έρως

Ο «πατριωτισμός του έρωτα»: Από το άτομο στο Πρόσωπο

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[8/12]

~.~

Έχοντας απορρίψει τον σχολαστικισμό και τη νοησιαρχία, ό,τι δηλαδή ποιεί σύστημα, εθνικισμό και ιδεολογία, ο θεολογικός αποφατισμός του Κυριάκου Μαργαρίτη καθιστά τη γραφή τόπο μυστικής δεξίωσης της πραγματικότητας του Θεού. Έννοιες προερχόμενες από την πατερική παράδοση, όπως «θέα Θεού», «θεοπτία», «γνώση Θεού» και «θέωση», παραπέμπουν στην εν λόγω σωτηριολογική αντίληψη.[424] Μοναδικός στόχος του εν λόγω συγγραφικού εγχειρήματος, κατά το Ορθόδοξο παράδειγμα, με εμφανή θρησκειολογικά ερείσματα στο ρωσικό ρεύμα της πνευματικότητας,[425] αναδεικνύεται η ένωση με το απόλυτο, η οποία συλλαμβάνει τη γνώση του Θεού ως δυναμική σχέσης:

Στην πραγματικότητα, όλα είναι σχέση. Μια αδιάρρηκτη ενότητα.[426]

Έτσι είδε κι ο πρίγκιπας Μίσκιν τη Ναστάζια, και την ερωτεύτηκε. Σε ένα εντύπωμα∙ θα πει: Εικόνα Προσώπου. Άλλως πως: Αγιογραφία.[427]

Με τη γνωσιολογία της αγάπης, κατάλαβα ότι η σχέση είναι ο συντελεστής και για τη ζωή και για τη γνώση της.[428]

Ολόκληρο το έργο του Μαργαρίτη, αρχής γενομένης με την Κρόνακα, ερείδεται κατ’ ουσίαν στο εννοιολογικό πλαίσιο της «οντολογίας του προσώπου»,[429] όπου το πρόσωπο νοείται ως διακριτή, αλλά εν κοινωνία ελεύθερη και αγαπητική υπόσταση. Παρότι ο ίδιος ο πεζογράφος αναγνωρίζει ως κυρίαρχη για τη μύησή του στο εν λόγω οντολογικό πεδίο την ανάγνωσή του του αγίου Σωφρονίου,[430] όπως επίσης εμφαίνει την αναγωγή του σε μια Ορθόδοξη γραμματειακή παράδοση εμβέλειας δεκαπέντε περίπου αιώνων, στο πλαίσιο της παρούσας πραγμάτευσης χρειάζεται να αναφερθεί ότι –ως έννοια– η «οντολογία του προσώπου» καθιερώθηκε στον σύγχρονο θεολογικό λόγο χάρη στην επιδραστικότητα του έργου του Χρήστου Γιανναρά.[431] Το οντολογικό ζήτημα προσδιορίζεται εν προκειμένω σε επίπεδο εμπειρικής αμεσότητας και όχι εννοιολόγησης, κοινωνίας/σχέσης και όχι ατομικότητας, τα οποία χαρακτηρίζουν τον δυτικό τρόπο σκέψης και ύπαρξης: «Το πρόσωπο ορίζεται ως αναφορά και σχέση […]. Το πρωταρχικό νοηματικό περιεχόμενο της λέξης αποκλείει να ερμηνεύσουμε το πρόσωπο ως ατομικότητα καθεαυτήν, έξω από τον χώρο της σχέσης».[432] Αντλώντας από την πατερική θεολογική παράδοση της Ανατολής και εμβολιάζοντάς το με νεωτερικά κριτικά πλαίσια, κυρίως δε με τον υπαρξισμό, ο Γιανναράς επενδύει το πρόσωπο με οντολογικό περιεχόμενο και προσδιορίζει την πραγμάτωσή του αποκλειστικά στη σχεσιακότητα και το άνοιγμά του στον άπειρο Θεό: «Τότε μόνο ο άνθρωπος πραγματοποιεί τον προορισμό του, την κλήση του να γίνει πρόσωπο, όταν βρίσκεται σε κοινωνία αγάπης με τα υπόλοιπα πρόσωπα, κατά το πρότυπο του Τριαδικού Θεού».[433]

Σε αυτό το πλαίσιο, ο σαρκικός έρωτας αποηθικοποιείται, με αναφορά στον πουριτανισμό των εν Ελλάδι θρησκευτικών οργανώσεων και την από μέρους τους «θρησκειοποίηση» του χριστιανισμού,[434] ανάγεται δε σε προϋπόθεση για την καθολική μετοχή του ανθρώπου σε κοινωνία με τον Θεό και την πραγμάτωση της ενότητας μέσα στον κόσμο: «Η αγάπη είναι η μόνη οδός κοινωνίας των προσώπων κατά το πρότυπο του Τριαδικού Θεού. Ο έρως είναι μια μορφή αυτής της αγάπης, η πληρέστερη, γιατί προϋποθέτει καθολική μετοχή όλου του ανθρώπου».[435] Συναφώς, η ευχαριστιακή σύναξη ως γεγονός φανέρωσης της εκκλησιαστικής ενότητας και η ενορία ως τρόπος εμπειρικής βίωσης του Θεού πριμοδοτούνται στα γραπτά του στοχαστή:

[…] η ερωτική σχέση παραμένει ως η κατ’ εξοχήν οδός κοινωνίας και ενότητας των προσώπων. Η καθολική αυτή ενότητα είναι και φυσική και υπερφυσική – στη Θεία Κοινωνία η βρώση και η πόση είναι η συμμετοχή του σώματος στην καθολική ενότητα με τον Κύριο.[436]

Ομοίως, ο γάμος ως ένωση εν μυστηρίω και η σεξουαλικότητα λαμβάνουν τολμηρά, στο πλαίσιο της αμφισβητησιακής κίνησης του ’60, κεντρικό ρόλο όχι μόνο στη σκέψη, αλλά και στο λογοτεχνικό έργο του Γιανναρά,[437] με κύρια αναφορά τον ιερό πόθο και την ερωτική αλληγορία του Άσματος Ασμάτων. Ακολουθώντας την εν λόγω μυστικιστική παράδοση της Ανατολής και της καταρχήν Ορθόδοξης κατάφασης του υλικού στοιχείου ως σάρκας του άκτιστου Λόγου, ο έρωτας στον Μαργαρίτη συνιστά την υπέρτατη πραγμάτωση της επιδιωκόμενης ενότητας της Εκκλησίας:

[E]ίμαι (μάλλον: πολύ θα ήθελα να είμαι!) εκκλησιαστικός συγγραφέας, ουσιαστικά. Εγώ δεν πιστεύω ούτε στην ποίηση ούτε στη λογοτεχνία per se, και ασφαλώς ούτε σε έθνη, θρησκείες, ιδέες κ.ο.κ. Η Εκκλησία τα ξεπερνά όλα αυτά, είναι ένα ερωτικό γεγονός, και είναι το μοναδικό που με απασχολεί, επειδή πιστεύω ότι είναι το μοναδικό πραγματικά ερωτικό/αγαπητικό γεγονός.[438]

Όπως και στον Γιανναρά, η Εκκλησία στον Μαργαρίτη νοείται ως γεγονός κοινωνίας, γι’ αυτό και η συμβολική της Θείας Ευχαριστίας συνιστά την εν μυστηρίω ένωση των μελών της σε σώμα με κεφαλή τον Χριστό: (περισσότερα…)

Οι ανάξιοι που μας αξίζουν

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Οι ανάξιοι που μας αξίζουν

Ερωτώμενος γιατί ψήφισε τον εξοστρακισμό του Αριστείδη ένας Αθηναίος πολίτης απάντησε: Βαρέθηκα να τον λένε δίκαιο! Μ’ αυτό το αξεπέραστο πρότυπο πορευόμαστε ως τα σήμερα. Εξοστρακίζουμε τους άξιους και επιβραβεύουμε τους ανάξιους. Δεν επιλέγουμε απλώς κατ’ ομοίωσιν αλλά τη χειρότερη εκδοχή του προσώπου μας. Ο ολίγος τον ολίγιστο, ο μπαγαπόντης τον φαταούλα, ο ημιμαθής το ντουβάρι. Η προσωπικότητα μόνο κατ’ εξαίρεσιν γίνεται ανεκτή ενώ από τη φτυσιά σε υποδεέστερα μούτρα (επισήμως καλείται ψήφος), αντλείται προφανώς κάποιο είδος διαστροφικής ικανοποίησης. Έτσι εξηγείται ότι στην πλειονότητά του το πολιτικό προσωπικό της χώρας απαρτίζεται από λιγονούσηδες που στερούνται έστω και στοιχειώδους μακροσκοπικής οράσεως. Κόπτονται δήθεν για την Οικονομία και εννοούν αποκλειστικά τον αδυσώπητο εκχρηματισμό των κοινωνικών σχέσεων γιατί δεν νογάνε ότι το μέλλον του ανθρώπου εξαρτάται από τη δικαιότερη κατανομή του πλούτου και την ολιγάρκεια στη διαχείριση των φυσικών πόρων. Παριστάνουν τους τεχνοκράτες και δεν νογάνε καν ότι σε συνθήκες παγκόσμιου ανταγωνισμού για την καινοτομία, η ανάπτυξη είναι αδιαχώριστη από την τεχνική παιδεία. Έτσι, κάποιοι αναφέρονται θαυμαστικά στην επιστημονική πρωτοπορία του Ισραήλ και ύστερα ψηφίζουν για την έρευνα και την τεχνολογία ένα κονδύλιο γελοίο. Δεν νογάνε τη διαφορά ούτε σε καθαρούς αριθμούς. Μιλούν για Άμυνα και εννοούν αποκλειστικά αεροπλάνα και βαπόρια γιατί δεν έχουν την ικανότητα μεθερμηνείας της έννοιας του εξοπλισμού. Επομένως δεν νογάνε ότι μια σειρά μεγάλων, διεθνούς εμβέλειας, πανεπιστημιουπόλεων στα ακριτικά νησιά που θα φιλοξενούσαν εκτός από τους Έλληνες εκατό χιλιάδες ξένους καθηγητές, φοιτητές και ερευνητές, στην πλειονότητά τους ευρωπαίους, θα καθιστούσε κάθε επιβουλή από την Τουρκία αδύνατη. Αν αυτό το πρόγραμμα του Μεγάλου Τείχους ξεκινούσε από το 1922, όπου φάνηκε πιά ότι ήταν απολύτως αναγκαίο, ή έστω πενήντα χρόνια αργότερα, σήμερα θα είχαμε προχωρήσει αρκετά στην υλοποίησή του. Αλλά είπαμε, οι άνθρωποι είναι κοντόθωροι, δεν νογάνε — όπως δεν νογάμε κι εμείς που τους ψηφίζουμε. (περισσότερα…)