«Η ιδεολογία είναι ο Σατάν»: Ελληνικότητα και Ορθοδοξία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[5/12]

~.~

Η καθαυτό θεολογική προσέγγιση του Κυριάκου Μαργαρίτη μαρτυρεί την αφομοίωση ενός γραμματειακού υποστρώματος το οποίο έχει τις αρχές του τόσο στην ελληνική όσο και στη ρωσική πατερική θεολογία και τη δημιουργική πρόσληψή τους από την ελληνική θεολογία του ’60, η οποία γονιμοποίησε σύνολη τη μεταπολεμική και μεταπολιτευτική θεολογική προβληματική, με ειδική αναφορά στον Χρήστο Γιανναρά.[265] Η σχέση του Μαργαρίτη με την εν λόγω παράδοση δεν αφορά τόσο σε τεκμαρτές επιδράσεις, όσο σε έννοιες, τάσεις, φιλοσοφικές αντιλήψεις και θεματικά κέντρα συγγενικά με τη μετά το ’60 θεολογική διανόηση, η οποία εν πολλοίς καθόρισε το πεδίο εντός του οποίου κινείται έκτοτε, συνειδητά ή ασύνειδα, η σύγχρονη θεολογική σκέψη στον ελλαδικό χώρο.

Παρότι ο ίδιος ο Μαργαρίτης διαχωρίζει το σχέδιό του από νεότερους στοχαστές της Ορθοδοξίας που πλέουν στα νάματα της θεολογικής παράδοσης του ’60 (τον ίδιο τον Γιανναρά, τον Στέλιο Ράμφο, τον νεότερό τους Σωτήρη Γουνελά κ.ά.),[266] καθώς και την ειδικότερη έκφανση αυτής της ανανέωσης που απεκλήθη ανεπίσημα «νεοορθοδοξία»,[267] –ρεύμα το οποίο, καίτοι προερχόμενο από την Αριστερά, συνδέθηκε κατά κύριο λόγο με τον προσδιορισμό της ελληνικότητας[268] και την πνευματική παρακμή του Νεοέλληνα στη νεωτερική συνθήκη–, το θέμα της ελληνορθόδοξης ταυτότητας και μέρος των ζητημάτων που ήγειρε η ομάδα αυτή στοχαστών είναι ανιχνεύσιμα σε όλα τα μέχρι στιγμής εκδοθέντα βιβλία της Νέας Κρόνακας. Επιπλέον, και ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας δηλώνει ως ουσιαστικότερη ή και αποκλειστική τη σχέση του με τον αγιορείτικο ησυχασμό,[269] η οποία οπωσδήποτε καλεί σε εξειδικευμένες θεολογικές προσεγγίσεις, η ένταξη στην ανάλυσή μας της προβληματικής που αρθρώθηκε εντός του ανωτέρω θεολογικού κριτικού πλαισίου, η οποία αναπτύσσεται στην ένταση ή και τη δυναμική ανάμεσα στην ελληνικότητα και την Ορθοδοξία, την Ανατολή και τη Δύση ή ακόμα την Ορθοδοξία και το Ισλάμ, παρουσιάζει στην περίπτωση της Νέας Κρόνακας ιδιαίτερο ενδιαφέρον και δύναται να παρέχει, όπως επιθυμώ να καταδείξω, δομικούς άξονες κατανόησής του.

4.1 Η νεοορθοδοξία ως ιδεολόγημα

Ο όρος «νεοορθοδοξία», ο οποίος υιοθετείται στο παρόν κείμενο σχηματικά, εδραιώθηκε ερήμην των φορέων του, οι οποίοι ποτέ δεν συγκροτήθηκαν ως ομάδα,[270] με αναφορά σε ορισμένους στοχαστές της Αριστεράς (κυρίως τους Χρήστο Γιανναρά, Στέλιο Ράμφο, Κωστή Μοσκώφ, Κώστα Ζουράρι και Διονύση Σαββόπουλο), κομματικής ή ανένταχτης, παρά τις ποικίλες μεταξύ τους αποκλίσεις, προκειμένου να προσδιορίσει ό,τι κρυσταλλώθηκε στον δημόσιο λόγο ως θεολογική και φιλοσοφική στάση κατά τη δεκαετία του ’80, με σταθερή αναφορά στον ελληνορθόδοξο πολιτισμό, την αντιπαραβολή αυτού προς τη Δύση, αλλά και τον διάλογό του με τον μαρξισμό. (περισσότερα…)

«Πιστή μετάφραση, αντιγραφή ή λογοκλοπή»

*

Από τον αναγνώστη μας κ. Παναγιώτη Γκόνη λάβαμε και δημοσιεύουμε την παρακάτω επιστολή.

*

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον

Σας γράφω επειδή διαπίστωσα ότι το άρθρο του κ. Γεράσιμου Κακολύρη με τίτλο «Sartre και Derrida: Άδηλη σχέση«, το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό δια-ΛΟΓΟΣ, τεύχος 3, 2013, είναι στον πυρήνα του πιστή μετάφραση, αντιγραφή ή λογοκλοπή του κειμένου της Christina Howells, «Sartre and the deconstruction of the subject», από το The Cambridge Companion to Sartre (Publication date: 28/5/2006).

Στο συνημμένο αρχείο βάζω δίπλα στο πρωτότυπο αγγλικό το κείμενο του κ. Κακολύρη, όπου εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι αποτελεί πιστή μετάφραση του πρώτου. Κοντολογίς, την «άδηλη σχέση» που σκέφτηκε να μας παρουσιάσει, την βρήκε έτοιμη και πρόδηλη στο κείμενο της Christina Howells. 

Ευχαριστώ 

Παναγιώτης Γκόνης

*

Γκυ Ντεμπόρ: Το κρυμμένο έργο

*

του OLIVIER ASSAYAS

 Μετάφραση Γιάννης Παρασκευόπουλος

 

1

Το να μιλάς ή να γράφεις για τον Ντεμπόρ, υπό την έννοια ότι το έργο του προσφέρεται ελάχιστα για ανάλυση ή σχόλια, είναι ένα πολύ ευαίσθητο θέμα. Γι’ αυτόν τον λόγο, στην περίπτωσή μου, προέκυψε ένα είδος άμεσης ανάγκης να γράψω γι’ αυτόν τη στιγμή του θανάτου του. Ένιωθα ότι έπρεπε να πω κάτι εκείνη τη στιγμή, και είχα την αίσθηση πως μπορούσα να το πω με έναν ακριβή, σαφή, ξεκάθαρο και εμπεριστατωμένο τρόπο. Ισχυρίζομαι ότι το έργο του Ντεμπόρ είναι δύσκολο να σχολιαστεί, υπό την έννοια ότι δημιουργείται εξ ολοκλήρου πάνω στη στιγμή. Υπάρχει πάντα σε αυτόν η ιδέα να λέγονται πράγματα που έχουν να κάνουν με το παρόν και τα οποία είναι άμεσα επαληθεύσιμα και καίρια. Σίγουρα αποκαλύπτουν κάτι που έχει μια διαχρονική αξία, μια καθολικής αξίας ανάλυση της κοινωνίας στην οποία ζούμε, αλλά η στρατηγική τους αξία είναι πάντα συνδεδεμένη –και αυτό μου φαίνεται ότι είναι ο ίδιος ο πυρήνας της σκέψης του Ντεμπόρ– με την ίδια τη στιγμή. Εν συνεχεία –πέρα από αυτό ή παράλληλα με αυτό– υπάρχει και η ποίησή του, η ματιά του πάνω στο πέρασμα του χρόνου και στη ματαιότητα των πραγμάτων, σ’ αυτή την αιώνια αλήθεια τους με την οποία είναι βαθύτατα συνδεδεμένος. Αυτή είναι η ουσία του καλλιτεχνικού του έργου, με τη στενή έννοια του όρου.

Όμως το φιλοσοφικό και το καλλιτεχνικό του έργο χαρακτηρίζεται από διαύγεια, ακρίβεια και μια σύνδεση με τον κόσμο έτσι όπως του παρουσιάζεται εκείνη τη στιγμή. Διατηρώ πάντα κάπως την εντύπωση ότι ο σχολιασμός του Ντεμπόρ είναι ένας τρόπος να αποσπασθεί το έργο του από έναν συγκεκριμένο χρόνο (που είναι ένας καθορισμένος χρόνος, προσδιορισμένος από τον ίδιο), για να τοποθετηθεί σε έναν άλλο χρόνο, πολύ πιο ασαφή, όπως είναι αυτός του στοχασμού, της ανάλυσης ή της γλώσσας, ένας χρόνος που κινδυνεύει πάντα να είναι ή καθαρά πανεπιστημιακός ή πλήρως ενταγμένος σε ένα είδος λογοτεχνικής ιστορίας στην οποία δεν επιθυμούσε ποτέ να ανήκει. Είχα την αίσθηση –την εποχή που το έργο του Ντεμπόρ εκδιδόταν από τις εκδόσεις Champ Libre– ότι αυτό υπήρχε σε ένα δικό του πεδίο, με τους όρους του Ντεμπόρ, και μάλιστα ότι επρόκειτο για κάποιο είδος μεταέκδοσης. Όχι μόνο υπήρχε το έργο καθεαυτό, αλλά και μια πολύ συνεκτική επιβεβαίωση του τρόπου με τον οποίο πρέπει να διαδίδεται ένα κείμενο, για το πώς η δύναμη ή η ακρίβεια ενός κειμένου είναι εξίσου συνδεδεμένες με τις συνθήκες μέσα στις οποίες δημοσιεύεται. Αυτό είχε επίσης να κάνει με την επιλογή των εκδόσεων Champ Libre να απορρίψουν τις εκδόσεις τσέπης, να μην αποστέλλουν δελτία τύπου και με το να αποτελούν μια πολιτικοκαλλιτεχνική πράξη στο χώρο των εκδόσεων. Προφανώς, από την στιγμή που το έργο του Ντεμπόρ πέρασε από αυτή τη μοναδική κατάσταση ελέγχου και ιδιαίτερων απαιτήσεων και εισήλθε στο κλασσικό σύστημα διανομής των εκδόσεων (κατά βάθος, ο Gallimard είναι πολύ καλός οίκος για τη μεταθανάτια έκδοση του έργου του Ντεμπόρ), χάνεται κάτι από αυτό. Δεν νομίζω ότι από αυτή την άποψη αυθαιρετώ, ακόμη και από την άποψη της μνήμης του Ντεμπόρ, είμαι σίγουρος ότι και ο ίδιος θα το αντιλαμβανόταν με τον ίδιον τρόπο… (περισσότερα…)

«Κάποια χαράματα τοῦ Αὐγούστου»

*

04:30΄ κάποια χαράματα τοῦ Αὐγούστου

Ξύπνησα ἤπια· μόνος σὲ στρῶμα μονό.
Θἄταν κάποιος θόρυβος τῆς νύχτας
ποὺ ἔκανε καὶ πάλι τὴ ζημιά…
Ὡραῖο πολὺ καὶ τὸ ὄνειρο ποὺ χάθηκε
ἡ αἴσθησή του ψηλαφητὴ ἀκόμη.
Στὸ πλευρό μου ξαπλωμένη Ἐσὺ
γυμνὸ τὸ σῶμα σου, εὔχυμο
οἱ ὦμοι ἀχιβάδα
τὰ καστανὰ μαλλιά σου παγίδα θαλπωρῆς
οἱ γοφοὶ σύκο μελωμένο
πόδια βελοῦδο, ἀπόλαυση τοῦ σεντονιοῦ. (περισσότερα…)

100 χρόνια ελληνική τζαζ

*

Γράφει ο Π. Ένιγουεϊ

*

Το γράφω εξαρχής: το βιβλίο-οδηγός του Φώντα Τρούσα 100 χρόνια ελληνική τζαζ  (Όγδοο, 2025) είναι ένα εμβληματικό έργο. Το καταλαβαίνει κανείς από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Όχι μόνο επειδή πρόκειται για έναν χορταστικό και λεπτομερή τόμο, αλλά γιατί πίσω του διακρίνεται μια μακρόχρονη και παθιασμένη σχέση του συγγραφέα-ερευνητή με το αντικείμενο. Προσωπικά, το αντιλαμβάνομαι ως την ελληνική εκδοχή του Jazz: Ρεύματα και στυλ του Mark Gridley (Αρχιπέλαγος, 2014). Στα υπέρ του συγγραφέα συγκαταλέγεται ότι δεν εγκλωβίζεται στην «καθαρόαιμη» τζαζ, αλλά αντίθετα, παρακολουθεί τις διασταυρώσεις της και με άλλα μουσικά ρεύματα: bossa nova, soul, blues, groove, exotica. Η ιστορία της ελληνικής τζαζ, άλλωστε, δεν γράφτηκε σε ίσια γραμμή. Δεν ξεκίνησε από σχολές ή ιδρύματα, αλλά στηρίχτηκε στις σκόρπιες εμφανίσεις και προσωπικές εμμονές ανθρώπων που πίστεψαν στη μουσική αυτή, ενίοτε κόντρα στις συνθήκες.

Το κείμενο που ακολουθεί επιχειρεί μια συνοπτική χαρτογράφηση αυτής της εκατονταετούς διαδρομής, χωρισμένης σε πέντε περιόδους. Δεν φιλοδοξεί να επιβάλει κάποιο κανόνα, αλλά αποτελεί έναν οδηγό ακρόασης, σε άμεσο διάλογο με το βιβλίο του Φώντα Τρούσα.

1) Πρώτη περίοδος (1925–1960): Από το βαλς στο swing

Η τζαζ κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1920, ακολουθώντας το ρεύμα που σαρώνει την Ευρώπη μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα βαλς και τα τανγκό δίνουν σιγά-σιγά τη θέση τους στο swing, στο boogie-woogie και αργότερα σε λάτιν ρυθμούς. Η πρώτη καταγεγραμμένη εγχώρια απόπειρα είναι το foxtrot «Τζαμάνια» (1925) με τα φωνητικά της Λύδας Μπέργκ.

Την ίδια περίοδο, η τζαζ δεν ακούγεται μόνο μέσα από δίσκους αλλά και ζωντανά. Το 1927 εμφανίζεται στην Ελλάδα ο Sidney Bechet, ένας από τους πρώτους μεγάλους σολίστες της τζαζ. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1934, η Josephine Baker εμφανίζεται στο Παλλάς και προκαλεί ενθουσιασμό στον Τύπο — με εξαίρεση τον Ριζοσπάστη*, που καταγγέλλει τον «χυδαίο αισθηματισμό» των αστικών κύκλων, την ίδια στιγμή που η Baker αγωνίζεται δημόσια για τα δικαιώματα των μαύρων. (περισσότερα…)

«Τι σχέση έχω εγώ μ’ αυτό το πρόσωπο»

*

Τι σχέση έχω εγώ μ’ αυτό το πρόσωπο,
που με κοιτάζει επίσημα κι επιτιμητικά.
Κάπου το ξέρω, βέβαια,
ή μάλλον κάπου το ήξερα.
Συγκατοικούσαμε κάποτε
μπορεί και να συγκατοικούμε
– θύματα συνωνυμίας και πλαστοπροσωπίας.
Τι σχέση έχω εγώ μ’ αυτό το πρόσωπο στον καθρέφτη,
τι σχέση έχω εγώ με τον καθηγητή!

ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ
(1926-2016)

(περισσότερα…)

Σύβροχο

*

του ΣΤΕΛΙΟΥ ΛΕΚΑΚΗ

~.~

Περιληπτικός τίτλος: Σύβροχο
Ημερομηνία καταγραφής: 22 Ιουνίου 2008
Στίγμα: 36.6108° N / 27.8333° E|Κάμπος, Αντίπαρος
Πληροφορήτρια: Ζ******

[ Από μνήμης
αποκαταστημένη
προφορική μαρτυρία
λόγω δυσλειτουργίας
του καταγραφικού μέσου ]

~.~

( Μια γυναίκα, η μάνα της Ζ., κάθεται μπροστά σε ένα ξύλινο τραπέζι. Οι ώμοι της είναι σφιγμένοι. Τα χέρια μέσα στην ποδιά της. Κάτι κρατάει. Το βλέμμα της χαμηλωμένο, αποφασιστικό. Το τραπέζι έχει μια φρουτιέρα στη μέση. Η φρουτιέρα είναι άδεια. Απέναντί της κάθεται ένας παπάς. Ο παπάς δεν θα ήθελε να βρίσκεται εκεί. Έξω φυσάει θύελλα ).

Κάτσε τώρα
κι άκου.

Και μάζεψε αυτά
τα μαγικά σου
τα νερά,
παπά,
και δεν ξέρω’γώ τι
δε σε φώναξα
για σχώρεση,
να μ’ακούσεις θέλω
να βγουν τα λόγια
απ΄το στόμα μου
στέρεα (περισσότερα…)

Ίων Δραγουμης: Το λάγιο αρνί του ελληνισμού

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Το εκδοτικό ημερολόγιο του 2025 έκλεισε με ένα μείζονος φιλολογικής σημασίας γεγονός. Την έκδοση, χάρη στην πολύχρονη συστηματική εργασία του αφιερωμένου στις δραγουμικές σπουδές Νώντα Τσίγκα, ενός ακόμη τμήματος από τα αδημοσίευτα Τετράδια του Ίωνος Δραγούμη. Ίσως μάλιστα του πιο καίριου για να αντιληφθούμε τη βαθύτερη ηθική και ψυχική ιδιοσυστασία του συγγραφέα τους, που καιρός είναι πια να πάρει την υψηλή θέση την οποία δικαιούται στα ελληνικά γράμματα. Σε αυτά τα Τετράδια (της περιόδου 1902- 1904), δεν λάμπει απλώς μια ψυχή δυνατή, βαθιά και πλούσια που αγωνίζεται σε κατάσταση διαρκούς ταραχής να συλλάβει το νόημα της ύπαρξής της. Δεν ανατέμνεται μόνο το περιβάλλον προσώπου με σημαντικότατο ρόλο στον επικό αγώνα της μακεδονικής ελευθερίας. Μέσα στις σελίδες του τόμου αυτού, ακολουθώντας τα βήματά του στα βουνά της Μακεδονίας (αλλά και της Ανατ. Ρωμυλίας), φωτίζεται ένας χαρακτήρας που θα γινόταν, μερικά χρόνια αργότερα, από λάγιο αρνί του Ελληνισμού ο Άμλετ του εθνικού διχασμού. Επιπρόσθετα: δεν είναι μικρότερης αξίας, ότι από τη μελέτη των Τετραδίων αυτών γίνεται πλέον σαφές και αναμφίλεκτο, από άποψη γραμματολογική, πως ο Δραγούμης, «η πιο βασανισμένη ψυχή στη λογοτεχνία μας», όπως επισήμαινε ο Γ. Θεοτοκάς, ήταν όντως «ο πρώτος Έλληνας πεζογράφος που ένιωσε την ύπαρξη του εσωτερικού ανθρώπου». Όποιος μελετήσει τα ημερολόγια του Ίδα, δεν θα βρει συμπυκνωμένο απλώς έναν συγγραφέα (όπως σημείωνε ο ίδιος στις 4 Απριλίου 1904) αλλά θα νιώσει τη σπάνια ηλεκτρική σπιθοβολή, για την οποία εκείνος έκανε λόγο. Αρκεί να είναι Ζωντανός.

Η περίοδος που καλύπτουν τα δημοσιευόμενα Τετράδια περιλαμβάνει όλη την πρώτη φάση του Μακεδονικού Αγώνα. Οι εγγραφές ξεκινούν από τις 12 Μαΐου 1902 στην Αθήνα, έξι μήνες πριν από τον διορισμό του Ι. Δραγούμη ως γραμματέα του προξενείου Μοναστηρίου, στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και κλείνουν στις 26 Δεκεμβρίου 1904, πάλι στην Αθήνα, όπου μόλις έχει επιστρέψει από τη θητεία του στο ελληνικό προξενείο Φιλιππουπόλεως, λίγο πριν αναχωρήσει για το προξενείο της Αλεξάνδρειας. (περισσότερα…)

Επανεξοπλισμός της Γερμανίας: Ένα παλαιό πολιτικό σχέδιο

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

Εδώ και αρκετό καιρό, ένα ερώτημα αντηχεί στις κυβερνήσεις των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών (και όχι μόνο): «Προς τα πού βαδίζει η Γερμανία;». Τα μέχρι σήμερα δεδομένα δείχνουν με σαφήνεια ότι έχουμε να κάνουμε με έναν ριζικό αναπροσδιορισμό της ισορροπίας δυνάμεων στη Γηραιά Ήπειρο. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ως φωτοαντίγραφο, αλλά μετεξελισσόμενη, και μάλιστα προς επίρρωση της ετερογένειας των σκοπών της.

Το Βερολίνο βιώνει αυτή τη στιγμή μια στρατηγική επανάσταση, η οποία προετοιμάζεται εδώ και πάνω από μια δεκαετία και επιταχύνεται δραματικά μετά την έναρξη της ρωσικής «Ειδικής Στρατιωτικής Επιχείρησης» στην Ουκρανία. Όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, αυτή η μετατόπιση θα αναδιαμορφώσει την παρουσία της Γερμανίας και τον ρόλο της στον κόσμο. Τουλάχιστον αυτό θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο. Ο επανεξοπλισμός αποτελεί τον πυρήνα αυτού που τολμώ να ονομάσω ως «γερμανική επανάσταση». Για να κατανοήσουμε τη μελλοντική στρατηγική διαμόρφωση της χώρας, δεν αρκεί να απαριθμήσουμε τα τεράστια κεφάλαια που διέθεσε το Βερολίνο για την Bundeswehr τους τελευταίους μήνες, τις προγραμματισμένες αγορές ή τις ηχηρές δηλώσεις του καγκελάριου Φρήντριχ Μερτς και άλλων υπουργών της κυβέρνησής του. Οι αριθμοί, όσο σημαντικοί κι αν είναι, μόνο επιφανειακά μας αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Το ζήτημα στην ουσία του είναι πολιτισμικό, και όχι απλώς υλικό[1].

Η Γερμανία έχει αναγνωρίσει επίσημα τη στρατιωτική ισχύ ως τον αποφασιστικό παράγοντα για την αναγέννησή της και την αύξηση της ισχύος της. Σήμερα, παντού στο Βερολίνο γίνεται παραδεκτό με ασυνήθιστη ειλικρίνεια ότι οι ακρογωνιαίοι λίθοι πάντω στους οποίους οι Γερμανοί στήριζαν την ευημερία τους για πάνω από τριάντα χρόνια έχουν καταρρεύσει: το ευρώ, η φτηνή ρωσική ενέργεια και οι μεταρρυθμίσεις Σραίντερ δεν μπορούν να συνεισφέρουν πια στην οικονομική ισχύ της Γερμανίας. Μια νέα ερμηνεία κερδίζει έδαφος: η πραγματική εναλλακτική λύση στην παρακμή είναι να επαναπροσδιοριστεί η σχέση με τις αμυντικές δαπάνες και τον ρόλο της στρατιωτικής ισχύος. (περισσότερα…)

Παραλλαγές θανάτου

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~ 

«Δεν υπάρχει σοφία (ούτε έλεος) χωρίς μακάβριες ψυχώσεις.»
ΕΜΙΛ ΣΙΟΡΑΝ

1

Εξήντα δύο χρόνια έζησε. Πέρασε τη μισή ζωή του μέσα στο ξυλουργείο, με τα ροκανίδια, τη σκόνη και τα χημικά. Εκεί μέσα αρρώστησε. Από τη διάγνωση μέχρι την τελευταία εισαγωγή στο νοσοκομείο, όλα έγιναν με συνοπτικές διαδικασίες. Οξεία μυελογενής λευχαιμία – καλπάζουσα μορφή, οκτώ μήνες άντεξε. Οι θεραπείες δεν απέδωσαν.

Η κηδεία έγινε κάποιο απόγευμα. Το φως είχε αρχίσει να λιγοστεύει όταν ο Ανδρέας στάθηκε δίπλα στον ανοιχτό τάφο του πατέρα του. Συγγενείς, γνωστοί και φίλοι έκλαιγαν απαρηγόρητοι. Ο ίδιος ένοιωθε στεγνός μετά από μήνες αγωνίας και δακρύων. Τα λόγια του ιερέα έφταναν στ’ αφτιά του αδιάφορα, χωρίς νόημα, σαν προσευχή χωρίς αποδέκτη. Το μυαλό του είχε κολλήσει στην τρύπα. Σε λίγο οι νεκροθάφτες θα άρχιζαν να φτυαρίζουν το χώμα και να καλύπτουν το φέρετρο και τον πατέρα του για πάντα. Τόση ζωή, τόση δράση, τόση δουλειά, τόσες υλικές κατακτήσεις και στο τέλος… Ο Ανδρέας δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτό ήταν όλο: αφανισμός και ξερίζωμα από κάθε σημείο του χώρου και του χρόνου. Μετάνιωσε πικρά για όλες τις αναβολές, για όλες τις αθετημένες υποσχέσεις, για όλες τις παρεξηγήσεις, για όλα τα ανεκπλήρωτα «αύριο» που είχε πει στον πατέρα του.

Καθώς οι συγγενείς έφευγαν, απόμεινε να κοιτάζει τα γειτονικά μνήματα. Διάβασε ονόματα και ημερομηνίες. Γέροι, νέοι και παιδιά που δεν πρόλαβαν να ζήσουν. Πίσω ακριβώς από τον τάφο του πατέρα του μια εικόνα ακινητοποίησε το βλέμμα του. Η φωτογραφία και το όνομα ήταν γνώριμα, ένας παλιός συμμαθητής του από το λύκειο που είχε πεθάνει στον ύπνο του, στην τελευταία τάξη του λυκείου. Τον είχε ξεχάσει. Είχε ξεχάσει ότι είχε ζήσει και ότι είχε πεθάνει. Ένοιωσε ένα ξαφνικό φτερούγισμα στην καρδιά. Τον αναστάτωσε βαθιά η μηδαμινότητα της ανθρώπινης ύπαρξης – πρώτη φορά το διαπίστωνε τόσο καθαρά και χωρίς καμιά διάθεση να εξαπατήσει τον εαυτό του. Ο θάνατος του φάνηκε αδυσώπητος, απάνθρωπος. Έβαζε οριστική τελεία στα πάντα. Μπορεί κάτι να υπήρχε μετά, αλλά το σώμα αφανιζόταν αμετάκλητα. Το πρόσωπο χανόταν για πάντα στη λήθη. Αν κάτι μπορούσε να κάνει ήταν να ζήσει, να ζήσει, να ζήσει. Αλλά όχι με τον ανόητο τρόπο που είχε ζήσει μέχρι τότε. (περισσότερα…)

Ὁ Κονδύλης, οἱ Κρητικοί καί οἱ κριτικοί

* 

τοῦ ΤΕΤΟΥ ΣΟΥΡΔΟΥ

 ~.~

 «Δέν ὑπάρχουν ἰδέες. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι. Βεβαίως, ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους μερικοί ἰσχυρίζονται πώς ὑπάρχουν ἰδέες καί ὄχι ἄνθρωποι ἤ πώς δεσμευτικές ἰδέες, καθώς ὁ Λόγος, πρέπει νά ὑποκαταστήσουν τήν αὐθαιρεσία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά καί πάλι: μόνο ἄνθρωποι μποροῦν νά ἰσχυριστοῦν κάτι τέτοιο.»
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ

Βιάζομαι ἀμέσως νά πῶ, σχολιάζοντας τήν κονδυλική προμετωπίδα, πώς τίποτα δέν σηκώνεται ἀπό κάτω. Τέτοιο εἶναι τό βάρος τῆς ἀνθρωπολογικῆς σταθερᾶς τοῦ Κονδύλη.

Τά λίγα ἄρθρα[1] πού ἔχουν δημοσιευθεῖ στά ἑλληνικά γιά τό ἔργο τοῦ Κονδύλη  σπεύδουν νά ἐπισημάνουν μιά ἀντίφαση ἤ ἕνα λογικό παράδοξο: «Ἄν οἱ κοσμοεικόνες σχετικοποιοῦνται μέ τήν κατάδειξη τῶν ἱστορικῶν τους προσδιορισμῶν, τί σώζει τήν εἰκόνα τοῦ Κονδύλη ἀπό τή σχετικοποίηση»;[2] Ἐπίσης, οἱ τρεῖς ἀπό τούς τέσσερις ἀρθρογράφους τοῦ ἀφιερώματος τοῦ περιοδικοῦ Νέα Ἑστία[3] γιά τόν Κονδύλη δέν παραλείπουν νά ἀναφερθοῦν στό ἴδιο λογικό παράδοξο. Ὁ Ψυχοπαίδης στό ἐν λόγῳ ἀφιέρωμα, γιά εὐνόητους λόγους, ἐκδηλώνει ζωηρότερα ἀπό κάθε ἄλλον τήν ἐνόχλησή του· σχεδόν διαβλέπει κανείς, νοερῶς, τόν μορφασμό δυσαρέσκειας πού συσπᾶ τό πρόσωπό του. Ἀφοῦ ἀναθέσει τή σκέψη τοῦ Κονδύλη στά ἔργα τῶν Βέμπερ, Νίτσε, Σμίτ (μία μόνο φορά παραθέτει ἀπόσπασμα ἀπό τό ἔργο τοῦ Κονδύλη, γιά νά προσθέσει ἀμέσως ὅτι παραφράζει τόν Σμίτ), συγκεντρώνει κι αὐτός τήν προσοχή του στήν κατάδειξη ἑνός ἤδη ἀπό τήν ἀρχαιότητα γνωστοῦ παραδόξου:

«…μιᾶς θεωρίας πού παραιτεῖται ἡ ἴδια ἀπό οἱανδήποτε ἀξιακή ἐμπλοκή τοῦ βίου, ἐνῷ ταυτόχρονα δέχεται ὅτι ὁρισμένου εἴδους ἀξιακή ἐμπλοκή εἶναι ἀναγκαῖα γιά τή ρύθμιση τοῦ βίου».[4]

Καί ὁ Leo Strauss γράφει:

«Ὁ ἱστορικισμός ἰσχυρίζεται ὅτι ὅλες οἱ ἀνθρώπινες σκέψεις ἤ πίστεις εἶναι ἱστορικές, καί κατά συνέπεια ὅτι ἄξια μοῖρα τους εἶναι ὁ ἀφανισμός· ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ ἱστορικισμός συνιστᾶ προϊόν τῆς ἀνθρώπινης σκέψης. Ὡς ἐκ τούτου, ὁ ἱστορικισμός δέν μπορεῖ νά ἔχει παρά προσωρινή ἐγκυρότητα, ἀλλιῶς δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀπολύτως ἀληθής».[5]

Σέ ἐπιστημονική ἡμερίδα[6] ἀφιερωμένη στήν «κοινωνική ὀντολογία» τοῦ Κονδύλη, πού ὀργάνωσε τό Τμῆμα Φιλοσοφίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων, ὁ Βιρβιδάκης καί ὁ Φαράκλας (περισσότερα…)

Εις εαυτόν

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

2010
Εσύ και ο εαυτός σου. Το ίδιο πάντοτε παιχνίδι, ποιος πρώτος θα ξεγελαστεί.

2110
Εκείνος ο Άλλος μέσα στο κεφάλι σου που όλη την ώρα σού επαναλαμβάνει: Μη νοιάζεσαι, δεν είναι αυτή η δική σου ζωή, είναι η ζωή ενός Άλλου. Εκείνου του Άλλου που τον λένε Εσύ.

2210
Τα ιδεώδη σβέρκο δεν διαθέτουν. Οι σφαλιάρες που τρως είναι όλες δικές σου.

2310
Και η πείρα σου όλη; Ένα μικρόβιο απ’ το παρελθόν με ξενιστή τη μνήμη.

2410
Εδώ μέσα, τα παραμύθια σου και οι μαυλιστικοί σου σκοποί. Κι εκεί έξω, το ζώο που σου δείχνει τα νύχια του.

2510
Ποιον ελεείς; Αυτόν που δεν φοβάσαι. (περισσότερα…)