Κέρινη ομοιότητα

***

ΚΕΡΙΝΗ ΟΜΟΙΟΤΗΤΑ

Αν μιμούμαι κάτι, αυτό δεν είναι η ζωή, είναι τα πράγματα.
Αυτό που είμαι ο ίδιος, είναι διαφορά από τη ζωή
–πράγμα ασήμαντο γιατί ζωή είναι όλα εκτός από μένα–
κι ένα ανάθεμα στον ανθρώπινο πόνο.

Τα πράγματα προσπαθώ να τα μιμούμαι γιατί μοιάζουνε.
Μία προθήκη με (τα) κέρινα πρόσωπα (τους ο κόσμος).
Το λέω έτσι γιατί κάθε πρόταση είναι παρένθεση σε κάτι που σιωπά.

Τα αντικατοπτρίζω κι ύστερα επιτρέπω το αποτύπωμά τους πάνω μου
γιατί η βούληση είναι μια δικαιολογία για την απουσία του πρωτοτύπου
που ενθαρρύνει τη μοίρα να με υποβιβάζει σε αδιάκοπο ενεργούμενό τους.

Η ομοιότητα δεν είναι μόνο το πράγμα που είναι
αλλά και εκείνο που του απομένει.
Ένα υπόλοιπο.
Κάθε πράγμα είναι και εκείνο που του απομένει.
Που αξίζει να το μιμηθώ όταν είναι πιο δύσκολο σε χαρτί.
Και πολύ πιο δύσκολο σε χάρτινη φιγούρα
σαν αυτές που φυσάνε γύρω μου πριν λιώσουν στην ανακύκλωση.

Το υπόλοιπο της ομοιότητας είναι πρωτίστως μια αντίστιξη
ανάμεσα στην ύπαρξη και στον έρωτα.
Γιατί όλα υπάρχουν ώστε να ερωτεύονται ώστε να υπάρχουν.
Το υπόλοιπο είναι το ένα του άλλου –
μια μίμηση της μίμησης που είναι ο κόσμος.
Και ο Θεός μια μίμηση του κόσμου μέσα μου,
που απέχει από το πράγμα όσο ο χώρος που του απομένει. (περισσότερα…)

Η καρδιά της λεύκας

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 29.iii.25
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΣ

«Εσύ να έχεις πάντα τον ήλιο στην καρδιά σου», μου είπε η λεύκα, δείχνοντας το πώς. Μου το είπε, το είδα, μου έμεινε.

*

* (περισσότερα…)

Η περίπτωση του Αλέξανδρου Σχινά

 

του ΣΠΥΡΟΥ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Προδημοσίευση από το Eπίμετρο της νέας και συμπληρωμένης εκδόσεως της «Αναφοράς περιπτώσεων» του Αλέξανδρου Σχινά που θα κυκλοφορήσει αργότερα αυτήν την άνοιξη από τις Εκδόσεις της Εστίας.*

///

Ο συγγραφέας Αλέξανδρος Σχινάς ήταν ένας ιδιοφυής πρωτεργάτης του λογοτεχνικού μοντερνισμού στην Ελλάδα, ολιγογράφος αλλά καίριος, και σήμερα εν πολλοίς λησμονημένος. Τα εκρηκτικά υπερλεξιστικά κείμενά του που δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό Πάλι του Νάνου Βαλαωρίτη το 1964 και το κορυφαίο βιβλίο του Αναφορά περιπτώσεων που κυκλοφόρησε το 1966 (επανεκδόθηκε τριπλασιασμένο το 1989 και ανατυπώνεται τώρα από τις εκδόσεις της Εστίας) υπήρξαν για την εποχή τους πρωτοποριακά, άσκησαν μεγάλη επίδραση στους ομοτέχνους του και πλούτισαν απρόσμενα τον νεοελληνικό αφηγηματικό λόγο. Στην εποχή του η κριτική επισήμανε το ρηξικέλευθο για τα ελληνικά δεδομένα έργο του. Πολλοί θαύμασαν αυτό το έργο, πολλούς συνεπήρε, αλλά κατά παράξενο τρόπο δεν βρήκε συνέχεια, έμεινε στο στερέωμα σαν μια ειδική και ανεπανάληπτη περίπτωση. Όσο τα χρόνια περνούν, τα βιβλία εξαντλούνται, όπως και η διάχυση της λάμψης τους στις επόμενες γενιές. Η ανατύπωση της Αναφοράς περιπτώσεων δίνει τώρα την ευκαιρία στους νεότερους κυρίως αναγνώστες να ανακαλύψουν και πάλι ένα έργο που μοιάζει ατόφιο εξήντα σχεδόν χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, να το ερμηνεύσουν με την ιδιοσυγκρασία της εποχής μας, να προσμετρήσουν από την αρχή την αξία του, να αποφανθούν οι ίδιοι αν στο παλιό κρυβόταν ο σπόρος του νέου.

Συνειδητή πρόθεση του Σχινά ήταν μια συναισθηματικά πλήρως αποφορτισμένη γλώσσα, μια γλώσσα μαθηματικής ακρίβειας, μια πρόζα τέλειου σχεδιασμού. Όπως στο κείμενο «Ενώπιον πολυβολητού», στο οποίο πειραματίζεται με μια ηλεκτρονική «αφηγηματική συσκευή». Της δίνει συνεχώς εναλλασσόμενες εντολές κι αυτή παράγει διαρκώς νέες εκδοχές του ίδιου θέματος ‒ ένα καλειδοσκόπιο αχαλίνωτης γλωσσικής ευφροσύνης. Το θέμα είναι εξαιρετικά απλό. Σε ένα γραφείο κάποιος αδέξιος υπαλληλίσκος θέλει να αστειευθεί και στρέφει τον χάρακά του εν είδει πολυβόλου κατά του έκπληκτου λογιστή Αμεδαίου, αλλά, μέχρις ότου η συσκευή με την παιδαριώδη ακόμα τεχνητή νοημοσύνη της καταφέρει να διηγηθεί το τετριμμένο αυτό συμβάν, γεμίζει πρώτα με τις αφηγηματικές σπουδές της εκατό σχεδόν σελίδες. Είναι αμέτρητες θαρρείς υφολογικές δοκιμές, περιπλανήσεις στα πιο διαφορετικά επίπεδα του λόγου, κατασκευές μικρών αυθύπαρκτων κόσμων.

Συσκευές και μηχανές υπήρξαν πολλές στην τέχνη του 20ού αιώνα. Ο Αλφρέ Ζαρρύ επινόησε στο βιβλίο του Το υπεραρσενικό μια ηλεκτρική καρέκλα που ερωτεύεται τον παρθένο ήρωα, όμως τον σκοτώνει άθελά της μέσα στην ηλεκτροφόρα αγκαλιά της. Στην κατασκευή του Μαρσέλ Ντυσάν Μεγάλο ποτήρι, οι μνηστήρες θέτουν σε λειτουργία απλώς έναν τρίφτη σοκολάτας, κι ας περιμένει στον επάνω όροφο ξεγυμνωμένη κιόλας η νύφη. Και ο Φραντς Κάφκα μηχανεύεται στο βιβλίο του Στη σωφρονιστική αποικία μια δερματοστικτική συσκευή που χαράσσει στο γυμνό σώμα ενός απείθαρχου στρατιώτη το παράπτωμά του. Σε όλες αυτές τις καλλιτεχνικές εφευρέσεις ενυπάρχει ένας ανεκπλήρωτος αισθησιασμός, γι’ αυτό και αποκλήθηκαν «ασύζευκτες μηχανές» (machines célibataires). Η αφηγηματική συσκευή του Σχινά γίνεται σύμβολο ενός παθιασμένου έρωτα με τη γλώσσα που αναζητά τη λύτρωση, είναι σαν το αγωνιώδες ζουζούνισμα μιας απελπισμένης μύγας, κλεισμένης σ’ ένα χαρτόκουτο. Ο ίδιος ο συγγραφέας αφουγκράζεται το ζουζούνισμα μέσα του και το δακτυλογραφεί. Πίσω πάντως από τη γεωμετρική αρμονία και εντέλεια της δακτυλογράφησης διαισθάνεται κανείς ένα απομονωμένο εγώ, έγκλειστο, που καγχάζει προκλητικά με τον έξω κόσμο. Η αφετηρία και η πεμπτουσία της ζωής και του έργου του Σχινά ήταν η αποξένωση του ανθρώπου μέσα σε έναν εχθρικό κόσμο και η προσπάθεια λύτρωσης με την επινόηση νέων κόσμων, μέσα από ανανεούμενες γλωσσικές φαντασμαγορίες. (περισσότερα…)

Hölderlin Reparatur

*

Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια
ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

«Μιὰ συντομία μου δυὸ λόγων»

Ἐπιδιόρθωση Χαίλντερλιν  ἢ  Ἐπισκευάζοντας τὸν Χαίλντερλιν. Πρῶτα ἕνας παράδοξος τίτλος ποιητικῆς συλλογῆς (Hölderlin Reparatur, Berlin Verlag, 2008), ἀλλὰ ἂς κάνουμε ὑπομονή. Οἱ πολλὲς παραδοξότητες βρίσκονται στὰ ποιήματα, τὶς λέξεις, τὶς φράσεις, τὶς εἰκόνες τοῦ ἐκκεντρικοῦ (μᾶλλον, ἔκκεντρου) διανοούμενου, θεατρικοῦ συγγραφέα, ἐπιμελητῆ ἐκδόσεων, ἀνθολόγου, ταξιδευτῆ καὶ πρὸ πάντων ποιητῆ, Gerhard Falkner, γεννημένου στὸ Σβάμπαχ τῆς Γερμανίας τὸ 1951.

Ἐπιδιορθώνεται ὁ Χαίλντερλιν; Αὐτὴ ἡ λατινογενὴς «Reparatur» ταιριάζει περισσότερο σὲ ἕνα διαταραγμένο λογισμικό, σὲ δημιουργικὴ τακτοποίηση τοῦ χάους (τιθασεύεται τὸ χάος;). Ὁ (κάθε) ποιητής, ἄλλωστε δὲν εἶναι πλέον πολλοί, προσπαθεῖ νὰ βάλει σὲ τάξη τὸ χάος τῶν λέξεων. Ἂν ὁ Χαίλντερλιν εἶδε τοὺς μίζερους, μικρόψυχους καιρούς (πῶς ἀλλιῶς νὰ ἀποδώσουμε τὸ «dürftige Zeit»; ὁ Μητροπολίτης Χίου μοῦ ψιθύρισε: «ὀρφανούς), πῶς βλέπουν σήμερα οἱ καιροὶ τὸν ποιητή; Χρήζοντα ἐπισκευῆς; Αὐτὸ διατείνεται ὁ Φάλκνερ. Ἔχει πάρει μαθήματα ἀπὸ τοὺς σημειολόγους, τοὺς στρουκτουραλιστές, τὸν Ρολὰν Μπάρτ (μεσουρανοῦσε στὴν ἐφηβεία τοῦ ποιητῆ). Τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ διαμαρτύρεται (μὲ τὴ σωκρατικὴ εἰρωνικὴ προσχώρηση στὴ ρητορεία τοῦ συνομιλητῆ) γιὰ τὴν κυρίαρχη γλώσσα τῶν χρηστῶν τοῦ διαδικτύου (ἢ τοῦ διαδικτύου ποὺ τιθασεύει τοὺς χρῆστες). Τί σημαίνει αὐτὸ γιὰ τὸν Φάλκνερ; Τὴν πρόκληση μιᾶς ἀνάγνωσης τῶν καιρῶν του ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ Ρομαντισμοῦ. Σκέφτεται ἕναν Χαίλντερλιν νὰ πληκτρολογεῖ σὲ Windows μὲ Times New Roman τὸν ὕμνο «Ἄρτος καὶ Οἶνος».

Πρόσχημα, ἢ ἄλλοθι, γιὰ μιὰ νέα προκλητικὴ ποιητικὴ δημιουργία. Ὁ Φάλκνερ ἐπικαλεῖται καὶ προσκαλεῖ (μαζὶ μὲ τὸν Ἐρημίτη τοῦ Τύμπινγκεν) ὅλα τὰ ποιητικὰ ὁρόσημα πρὶν καὶ μετὰ ἀπ᾿ αὐτόν: Σαπφώ, Ὀρφέα, Μαλλαρμέ, Ρίλκε, Κλόπστοκ, Νοβάλις, Γκαῖτε, Μαίρικε, Τράκλ, Μπένν, Ρόμπερτ Μπράουνινγκ, Τσέλαν, Μπάχμανν καὶ πολλοὺς ἀκόμη ποὺ ἐξακολουθοῦν νὰ προσέρχονται, ἢ ἄλλους ποὺ ἀδυνατώντας νὰ παραστοῦν (Γερτρούδη Στάιν, Χάινε, Σίλλερ) στέλνουν στίχους τους, γιὰ νὰ παρεντεθοῦν πλαγιωμένοι, ἀνολοκλήρωτα ποιήματα ποὺ θέλουν νὰ «ἐπιδιορθωθοῦν» στὴ δαιμόνια πέννα τοῦ Φάλκνερ.

Τὸ ἴδιο πλούσια εἶναι ἡ ἱστορική, μυθικὴ γεωγραφία τοῦ κύκλου ἀπὸ τὴν Κνωσὸ μέχρι τὸ Στάλινγκραντ, τὸ Heathrow, τὸν Ὄλυμπο, τὸ Neverywhere. Ποιητικὰ κείμενα ποὺ δοκιμάζουν ἀκόμη καὶ τὴν πολυμάθεια ἑνὸς Τζὼρτζ Στάινερ, μὲ γλώσσα πολυστρωματική, λεπτουργημένη καὶ κοινότοπη, ἐπιστημονικὴ καὶ γλώσσα τῆς διαφήμισης, τῆς σύγχρονης πληροφορικῆς, τῆς ἀναλυτικῆς φιλοσοφίας, τῆς τετριμμένης κουβέντας.

Τί ἄλλο νὰ ἐπιδιώκει ὁ πάντοτε ἀπρόβλεπτος Φάλκνερ; Ἴσως ἀκόμη τὴ βίαιη ἔξωση τοῦ Χαίλντερλιν ἀπὸ τὸν «πύργο» του, ὅπου μένει κλεισμένος δύο αἰῶνες, ἀντικείμενο λατρείας καὶ προσκυνήματος τῶν πιστῶν ποὺ ἐπισκέπτονται μὲ δέος τὸ φασματικό του ξόανο στὸ νέο μαυσωλεῖο τῆς ποίησης. Τὴν ἀρχὴ ἔκαναν οἱ Ναζιστὲς τὸ 1943, στὰ ἑκατὸ χρόνια ἀπὸ τὸν θάνατό του, ὑψώνοντας στὸν τάφο του σβάστικες γιὰ τὸν ποιητὴ τῆς «πατρίδας» (Vaterland). Τὴ σκυτάλη πῆρε ὁ Χάιντεγγερ, ὁ ὑπόλογος φιλόσοφος, ὁ ἐπιτιμητὴς τῆς νέας τεχνολογίας, τῆς μεταπολεμικῆς Εὐρώπης. (περισσότερα…)

Niels Bohr, Περί πραγματικότητος

*

Ό,τι καλούμε πραγματικότητα αποτελείται από πράγματα που είναι αδύνατο να παρατηρηθούν απ’ ευθείας.

///

Ειδικός είναι ο άνθρωπος εκείνος που, στο στενότατο πεδίο της ειδίκευσής του, έχει υποπέσει σε όλα τα δυνατά σφάλματα.

///

Η κβαντική θεωρία μάς αναγκάζει να αποχαιρετίσουμε το ιδεώδες της κλασσικής αιτιοκρατίας.

///

Το αντίθετο ενός γεγονότος είναι ένα ψεύδος. Όμως το αντίθετο μιας θεμελιώδους αλήθειας μπορεί κάλλιστα να είναι μια άλλη, εξίσου θεμελιώδης, αλήθεια.

///

Οι φυσικοί είναι απλώς το μέσο διά του οποίου τα άτομα της ύλης παρατηρούν τον εαυτό τους.

///

Αν η κβαντομηχανική δεν σας συντάραξε βαθιά, δεν την έχετε ακόμη καταλάβει.

///

Πρέπει να γίνει σαφές πως όταν μιλάμε για τα ατόμα της ύλης, ένας μόνο τρόπος χρήσης της γλώσσας υπάρχει. Εκείνος της ποίησης. (περισσότερα…)

«Κάποιοι καλοί άνθρωποι»…

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Η φωτογραφία στον κινηματογράφο, ως γνωστόν, δεν είναι μια απλή αισθητική επίφαση. Στις καλύτερες περιπτώσεις μπορεί να μεταφράσει καίρια την κοσμοθεωρία του σκηνοθέτη αλλά και να πλάσει το αντιληπτικό στίγμα της πραγματικότητας που αυτός προσπαθεί να ανασυστήσει. Η φωτογραφία είναι ο αναπόφευκτα παραμορφωτικός υμένας με τον οποίο προβάλλεται η φαντασιακή σήμανση του πραγματικού. Ως εκ τούτου, αποτελεί μια έμμεση και υπόρρητη καθοδήγηση του θεατή, που από την υποκειμενικότητα του φυσικού του βλέμματος πρέπει να μετατοπιστεί στην υποκειμενικότητα της καταγραφής του κόσμου όπως τη «στρεβλώνει» ο φωτογράφος της ταινίας και ο σκηνοθέτης. Βλέποντας οικεία σχήματα, χώρους, φυσιογνωμίες μέσα από το «αποξενωτικό» φίλτρο της όρασης των άλλων, μπορεί να εμπλουτίζουμε ερεθιστικά και δημιουργικά την «πραγματικότητά» μας, συγχρόνως όμως εισπράττουμε και το ρίγος της απόστασης που μας χωρίζει από αυτήν, αλλά και συνειδητοποιούμε την αδιάλλακτη ασυμφωνία της με μας. Η φωτογραφία, καθώς ενέχεται πρωτίστως στην αισθητηριακή πρόσληψη εκ μέρους του θεατή, έχει να κάνει περισσότερο με τις ασυνείδητες δομές αυτού του τελευταίου: συμβαίνει πολλές φορές να παρακολουθούμε την αφηγηματική συνέχεια της ταινίας αλλά η «τονικότητα» της φωτογραφίας να μας ακολουθεί και να μας επηρεάζει, θετικά ή αρνητικά, κατά έναν υπόγειο τρόπο και να συμβάλει στην αποτίμηση των υπόλοιπων παραμέτρων της ταινίας, στη συνολική αντίληψη και κατανόησή της.

Ειδικότερα, η ασπρόμαυρη φωτογραφία, που προηγήθηκε ιστορικά και τρόπον τινά νομιμοποιήθηκε ως «φυσική» και «αυτόχθων» για τον κινηματογραφικό χώρο, με τη «λιτότητά» της, τις εντονότερες αντιθέσεις της αλλά και τον ατοπικό της χαρακτήρα ως συνειδητά «τεχνητής», εικαστικής απόδοσης της κατά κόσμον αντίληψής μας, έχει τη δυνατότητα να πλάθει ένα περισσότερο ομοιογενές φαντασιακό σύμπαν, άρα ένα σύμπαν περισσότερο πειστικό και υπαρκτό, ένα σύμπαν που μπορεί να μιλήσει στην αντιληπτική συνείδηση του θεατή δραστικότερα, ενώ παράλληλα με την επιβεβλημένη διχρωμία της να του υποβάλει την «ξενότητα» των αναπαριστώμενων. Όσο πιο ατοπική τόσο περισσότερο ξένη, όσο πιο ομοιογενής τόσο πιο πειστική…

Έτσι, η ασπρόμαυρη φωτογραφία απλώνεται πάνω στην ταινία του Δανού Μάγκνους φον Χορν Το κορίτσι με τη βελόνα, μεταδίδοντας την αίσθηση μιας απόμακρης, απωθητικής σχεδόν, Κοπεγχάγης των αρχών του 20ου αιώνα. Εσωτερικά σπιτιών αποκρουστικά και ακατοίκητα, αφιλόξενα, βρόμικα, γεμάτα από αποπνικτικές μυρωδιές και ήχους, αλλά και αρουραίους, δρόμοι έρημοι ή με άτακτη κυκλοφορία, περίβολοι εργοστασίων με συνωθούμενους εργάτες, καμπάνες εκκλησιών που ηχούν επίμονα‒ και όχι τυχαία βέβαια‒, υπόνομοι, ακάθαρτα δημόσια λουτρά, βορειοευρωπαϊκή μετεωροπάθεια, διαπλάθουν την εικαστική λογική της ταινίας: έτσι, τα ψυχικά τοπία μπορούν να αναδυθούν αβίαστα από όλα αυτά, και ταυτόχρονα να «στιγματίσουν» την ξενότητα της αναπαριστώμενης πραγματικότητας. Απουσία της ανθρώπινης θαλπωρής συντονισμένη με την τοπικότητα και την εντοπιότητα του χώρου. Κι αυτό νομίζω ότι μπορεί να πιστωθεί στα επιτεύγματα της ταινίας. (περισσότερα…)

«Ἄργειε νά ’λθῃ…»

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ φιλολογικὴ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

///

«Ἡ Ἑλλάδα πέθανε!» Εἶναι μιὰ φράση ποὺ ἀκούγεται συχνὰ στὴν Εὐρώπη ἀπὸ στόματα πολιτικῶν ἢ πνευματικῶν ἀνθρώπων τὸν καιρὸ τῆς Τουρκοκρατίας.  «Ἡ Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει πιά!».

Κι ἄξαφνα γίνεται τὸ θαῦμα. Ἡ Ἑλλάδα εἶναι ζωντανὴ καὶ μάχεται καὶ καταπλήσσει. Γιὰ ὅσους δὲν ἔχουν ἐξοικειωθεῖ μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία, αὐτὴ τὴν ἱστορία τῶν ἐπλήξεων, τὸ πράγμα καταντᾶ σχεδὸν ἀπίστευτο.

Τί ἦταν, ἀλήθεια, ἐκεῖνοι ποὺ κάμανε τὴν ἐπανάσταση τοῦ ’21; Ἄνθρωποι πού ’χανε περάσει ὅλα τὰ χρόνια τῆς ζωῆς τους στὴ σκλαβιά. Κι ὄχι μόνο οἱ ἴδιοι μὰ κι οἱ πατεράδες τους κι οἱ παπποῦδες τους καὶ μιὰ μακρότατη σειρὰ προγόνων ποὺ ἡ ἀρχή τους ἔφτανε ὣς τὰ μέσα τοῦ 15ου αἰώνα. Σκλάβοι, γιοὶ σκλάβων.

Τετρακόσια χρόνια εἶναι πολὺ μεγάλο διάστημα. Οἱ ξένοι εἴχανε πιστέψει πὼς ὁ λαὸς τούτης τῆς χώρας δὲ θὰ μποροῦσε νὰ βαστάξει τοὺς τέσσερεις αἰῶνες τῆς τυραννίας καὶ τοῦ πνευματικοῦ σκοταδιοῦ. Θὰ λύγιζε. Θὰ συμβιβαζότανε. Θὰ παραδέχουνταν πὼς ἔτσι ἤτανε καμωμένος ὁ κόσμος, πὼς οἱ ἄνθρωποι εἶναι πλασμένοι ἄλλοι γι’ ἀφέντες κι ἄλλοι γιὰ δοῦλοι καὶ πὼς ἡ δική τους μοῖρα τὸν εἶχε προορίσει γιὰ τὴν πικρὴ ζωὴ τῆς ὑποταγῆς. Θὰ ξεχνοῦσε ἀπὸ ποῦ ξεκίνησε, τί ἤτανε κάποτε καὶ πῶς βρέθηκε νὰ σκύβει τὴν πλάτη κάτω ἀπ’ τὸ μαστίγιο τοῦ Ἀσιάτη.

Ἡ πραγματικότητα ἀποδείχτηκε διαφορετική. Ὁ λαός μας ἔδειξε μιὰ σπάνια ἀντοχὴ καὶ μιὰ πεισματικὴ προσήλωση στὶς ρίζες του. Χωρὶς πολιτικὴ ἡγεσία καὶ χωρὶς πνευματικοὺς ὁδηγούς, τὸν πρῶτο καιρὸ ὕστερ’ ἀπὸ τὴ διάλυση τῶν ὑπολειμμάτων τῆς ἄλλοτε Μεγάλης Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας,  συσπειρώνεται γύρω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τὴ μόνη δύναμη ποὺ ἄφησε ἀπείραχτη ὁ σκληρὸς ἀφέντης του. Ἀπ’ αὐτὴ ζητᾶ προστασία καὶ καθοδήγηση. Ἀργότερα θὰ προχωρήσει στὴν κοινοτικὴ ὀργάνωση καὶ στὴν προσπάθεια τοῦ φωτισμοῦ μὲ τὰ γράμματα. Καὶ σὰν ἀπὸ ἔνστιχτο κοιτάζει νὰ φυλάξει ὅ,τι κληρονόμησε ἀπὸ τοὺς πατεράδες του κι ὅ,τι τὸν ξεχώριζε ἀπὸ τὸν δυνάστη του.

Ἡ γλώσσα ποὺ μιλοῦσε, ὅσο κι ἂν δέχτηκε μερικὲς λέξεις ἀπὸ τὴ γλώσσα τοῦ καταχτητῆ, ἔμεινε πάντα ἡ ἴδια παλιὰ γλώσσα, αὐτὴ ποὺ κάποτε εἶχε δώσει τ’ ἀριστουργήματα τῆς λογοτεχνίας, τῆς φιλοσορίας καὶ τώρα γινόταν ἡ γλώσσα τοῦ πόνου, τοῦ καημοῦ καὶ τῆς ἐλπίδας του, ἡ γλώσσα τῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν του. (περισσότερα…)

«Ὅλα τὰ ἐδῶ γιὰ τοὺς θνητούς, κόπος· κι ὅλα γιὰ γέλια…»

*

Από το βιβλίο Ένα ποίημα – μια ματιά. Πέντε Ομιλίες που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από το Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος προδημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από την εισήγηση του Ηλία Μαλεβίτη για το έργο του Γρηγόριου Ναζιανζηνού. Στον τόμο γράφουν ακόμη οι Παντελής Μπουκάλας (δημοτικό τραγούδι), Λιάνα Σακελλίου (Γιώργος Σεφέρης), Κώστας Κουτσουρέλης (Νίκος Καζαντζάκης) και Πολύκαρπος Πολυκάρπου (Άγγελος Σικελιανός). Ο σχεδιασμός και η επιμέλεια της έκδοσης είναι του Θανάση Γαλανάκη.

///

Ὅλα στὴ ζωὴ σκιὰ καὶ φαντασία, καὶ πίσω ἀπ’ ὅλα παραμονεύει ἡ ματαιότητα, τὰ πάθη, οἱ δοκιμασίες, ἡ διαρκὴς ἀστάθεια ποὺ προκαλεῖ ἀγωνία καὶ μελαγχολία στὴν ψυχὴ τοῦ Γρηγορίου. Τίποτα πιὸ ἀδύναμο κι ἀσθενὲς ἀπὸ τοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους. ῍Ας προσέξουμε πόσα οὐσιαστικὰ δηλωτικὰ ἐφήμερης παρουσίας χρησιμοποιεῖ γιὰ τὸν ἀνθρώπινο βίο:

Ὅλα τὰ ἐδῶ γιὰ τοὺς θνητούς, κόπος· κι ὅλα γιὰ γέλια,
ἄχνη, ἴσκιος, φαντασία, δροσιά, πνοή, φτερὸ καὶ ὁμίχλη,
ὄνειρο, κύματα, ροή, στὸ πέλαο αὐλάκι, σκόνη.
Κύκλος ποὺ ἀδιάκοπα γυρνᾶ, κυλῶντας ὅμοια πάντα·
μιὰ στέκεται, μιὰ προχωρεῖ, σπάζει καὶ πάλι σμίγει
ὧρες καὶ μέρες καὶ νυχτιές, θάνατοι πόνοι, λύπες
μ’ ἀρρώστιες ἀλλὰ καὶ χαρὲς κακοτυχιὲς καὶ τύχες.
[…]
Πόσα μὲ τὰ φτερὰ τοῦ νοῦ μὲ κύκλωσαν παλιὰ ὅσα
κι ὅσα καινούργια· ἀπ’ τοὺς θνητοὺς πιὸ ἀδύναμο δὲν ἔχει […]

(μτφρ. Ἰγνάτιος Σακαλῆς)

Πάντα μόγος θνητοῖς τἀνθάδε· πάντα γέλως,
χνοῦς, σκιά, φάσμα, δρόσος, πνοιή, πτερόν, ἀτμίς, ὄνειρος,
οἶδμα, ρόος, νηὸς ἴχνιον αὖρα, κόνις,
κύκλος ἀειδίνητος, ὁμοίϊα πάντα κυλίνδων,
ἐστηώς, τροχάων, λυόμενος, πάγιος,
ὥραις, ἤμασι, νυξί, πόνοις, θανάτοισιν, ἀνίαις,
τερπωλῇσι, νόσοις, πτώμασιν, εὐδρομίαις
[…]
Πάντα νόου πτερύγεσσιν ἐπέδραμον, ὅσσα παλαιά,
ὅσσα νέα· θνητῶν δ’ οὐδὲν ἀκιδνότερον […]

(Ι ́, Περὶ τῶν τοῦ βίου ὁδῶν)

(περισσότερα…)

Η διαμόρφωση της ιστορικής μεθόδου του Παναγιώτη Κονδύλη

Ο Παναγιώτης Κονδύλης σε φωτογραφία του 1970.

*

Κοινωνική ιστορία, ιστορία των εννοιών και ιστορία των προβλημάτων

του ΣΩΚΡΑΤΗ ΒΕΚΡΗ

///

1 .  Η Κοινωνική Ιστορία του Κόντσε

Ο Βέρνερ Κόντσε γεννήθηκε το 1910 και πέθανε το 1986, τη χρονιά που ο Κονδύλης δημοσίευσε (και του αφιέρωσε) το βιβλίο του για τον συντηρητισμό — ατυχής συγκυρία, καθώς ο Κόντσε δεν πρόλαβε να δει το έργο όπου οι καρποί της πολύχρονης διδασκαλίας του βρήκαν την πιο ευκρινή τους έκφραση. Στα πρώτα χρόνια της ακαδημαϊκής του πορείας, τα οποία σημαδεύτηκαν από την κατάρρευση της δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την άνοδο του Ναζισμού και το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Κόντσε ασχολήθηκε με μια σειρά από θεμελιώδη ζητήματα της γερμανικής ιστορίας, εστιάζοντας στις αγροτικές μειονότητες των ανατολικών και σλάβικων περιοχών.[1] Οι μελέτες αυτής της περιόδου εντάσσονται στην ιστοριογραφική παράδοση της Volksgeschichte, η οποία, παρά τους εμφανείς δεσμούς της με την ιδεολογία του εθνικοσοσιαλισμού, υπήρξε σε πολλά επίπεδα καινοτόμα από αμιγώς ιστοριογραφική άποψη.[2] Σε γενικές γραμμές, η ενδιάμεση ζώνη μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας, κατοικούμενη από ένα μωσαϊκό εθνοτικών και γλωσσικών μειονοτήτων, καθώς και οι διάφοροι τρόποι με τους οποίους οι τελευταίες εισήλθαν στην τεχνική-βιομηχανική εποχή μέσω των εθνικών επαναστάσεων, αποτέλεσαν την αφετηρία και τον κεντρικό άξονα της ιστοριογραφίας του.[3] Μέσα από αυτές τις ιστορικές, εθνολογικές και κοινωνιολογικές ενασχολήσεις, κατέληξε, μεταξύ άλλων, σε ένα συμπέρασμα που θα αποδεικνυόταν καθοριστικό για τη διάγνωση του Κονδύλη σχετικά με την ιστορία της νεότερης Ελλάδας: πολλές από τις ανατολικές περιοχές εγκολπώθηκαν τα ιδεολογικά ρεύματα της Δυτικής Ευρώπης ενώ στερούνταν τις αστικές δομές της· γεγονός που οδήγησε σε μια «κατάφωρη αναντιστοιχία μεταξύ ιδεολογίας και πραγματικότητας».[4] Όπως ο Κονδύλης θα υπογράμμιζε χρόνια αργότερα, έτσι και ο καθηγητής του, ήδη δεκαετίες πριν, τόνιζε ότι η καχεξία της «bürgerliche Entfaltung» μπορούσε να εξηγήσει πολλά από τα δεινά και τις δυσλειτουργίες των εκάστοτε εξεταζόμενων περιοχών.[5]

Μετά τον πόλεμο, ο Κόντσε αναδείχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες μορφές των γερμανικών ιστορικών επιστημών, εισάγοντας και προωθώντας τη «δομική ιστορία». Το 1957 ανέλαβε καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, όπου ίδρυσε το Ινστιτούτο Κοινωνικής και Οικονομικής Ιστορίας και Ομάδα Εργασίας για τη Σύγχρονη Κοινωνική Ιστορία, δύο κέντρα έρευνας που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη και τη διάδοση του προγράμματος του. Μέχρι και το 1971 ο Κόντσε ονόμαζε την προσέγγισή του «δομική ιστορία» (Strukturgeschichte) και όχι «κοινωνική ιστορία» (Sozialgeschichte). Τον όρο «δομή» τον παρέλαβε από τον Γάλλο ιστορικό Φερνάντ Μπρωντέλ και τη σχολή Annales.[6] Στόχος της μεθοδολογίας που εισήγαγε ήταν η σύνθεση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ιστορίας υπό μια ενιαία «οργανωτική αρχή»—το συγκολλητικό υλικό, θα μπορούσαμε να πούμε—που εκφραζόταν μέσω της έννοιας της δομής. Ο ίδιος συχνά έκανε λόγο για «αλληλεπίδραση» (Wirkungszusammenhang) των κοινωνικών δομών, των πολιτειακών και συνταγματικών θεσμών και της πολιτικής, με τρόπο που θυμίζει την αντίστοιχη χρήση του όρου από τον Ντίλταϋ, αν και ο Κόντσε σπανίως αναφέρεται ρητά στις θεωρητικές του πηγές.[7] Από το 1971 και έπειτα, τη χρονιά δηλαδή που ο Κονδύλης εγκαταστάθηκε στην Φρανκφούρτη, ο Κόντσε εγκατέλειψε τον όρο «δομική ιστορία» και τον αντικατέστησε με αυτόν της «κοινωνικής ιστορίας», καθώς αντιλήφθηκε πως η προσέγγισή του διέφερε ουσιωδώς από αυτήν της Annales. Κι αυτό γιατί η κοινωνική ιστορία του Κόντσε περιλάμβανε τόσο την πολιτική ιστορία όσο και την ιστορία των εννοιών, δύο διαστάσεις που είναι απούσες από το έργο των Annalistes. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Ντήτριχ Χαρτ, ο Κονδύλης αναγνώρισε αμέσως στις μεθοδολογικές προϋποθέσεις της κοινωνικής ιστορίας του Κόντσε μια συγγένεια με τους βεμπεριανούς ιδεοτύπους, τους οποίους είχε ήδη αξιοποιήσει παραγωγικά στην μονογραφία του για τον Μακιαβέλλι.[8] (περισσότερα…)

«Οι αγαπημένοι ποιητές δεν μου μιλούν τώρα την ίδια γλώσσα»: Μια επιστολή του Παναγιώτη Κονδύλη στον Βέρνερ Κόντσε

*

Εισαγωγή-Μετάφραση Σωκράτης Βεκρής

///

Ο Werner Conze υπήρξε, με τα λόγια του ίδιου του Κονδύλη, ο άνθρωπος «που διαμόρφωσε και πλούτισε τα πρώτα μου χρόνια στην Χαϊδελβέργη όπως κανένας άλλος». Αυτή η διαπίστωση δεν ισχύει μόνο για τον Κονδύλη, καθώς ο Κόντσε υπήρξε ίσως ο επιδραστικότερος ιστορικός της μεταπολεμικής Δυτικής Γερμανίας, ο άνθρωπος που εισήγαγε καινοτόμες μεθόδους κατανόησης των ιστορικών φαινομένων και στο ερευνητικό πρόγραμμα του οποίου θήτευσαν μια πλειάδα διακεκριμένων ιστορικών. Επιλέξαμε να μεταφράσουμε την ακόλουθη επιστολή, αφ’ ενός επειδή καταδεικνύει τον βαθύ σεβασμό που έτρεφε ο Κονδύλης για τον καθηγητή του, αφ’ ετέρου επειδή αποκαλύπτει πτυχές της ανθρώπινης πλευράς του Έλληνα φιλοσόφου — μιας πλευράς που στα γραπτά του συχνά χάνεται κάτω από τη μυστηριώδη αχλύ του ασκητικού επιστήμονα.

Για την άδεια της δημοσίευσης, ευχαριστούμε θερμά την αδελφή του στοχαστή κ. Μέλπω Κονδύλη-Μπούμπουλη. Στο δεύτερο μέρος του μικρού δίπτυχου αυτού αφιερώματος στη σχέση των δύο επιφανών στοχαστών, θα αναρτηθεί αύριο η μελέτη μου «Η διαμόρφωση της ιστορικής μεθόδου του Κονδύλη: Κοινωνική ιστορία, ιστορία των εννοιών και ιστορία των προβλημάτων».

///

29.06.1980

Αξιότιμε κύριε καθηγητά,

Επιτρέψτε μου να σας απευθύνω μερικές γραμμές από την εξορία μου, ώστε να διατηρήσω τουλάχιστον ζωντανό το αίσθημα ότι οι δεσμοί μου με τους ευλογημένους σας τόπους, όπου το πνεύμα καταφέρνει ακόμη, σε κάποιο βαθμό, να ζει και να δημιουργεί, δεν έχουν διαρραγεί. Δυστυχώς, δεν έχω να σας καταθέσω σχεδόν καμία πνευματική πρόοδο από την πλευρά μου, καθώς οι λαλίστατοι και φιλοτάξιδοι εδώ φίλοι μου φροντίζουν να με αποτρέπουν από οτιδήποτε αξιοσημείωτο στον τομέα αυτό. (περισσότερα…)

21 Μαρτίου, Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

*

Γ Ε Ν Ν Α

Ρυθμοί στο αίμα μου βροντούν και λόγια·
το χέρι ανάξιο να τα εγκλωβίσει.
Άνευρα δάχτυλα κι άτολμη φύση
μου τα κεντάνε ξανά υποδόρια.

Πασχίζω, μάχομαι με το μολύβι·
μοχθώ να κάνω την παλίρροια λέξη
αφού ξαστόχησε να με σαϊτέψει
το Χέρι που ευλογάει και που συνθλίβει.

Σπαράζω, αγκομαχώ σ’ ωδίνες γέννας·
δύσκολη ώρα κι άγρια και αγιασμένη
κι ας μην κρατά το χέρι μου κανένας.

Στο φως με κλάματα το βρέφος βγαίνει·
μ’ άσπρες σελίδες το διπλοφασκιώνω
και τ’ ορμηνεύω να βαδίσει μόνο.

ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

*

*

*

Απ’ το ημερολόγιο ενός Φιλικού

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Κατά την ανακαίνιση της Οικίας Ζαμπελίων, για την δημιουργία του «Ζαμπέλιου Κέντρου Γραμμάτων και Τεχνών Δήμου Λευκάδας», ανευρέθη σε κρύπτη του ισογείου –εντός ασημένιας πεποικιλμένης θήκης– το ημερολόγιο του δικαστικού λειτουργού, μέλους της Φιλικής Εταιρείας και μετέπειτα δραματουργού, Ιωάννου Ζαμπελίου. Ο εργάτης που ανακάλυψε το πολύτιμο αυτό χειρόγραφο το εμπιστεύθηκε σε μένα, μιας κι ήταν στενότατος φίλος μου κι εγώ εργαζόμουν εκείνον τον καιρό στην Χαραμόγλειο Ειδική Λευκαδιακή Βιβλιοθήκη.

Για να παραλάβω το χειρόγραφο, θα έπρεπε να κατατεθεί επισήμως. Του πρότεινα να το παραδώσει στον υπεύθυνο του έργου και κατόπιν, αφού ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία, να περιληφθεί το πρωτότυπο ή αντίγραφό του στην Χαραμόγλειο.

Ομολογώ πως υπέκυψα στον πειρασμό να το φυλλομετρήσω κι έμεινα έκπληκτος απ’ το συναρπαστικό του περιεχόμενο. Αδυνατώντας ν’ αντισταθώ στην εσωτερική μου παρόρμηση, φωτοτύπησα μερικές σελίδες, εκείνες που με συνάρπασαν περισσότερο, και προέτρεψα τον φίλο μου να μην πει τίποτα σε κανέναν γι’ αυτό, πολύ δε περισσότερο πως το έφερε σ’ εμένα.

Εκείνος μού έδωσε τον λόγο του. Παρέδωσε το εύρημα σε κάποιον υπεύθυνο και συνέχισε την εργασία του. Σύντομα, όμως, το έργο διακόπηκε, όπως συμβαίνει πολλάκις στα έργα του δημοσίου τομέα. Όταν συνεχίστηκε η ανακαίνιση, ο υπεύθυνος είχε αντικατασταθεί. Κατά παρότρυνσή μου, ο φίλος μου ρώτησε τον αντικαταστάτη για την τύχη του ημερολογίου. Εκείνος δεν ήξερε τίποτα, πέραν του ότι ο προκάτοχός του εργάζονταν πλέον σε κατασκευαστική του εξωτερικού. Ήταν προφανές πως το χειρόγραφο είχε κάνει φτερά. Ίσως πωλήθηκε σε κάποιον συλλέκτη αντί αδράς αμοιβής. Ίσως το κράτησε ο ίδιος. Εξάλλου δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι το παρέλαβε. Καμία, πλην των φωτοτυπημένων σελίδων που βρίσκονται στην κατοχή μου και που σήμερα –μεταγραμμένες στην νέα ελληνική– δημοσιεύω εδώ, με κίνδυνο να κατηγορηθώ πως υπεξαίρεσα ολόκληρο το ημερολόγιο ή πως πρόκειται περί αποκυήματος της φαντασίας μου. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν παραθέτω ούτε μία φωτοτυπημένη σελίδα του χειρογράφου, ώστε ν’ αποφύγω οποιαδήποτε νομική συνέπεια αν κατηγορηθώ για υπεξαίρεση, ισχυριζόμενος –σε μια τέτοια περίπτωση– πως η όλη υπόθεση είναι επινοημένη.

Κυρίες και κύριοι, σας παρουσιάζω –παραμονές της Εθνικής Παλιγγενεσίας– τις εκλεκτότερες πατριωτικές σελίδες που διάβασα ποτέ, τα σπαράγματα του χαμένου ημερολογίου του δικαστικού λειτουργού, μέλους της Φιλικής Εταιρείας και μετέπειτα δραματουργού, Ιωάννου Ζαμπελίου.

(περισσότερα…)