέρουν πολλά για τον δεσμό με την κυρία — μια σχέση αποκηρυγμένη προ πολλού — και δεν μιλούν να μη ταράξουν την ησυχία του νεκρού. Θυμούνται όμως την εξαίσια καλλονή που τον συνόδευε στα μακρινά ταξίδια του από τη Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια ως την Οντέσσα και την Πάφο, πριν ο καλός τους φίλος προσβληθεί απ’ τη βαριά αγγλοφρένεια που τον οδήγησε ως τον τάφο. Πίνουν σκυφτοί κονιάκ, πικρό καφέ, misunderstanding, τζάμπα εφέ, ήρθε η άμοιρη σε λάθος κηδεία, λένε στη χήρα από την Ιγγλιτέρα για ν’ αποσείσουν πάσα υποψία ετέρα.

~.~

Μανίκια!

Ο μαιτρ της υψηλής ραπτικής Κρίστομπαλ Μπαλενσιάγκα παρασύρθηκε κάποτε από μια δελεαστική προσφορά και δέχθηκε να συνθηκολογήσει με το πρετ α πορτέ σχεδιάζοντας τις στολές των αεροσυνοδών της Air France. Τα κορίτσια όμως παραπονέθηκαν γιατί τα μανίκια, ψηλά στους ώμους, ήταν στενά και δυσκολεύονταν όταν σήκωναν τα χέρια να τακτοποιήσουν τις χειραποσκευές των επιβατών και να κλείσουν τα ντουλαπάκια. Ο μαιτρ προβληματίστηκε με την αποτυχία του, ειδικά επειδή τα μανίκια ήταν ένα σημείο με το οποίο είχε μακρά εμμονή — και τότε ένας συνεργάτης του τον παρηγόρησε: Μέχρι τώρα σχεδίαζες για κυρίες που δεν σηκώνουν τα χέρια ψηλά!

Ορισμένοι απαιτητικοί συγγραφείς βρίσκονται σε παρόμοια θέση. Όσο κι αν κάνουν κάποιες ατυχείς απόπειρες να εκλαϊκεύσουν το ύφος τους, αδυνατούν να εξασφαλίσουν στο ευρύτερο κοινό άνετη πρόσβαση στα κείμενά τους. Το ύψος είναι μανίκι – κι αυτοί έχουν συνηθίσει να γράφουν για αναγνώστες που δεν σηκώνουν ψηλά τα χέρια στα δύσκολα. (περισσότερα…)

Ένα λαθρογαμικό επεισόδιο

*

ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΜΕΝΑ

γράφει ο Ηρακλής Δ. Λογοθέτης

 

Στον καθρέφτη μίας ορισμένης λογοτεχνικής παράδοσης η λιποθυμική συγκατάθεση σε ανοίκειες και οπωσδήποτε απρόκλητες ερωτοπραξίες, αποτελεί την πλάγια πύλη εισόδου των κυριών στον κήπο της αμαρτίας. Ακριβολογώντας, μα πάντοτε στο πνεύμα της ίδιας μεταφοράς, δεν πρόκειται καν για πύλη που εύλογα θα προσέλκυε την αδόκητη κρούση, αλλά για παραπόρτι χρόνιας αχρησίας εντοιχισμένο στον ψηλό μαντρότοιχο. Κρυμμένο πλέον από οργιώδη βλάστηση και απρόσεκτα ξεκλείδωτο, παρέχει την πρόσβαση ελέω της οποίας η τύχη γονιμοποιεί την ευκαιρία προς όφελος του δράστη ενώ η προσωρινή απώλεια των αισθήσεων εξασφαλίζει τη διαθεσιμότητα της ατυχήσασας κυρίας. Ο εισβολέας παραμερίζει τα πέπλα της απαραίτητης υπό άλλες συνθήκες προλειάνσεως του ερωτικού διαβήματος και διανύει μ’ ένα άλμα την απαγορευτική απόσταση προς την απρόσιτη Δέσποινα. Ανοίγει με μια αποφασιστική χειρονομία τα σκέλη των εθιμικών συμβάσεων και σκίζοντας την ετικέτα της αλεξιγαμίας σμίγει με την παθούσα, ανέξοδα για τον ίδιο και ανεπίληπτα για κείνη, καθώς η απαγορευμένη σκηνή συντελείται στην ηθογεωγραφικά αόριστη ζώνη προνοιακής αμέλειας και μεθεόρτιας αφέσεως κάποιων απροσδιόριστων τύψεων.

Η αυλαία μάλιστα της, έως ένα βαθμό, ανυπαίτιας ενοχής, παραμένει διακριτικά κλειστή και μόνο μέσα από την πολύπαθη σχισμή της μπορεί να κατοπτεύσει κανείς την διανοιγόμενη προοπτική σε περιστάσεις έκτακτες, όπως αυτές που σκηνοθετεί ο Χάινριχ φον Κλάιστ στις αρχές του 19ου αιώνα με φόντο την κατάληψη μίας ιταλικής πόλεως από ρωσικά στρατεύματα, παράπλευρο θύμα της οποίας υπήρξε η κόρη του διοικητή, η Μαρκησία του Ο… που εδώ μας απασχολεί. Ο συγγραφέας πάντως ουδέποτε είχε επισκεφθεί τη χώρα όπου εκτυλίσσεται η υπόθεση του έργου και με την άνεση αυτής της απόστασης προϊδεάζει τον αναγνώστη για όσα παράδοξα θα ακολουθήσουν, παρατοποθετώντας το αληθινό, όπως ισχυρίζεται, περιστατικό στο οποίο βασίζεται η ιστορία του από το Βορρά στο Νότο — και παραβλέποντας, αν και ο ίδιος είχε χρηματίσει στρατιωτικός, το ότι ένας ρωσικός στρατός στην Ιταλία θα ήταν περισσότερο αξιοπερίεργος από τους ελέφαντες του Αννίβα στις Άλπεις! (περισσότερα…)

Σήματα καπνού

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

*

Σήματα καπνού

Όταν ζορίζει ο καιρός και ο ζόφος, λίγο-πολύ καθορισμένος και συνάμα ακαθόριστος, ζώνει τον κόσμο από παντού, επιστρέφω στο Koyaanisqatsi του Γκόντφρεϋ Ρέτζιο. Η ταινία ξετυλίγεται γύρω από ένα μινιμαλιστικό μουσικό μοτίβο του Φίλιπ Γκλας και δεν έχει αφήγηση ούτε ηθοποιούς. Ο φακός παρακολουθεί σε αντίστιξη, απρόσιτα φυσικά τοπία και αγχώδη στιγμιότυπα από τη διαβίωση στις μεγαλουπόλεις. Περνάει από τα πυκνά δάση στις συστάδες των ουρανοξυστών. Παρασυνορίζει την αιωνιότητα των βράχων με την παροντικότητα της υστερικής επιτάχυνσης. Σαλπίζει μια προειδοποίηση για το τέλος (ολοκλήρωση και συντέλεια), που επέρχεται στο όνομα της προόδου. Η ταινία συγκροτεί τον πυρήνα της γύρω απ’ αυτή τη μία και μοναδική λέξη: Koyaanisqatsi. Μια ινδιάνικη λέξη που σημαίνει (περίπου), ζωή σε κρίσιμη αστάθεια, ζωή χωρίς ισορροπία, ζωή σε τροχιά ηθικής πτώσης, διασαλευμένη, φθίνουσα, τραυματισμένη βαθιά στον κορμό, ίσως και στη ρίζα της.

Σήμερα, με φόντο τις ανταύγειες της φωτιάς στην Πάρνηθα, στο δάσος της Δαδιάς, στη μέσα Ελλάδα της καρδιάς, καταφεύγω και πάλι σ’ αυτή την (περίπου) αμετάφραστη λέξη. Η ελλιπής της νοηματοδότηση εκφράζει την παρούσα κατάσταση πραγμάτων με τρόπο που δεν θα το κατόρθωνε καμιά γνωστή λέξη του δυτικού πολιτισμού. Μιλά με την αρτιότητα ενός χρησμού για τη σαθρότητα και την αποδιοργανωμένη τάξη του πλανήτη. Στη σάρκα της σαλεύει ακόμα κάποια τρεμάμενη συνείδηση, η γενική κατήφεια και η πικρή γεύση της ανημπόριας που συνοδεύει τις έσχατες επιγνώσεις. Από την επιφάνειά της όμως αναδύονται επίσης σήματα καπνού που, με την ένταση μιάς διφορούμενης προκαταβολής, καλούν τον καθένα να διαλέξει: νόμισμα ζωής ή κέρμα θανάτου. (περισσότερα…)

Μαύρα καράβια τα όνειρά μας

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

Μαύρα καράβια τα όνειρά μας

Ασπρίζει η καρδιά μου από τη λύπη βλέποντας πως το ορθοπολιτικό κίνημα στα γράμματά μας είναι ακόμα δειλό και άτολμο. H προφορική μας παράδοση ωστόσο επιβάλλεται να επανεξεταστεί αυστηρά και η γραμματεία μας να ξαναγραφτεί απ’ την αρχή, προκειμένου να απαλλαγεί από τα γλωσσικά ανομήματα της λευκής πατριαρχίας. Ένα απ’ αυτά, για παράδειγμα, συσχετίζει δυσφημιστικά το μαύρο χρώμα με τη θλίψη και τον θάνατο ενώ συνδέει το λευκό με θετικές αξίες. Έτσι, ξεκινώντας από τη μυθολογία και την τραγωδία, προτείνω τα πρόσημα να αντιστραφούν. Οι μαύρες Ευμενίδες ν’ ασπρίσουν από το κακό τους και ο Θησέας να προξενεί τον θάνατο του πατέρα του σηκώνοντας κατά λάθος άσπρο πανί. Η μαύρη χολή του Αχιλλέα να ωχριάσει και οι μαύρες σκιές που τριγυρίζουν τον Οδυσσέα στον Άδη να γίνουν λευκές οπτασίες. Ο Χάρος να πάψει ν’ απεικονίζεται ως μαύρος καβαλάρης και τα νερά της Στυγός να ρέουν γαλακτόχρωμα. Ακολούθως, η δήλωση του Σωκράτη, «λευκή στάθμη ειμί προς τους νέους», είναι αναγκαίο ν’ αλλάξει φιλοσοφικό χρωματισμό και να γίνει μαύρη στάθμη. Ο στίχος του Σολωμού, γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα, να εξοριστεί από τα αναγνωστικά μας για τη ρατσιστική του παρομοίωση, όσο για την ποιητική του κόρη, ας επιτραπεί να κατεβαίνει απ’ το βουνό αλλά μόνο μαυροντυμένη. Τα υπόπτου πολιτικής αποχρώσεως μαύρα ερείπια της καβαφικής Πόλεως θα πρέπει να βαφτούν άσπρα και το απαράδεκτο για τις ιδεολογικές του παρασημάνσεις Εν Λευκώ του Ελύτη, να τιτλοφορηθεί εκ νέου Εν Αμαυρώ. Η διαλεύκανση μιάς εκκρεμούσας αστυνομικής υποθέσεως να κοινοποιείται ως διαμαύρωση, καθαρό ποινικό μητρώο να λογίζεται το μαύρο και, αντιθέτως, η αμαύρωση της φήμης ενός αδίκως κατηγορούμενου να στηλιτεύεται εφεξής ως λεύκανση. Η λευκή κάρτα, ως μεταφορική ένδειξη εμπιστοσύνης, να αντικατασταθεί με την επίδοση μαύρης κάρτας και εκφράσεις όπως, η μαύρη μου η μοίρα, να λογοκριθούν απηνώς ενώ πάσα κακοτυχία να ντυθεί στα λευκά. Το μαύρισμα ενός υποψηφίου στις εκλογές να τραπεί σε άσπρισμα και η μαύρη ώρα της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου να γυρίσει σε λευκή. Τα μαύρα ταμεία των διεφθαρμένων επιχειρήσεων να ονομάζονται πλέον πάλλευκα, η μαύρη ψυχή ενός κακούργου να καταγγέλλεται ως λευκή και την ώρα της κρίσεως να γκρεμίζεται σε άσπρα βάραθρα. Γενικότερα, ο μονομερής παραλληλισμός της αθωότητας με τη λευκότητα χρήζει ανατροπής, όθεν η υπεράσπιση μιάς συνειδήσεως λευκής ως περιστερά να γίνει μαύρη σαν καλιακούδα. Τέλος, το βαμμένο στην προκατάληψη δημοτικό τραγούδι, μαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφτες, να διαγραφεί από τα ιστορικά μας κατάστιχα, μπας και ξημερώσει επιτέλους και για μας μια μαύρη μέρα! (περισσότερα…)