Μαύρα καράβια τα όνειρά μας

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

Μαύρα καράβια τα όνειρά μας

Ασπρίζει η καρδιά μου από τη λύπη βλέποντας πως το ορθοπολιτικό κίνημα στα γράμματά μας είναι ακόμα δειλό και άτολμο. H προφορική μας παράδοση ωστόσο επιβάλλεται να επανεξεταστεί αυστηρά και η γραμματεία μας να ξαναγραφτεί απ’ την αρχή, προκειμένου να απαλλαγεί από τα γλωσσικά ανομήματα της λευκής πατριαρχίας. Ένα απ’ αυτά, για παράδειγμα, συσχετίζει δυσφημιστικά το μαύρο χρώμα με τη θλίψη και τον θάνατο ενώ συνδέει το λευκό με θετικές αξίες. Έτσι, ξεκινώντας από τη μυθολογία και την τραγωδία, προτείνω τα πρόσημα να αντιστραφούν. Οι μαύρες Ευμενίδες ν’ ασπρίσουν από το κακό τους και ο Θησέας να προξενεί τον θάνατο του πατέρα του σηκώνοντας κατά λάθος άσπρο πανί. Η μαύρη χολή του Αχιλλέα να ωχριάσει και οι μαύρες σκιές που τριγυρίζουν τον Οδυσσέα στον Άδη να γίνουν λευκές οπτασίες. Ο Χάρος να πάψει ν’ απεικονίζεται ως μαύρος καβαλάρης και τα νερά της Στυγός να ρέουν γαλακτόχρωμα. Ακολούθως, η δήλωση του Σωκράτη, «λευκή στάθμη ειμί προς τους νέους», είναι αναγκαίο ν’ αλλάξει φιλοσοφικό χρωματισμό και να γίνει μαύρη στάθμη. Ο στίχος του Σολωμού, γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα, να εξοριστεί από τα αναγνωστικά μας για τη ρατσιστική του παρομοίωση, όσο για την ποιητική του κόρη, ας επιτραπεί να κατεβαίνει απ’ το βουνό αλλά μόνο μαυροντυμένη. Τα υπόπτου πολιτικής αποχρώσεως μαύρα ερείπια της καβαφικής Πόλεως θα πρέπει να βαφτούν άσπρα και το απαράδεκτο για τις ιδεολογικές του παρασημάνσεις Εν Λευκώ του Ελύτη, να τιτλοφορηθεί εκ νέου Εν Αμαυρώ. Η διαλεύκανση μιάς εκκρεμούσας αστυνομικής υποθέσεως να κοινοποιείται ως διαμαύρωση, καθαρό ποινικό μητρώο να λογίζεται το μαύρο και, αντιθέτως, η αμαύρωση της φήμης ενός αδίκως κατηγορούμενου να στηλιτεύεται εφεξής ως λεύκανση. Η λευκή κάρτα, ως μεταφορική ένδειξη εμπιστοσύνης, να αντικατασταθεί με την επίδοση μαύρης κάρτας και εκφράσεις όπως, η μαύρη μου η μοίρα, να λογοκριθούν απηνώς ενώ πάσα κακοτυχία να ντυθεί στα λευκά. Το μαύρισμα ενός υποψηφίου στις εκλογές να τραπεί σε άσπρισμα και η μαύρη ώρα της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου να γυρίσει σε λευκή. Τα μαύρα ταμεία των διεφθαρμένων επιχειρήσεων να ονομάζονται πλέον πάλλευκα, η μαύρη ψυχή ενός κακούργου να καταγγέλλεται ως λευκή και την ώρα της κρίσεως να γκρεμίζεται σε άσπρα βάραθρα. Γενικότερα, ο μονομερής παραλληλισμός της αθωότητας με τη λευκότητα χρήζει ανατροπής, όθεν η υπεράσπιση μιάς συνειδήσεως λευκής ως περιστερά να γίνει μαύρη σαν καλιακούδα. Τέλος, το βαμμένο στην προκατάληψη δημοτικό τραγούδι, μαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφτες, να διαγραφεί από τα ιστορικά μας κατάστιχα, μπας και ξημερώσει επιτέλους και για μας μια μαύρη μέρα!

~.~

Και όμως πείθουν!

Όσο πλησιάζουν οι βουλευτικές εκλογές η κλίμακα των διαβαθμίσεων μεταξύ αντιπάλου και εχθρού ισοπεδώνεται ενώ οι αποχρώσεις του πολιτικού λόγου ζορίζονται στα όρια μιάς ασφυκτικής παλέτας. Ο λεπτός υπαινιγμός περνά απαρατήρητος και η σκωπτική διάθεση ελέγχεται με κριτήρια ορθοπολιτικής αυστηρότητας. Η λελογισμένη επιφύλαξη αντιμετωπίζεται ως υπεκφυγή και ο στοχαστικός δισταγμός λοιδορείται ως αναποφασιστικότητα. Η παραμικρή απόκλιση, από τη δεσπόζουσα σε κάθε σχήμα ιδεολογική οπτική, θεωρείται ύποπτη και η ελάχιστη αμφιλογία καταγγέλεται ως προδοτική΄από τους οσφυοκάμπτες του ηγετικού επιτελείου. Οι υποψήφιοι επιλέγονται κατά κανόνα με γνώμονα το φανταχτερό όνομα κι όχι την ανεξάρτητη πνευματική χάρη, κατά συνέπεια οφείλουν να στοιχίζονται ευπειθώς και με στρατιωτική ακρίβεια στην κομματική γραμμή. Παράλληλα, η δημόσια συμπεριφορά των περισσότερων πολιτευτών εκτραχύνεται προγραμματικά στις ψηφοθηρικές συγκεντρώσεις και τις τηλεοπτικές τους επιδείξεις. Εκεί, στην πανηγυριώτικη ατμόσφαιρα του χυδαίου κορδακισμού και της γελοίας κομπορρημοσύνης, τα νηπιώδη ελληνικούλια κυριαρχούν, η πολύπτυχη γλώσσα σιδερώνεται και η εκφραστική πολυμέρεια συρρικνούται σε άνευρη μονομέρεια. Ο ήπιος λόγος επισκιάζεται από την κραυγή, το σύνθετο επιχείρημα καταρρίπτεται από την απλουστευτική φωνασκία και το μειδίαμα ωχριά μπροστά στον καγχασμό. Η επανεκτίμηση κι ακόμα περισσότερο η ανασκευή παλαιότερων θέσεων, αποφεύγεται για να μη στηλιτευτεί ως παλινωδία και τα ερωτήματα, ήδη υποβιβασμένα σε συμβολικά ερωτηματικά, κάμπτονται από το βάρος των λεγόμενων σταράτων απαντήσεων. Το ίσως, το μπορεί ή το ενδέχεται, διαγράφονται από το λεξιλόγιο των αχθοφόρων της βεβαιότητας. Κάθε διατύπωση οφείλει να είναι κοφτή, κάθε κριτική σε αλλότρια πεπραγμένα απειλητική και κάθε χειρονομία παιδαγωγικώς επιτακτική. Η θωρακισμένη ευταξία κρύβει τα ασθενικά της πλευρά, το εισαγγελικό ύφος πλασάρεται ως αναμορφωτικό ήθος και η τρεκλίζουσα αυτοπεποίθηση προβάλει ως σταθερός βηματισμός. Έτσι η βουλιμική εξουσιοφρένεια μασκαρεύεται ως προσφορά ανένδοτης βουλήσεως – και οι πολίτες που τους αρέσει η μασκαράτα στρώνουν το τραπέζι στους χειρότερους υπηρέτες τους.

~.~

Συγγραφείς και βιβλιοποιοί

Κάποιοι επαγγελματίες γραφιάδες στήνουν μια καλλιτεχνίζουσα βιοτεχνία με φανταχτερή βιτρίνα κι από πίσω, στο μαραγκούδικο, κόβουν, πλανίζουν και λουστράρουν εκείνα τα βιβλία που πλασάρονται αβέρτα ως αναγκαίο συμπλήρωμα μιάς καθωσπρέπει επιπλώσεως. Η δουλειά τους, γρήγορη και φτηνή, συνοψίζεται σε ό,τι ο Κνουτ Χάμσουν αποκαλεί με σαρδόνια διάθεση δραματοποιημένη ξυλεία! Οι πιο διάσημοι μάλιστα ανάμεσα σε όσους σκαρώνουν αναγνώσματα αμέσου καταναλώσεως έχουν ολόκληρα υποβοηθητικά συνεργεία. Ανιχνευτές για τον εντοπισμό των λογοτεχνικών πηγών και την προμήθεια των περιγραφικών υλικών, έμπειρο επιτελείο για τη συναρμογή της πλοκής και την ανάπτυξη της δράσης, μάστορες για τη λείανση των χαρακτήρων και το φινίρισμα των διακοσμητικών μοτίβων. Τώρα εντούτοις τα πάσης φύσεως δάνεια ροκανίδια που χρειάζονται οι επιτήδειοι για να συμπήξουν δημοφιλή μυθιστορήματα, διακινούνται σε τόνους από τις μηχανές τεχνητής νοημοσύνης. Έτσι η μηχανορραφία αποκτά ένα καινούργιο νόημα καθώς τρέπεται σε μηχανογραφία – και από ύποπτη μεταφορά γίνεται ανενδοίαστη κυριολεξία. Οι βιβλιοποιοί έχουν λοιπόν κάθε λόγο να χαίρονται με τα προφανή πλεονεκτήματα αυτής της εξελιγμένης κοπτορραπτικής μεθόδου. Το προσωπικό τους θα μειωθεί και τα βιβλία τους, κομποστοποιημένα με τις ορθοπολιτικά πρέπουσες αναλογίες, θα τρέχουν στη γραμμή παραγωγής με ταχύτητα μέχρι πρότινος αδιανόητη. Πάντοτε φυσικά υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν αναγνώστες που αποστρέφονται τις βιβλιακές κατασκευές και αναζητούν εμπνευσμένη μυθοπλασία, ήρωες διακεκριμένου αναστήματος και αυθεντικούς συγγραφείς. Μα δεν συντρέχει λόγος σοβαρής ανησυχίας γιατί αυτοί, οι λιγοστοί ιδιότροποι, ασκούν τα εκλεκτικά τους βίτσια σε περιορισμένο κύκλο και κάνουν μικρή ζημιά στη μαζική δημοκρατία του βιβλίου.

ΗΡΑΚΛΗΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ

*

Advertisement