Ξεμοναχιασμένο

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 26.v.26
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΞΕΜΟΝΑΧΙΑΣΜΕΝΟ

Μικροσκοπικό άγριο γεράνι του δάσους κι εμφατικά ιώδες. Το πλησιάζεις, το ξεμοναχιάζεις και διαπιστώνεις ότι είναι μικρότερο από το νύχι του μικρού δαχτύλου σου, αλλά υπερτερεί σε λάμψη και δύναμη χρώματος. Αιφνιδίως εκπλήσσεσαι με την ανακάλυψη μιας απροσδόκητης ομορφιάς. Εν τέλει αυτό είναι το απλό μυστικό του βίου: να πλησιάζεις.

*

*

*

ΔΙΔΥΜΑ ΚΑΒΑΚΙΑ

Η ομίχλη βαραίνει το τοπίο. Ωστόσο νιώθεις να υπεισέρχεται μέσα σου μαζί με πέρλες υδρατμών και να σου επιβάλει μια αισθησιακή νωθρότητα, υπαγορεύοντας τη χαλάρωση του βλέμματος μέχρι μέσα βαθιά στην αντίληψή σου για τον γύρωθεν κόσμο. Μαγνητίζεσαι ξάφνου και από τα δίδυμα καβάκια που ξεπροβάλλουν μπροστά σου και στηρίζουν το χαμηλό βαρομετρικό, εγχάρακτα στην οθόνη των νεφών. Συμπαραστέκουν το ένα το άλλο και, διαπερνώντας το φάσμα της υγρασίας σαν φυσικά αλεξικέραυνα, σε καλούν να προσεταιριστείς τη βεβαιότητα της παρουσίας τους. Προσέρχεσαι, επιβεβαιώνεις το κάλεσμα, προσεταιρίζεσαι την ευρωστία τους και δηλώνεις παρών στην επανέναρξη της άνοιξης.

*

*

*

ΛΟΥΝΑΡΙΑ

Μέσα στην τρυφερή σκιά. Εκεί κάτω στο δροσερό τ’ απόσκιο του χλωρού φράχτη. Ιδού που άνθισε το λαμπρό λουλούδι της λουνάριας και, σύγκορμο λάμποντας, επιβλήθηκε αθόρυβα στη μυστική γωνιά. Εγώ μονάχα ήξερα κι ακόμα ξέρω και βλέπω την αγωνία του για να φανεί νικηφόρο μέσα στην πυκνή χλωρασιά κι εγώ μονάχα το επιβραβεύω κάθε πρωί και της κανάτας μου το νερό μοιράζομαι μαζί του. Κάποτε μου ζητάει και μια σταγόνα του καφέ. Τη δίνω ασμένως. Μα, λουλούδια που θέλουν και καφέ; Ναι, ναι, συμβαίνει. Κι έτσι δενόμαστε όλο και περισσότερο με μια ζεστή φιλία και μιλάμε ο ένας στον άλλον με την αθάνατη γλώσσα του βλέμματος και, περισσότερο, με εκείνη των νευμάτων μιας απροσδιόριστης υπονόησης.

*

*

*

ΠΥΡΣΟΣ

Ιδού ο λαμπαδηφόρος πυρσός. Η θρυαλλίς εν εκρήξει. Η άπλετη φωτοχυσία. Ο σπαραγμός των λάμψεων. Η φρενιτιώδης πλημμυρίς του λευκού. Η εαρινή φλυαρία ή, απλά, η ξέφρενη δόξα του φράχτη με την ορθωμένη και πολύανθη κορομηλιά. Κι ακόμα πιο απλά: όταν η γη σηκώνει τον δείκτη της, ζητώντας να μιλήσει.

*

*

*

ΚΙΤΡΙΝΟ ΘΑΜΠΩΜΑ

«Απρίλη βροχερέ και παγερέ», ψιθύριζα ασυναίσθητα, απευθυνόμενος αόριστα στον μόλις ορατό από την πρωινή ομίχλη μήνα. Κι εκείνος λες και με άκουσε και παρουσίασε ξαφνικά μπροστά στα μάτια μου ένα ελαφρώς συσκοτισμένο κίτρινο, ένα διάπλατο θάμπωμα της ώχρας, κάτι σαν ύπουλη αναμονή μιας έκρηξης. «Σ’ ευχαριστώ έστω κι έτσι», συμπλήρωσα τον μονόλογό μου και, αναζητώντας τα αδρά σημάδια του τέταρτου μήνα, μπήκα μέσα στο θάμβος των ανθισμένων χωραφιών, εκεί στα λαμπρά θαύματα της αποκιτρινισμένης βρούβας. Φαρμακευτικό φυτό και χρώμα που ο Απρίλης θέλγεται να το φορά, σκέφτηκα, κι αμέσως ο συνειρμός λειτούργησε και θυμήθηκα τη γιαγιά μου να βράζει τ’ ανθισμένα κλώνια του σιναπιού και να τα δένει σαν φωτοστέφανο στα μαλλιά της για να της περάσει ο πονοκέφαλος. Τι παλίνδρομη εικόνα και μέσα στη διάρκειά της σχεδόν πάντα ιερή και άχραντη.

*

*

*

ΑΣΦΟΔΕΛΟΙ

Πλησιάζω να θαυμάσω τις ανοιξιάτικες κουτσουπιές που φωτίζουν τα καταπράσινα ριζά του βουνού και, να, μπροστά μου ξεπροβάλλει μια πληθώρα ανθισμένων ασφοδέλων. Έτρεξαν να μου κόψουν τη θέα και να προλάβουν την προσήλωσή μου στα μαβιά δέντρα, στρέφοντάς την κατά το μέρος τους. Οι συνειρμοί λειτούργησαν αμέσως. Οι ασφόδελοι με το πιο ψεύτικο λευκό τους ένδυμα, που παραπέμπει στο πιο απόμακρο μαύρο που μπορεί ποτέ να υπάρξει, αμέσως μ’ αιχμαλώτισαν.  Παρατήρησα το γεγονός αυτό με μια μικρή έκπληξη και το σημείωσα μέσα μου: Από ένα σημείο, δηλαδή, του βίου μας και μετά οι ασφόδελοι υπάρχουν δίπλα σε κάθε πεζοπορία μας και επισκιάζουν κάθε απόπειρα αναψυχής.

Ω ανοικτά λιβάδια, πλημμυρισμένα με ξερακιανούς ασφόδελους μέχρι εκεί πέρα μακριά, στο όριο που δεν θέλουμε να το δούμε και να το πούμε, φυτρώνετε και ανθίζετε μόνο και μόνο για να μας θλίβετε και να μας ναρκώνετε με λησμονιά.

*

Περιπλανήσεις με λόγο και εικόνα
Επιμέλεια στήλης ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

*