Μια ποιητική ηθική της ειρωνείας

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

~.~

Νίκος Ι. Τζώρτζης
Αστοχία υλικού – Αναψηλάφηση Γ΄
Κέδρος 2025

Η Αστοχία υλικού – Αναψηλάφηση Γ΄ αποτελεί ένα ενδιαφέρον βιβλίο. Ο τίτλος της συλλογής παραπέμπει στο υλικό που αξιοποιήθηκε και στη μέθοδο εργασίας που ακολουθήθηκε. Πρόκειται για ένα συνθετικό έργο που αντλεί το υλικό του από πολλές πηγές και κείμενα, λειτουργώντας ως υπομνηματισμός μια ιστορικής ύλης που γέννησε τη σύγχρονη Ελλάδα και ως εργαλείο αναψηλάφησης αυτού του υλικού, σε συνδυασμό με την ψηλάφηση της προσωπικής ιστορίας. Όλα αυτά ιδωμένα με μια ειρωνική ματιά την οποία αρκετές φορές επιτείνει η εμμετρότητα των κειμένων και η πλαστότητα της λόγιας γλώσσας κυρίως στην αναθεώρηση του παρελθόντος. Η ευρύτητα του υλικού οδηγεί και σε μια μορφική πολυτροπικότητα που επιστρατεύει ποικίλες εκδοχές της έμμετρης φόρμας και του ελεύθερου στίχου.

Για να γίνει η αυτοψία του υλικού, το βιβλίο κατατέμνεται σε ενότητες, έντεκα τον αριθμό και κάθε ενότητα σε επιμέρους ποιήματα που επισκοπούν ένα ευρύ φάσμα του ελληνικού παρελθόντος και παρόντος αλλά και ανατέμνουν την προσωπική ιστορία τόσο του ιδιωτικού βίου όσο και του ποιητικού. Κοινό στοιχείο των επιμέρους ιστοριών το τραύμα ενός διχασμένου κόσμου: το μετεμφυλιακό κράτος, οι παγκόσμιες εκδοχές του αποκλεισμού (από τις διχοτομημένες πόλεις έως το ρατσιστικό κράτος της παλαιότερης(;) Αμερικής), οι στρεβλώσεις του κοινωνικού φρονηματισμού που επέβαλαν τα συντηρητικά κοινωνικά και πολιτικά κατεστημένα στη γλώσσα, τη μουσική, τον κινηματογράφο, η δικτατορία, η ελληνική επανάσταση και η οικειοποίηση της ιστορικής αλήθειας από τους κατέχοντες, συνυφασμένα με κείμενα για την ερωτική και καλλιτεχνική διάψευση αλλά και τη λειτουργία της ποίησης στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Εκτός από τα κείμενα που έχουν ως αφετηρία το άμεσα βιωμένο, δομικό στοιχείο των ποιημάτων αποτελεί ο διακειμενικός διάλογος, γι’ αυτό και σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται ευρέα αποσπάσματα από ιστορικά αρχεία, εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία τεκμηρίωσης. (περισσότερα…)

Ἁλιστέφανος Ταπροβάνη

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Ταπροβάνη νῆσος μεγίστη ἐν τῇ Ἰνδικῇ θαλάσσῃ. Ἀλέξανδρος ὁ καὶ Λύχνος νῆσος τετράπλευρος͵ ἁλιστέφανος Ταπροβάνη θηρονόμος πέπληθεν ἐϋρρίνων ἐλεφάντων.

Νοτιοανατολικά λοιπόν της Ινδίας, στο πέλαγος το Ινδικό –και καταμεσής του δρόμου για την Κίνα– έχει κυλήσει ένα σμαράγδινο δάκρυ σε σχήμα νησιού, ανάμνηση μαζί κι εικόνα διάφανη του παραδείσου στα μάτια και τη φαντασία των ταξιδιωτών και των εμπόρων που έρχονταν από τη Δύση.

Αν και γεωγραφικά ανακριβείς και διογκωμένες, οι πρώτες μνείες των Ελλήνων γεωγράφων για το νησί –ταυτόχρονα με την ακριβή ονομασία του– μεταφέρουν και μιαν χωροθετική εντύπωση ως ενός από τα πιο απόμακρα και νότια σημεία της οικουμένης, στους αντίποδες, μαζί μ’ έναν υπαινικτικό θαυμασμό για τα πολύτιμα αγαθά της και τους ελέφαντες. (Ο Ερατοσθένης τη θέλει να είναι ίση με τη Βρετανία, ο δε Ονεισίκριτος την βάνει ν’ απέχει είκοσι μέρες από την Ινδία). Ο απόηχος της απόμακρης κι απόκοσμης τοποθεσίας της ακούγεται με παράπονο και στην πρώτη λατινιστί αναφορά της Ταπροβάνης από τον εξόριστο στον Πόντο Οβίδιο: «Aut ubi Taprobanen Indica cingit aqua (ή εκεί όπου το Ινδικό κύμα βάφει την Ταπροβάνη)».

Στο γύρισμα όμως των χριστιανικών χρόνων, καθώς οι πλώιμοι εμπορικοί δρόμοι της Ρώμης και του μετέπειτα Βυζαντίου έφεραν τη Δύση μπροστά στα θαύματα της Ανατολής, η γνώση για τον τόπο γίνεται πιο στέρεη αλλά φαίνεται ότι λειτουργεί και σαν αφετηρία για τη δημιουργία του μύθου που θέλει το νησί ένα γήινο απείκασμα του απωλεσθέντος παραδείσου, έναν paradiso terrestre. Γράφει ο Στράβωνας:

«ἡ δὲ Ταπροβάνη πεπίστευται σφόδρα ὅτι τῆς Ἰνδικῆς πρόκειται πελαγία μεγάλη νῆσος πρὸς νότον͵ μηκύνεται δὲ ἐπὶ τὴν Αἰθιοπίαν πλέον ἢ πεντακισχιλίους σταδίους͵ ὥς φασιν͵ ἐξ ἧς καὶ ἐλέφαντα κομίζεσθαι πολὺν εἰς τὰ τῶν Ἰνδῶν ἐμπόρια καὶ χελώνεια καὶ ἄλλον φόρτον».

Διόλου τυχαία δε, οι αποστάσεις πια υπολογίζονται από την Αιθιοπία, (απ’ το λιμάνι της Αδούλης), από όπου και ξεκινούν τα ρωμαϊκο-βυζαντινά πλοία για την Ανατολή, κι αργότερα λόγω και της στενής συμμαχίας της χριστιανικής Αξουμιτικής αυτοκρατορίας με τη βυζαντινή. Στο έκτο αιώνα πια η αφήγηση περνάει στα χέρια του Κοσμά του Ινδοκοπλεύστη:

«Αὕτη ἐστὶν  νῆσος  μεγάλη ἐν τῷ Ὠκεανῷ͵ ἐν τῷ Ἰνδικῷ πελάγει κειμένη͵ παρὰ μὲν Ἰνδοῖς καλουμένη Σιελεδίβα͵ παρὰ δὲ Ἕλλησι Ταπροβάνη (περισσότερα…)

Η παραγωγή του μηδενός

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Η παραγωγή του μηδενός

Άλλοτε ο άνθρωπος αντλούσε από την επιφάνεια της γης τα τρόφιμα και από τα βάθη της όλες τις μακροπρόθεσμα αναγκαίες για την επιβίωσή του πρώτες ύλες. Σήμερα όμως αυτές οι παραδοσιακά ένυλες αξίες απειλούνται από την μηδενιστική παραφροσύνη και η φωτογραφία ενός αχανούς Data Center εξορύξεως Bitcoin στο Rockdale του Τέξας που έκανε αστραπιαία τον γύρο του κόσμου θέτει ξανά το ερώτημα: τι ακριβώς παράγουν αυτές οι ατελείωτες σειρές ηλεκτρονικών διακομιστών και με τι κόστος λειτουργούν; Και η απάντηση είναι απλή: Καταναλώνουν τεράστια ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας –αρκετή για μία πόλη ενός εκατομμυρίου κατοίκων– και δεν παράγουν τίποτε απολύτως πέραν ενός κρυπτονομίσματος που η αξία του εξαρτάται αποκλειστικά από την πίστη όσων το χρησιμοποιούν. Τέτοιες αξίες όμως εξαϋλώνονται με ταχύτητα ανάλογη της βεβιασμένης παραγωγής τους. Τα κρυπτονομίσματα λοιπόν γράφουν την τελευταία πράξη ενός δράματος τους πρωταγωνιστές του οποίου γνωρίζουμε από καιρό. Η λυσσαλέα χρηματοοικονομική μόχλευση στην οποία διαπρέπουν οι τραπεζίτες, στηρίζεται σε ήδη εξαντλημένα νομισματικά αποθέματα. Τα (υπερ)δομημένα ομόλογα και τα σαθρής βάσεως χρηματιστηριακά παράγωγα, κρέμονται από μία κλωστή. Η κυκλοφορία τους τροφοδοτείται από ένα ιλιγγιώδες φαντασιακό παραλήρημα, τη μέθη μίας χημικής έκστασης που όσο κρατάει είναι μεθυστική αλλά όταν η έξαψή της περνάει αφήνει τον άνθρωπο σε βαθύ σύγκρυο, σκοτάδι και υπαρξιακή απόγνωση. (περισσότερα…)

Stéphane Mallarmé, «Στην πέτρα πάνω του Μπωντλαίρ…»

*

To Γλαυκό

( L’ azur )

H ήπια ειρωνεία του αιώνιου γλαυκού
ράθυμα όμορφη όπως τα άνθη πέφτει πάνω
σε ανάξιο ποιητή που βρίζει τον νωθρό του νου
περνώντας μέσα από μια άγονη έρημο Βασάνων.

Μάτια κλειστά, φυγάς, νιώθω ότι παρατηρεί
με μιαν ανήλεη της μεταμέλειας μανία,
την άδεια την ψυχή μου. Πού πάω; Ποια νύχτα ζοφερή
να ρίξω, ράκη, σε άσπλαχνη να ρίξω υπεροψία;

Σήκω, ομίχλη! Άπλωσε μονοτονία τεφρών,
κορδέλες στα ουράνια καταχνιάς να σύρεις
που θα πνίξει των φθινοπώρων το έλος το ωχρό,
μία μεγάλη σιωπηλή οροφή να ανεγείρεις!

Μάζεψε, εσύ από λίμνες αφού βγεις της λησμονιάς,
καθώς θα φτάνεις, άοκνα να βουλώσεις, φίλη Ανία,
τρύπες κυανές, με ισχνά καλάμια κι ύλη λασπουριάς,
μεγάλες, των πουλιών που έχει ανοίξει η κακία.

Aκόμη! Οι καμινάδες συνεχώς οι θλιβερές
ας καιν, και μία φυλακή καπνιάς που όλο σαλεύει
στη φρίκη μέσα ας σβήνει από τις μαύρες της ουρές
κίτρινο ήλιο που στον ορίζοντα τελεύει!

Σε σε προστρέχω, ω ύλη (περισσότερα…)

«…για να σηκώσει το άπειρο»: Αντώνης Μαγκανάρης-Δεκαβάλλες (1920-2009)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Τα χρόνια που σε σήκωσα γλαύκο μαράζι
με κάβους και νησιά σε χόχλο ψίθυρο
και μ’ ένα πέλαγο θησαυρισμένο
στην πυρή σταγόνα
καθώς συλλογιέται μεσοχείμωνα
στην άκρη του ματιού
και λογαριάζει πλώρες
που ξόδεψαν τις αναστάσεις.

Είναι βέβαιο ότι στη λογοτεχνική παράδοση του νησιού της Σίφνου φωτοβολούν αρκετές μορφές της ποίησης, όπως ο Ιωάννης Γρυπάρης, ο Αριστομένης Προβελέγγιος, ο Νίκος Σταφυλοπάτης, ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος “Ραμπαγάς” και άλλοι πολλοί. Μέσα σε αυτήν την ποιητική αλληλουχία προβάλλει και ο Αντώνης Μαγκανάρης-Δεκαβάλλες, ο ξενιτεμένος μα μόνιμα νοσταλγός του νησιού.

Με την ευχή που απόθεσε στο λίκνο μου
ξένος ζυγώνω από τη νύκτα των τόπων των καιρών.
Με τι μάτια να σηκώσω αυτό το φως;
Ποιο σχήμα μου να βάλω να καθήσει στο πεζούλι;
Ποια καρδιά μου να πιάσει το μαντήλι
να σύρει το συρτό; Νῦν ἀπολύοις.

* (περισσότερα…)

Συνεργάτες του ΝΠ παρουσιάζουν τα βιβλία τους

*

*

*

*

Το τσουρέκι

*

Κάθε πρωί, ακολουθώ την ίδια διαδρομή από το σπίτι στο γραφείο. Απόσταση τριακοσίων μέτρων περίπου. Μικρή απόσταση που κρύβει όμως κινδύνους, αν λάβεις υπ’ όψιν σου τα ζιγκ ζαγκ στα στενά που καθημερινά επινοώ για να αποφύγω ανεπιθύμητες συναντήσεις.

Δεν τα καταφέρνω πάντα. Συχνά τρακάρω σε κάποιον γνωστό, πρόθυμο για μια συζήτηση περί κρίσης… Αναγκαστικά, φοράω το χαμόγελό μου και υφίσταμαι τον μονόλογο του συνομιλητή μου…. Για λίγο όμως. Σύντομα βάζω σε εφαρμογή το σχέδιο εξόδου από τη κρίση που έχω περιέλθει… Προφασίζομαι ραντεβού με πελάτη, αποσκοπώντας στην τυπική ευγένεια του συνομιλητή. Η στρατηγική συνήθως πιάνει τόπο. Απελευθερώνομαι από τα δεσμά μιας συζήτησης που με επέλεξε, κουβαλώντας, ωστόσο, μια μικρή ενοχή για το ψέμα μου.

Καμιά τριανταριά μέτρα από το γραφείο, καλημερίζω τον περιπτερά, αγοράζω εφημερίδα και προχωρώ, όταν πια το βλέμμα μου πέφτει στον άστεγο… Ενοχλούμαι και αμέσως, αλλάζω πορεία, περνώντας στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Σήμερα, η ίδια διαδρομή έκρυβε εκπλήξεις. Βγαίνω από το σπίτι, αγκαλιά με ένα τσουρέκι. Απρόσμενο δώρο ενός φίλου που με επισκέφθηκε την προηγουμένη. Αποφασίζω να μην «γλυκαθώ» για να κρατήσω σιλουέτα…

Φτάνω στο περίπτερο, αγοράζω εφημερίδα και κατευθύνομαι προς τον άστεγο. Είναι τυλιγμένος με μια βρώμικη κουβέρτα και χαρτόνια. Βλέπω την πλάτη του. Δεν με βλέπει. Γρήγορα και όσο το δυνατόν πιο διακριτικά, αφήνω το τσουρέκι δίπλα του. Επιταχύνω για να μην με αντιληφθεί, καθώς ντρέπομαι κάπως για την πράξη μου. (περισσότερα…)

Για την αμφίβια ανθρώπινη μοίρα

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

~.~

Θωμάς Ιωάννου
Ανοιχτή ημερομηνία
Πόλις, 2025

Στις ανεξάντλητες βιβλιοπαρουσιάσεις, δεν είναι σπάνιο το αλληλολιβάνισμα να αντικαθιστά τους κριτικούς λόγους, αποσιωπώντας πολλές φορές τα κάτω του μετρίου ποιήματα για τα οποία γίνεται λόγος. Ο ποιητής Θωμάς Ιωάννου και η ποιητική του κινούνται στην αντίθετη κατεύθυνση και διαφοροποιούνται από τις προβλεπόμενες ποιητικές παρουσίες που καθιερώνονται στις συντεχνίες με βάση τα συστήματα δημόσιων σχέσεων και τη λειτουργία της γραφής ως κοινωνική καταξίωση χωρίς αισθητικό αντίκρυσμα. Στη νέα ποιητική συλλογή του με τίτλο Ανοιχτή ημερομηνία ο Ιωάννου αντιστρέφει την προβλεψιμότητα της ποιητικής μετριότητας, ενώ παράλληλα τεκμηριώνει το απαιτητικό ποιητικό πεδίο. Πρόκειται για μια από τις καλύτερες ποιητικές συλλογές των τελευταίων χρόνων. Η παραπάνω θέση βέβαια απαιτεί την κριτική της επεξήγηση ώστε να μην ακυρώνει την απαιτούμενη κριτική λειτουργία.

Στο νέο του βιβλίο ο Ιωάννου ελέγχει προσεκτικά και λεπτομερώς την παραγωγή του ποιητικού λόγου, δουλεύοντας το ποιητικό υλικό εξαντλητικά μέχρι να το ολοκληρώσει. Η νέα ποιητική συλλογή εκδίδεται δεκατρία χρόνια μετά το βραβευμένο πρώτο βιβλίο του Ιπποκράτους 15 και χαρακτηρίζεται από μια αισθητική στην οποία μορφή και περιεχόμενο είναι αδιάρρηκτα δεμένα μεταξύ τους. Απέναντι στην υπερπαραγωγή ποιητικών βιβλίων που εκδίδονται ο Ιωάννου δεν βιάστηκε να κυκλοφορήσει βιαστικά το νέο του βιβλίο, αξιοποιώντας την κριτική αποδοχή του έργου του. Η επιλογή αυτή του να μην εκδίδει τη μια συλλογή μετά την άλλη φαίνεται να τον δικαιώνει, επιβεβαιώνοντας τη συγκροτημένη και μεθοδική μελέτη και ενασχόληση με τις ποιητικές γραφές. Δικαιώνεται επίσης ως προς την επιλογή του σχετικά με τη δομή και όλες τις τροπές των ποιημάτων από την αρχή μέχρι το τέλος. Το έργο του επιβεβαιώνει λοιπόν και τον τίτλο του, υπογραμμίζοντας πως μια τέτοιου τύπου ποιητική γραφή διατηρεί την επικαιρότητα της ποίησης όταν αυτή έχει την ικανότητα να διατηρήσει τις ημερομηνίες ανοιχτές και να λειτουργήσει στη διαχρονία με ανοιχτούς παράλληλα διαλόγους ανάμεσα στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον. (περισσότερα…)

Η απόφαση και άλλα διπλά σονέτα

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

1. Η ΑΠΟΦΑΣΗ

Όρος δεν ήταν. Έτσι του ’χαν πει.
Είχε όλο το ελεύθερο να κρίνει
με τρόπο που θεωρούσε συνεπή –
δική του και η τιμή και η ευθύνη.

Απ’ την πλευρά τους, μόνη προτροπή:
η απόφασή του άλλο μη βραδύνει –
ας πάψει πια να ομφαλοσκοπεί,
τι παίρνει, αυτό μετράει, και τι δίνει.

Κι εκείνος τους κατάλαβε σωστά:
δεν είχε τίποτε ν’ αποφασίσει,
η πόρτα που έβλεπε ανοιχτή μπροστά
ήταν η μία και μοναδική.
Ήδη, το μέλλον του ήταν όλο εκεί.
Δεν είχε παρά να τη δρασκελίσει.

2. Η ΠΟΡΤΑ

Στα λόγια μένει πάντοτε ανοιχτή
για όλους: βασιλείς, αστούς ή εργάτες, (περισσότερα…)

Ζώα με ανθρώπινη φωνή


*

του ΘΑΝΟΥ ΚΑΨΑΛΗ

~.~

Δημήτριος Μουζάκης
Συστηματική βιομυθολογία
Εκδόσεις ΑΩ, 2024

Όταν πριν από δύο ή τρία χρόνια, ο συγγραφέας Δημήτρης Μουζάκης είχε θέσει υπ’ όψιν μου ένα προσχέδιο του βιβλίου του, διαβάζοντας τότε τον τίτλο του, είχα υποθέσει ότι πρόκειται για βιβλίο επιστημονικό. Το επίθετο «συστηματική», και το πρώτο συνθετικό του ουσιαστικού, η λέξη «βίος», εκεί οδηγούσαν. Τώρα που το βιβλίο έχει τυπωθεί, και φυσικά το έχω διαβάσει, λογικά θα έπρεπε να έχω καταλήξει στο είδος στο οποίο κατατάσσεται.

Αμ δε! Το βιβλίο είναι αρκούντως ποιητικό –με την αυθαιρεσία, τις εικόνες, τον ρυθμό και τον συμβολισμό της γραφής του– ώστε να χαρακτηριστεί αμιγώς επιστημονικό. Από την άλλη όμως, το ίδιο βιβλίο είναι και αρκούντως επιστημονικό –με τις τεκμηριωμένες πληροφορίες που παρέχει– ώστε να χαρακτηριστεί λογοτεχνικό. Και για να γίνουν τα πράγματα ακόμη πιο μπερδεμένα, η περιγραφική ακρίβειά του σε ό,τι αφορά τη δομή και τη συμπεριφορά των 34 βιολογικών οργανισμών στους οποίους αναφέρεται, θα ωθούσαν ενδεχομένως έναν αναγνώστη να θεωρήσει ότι πρόκειται για βιβλίο, ακραιφνώς, φυσικής ιστορίας. Από την άλλη, η παράλληλη ερμηνεία τους –το πώς δηλαδή προέκυψε αυτή η δομή και συμπεριφορά– θα τον παρότρυναν να το χαρακτηρίσει ως βιβλίο φυσικής φιλοσοφίας…

Αν συνεχίσω το ίδιο τροπάρι, να απαριθμώ δηλαδή τις δυσκολίες μου ως προς την ειδολογική ταξινόμηση της Συστηματικής βιομυθολογίας, θα ενέδρευε ο κίνδυνος να την αδικήσω. Να δημιουργηθεί δηλαδή η εντύπωση ότι πρόκειται για βιβλίο δύστροπο, δύσβατο και ερμητικό. Αντιθέτως, διαβεβαιώνω ότι είναι ένα βιβλίο γοητευτικό που όπως όλα τα ενδιαφέροντα βιβλία παρακινεί τον αναγνώστη να επιβραδύνει την ανάγνωσή του, ώστε να παρατείνει την απόλαυσή του πριν το ολοκληρώσει.

Ότι ο Μουζάκης κατόρθωσε να προσδώσει ενδιαφέρον και χάρη σε ιστορίες που μιλούν για το πιο κοινότοπο φαινόμενο του πλανήτη, είναι κάτι που θέλει τέχνη. Θα έλεγα μάλιστα ότι όπως είναι δύσκολο να αραδιάζει κανείς τα διαφορετικά τάξα της συστηματικής κατάταξης των οργανισμών χωρίς να αποκομίζει ο ακροατής την εντύπωση ότι ο ομιλητής διαβάζει τηλεφωνικό κατάλογο, το ίδιο δύσκολο είναι να κινητοποιήσει ο συγγραφέας το ενδιαφέρον του αναγνώστη, όταν του περιγράφει λεπτομέρειες της φυσιολογίας ή της συμπεριφοράς των οργανισμών αυτών. (περισσότερα…)

Στιγμὲς ἀπὸ τὴ μέρα ἑνὸς φίλιππου

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Τουὶντ σακάκι τριμμένο στοὺς ἀγκῶνες, παντελόνι ὑφασμάτινο μὲ ὑποψία τσάκισης, ἕνα-δυὸ νούμερα παραπάνω, σακουλιασμένο στὸν καβάλο. Τὸ μαλλί του εἶναι τὸ μόνο φροντισμένο σημεῖο πάνω του, μὲ ἐπιμελημένη χωρίστρα στὰ δεξιά, γυαλιστερὸ καὶ φρεσκοβαμμένο. Στο δεξὶ χέρι μεταξὺ δείκτη καὶ μέσου τὸ κίτρινο στίγμα δηλώνει χρόνια καπνίσματος, χρόνια ἀναμονῆς. Εἶναι γύρω στὰ ἑβδομῆντα καὶ δὲν ἔχει καμία σημασία πῶς τὸν λένε. Παραμένει ἕνας φίλιππος, ὅπως καλοῦνται μεταξύ τους οἱ συμπαῖχτες, αὐτὸ ποὺ κοινῶς ὁνομάζεται στὴν πιάτσα ἀλογομούρης. Ἕνας καθημερινὸς παπποῦς, παντρεμένος ἢ μόνος, πλούσιος ἢ φτωχός· τὰ ὑπόλοιπα στοιχεῖα τῆς ταυτότητάς του τὰ ἀγνοῶ. Ξέρω μόνο ἕνα πράγμα: βρίσκεται στὸ πρακτορεῖο τοῦ ΟΠΑΠ στημένος μπροστὰ ἀπὸ τὴν ἀριστερὴ ὀθόνη πρὶν τὸ ταμεῖο καὶ παρακολουθεῖ τὶς ἱπποδρομίες, κρατῶντας στὰ ἀδύνατα χέρια του δελτία.

~.~

Κόσμος μπαίνει καὶ βγαίνει στὸ πρακτορεῖο. Κόσμος μένει στὸ πρακτορεῖο. Εἶναι οἱ θαμῶνες, οἱ τακτικοί, οἱ καθημερινοί, οἱ ὁλοήμεροι. Χαιρετιοῦνται καὶ συζητοῦν τὴν ἐπικαιρότητα καὶ τὴν πολιτικὴ σὰν νὰ εἶναι στὸ καφενεῖο. Ἀνταλλάζουν ἀπόψεις γιὰ ἀποδόσεις, στοιχήματα, πονταρίσματα. Μοιράζονται κυρίως τὴν ἧττα. Διαμαρτύρονται γιὰ τὰ δοκάρια στὸ γήπεδο ἢ τὰ δοκάρια στὸ ΚΙΝΟ καὶ στὴν ψηφιακὴ ρουλέτα ‒ τὴν ἀνάδειξη ἀριθμοῦ ὅμορου πρὸς τὸ ποντάρισμά τους. Ὅταν κερδίζουν ἁπλῶς ἀνακοινώνουν πόσα πήρανε μὲ μιὰν ἀπάθεια ποὺ δηλώνει τὴ ὑπεράνω χρημάτων καὶ κερδῶν θέση τους, ὡς νὰ πρόκειται δηλαδὴ γιὰ κάτι τὸ ἀσήμαντο, τόσο πολὺ ποὺ φαίνεται λὲς καὶ προτιμοῦν νὰ χάνουν. Ἄλλωστε, ἡ γκίνια δημιουργεῖ ἐνσυναίσθηση· ἡ νίκη μόνο ἀνομολόγητο φθόνο.

Παρὰ τὴ δημιουργία τῶν πρακτορείων ΟΠΑΠ play τὰ ὁποῖα μοιάζουν μὲ μικρὰ καζίνο, τὸ συνοικιακὸ πρακτορεῖο ἐπιτελεῖ αὐτὸν τὸν ρόλο καταλυτικὰ ἐπὶ δεκαετίες. Πρόκειται γιὰ τὸ λαϊκὸ καζίνο, τὸ καζίνο τοῦ φτωχοῦ, τόσο πολὺ ποὺ ἡ μικροκοινωνία του μοιάζει πολὺ συχνὰ  νὰ υἱοθετεῖ τὸ decorum τῶν ναῶν τῆς τύχης. Ὑπερταξικότητα, κινητικότητα, ἡλικιακὴ ἀντιπροσωπευτικότητα, πασατέμποι καὶ ἐπαγγελματίες, κυρίως ἄνδρες, ἀλλὰ καὶ γυναῖκες. Ὅλοι μποροῦν νὰ μποῦν στὸ πρακτορεῖο δίχως καμία προκατάληψη, δίχως face control καὶ dress code. Τὸ πέρασμά τους ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἑτεροτοπία μπορεῖ νὰ γίνει ἀθόρυβα. Λίγα εἶναι τὰ καταστήματα ὅπου τὸ κοινωνικό τους συμβόλαιο δὲν ἐπιβάλλει τὸν χαιρετισμὸ πρὸς τοὺς ὑπόλοιπους πελάτες ἢ τὸν καταστηματάρχη κ.ο.κ. Στὸ πρακτορεῖο μπορεῖς ἁπλῶς νὰ μπεῖς, νὰ συμπληρώσεις τὸ δελτίο σου, νὰ προσεγγίσεις τὸ ταμεῖο, νὰ ἀφήσεις τὸ ποσὸ τοῦ πονταρίσματος καὶ νὰ φύγεις μὲ τὸ χαρτάκι δίχως νὰ ἀνταλλάξεις οὔτε μία ματιὰ μὲ τὸν πράκτορα. Δὲν εἶναι ἀεροδρόμιο γιὰ νὰ ἀνακοινώνει κανεὶς τὴν ἄφιξη ἢ τὴν ἀναχώρησή του. (περισσότερα…)

«Κάθε μικρή ή μεγάλη νίκη»

*

ΠΟΤÉ

Πάντα με βρίσκει απροετοίμαστη
κάθε μικρή ή μεγάλη νίκη του ΠΑΟΚ.
Φταίει που στη ζωή μου ήρθαν όλα τούμπα
και του γηπέδου το γαλακτερό φως
θηλάζουν τώρα άγνωστες μικρούλες.

Ποτέ δεν ξέρω τι να περιμένω
αν δηλαδή καίγεται μέσα του
το πάθος κατακόρυφο
ή μια λιμνούλα δάκρυα
μέσα απ’ το πράσινο του τάπητα αναβλύζει.

Τότε θυμάμαι
τον σύζυγο εκείνο στο βιβλίο του Γκοσποντίνοφ
όλα, λέει, τα δοκίμαζε πρώτη φορά
πατρότητα και στρείδια σε μια μέρα.
Σαν τον δικό μου ΠΑΟΚ, τον αποψινό
που, όπως  τα στρείδια, ολοπαίχνιδος
στην ίδια τάξη των Διθύρων* βασιλεύει.

ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ

Το ποίημα γράφτηκε ενώ ακόμη εξελισσόταν το χθεσινό παιχνίδι ανάμεσα στον Ολυμπιακό και τον ΠΑΟΚ.
*Τα στρείδια ανήκουν στην οικογένεια Οστρεΐδες και στην τάξη των Δίθυρων.

*

*

*