J. M. W. Turner, «Ο αποχωρισμός της Ηρώς και του Λεάνδρου», London National Gallery
*
Νέα μετάφραση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ
~.~
Τον λύχνο, πες, θεά, φρουρό της μυστικής αγάπης,
τον βραδινό κολυμβητή στου γάμου την αλμύρα,
την ένωση τη σκοτεινή που η αυγή ποτέ δεν είδε,
και τη Σηστό, την Άβυδο, που την Ηρώ παντρεύουν.
Καθώς ο Λέανδρος κολυμπά θ’ ακούω για τον λύχνο,
τον λύχνο που σου μαρτυρά πως χαίρεται η Παφία
και φέρνει νέο μες στη νυχτιά για της Ηρούς τον γάμο·
τον λύχνο, του Έρωτα παιδί, που, ουράνιε θεέ μου,
ας του έδινες για ανταμοιβή μια θέση μες στ’ αστέρια.
Ναι, πες τον άστρο του έρωτα, πιστό της νύφης φίλο,
γιατί αρωγός παρέμεινε στου πάθους τη μανία
κι όχι, ποτέ δεν πρόδωσε την ξάγρυπνη ένωσή τους,
μέχρι που φύσηξε άνεμος με την πνοή του μίσους.
Έλα λοιπόν, τραγούδησε μαζί μου τον χαμό τους,
του σκοτωμένου Λέανδρου και του σβησμένου λύχνου.
Θα βρεις δυο πόλεις κοντινές που η θάλασσα χωρίζει,
την Άβυδο και τη Σηστό. Και του Έρωτα το τόξο
τις πέτυχε ταυτόχρονα μ’ ένα μονάχα βέλος,
δυο νέους ανθρώπους φλέγοντας. Τα ονόματά τους μάθε:
ο Λέανδρος ο ποθητός και η Ηρώ η σεμνή κοπέλα.
Ήταν η κόρη στη Σηστό, στην Άβυδο το αγόρι,
καθένας άστρο λαμπερό για τη δική του πόλη
μα κι όμοιοι μεταξύ τους. Αν σε φέρει ο δρόμος, ξένε,
τον πύργο ψάξε στη Σηστό που η Ηρώ μας κατοικούσε
και με τον λύχνο φώτιζε στον Λέανδρο τον δρόμο.
Μα ψάξε και στην Άβυδο το αλμυρισμένο διάβα·
ακόμα κλαίει για τον χαμό του ερωτευμένου νέου.
Το σπίτι του στην Άβυδο πώς άφησε το αγόρι
και την Ηρώ ερωτεύτηκε και τούτη πάλι εκείνον;
Η Ηρώ, κοπέλα ευγενική, θεϊκά είχε μεγαλώσει.
Της Κύπριδος ιέρεια, πλην άμαθη στον γάμο,
ζούσε κοντά στη θάλασσα, στον πύργο των γονιών της,
κι ήταν σαν ρήγισσα κι αυτή, σαν δεύτερη Αφροδίτη.
Ως εγκρατής, απέφευγε τις γυναικείες παρέες
κι ούτε σε γλέντι εφηβικό θα πήγαινε ποτέ της,
τι ν’ αποφύγει πρόσεχε των κοριτσιών τη χλεύη
(γιατί στην ομορφιά μπροστά τις κατατρώει η ζήλεια).
Αντίθετα κατεύναζε διαρκώς την Αφροδίτη
και με θυσίες τον Έρωτα κοιτούσε να ηρεμήσει
και τη μητέρα του μαζί· τη φλόγα του φοβόταν,
μα τελικά τα βέλη του λαβώσαν το κορμί της.
Ήρθε κι η ημέρα της γιορτής για τη θεά Αφροδίτη·
μες στη Σηστό τον Άδωνη και τη θεά τιμάνε.
Συνέρευσαν, κοπάδια λες, προσκυνητών τα πλήθη,
από τις όχθες των νησιών που η θάλασσα όλο βρέχει·
από την Αιμονία πολλοί κι απ’ την ενάλια Κύπρο·
γυναίκα πια δεν έβρισκες στις πόλεις των Κυθήρων·
και στου Λιβάνου τις κορφές κανένα να χορεύει·
και ποιος από τους γείτονες τέτοια γιορτή θα χάσει,
απ’ τη Φρυγία κι αν έρχεται, στην Άβυδο κι αν μένει;
Μα και τα αγόρια που ποθούν τα ολόφρεσκα κορίτσια,
μαθαίνοντας για μια γιορτή φροντίζουν να μη λείψουν.
Δεν είναι που ανυπομονούν θυσίες πολλές να κάνουν·
να δουν μονάχα λαχταρούν τις όμορφες κοπέλες.
Κι η Ηρώ, λοιπόν, για τον ναό κινούσε της Παφίας
κι αστραφτερό κι ολόλαμπρο το πρόσωπό της ήταν,
όπως το βράδυ ξεπηδά σελήνη αργυρωμένη.
Είχε χιονάτα μάγουλα, μα στ’ άκρα τους ροδίζαν,
τριαντάφυλλο θυμίζοντας με δίχρωμα μπουμπούκια.
Όλο το σώμα της να πεις πως ήταν ένας κήπος
γεμάτος άνθη κόκκινα. Κι ακόμα, ξεγλιστρούσε
απ’ τον λευκό χιτώνα της ολάνθιστος ροδώνας
κι οι Χάριτες χορεύαν, λες, στο σώμα της. Μας είπαν
πως ήταν τρεις οι Χάριτες· τι ψέμα! Σαν γελούσε
η Ηρώ, χιλιάδες Χάριτες ανθούσαν στη ματιά της.
Ιέρεια καλύτερη δεν είδε η Αφροδίτη.
Έτσι λοιπόν, η πιο όμορφη και τέλεια γυναίκα
υπηρετούσε τη θεά, σαν δεύτερη Παφία.
Καρφώθηκε μεμιάς στον νου των τρυφερών εφήβων•
αλήθεια, ποιος δεν ήθελε δική του να την κάνει;
Καθώς εκείνη πήγαινε στον στέρεο ναό της
ο νους, τα μάτια των αντρών διαρκώς τη συνοδεύαν.
Κι ένα απ’ τα αγόρια μίλησε με θαυμασμό πηγαίο:
«Στη Σπάρτη πήγα, γύρισα τη φημισμένη πόλη,
όπου γι’ αγώνες κι έπαθλα της ομορφιάς μας λένε.
Μα τέτοια ωραία και κομψή κοπέλα δεν ξανάδα!
Τη Χάριτα την πιο μικρή μαζί της έχει η Κύπρις.
Την κοίταξα και πόνεσα· κοιτώ και δεν χορταίνω.
Στην κλίνη της ν’ ανέβαινα κι ας έσβηνα για πάντα.
Θεός να γίνω στο βουνό καθόλου δεν με νοιάζει,
αν είναι αυτή το ταίρι μου στο ερωτικό κρεβάτι.
Κι αν την ιερωμένη σου δεν κάνει ν’ ακουμπήσω,
μια σαν αυτήν, καλή θεά, ζητώ να μου χαρίσεις».
Τέτοια τα λόγια του νεαρού και λίγο παραπέρα
άλλος την κόρη κάκιζε για του έρωτα το τραύμα.
Συ, Λέανδρε ταλαίπωρε, την κόρη μόλις είδες,
με πόνο ανομολόγητο δεν παίδεψες τον νου σου,
αλλά σαν δούλος ξαφνικός στα πυρωμένα βέλη
πλέον να ζεις δεν ήθελες μακριά από την Ηρώ σου.
Τα μάτια σου όλο κοίταζαν ξανάβοντας τον πόθο,
μα κι η καρδιά σου φούντωνε σαν πυρ που όλα τα καίει,
γιατί η θεσπέσια ομορφιά μιας πάναγνης γυναίκας
σαν ένα βέλος κοφτερό τη σάρκα διαπερνάει.
Είναι ο οδηγός τα μάτια μας· οι ακτίνες τους εισάγουν
μες στο κεφάλι τη θωριά κι εκείνη μας τρελαίνει.
Κατάπληξη κι αναισχυντιά, ντροπή ένιωσε και τρόμο·
τρεμόπαιζε η καρδούλα του κι η αιδώς τον συγκρατούσε.
Ήταν το κάλλος φοβερό μα ο Έρως δεν φοβάται
και τον νεαρό, πριν ντροπαλό, με θράσος εξοπλίζει.
Και μια και δυο, στεκόταν πια μπροστά από το κορίτσι.
Τα μάτια του την τύλιξαν σαν το πανούργο φίδι·
τον νου της πολιόρκησε χωρίς ν’ αρθρώσει λέξη.
Κι αυτή μόλις αισθάνθηκε του νεαρού τον πόθο
την ομορφιά του θαύμασε και δίχως να μιλήσει
κατένευσε διακριτικά, λες μίλησε στο αγόρι,
και στράφηκε απ’ την άλλη. Μες στα βάθη της ψυχής του
εκείνος ένιωσε χαρά για την απόκρισή της.
Κι ενώ έψαχνε την αφορμή για να βρεθούν μονάχοι
το φως της μέρας έδυε κι ερχόταν το σκοτάδι,
καθώς πιο πέρα ανέτελλε το αστέρι της εσπέρας.
Τότε το αγόρι σίμωσε με τόλμη το κορίτσι,
μόλις απλώθηκε παντού της σκοτεινιάς το πέπλο.
Πιέζοντας τα δάχτυλα της ανθισμένης κόρης
αφήνει στεναγμό βαθύ, μα εκείνη δεν μιλάει
και δείχνοντας εκνευρισμό το χέρι απομακρύνει.
Κι όμως διακρίνει ο Λέανδρος πως τον ποθεί κι εκείνη·
με θάρρος απ’ τον πλουμιστό χιτώνα της την πιάνει
και μες στο βάθος του ναού την οδηγεί με βιάση.
Ήταν το βήμα της βαρύ, σαν κάποιας που δεν θέλει,
κι όπως ακολουθούσε εκεί σηκώνει τη φωνή της,
με λόγια αδύναμα πολύ τον Λέανδρο απειλώντας:
«Ξένε, τρελάθηκες; Γιατί με σέρνεις από πίσω;
Βρες άλλη• τον χιτώνα μου να τον αφήσεις θέλω.
Είναι οι γονείς μου πλούσιοι, κακό θα βρεις μεγάλο.
Της Κύπριδος ιέρεια κανείς δεν ακουμπάει
και στο κρεβάτι μου να μπεις δεν κάνει· ξέχασέ το».
Λόγια παρόμοια θα ’λεγε κάθε άγνωρο κορίτσι,
έτσι κι αυτός ακούγοντας με τι τον απειλούσε
κατάλαβε πως ήθελε κι εκείνη το ίδιο πράγμα
(γιατί οι κοπέλες που απειλούν τα φρέσκα παλικάρια,
στης Αφροδίτης το όνομα στέλνουν αγάπης όρκους).
Υπόδουλο στον Έρωτα, το αγόρι τέτοια λέει,
φιλώντας της τον πάλλευκο και μυρωδάτο αυχένα:
«Είσαι Αφροδίτη δεύτερη, της Αθηνάς καθρέφτης.
Με τις γυναίκες τις θνητές γιατί να σε συγκρίνω;
Θεός σε γέννησε θαρρώ, βλαστάρι είσαι του Δία.
Μακάριος ο πατέρας σου, μακάρια κι η μάνα
κι η μήτρα που σε δέχτηκε, θεά μου τιμημένη.
Τις προσευχές εισάκουσε, τι ο πόθος με συνθλίβει.
Ιέρεια της Κύπριδος τον έρωτα πώς διώχνει;
Έλα λοιπόν, ιερούργησε την τελετή που αρμόζει,
είναι σωστό να υπηρετούν την Κύπριδα οι κοπέλες.
Αυτή η θεά δεν συμπαθεί την παρθενιά καθόλου.
Μα αν θέλεις τα μυστήρια να μάθεις της θεάς σου,
τον γάμο τίμα, ξάπλωσε στη νυφική παστάδα
και τους θεσμούς της Κύπριδας μην απορρίπτεις πλέον.
Ικέτη σου και σύζυγο πώς θέλεις να μη κάνεις
εμένα που ο Έρως θήρευσε με τα ακριβή του βέλη;
Θυμίζω, λες, τον Ηρακλή που ο Ερμής ο χρυσοράβδης
δούλο τον έκανε σωστό στου Ιάρδανου την κόρη.
Μα εμένα στέλνει η Κύπριδα, του Ερμή δεν είμαι πρέσβης.
Στην Αρκαδία κάποτε δεν ήταν η Αταλάντη,
που ο Μελανίων αγάπησε κι εκείνη έκανε πέρα
παρθένα για να μείνει; Μα δυσφόρησε η θεά σου
κι εκείνον που δεν ήθελε τον φύτευσε στον νου της.
Υπάκουσε κι εσύ, λοιπόν, μη σου θυμώσει η Κύπρις».
Αυτά είπε και φαινόταν πως την κέρδισε την κόρη,
στους μύθους τους ερωτικούς κρατώντας την καρδιά της.
Κι Ηρώ τα μάτια κάρφωσε στο δάπεδο, σιωπώντας,
την κοκκινάδα της ντροπής πασχίζοντας να κρύψει.
Κι όλο τη γη από κάτω της να ξύνει με το πόδι
κι αμήχανα να ψηλαφά τις άκρες του χιτώνα,
σαν προανάκρουσμα πειθούς – διότι μια παρθένα
που έχει πειστεί στον έρωτα μιλά με τη σιωπή της.
Το βέλος το γλυκόπικρο την είχε πια τοξεύσει
κι η φλόγα του έρωτα η τερπνή της έκαιγε τα σπλάχνα·
θαυμάζοντας τον Λέανδρο θαρρούσε πως πετούσε.
Όσο τη γη μετρούσε αυτή και δεν θωρούσε πάνω,
ο Λέανδρος δεν χόρταινε να βλέπει τον λαιμό της
κι είχε ένα βλέμμα μανιακό, σαν των ερωτευμένων.
Στο τέλος με απαλή φωνή του μίλησε η κοπέλα,
με πρόσωπο κοκκινωπό· σημάδι αιδούς και πόθου:
«Ξένε, τα λόγια σου μπορούν βουνά να ξεσηκώσουν.
Στα μονοπάτια της πειθούς για δάσκαλο ποιον είχες;
Αλίμονο, ποιος σ’ έστειλε στην πόλη τη δική μου;
Μα είναι τα λόγια σου κενά· πώς ένας ταξιδιώτης
χωρίς εγγύηση καμιά ζητά τον έρωτά μου
τόσο ανοιχτά; Σε γάμο πώς ελπίζεις να με πάρεις,
χωρίς την άδεια των γονιών; Κι ακόμα κι αν σκεφτόσουν
στην πόλη μας πολύ καιρό, σαν κάτοικος, να μείνεις,
η σχέση μας πού να κρυφτεί, στα σκοτεινά σοκάκια;
Όσοι θα ξέρουν, θα μιλούν, γιατί η κρυμμένη πράξη
είδηση γίνεται γνωστή σ’ όλα τα σταυροδρόμια.
Μα πες μου, πώς σε λεν λοιπόν, ποιας πόλης είσαι θρέμμα;
Εμένα Ηρώ μπορείς να λες, λαμπρό όνομα στην πόλη.
Πύργος για σπίτι μου ψηλός, με αντήχηση μεγάλη·
κει μέσα ζω μονάχη μου με μία μόνο δούλα,
στης πόλης το προάστιο, στις κυματώδεις όχθες.
Τη θάλασσα έχω γείτονα· το ορίσαν οι γονείς μου.
Κοπέλες άλλες δεν θα δω κι ούτε περνούν αγόρια
από κοντά. Κάθε νυχτιά, πρωί και μεσημέρι
η ηχώ της μαύρης θάλασσας δονεί την ακοή μου».
Αυτά είπε κι έκρυψε μεμιάς τα μάγουλα στο ρούχο,
τι ντράπηκε που μίλησε με τέτοια μόλις λόγια.
Κι ο Λέανδρος τα τραύματα τα ερωτικά φορώντας,
σκεφτόταν τρόπο να ριχτεί σε τούτο τον αγώνα.
Γιατί όταν άντρας πληγωθεί με του Έρωτα τα βέλη
από τον Έρωτα θα βρει τη γιατρειά και πάλι·
εξουσιάζει τους θνητούς, μα και τους συμβουλεύει
γι’ αυτό και γίνεται αρωγός στου Λέανδρου τον πόθο.
Κι αφού για λίγο σάστισε, το αγόρι τέτοια λέει:
«Κόρη, για την αγάπη σου τα κύματα θα σκίσω
κι ας είναι η θάλασσα δεινή κι εχθρός μου το νερό της.
Κινώντας για την κλίνη σου το ρεύμα δεν θα τρέμω
και διόλου δεν θα φοβηθώ το πέλαγος που ουρλιάζει.
Μα κάθε νύχτα που περνά για τον υγρό εραστή σου
τον άγριο τον Ελλήσποντο θα διαπερνά με θάρρος.
Την Άβυδο, την πόλη μου, μακριά πολύ δεν χτίσαν.
Ένα λυχνάρι μοναχά στον πύργο σου εκεί πάνω
στη νύχτα ας φέγγει τη βαθιά. Κι όταν θα το κοιτάζω
καράβι θα ’μαι του Έρωτα κι ο λύχνος σου ένα αστέρι·
εκείνον θα ’χω για οδηγό, τον Βοώτη δεν θα βλέπω
κι ο τολμηρός Ωρίωνας βοηθός μου δεν θα γίνει
κι ούτε την άβροχη τροχιά θ’ ακολουθώ της Άρκτου,
σαν έρχομαι από απέναντι προς το γλυκό λιμάνι.
Μόνο, καλή μου, πρόσεχε τους δυνατούς ανέμους
γιατί θα φύγω απ’ τη ζωή, σαν τύχει και τον σβήσουν
τον λύχνο τον λαμπρό ταγό που ορίζει τη ζωή μου.
Μα αν θέλεις, τώρα θα σου πω, πώς όλοι με φωνάζουν·
με λένε εμένα Λέανδρο και θα ’μαι ο σύζυγός σου».
Έτσι κρυφό τον γάμο τους συμφώνησαν να κάνουν
και τη νυχτερινή ηδονή, που ενώνει τις ζωές τους,
ορκίστηκαν να σεβαστούν, με μάρτυρα τον λύχνο,
η μεν Ηρώ φωτίζοντας, ο Λέανδρος κολυμπώντας.
Κι αφού τον γάμο χάρηκαν μες στη γιορτή της νύχτας
χωρίστηκαν απρόθυμα, τι επιλογή δεν είχαν·
η κόρη προς το σπίτι της, μα εκείνος μες στη νύχτα,
τον πύργο της συζύγου του κοιτώντας για σημάδι,
επέστρεψε στην πόλη του, τον δήμο της Αβύδου.
Και την κρυφή τους ένωση μονάχα λαχταρώντας
προσεύχονταν ταχιά να ’ρθεί το φιλικό σκοτάδι.
Κι η νύχτα φάνηκε ξανά με το κυανό της πέπλο,
στους άντρες ύπνο φέρνοντας, στον Λέανδρο όμως όχι.
Το φως περίμενε σε αυτόν τον γάμο ν’ αναγγείλει,
τον λύχνο τον λυπητερό να δώσει το σινιάλο
για την κρυφή συνάντηση, μακριά πολύ κι ας ήταν.
Κι η Ηρώ σαν είδε τη νυχτιά, τη μέρα να πεθαίνει,
τον λύχνο ανάβει και το φως αχτίδες πέρα στέλνει
στον παθιασμένο Λέανδρο που πια δεν συγκρατιόταν·
κοινή φωτιά καψάλιζε τον λύχνο και το αγόρι.
Κι ακούγοντας της θάλασσας τη μανιασμένη αντάρα
φοβήθηκε για μια στιγμή, μα μάζεψε το θάρρος
και στην ψυχή του μίλησε, καθησυχάζοντάς τη:
«Ο Έρως δεινός κι η θάλασσα δεν ηρεμεί ποτέ της.
Στενό το πέρασμα πολύ, μα φλέγεται η καρδιά μου.
Νιώσε το πυρ, καρδιά καλή, το ρεύμα μη φοβάσαι.
Πάμε στον έρωτα μαζί, το κύμα μη σε μέλει.
Μήπως παιδί της θάλασσας κι η Κύπριδα δεν είναι;
Κι αυτήν ορίζει, μάθε το, και τα δικά μας ζόρια».
Είπε κι από το σώμα του τα ενδύματά του βγάζει
και πάνω στο κεφάλι του μετά τα σφιχτοδένει.
Με μια βουτιά τη θάλασσα με το κορμί του σκίζει
να φτάσει θέλοντας το φως που μακριά του λάμπει.
Ήταν καράβι, πλοίαρχος, μαζί και κωπηλάτης.
Κι η Ηρώ, παρέχοντας το φως, στον πύργο της στεκόταν,
τον λύχνο όλο σκεπάζοντας με το ριχτό της ρούχο,
μήπως κι αγέρας απαλός φυσήξει και τον σβήσει.
Κι όταν στο τέλος έφτασε στην όχθη της το αγόρι
στον πύργο τον ανέβασε κι ευθύς μπροστά στη θύρα,
χωρίς μιλιά, τον έριξε στην τρυφερή αγκαλιά της,
ενώ σταγόνες αλμυρές απ’ το κορμί του πέφταν.
Και μέσα στο παρθενικό μετά δωμάτιό της
καθάρισε το σώμα του και το άλειψε με λάδι
από τριαντάφυλλο εύοσμο, να φύγει η θαλασσίλα.
Το αγόρι βαριανάσαινε· σε μαλακό κρεβάτι
τον ξάπλωσε η κοπέλα του και στοργικά του λέει:
«Άντρα μου, πόσο μόχθησες· όσο κανένας άλλος!
Άντρα μου, πόσο μόχθησες· μα ξέχνα την αλμύρα,
του κύματος το ράπισμα, της θάλασσας τους ήχους.
Εμπρός, ξαπόστασε, καλέ, στον κόλπο του κορμιού μου».
Κι αυτός υπάκουσε· μεμιάς της έλυσε τη ζώνη
και ρίχτηκαν στις τελετές της πάνσοφης Παφίας.
Παντρεύτηκαν, χωρίς χορούς, χωρίς υμνολογίες·
κανένας δεν εξύμνησε τη θεά του γάμου τότε·
δάδα καμιά δεν φώτισε τη νυφική παστάδα·
χορός κανείς δεν στήθηκε, κανένα πανηγύρι·
γονιός τους δεν τραγούδησε του γάμου το τραγούδι.
Αλλά η σιγή τους έστρωσε το ερωτικό κρεβάτι
και το σκοτάδι στόλισε κι ετοίμασε τη νύφη.
Παρότι δίχως άσματα, λαμπρός ήταν ο γάμος.
Η νύχτα τους ευλόγησε, κι η αυγή ποτέ δεν είδε
το αγόρι στο περίφημο κρεβάτι της καλής του,
γιατί στην Άβυδο ξανά θα κολυμπούσε ο νέος,
ακόρεστος απ’ της νυχτιάς το ερωτικό παιχνίδι.
Κι η Ηρώ, ντυμένη ευγενικά, κρυφά από τους γονείς της
ήταν κορίτσι το πρωί, γυναίκα όμως το βράδυ.
Έτσι, κι οι δυο προσεύχονταν η αυγή γοργά να δύσει.
Την τυραννία του έρωτα την έκρυβαν με ζέση
κι ο ένας τον άλλο χαίρονταν χωρίς κανείς να ξέρει.
Μα λίγο θα κρατούσε αυτό· το ερωτικό ταξίδι
της ξάγρυπνής τους ένωσης πια κόντευε να λήξει.
Γιατί χειμώνας έφτανε, μαζί κι η παγωμάρα,
κι ανεμοστρόβιλοι φριχτοί που το νερό ταράζουν.
Και τους μυχούς της θάλασσας, τα αστήρικτά της βάθη
πνοές ανέμων φοβερών χτυπούσαν με μανία,
τον πόντο μαστιγώνοντας με βίαιους τυφώνες.
Στην όχθη ο ναύτης οδηγεί τη βάρκα του τη μαύρη·
το ξέρει, μες στη θάλασσα κακό θα βρει μεγάλο.
Κι όμως εσένα, Λέανδρε, δεν σε φοβίζουν τέτοια,
γιατί είσαι λιονταρόκαρδος. Κοιτάς· προβάλλει πάλι
από τον πύργο φως λαμπρό, σημάδι απ’ την καλή σου,
τη μανιασμένη θάλασσα ζητώντας ν’ αψηφήσεις.
Σημάδι ήταν μοιραίο. Ναι, μακάρι το κορίτσι
με τέτοια θύελλα σφοδρή μακριά του να καθόταν
τον λύχνο μην ανάβοντας, που πια γοργά θα σβήσει.
Ήταν του πόθου και της μοίρας πράξη. Μάλλον όμως
δάδα της μοίρας άναψε κι όχι κερί του πόθου.
Νύχτα βαθιά, κατάμαυρη. Λυσσομανούσε ο αγέρας,
θύελλες ξεσηκώνοντας που τα κορμιά συντρίβαν,
καθώς με ορμή επιτίθονταν στις εσχατιές του πόντου.
Τότε ακριβώς κι ο Λέανδρος, ποθώντας την καλή του,
μετριόταν με τα κύματα που σαν διαβόλοι ηχούσαν.
Κορφές νερού διαδέχονταν διαρκώς η μια την άλλη,
να πεις πως γη και θάλασσα δεν ξεχωρίζουν πλέον.
Είχε ξεσπάσει πόλεμος· ανατολή και δύση,
βοριάς και νότος μάχονταν, από παντού φυσώντας,
τη θάλασσα την άστατη σφοδρά σφυροκοπώντας.
Ο δύσμοιρος ο Λέανδρος, μέσα σ’ αυτή τη δίνη
δεήσεις έκανε πολλές στη ναυτική Αφροδίτη,
μα και στον ποντοκράτορα θεό, τον Ποσειδώνα,
και στον Βοριά, θυμίζοντας την αττική του νύφη.
Τύχη καμιά· τον Έρωτα τον νίκησαν οι Μοίρες.
Συνάζονταν τα κύματα, τον Λέανδρο ραπίζαν
και πέρα δώθε πήγαινε, χωρίς ορμή στα πόδια,
με αχρηστευμένες εντελώς τις κραταιές παλάμες.
Κατάπινε πολύ νερό, δεν είχε πια αντιστάσεις·
τέτοιο ποτάμι ορμητικό, ποιος να το συγκρατήσει;
Ήταν κι ο λύχνος άπιστος· δες, άνεμος τον σβήνει
και τώρα σβήνει κι η ζωή κι ο πόθος του Λεάνδρου.
[…]
Κι η Ηρώ το καταράστηκε το λυσσαλέο αγέρι,
γιατί είχε το προαίσθημα το αγόρι πως δεν ζούσε,
αλλιώς κοντά της θα ήταν πια. Με ξάγρυπνα τα μάτια
καθόταν με τις έγνοιες της, λες μέσα σε φουρτούνα.
Ξημέρωσε και πού να δει τον ακριβό της άντρα;
Στην πλάτη όλης της θάλασσας το βλέμμα της τεντώνει,
μήπως και δει τον εραστή να ταξιδεύει κάπου,
μα ήταν ο λύχνος πια σβηστός. Και στα θεμέλια δίπλα
το αγόρι βλέποντας νεκρό να δέρνεται στους βράχους,
τον πλουμιστό χιτώνα της γύρω απ’ τα στήθια σκίζει
και ρίχνεται απ’ τον πύργο της με το κεφάλι κάτω.
Δίπλα στον άντρα της λοιπόν ξεγλίστρησε απ’ τον βίο.
Μαζί τους βρήκε ο θάνατος· για πάντα ερωτευμένους.
///
*
*
*
