*
Ο ΕΜΜΕΣΟΣ ΤΡΟΠΟΣΜου ήταν αντιπαθής Το βράδυ ξαπλωμένος την σκεφτόμουν Μιλούσε για τον πρόσφατο πόλεμο Το ότι ήτανε πόλεμος ούτε λόγος Το θέμα που ασυνείδητα έθετε Φεύγοντας είχε πιει Με τα λευκά χεράκια της στο τιμόνι ΚΩΣΤΑΣ ΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ Επίθετα του πολέμου στην Ιλιάδα: άγριος Ρ 737, αιματόεις Ι 650, Τ 313, αλίαστος Β 797, Υ 31, αργαλέος Η 87, δακρυόεις Ε 737, Θ 388, Π 512, δήιος Δ 281, Ε 117, Η 119, 174, Ρ 189, Τ 73, δυσηλεγής Υ 154, δυσηχής Β 686, Η 376, 395, Λ 524, 590, Ν 535, Σ 307, θρασύς Ζ 254, Κ 28, κακός Α 284, Δ 15, 82, Ν 225, Π 494, λευγαλέος Ν 97, οϊζυρός Γ 112, οκρυόεις Ι 64, ολοός Γ 133, ομοίιος Ι 440, Ν 358, 635, Ο 670, Σ 242, Φ 294, πευκεδανός Κ 8, πολυάιξ Α 165, Υ 328, πολύδακρυς Γ 165, στυγερός Β 385, Δ 240, Ζ 330, Τα 230, φθισήνωρ Β 833, Ι 604, Κ 78, Λ 331Αυτομέδων: ηνίοχος του Αχιλλέωςπερ. ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τχ. 1723, Μάιος 2000 |
Ευρωπαία Ελλάς
*
ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 01:23
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ
Όταν η Ελλάδα εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, σαράντα χρόνια πριν, το 1981, ήταν μια από τις πλουσιότερες χώρες της ηπείρου. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ του Έλληνα (5.422 δολλ.) ήταν ελαφρώς μεγαλύτερο, λ.χ., εκείνου του Ισπανού (5.368 δολλ.) και πολύ μεγαλύτερο του Πορτογάλου (3.297 δολλ.). Σήμερα μας έχουν ξεπεράσει όχι μόνο οι Ίβηρες αλλά και όλες σχεδόν οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που μας έβλεπαν τότε με τα κυάλια, οι Πολωνοί (1.494 δολλ.) ή οι Ούγγροι (2.206 δολλ.). Η «Ευρωπαία Ελλάς» συμπίπτει με σαράντα χρόνια οικονομικής παρακμής και εκποίησης του εθνικού μας πλούτου.
~.~
Το μωρό που όλο σου χαμογελά, η νεαρή καλλονή που κοκκινίζει στο παραμικρό, το αξιαγάπητο γεροντάκι που σε δεξιώνεται, ο ιδεολόγος που με το πάθος του σε παρασύρει, το σκυλί που σου τρίβεται για χάδια. Η αθωότητα μάς συγκινεί γιατί δεν έχει επίγνωση της δύναμής της – όχι επειδή δεν έχει δύναμη. Για κάποιον λόγο, που έχει να κάνει με τις ψυχολογικές μας ανάγκες, την ιδιοτέλεια την θεωρούμε τέτοια μόνο όταν είναι συνειδητή, εμπρόθετη, σκηνοθετημένη από τη βούληση και τις μηχανές της. Όταν είναι «φυσική», όταν απλώς και μόνο μοιάζει πηγαία, παύουμε να τη θεωρούμε απειλητική και δόλια. Τότε, στον αυθορμητισμό ευχαρίστως παραβλέπουμε την ενδιάθετή του ορμή, παραδιδόμαστε οικειοθελώς και ηδονικά στη γοητεία του, μας αφοπλίζει. Σαγήνην βάλλω, το λέγαν οι παλιοί: ρίχνω δίχτυα.
~.~
Καμιά εκατοστή (100!) εκατομμύρια άνθρωποι, υπολογίζουν οι ιστορικοί, πέθαναν (κυριολεκτικά) της πείνας στην αγγλοκρατούμενη Ινδία την περίοδο 1880-1920, στο απόγειο της αποικιοκρατίας. Υπό το βρετανικό στέμμα, λογαριάζει ο μελετητής Robert C. Allen, μέσα σε ενάμιση αιώνα η ακραία φτώχεια εκτινάχθηκε από το 23% στο 50% και το μέσο προσδόκιμο έπεσε στις αρχές του 20ού αιώνα από τα 26,7 στα 21,9 χρόνια.
Οι λιμοί ήταν πάντοτε χρήσιμο όπλο στη φαρέτρα των Άγγλων. Κάπως έτσι, με πράξεις και παραλείψεις, ξεκλήρισαν την Ιρλανδία στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν το νησί από 9 εκατομμύρια απόμεινε με 4. Τότε ήταν που εξαλείφθηκε στην ουσία και η ιρλανδική γλώσσα, με διοικητικές συν τοις άλλοις μεθόδους.
Τα νούμερα έχουν τη σημασία τους, ιδίως κάθε φορά που οι Δυτικοί ανεμίζουν τις Μαύρες Βίβλους με τα (αναμφίλεκτα) εγκλήματα του κομμουνισμού ή του φασισμού. Όλα μαζί τα θύματα του Στάλιν και του Χίτλερ και του Μάο και του Πολ Ποτ, τα άθλα των Εγγλέζων και μόνο στην Ινδία δεν τα συναγωνίζονται. Κάποτε είχε κυκλοφορήσει, και στα ελληνικά νομίζω, μια Μαύρη Βίβλος του Καπιταλισμού. Η σούμα, αν θυμάμαι καλά, ήταν μισό δισεκατομμύριο άνθρωποι.
Δεν είμαι βέβαιος αν πρέπει να επιρριφθεί γενικώς και αορίστως στην κεφαλαιοκρατία ο υπέρογκος αυτός φόρος αίματος, ή στην ανελέητη μηχανή των ευρωπαϊκών αποικιακών αυτοκρατοριών (και των ΗΠΑ, που τις διαδέχθηκε.) Η ουσία δεν αλλάζει: η Ιστορία της Προόδου, όπως το είχε ψυχανεμιστεί καλά ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, είναι ένα αχανές μαυσωλείο.
~.~
ΜΙΑ ΚΑΡΙΕΡΑ
Επαναστάτης άρχισα απ’ τον Ρήγα κι απ’ την ΚΝΕ,
τον ήλιο σήκωνα κι εγώ τον κόσμο να φωτίσει,
μετά έγινα εκσυγχρονιστής με φράγκα και κονέ,
τώρα το Σόι προσκυνώ και υμνολογώ τη Δύση. (περισσότερα…)
Emmanuel Todd, O Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει αρχίσει
*
«Είναι προφανές ότι η σύγκρουση, η οποία ξεκίνησε ως περιορισμένος εδαφικός πόλεμος και κλιμακώθηκε σε καθολική οικονομική αντιπαράθεση μεταξύ ολόκληρης της Δύσης, από τη μία πλευρά, και της Ρωσίας και Κίνας, από την άλλη, έχει πλέον εξελιχθεί σε παγκόσμιο πόλεμο.»
Αποσπάσματα από την πρόσφατη συνέντευξη του προβεβλημένου Γάλλου στοχαστή στον παρισινό Le Figaro.
~.~
Ο Πούτιν έκανε ένα μεγάλο σφάλμα από νωρίς. Τις παραμονές του πολέμου όλοι έβλεπαν την Ουκρανία ως κοινωνία σε αποσύνθεση, ως αποτυχημένο κράτος εν τη γενέσει του. Νομίζω ότι ο υπολογισμός του Κρεμλίνου ήταν ότι μια τέτοια κοινωνία σε αποσύνθεση θα κατέρρεε με το πρώτο σοκ. Αυτό που ανακαλύψαμε, αντιθέτως, είναι ότι μια κοινωνία σε αποσύνθεση, αν τροφοδοτείται από εξωτερικούς οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους, είναι δυνατόν να βρει στον πόλεμο ένα νέο είδος ισορροπίας, ακόμη και μια προοπτική, μιαν ελπίδα.
~.~
Ο Μερσχάιμερ μας λέει ότι η Ουκρανία, της οποίας ο στρατός είχε τεθεί υπό τον έλεγχο του ΝΑΤΟ (Αμερικανών, Βρετανών και Πολωνών αξιωματούχων) τουλάχιστον από το 2014, είναι de facto μέλος της Ατλαντικής Συμμαχίας, και ότι οι Ρώσοι είχαν δηλώσει εξαρχής ότι δεν θα ανεχθούν ποτέ μια Ουκρανία μέλος του ΝΑΤΟ. Από τη δική τους τη σκοπιά, οι Ρώσοι διεξάγουν επομένως έναν πόλεμο αμυντικό και προληπτικό. Ο Μερσχάιμερ προσθέτει ότι δεν έχουμε κανένα λόγο να χαιρόμαστε για τις ενδεχόμενες δυσκολίες των Ρώσων, διότι εφόσον πρόκειται για ζήτημα υπαρξιακό για εκείνους, όσο περισσότερα εμπόδια συναντούν, τόσο πιο σκληρά θα αντιδράσουν. Η ανάλυσή του φαίνεται να ευσταθεί.
Από την άλλη πάλι, ο Μερσχάιμερ, σαν καλός Αμερικανός, υπερεκτιμά τη χώρα του. Θεωρεί ότι, αν για τους Ρώσους ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι υπαρξιακός, για τους Αμερικανούς είναι ουσιαστικά απλώς άλλο ένα παίγνιο ισχύος. Μετά το Βιετνάμ, το Ιράκ και το Αφγανιστάν, τι είναι μια ακόμη πανωλεθρία; Το βασικό αξίωμα της αμερικανικής γεωπολιτικής είναι: Μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε γιατί είμαστε προστατευμένοι, απομονωμένοι ανάμεσα σε δύο ωκεανούς, τίποτα δεν μπορεί να μας συμβεί. Οπότε δεν υπάρχουν ζητήματα υπαρξιακά για την Αμερική.
Πρόκειται για ανάλυση ανεπαρκή, που σήμερα ωθεί τον Μπάιντεν σε αστόχαστες επιλογές. Η Αμερική είναι εύθραυστη. Η αντίσταση της ρωσικής οικονομίας σπρώχνει το αμερικανικό αυτοκρατορικό σύστημα προς τον γκρεμό. Κανείς δεν περίμενε ότι η ρωσική οικονομία θα άντεχε απέναντι στην οικονομική υπεροπλία του ΝΑΤΟ. Πιστεύω ότι ούτε οι ίδιοι οι Ρώσοι το είχαν προβλέψει.
Αν η ρωσική οικονομία, υποστηριζόμενη από την Κίνα, κατορθώσει να αντισταθεί επ’ αόριστον στις κυρώσεις και επιπλέον εξαντλήσει την ευρωπαϊκή οικονομία, ο αμερικανικός νομισματικός και οικονομικός έλεγχος του κόσμου θα καταρρεύσει, και μαζί με αυτόν και η δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να χρηματοδοτούν το τεράστιο εμπορικό τους έλλειμμα χωρίς όρια. Ο πόλεμος έχει γίνει επομένως υπαρξιακός για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όχι λιγότερο από τη Ρωσία, δεν έχουν τη δυνατότητα να αποσυρθούν από τη σύγκρουση, δεν τους επιτρέπεται να υποχωρήσουν. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο βρισκόμαστε τώρα σε έναν πόλεμο ατέρμονο, σε μια αντιπαράθεση της οποίας το αποτέλεσμα θα είναι αναγκαστικά η κατάρρευση του ενός ή του άλλου. (περισσότερα…)
Ευγένιος Αρανίτσης, Νίκος Καρούζος (1926-1990)
*
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
( 1926-1990 )
ο φ ε ι λ ή
Σε όνειρο που έμοιαζε μ’ αλήθεια
συνάντησα το Νίκο ένα βράδυ
και μου ’πε: — Το παρόν είναι συνήθεια,
αλλά το χτες θα γίνει το αλφάδι
γι’ αυτά που ο χρόνος δώρισε στον Άδη.
Η ένταση του πόνου, εδώ στα στήθια,
σημαίνει πως το μέλλον εξαρτάται
απ’ όλα όσα κανείς μας δε θυμάται.
Δε δείχνει ούτε το ναι ούτε το όχι
το βέλος της πυξίδας, το σημάδι
ξεχάστηκε για πάντα και οι στόχοι
συγχέονται σε τούτο το σκοτάδι.
Είν’ άραγε ο κόσμος παρακλάδι
τ’ ονείρου που αναδύεται απ’ τη λόγχη
του τίποτα; Στην άβυσσο που μοιάζει
νεκρή και στείρα βλέπω να πλησιάζει
η μέρα που ο τάφος μου θ’ ανθίσει,
μα η σκιά πάνω στης μνήμης την οθόνη,
σαλεύοντας αργά για να θυμίσει
εκείνο που αγαπώ και που τελειώνει,
μου θέτει ένα αίνιγμα που ακόμη
κι ο θάνατος απέτυχε να λύσει.
Λουλούδια από λέξεις θα τινάξουν
τα πέταλα της σκέψης και θα πιάσουν
το νήμα που τυλίγεται κι αρχίζει
να πλέκει μονοπάτια από μετάξι.
Αλλάζουμε. Μα αυτό που συνεχίζει
να μας κρατάει δέσμιους στην τάξη
των ζώντων και νεκρών είναι η πράξη,
εκείνη που στο αίμα της βαφτίζει
τις άγονες στιγμές, τις πιο τρωτές μου.
Σβήσε το φως του μέλλοντος και πες μου.
Δεν ξέρω αν ήταν ψέμα ή αλήθεια…
Θυμάμαι πως τον είδα έν’ άλλο βράδυ
και του ’πα: — Το παρόν είναι συνήθεια,
σωστά το λες κι ας βρίσκεσαι στον Άδη.
Μα τούτη η σκέψη έχει το ψεγάδι
πως κι αν η αγάπη γράφει παραμύθια
το μίσος θα μας δείχνει άλλους δρόμους
κι οι γάμοι θα σφραγίζονται με φόνους.
Αμέθυστος
*
Απ’ του αφρού το ξάφρισμα αναδύεται η καλή μου
στης Καλλονής τα χώματα που έχουν κάλλος τόσο.
Λευκή κι αυτή, υπέρλαμπρη, σαν άστρο στην αυλή μου,
τα χέρια μου για να διαβεί κιλίμια θα τα στρώσω.
Από την Πόλη φτάνει εδώ, στης αμμουδιάς το κάμα,
γοργόνα γοργοκύματη και ας μοιάζει κουρασμένη.
Ευθύς στον Ταξιάρχη μας θα πορευτούμε αντάμα
κι ας είναι χρόνους περισσούς του Αλέξανδρου ταμένη.
Στολίδι περιλάλητο αιγιακό θα της φορέσω
στο κρινοδάχτυλό της που θυμίζει πεφταστέρι:
μια βέρα από αμέθυστο, τις δυο καρδιές να δέσω,
άλλο από αγάπη και χαρά η μοίρα μη μας φέρει.
Μαζί με την αγάπη μου ο αμέθυστος μας δένει
και είναι η καρδιά ξεμέθυστη στο θάμπος βουτημένη.
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ
*
Πώς οι Aρχαίοι έβλεπαν τον έναστρο ουρανό
Ο Βασίλης Κάλφας ξανά μαζί μας στις «Νύχτες του Ιουλίου 2023» στα Χανιά!
Μετά την μεγάλη επιτυχία που σημείωσε η εκδήλωση «Φιλοσοφικός περίπατος στον Αποκόρωνα» με τον καθηγητή φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Βασίλη Κάλφα, πέρσι, στις 3 Ιουλίου, στην όχθη του ποταμού Κοιλιάρη κοντά στο χωριό Στύλος Αποκορώνου, με θέμα «Για τον Φαίδρο του Πλάτωνα», φέτος ο καθηγητής συμμετέχει και πάλι στις εκδηλώσεις μας με μια πρόταση ακόμα πιο δελεαστική και ενδιαφέρουσα, για την υλοποίηση της οποίας θα απαιτηθεί ένα μικρό ταξίδι με πλοιάριο από το λιμάνι των Χανίων μέχρι την ερημική παραλία Μένιες στην βορειοανατολική άκρη της Χερσονήσου Ροδωπού, διανυκτέρευση μιας βραδιάς κάτω από τα αστέρια και επιστροφή στα Χανιά την επόμενη μέρα. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ο καθηγητής θα αναπτύξει δύο θέματα:
- Πώς οι αρχαίοι έβλεπαν τον έναστρο ουρανό, σε ένα γεωκεντρικό, κλειστό και σφαιρικό σύμπαν. Πώς ο ουρανός χρησίμευε ως πυξίδα, ημερολόγιο και ρολόι.
-
Διήγηση και ανάλυση του πλατωνικού Τίμαιου. Ο Πλάτων στα γεράματα γράφει έναν ιδιότυπο διάλογο, όπου εξιστορεί την δημιουργία ενός τακτικού και έλλογου σύμπαντος από έναν θείο τεχνίτη-δημιουργό. Για πρώτη φορά σε ένα φιλοσοφικό κείμενο προβάλλονται δύο ιδέες που θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στην μεταγενέστερη σκέψη: (α) τα μαθηματικά γίνονται κλειδί για την ερμηνεία του σύμπαντος και (β) ο άνθρωπος θεωρείται μικρογραφία του σύμπαντος, σε μια σχέση μικρόκοσμου και μακρόκοσμου. Ο Τίμαιος είναι το πλατωνικό κείμενο που διαβάστηκε περισσότερο από κάθε άλλο στην ιστορία της φιλοσοφίας.
Το σύγγραμμα του Βασίλη Κάλφα «Η μελέτη του ουρανού» με υπότιτλο «Φιλοσοφία και επιστήμη στην Αρχαία Ελλάδα» κυκλοφορεί ελεύθερα στο διαδίκτυο στη διεύθυνση: https://repository.kallipos.gr/handle/11419/8664…
Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε στο πλήρες πρόγραμμα των εκδηλώσεων «Νύχτες του Ιουλίου 2023» που θα ανακοινωθεί τον Μάρτιο.
Τις εκδηλώσεις Νύχτες του Ιουλίου 2023, Καλοκαίρι στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία, συνδιοργανώνουν η Εταιρεία Θεάτρου ΜΝΗΜΗ και το περιοδικό Νέο Πλανόδιον.
Ένας έρωτας γεννιέται
*
της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ
Αθήνα χειμώνας του 1855. Στο σημερινό όγδοο απόσπασμα, από τα τελευταία κεφάλαια του πρώτου μέρους του βιβλίου μου Η Ελισάβετ της Κρήτης, παρακολουθούμε τα επακόλουθα μιας συνάντησής της με τον νεαρό ζωγράφο Πέτρο Μωραΐτη, τον κύριο συνεργάτη της στη σύνθεση του καλλιτεχνικού λευκώματός της Κλασική Ανθοδέσμη, με την οποία θα συμμετέχει στην Παγκόσμια Έκθεση των Παρισίων.
~.~
Άνοιξε γρήγορα την πόρτα του δωματίου και μπαίνοντας γύρισε αμέσως το κλειδί δυο φορές κι έπεσε στο κρεβάτι.
«Απόψε δεν ήθελα να με ενοχλήσει κανείς, είπε δυνατά, βέβαιη πως δεν την άκουγε κανείς· προτιμώ να μείνω μόνη, να βάλω σε τάξη όσα με έχουν αναστατώσει κι έγιναν η αιτία να απαντήσω προηγουμένως ψυχρά κι απότομα στη «μητέρα» που με ρώτησε: “Πώς πήγε λοιπόν σήμερα η συνεργασία σας με τον Πέτρο, Ελισάβετ; αργήσατε κάπως, μάλλον θα τελειώνετε με την Κλασική Ἀνθοδέσμη σου, γι’ αυτό υποθέτω…”.
»Δεν καταλάβαινα αν τα λόγια της δήλωναν βεβαιότητα, ερώτηση ή έλεγχο και της είπα τυπικά “ο κύριος Μωραΐτης θα ξαναέλθει”. Κι όταν εκείνη με γλυκιά φωνή με κάλεσε στην τραπεζαρία για το δείπνο, εγώ αρνήθηκα, προφασιζόμενη κούραση και χώθηκα εδώ μέσα, χωρίς να την κοιτάξω».
Ένας μικρός θόρυβος που άκουσε απέξω τη φόβισε μήπως υπάρχει κανείς ωτακουστής και αυτόματα άρχισε να μονομιλεί χαμηλόφωνα.
«Ναι, κουρασμένη είμαι, διανοητικά, αλλά νιώθω ανάλαφρη ψυχικά και κυριευμένη από μια πρωτόγνωρη συναισθηματική ευφορία· την πηγή της ήθελα να αναπολήσω· εκείνη τη μαγική στιγμή που έζησα στη Βιβλιοθήκη του αιδεσιμότατου θέλω με τη φαντασία μου να τη ζήσω ξανά και ξανά.
»Δεν θα ανάψω τη λάμπα κι ας βυθίστηκε το δωμάτιο στο σκοτάδι, καλύτερα σκοτεινά, το εξωτερικό φως μού είναι αχρείαστο· από μέσα μου ξεπετάγεται ένα άλλο φως, πιο δυνατό, που φωτίζει ολοκάθαρα το μέλλον μου, ένα μέλλον που θα με λυτρώσει από τη μοναξιά».
Έβαλε το αριστερό χέρι κάτω από το κεφάλι της και αυτόματα με το δεξί κάλυψε τα μάτια της· το σώμα της ακινητοποιήθηκε, αλλά η καρδιά της άρχισε να κτυπά δυνατά και γρήγορα ακολουθώντας τον ταχύ ρυθμό του νου που επαναλάμβανε διαρκώς την τολμηρή σκηνή στη Βιβλιοθήκη κι ένιωσε πάλι τα ανάμεικτα συναισθήματα που της είχε γεννήσει: έκπληξη και ηδονή, αγωνία και φόβο μην προδοθεί η πιο χυμώδης στιγμή της ζωής της, που ενώ επιθυμούσε να παραταθεί, επιβλήθηκε η λογική της και τη διέκοψε απότομα· ακόμη απορεί πώς κατάφερε την κρίσιμη στιγμή να συνέλθει και να φρενάρει την ασυγκράτητη φυσική ορμή τους και να του πει: “πρέπει να είμαστε προσεχτικοί, τουλάχιστον σε τούτον τον χώρο· κάποιο απροειδοποίητο άνοιγμα της πόρτας μπορεί να μας χωρίσει για πάντα”. (περισσότερα…)
Ένας μεγάλος (125 χρόνια από το θάνατο του Αλέξ. Πούσκιν)
*
του ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ
Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση
Ὁ Ποῦσκιν ἀνήκει σ’ ἐκείνους τοὺς μεγαλοφυεῖς δημιουργούς, σ’ ἐκεῖνες τὶς μεγάλες ἱστορικὲς φύσεις πού, ἐνῶ ἐργάζονται γιὰ τὸ παρόν, προετοιμάζουν τὸ μέλλον καὶ ποὺ γι’ αὐτὸ δὲν μποροῦν ν’ ἀνήκουν μονάχα στὸ παρελθόν.
Β. Γ. ΜΠΕΛΙΝΣΚΗ [1]
Κάποια χειμωνιάτικη μέρα τοῦ 1837, μιὰ σφαῖρα χτυποῦσε τὸν Ἀλεξὰντρ Σεργκέγιεβιτς Ποῦσκιν, κατὰ τὴ διάρκεια μιᾶς μονομαχίας. Ὁ ποιητὴς ἔπεφτε πάνω στὸ χιόνι θανάσιμα πληγωμένος. Εἶχε ἀκόμη τὴ δύναμη καὶ τὸ κουράγιο νὰ πυροβολήσει καὶ νὰ τραυματίσει στὸ χέρι τὸν ἀντίπαλό του, τὸ βαρῶνο Ζὼρζ Νταντές, νόθο γιὸ τοῦ πρεσβευτῆ τῆς Ὁλλανδίας, ὅμως ὁ ἴδιος δὲν ἔμελλε νὰ ζήσει περισσότερο ἀπὸ δυὸ μέρες.
Ἀκολούθησε τὴ μοίρα τῶν μεγάλων ρωμαντικῶν τῆς ἐποχῆς του, ποὺ πέθαναν ὅλοι τους νέοι, τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς ἀπὸ βίαιο θάνατο. Ὁ Ποῦσκιν βρίσκουνταν τότε στὸν τριακοστὸν ὄγδοο χρόνο τῆς ζωῆς του.
Ὁ θάνατός του ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ἐχθρότητας μιᾶς ὁλόκληρης τάξης πρὸς τὸ πρόσωπό του –τῆς ἀνώτερης ρωσικῆς τάξης ἐκείνου τοῦ καιροῦ. Ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς ἀνῆκε, βέβαια, σ’ αὐτήν. Ὅμως πάντα του ἔνιωθε τὸν ἑαυτό του διαφορετικὸ ἀπὸ τοὺς κούφιους ἀργόσχολους εὐγενεῖς, καὶ δὲ δίσταζε νὰ τὸ λέει καὶ νὰ τὸ γράφει. Ἡ κοσμικὴ ἀριστοκρατία τῆς Πετρούπολης εἶχε δοκιμάσει, ὄχι μιὰ φορά, τὶς σαΐτες τῆς τσουχτερῆς εἰρωνείας του. Γιὰ τοῦτο καὶ πάντα πίσω ἀπὸ τὰ χαμόγελα καὶ τὰ εὐγενικά της λόγια ὑπῆρχε μιὰ δυνατὴ ἀπέχθεια γι’ αὐτὸν τὸν «ἀποστάτη» τῆς τάξης του.
Ὅταν ὁ Ἀλεξὰντρ Σεργκέγιεβιτς παντρεύτηκε τὴ Νατάλια Γκοντσάροβα τὸ 1831, ὕστερ’ ἀπὸ τρίχρονο ἐρωτικὸ πάθος, τὸ κουτσομπολιὸ πῆρε κι ἔδωσε. Ἡ ἐγγονὴ τοῦ μοσχοβίτη ἐργοστασιάρχη παραῆταν ὄμορφη καὶ φιλάρεσκη κι ἐπιπόλαιη. Πρὶν ἀπὸ τὸ γάμο της εἶχε ζήσει ἀνέμελα, ἀστέρι τῆς κοσμικῆς ζωῆς, τριγυρισμένη ἀδιάκοπα ἀπὸ ἕνα πλατὺ κύκλο θαυμαστῶν. Κι ὕστερ’ ἀπὸ τὴν ἕνωσή της μὲ τὸν ποιητὴ δὲν ἔνιωθε καμιὰ διάθεση ν’ ἀλλάξει αὐτὸ ποὺ τῆς εἶχε γίνει δεύτερη φύση. Συνέχισε τὴν ἴδια ζωή, ποὺ ἔρχουνταν νὰ τήνε διακόψουνε μόνο γιὰ μερικοὺς μῆνες κάθε φορά, οἱ γεννήσεις τῶν τεσσάρων παιδιῶν τους.
Ἡ καλὴ κοινωνία τῆς Πετρούπολης βρῆκε στὸν τρόπο ζωῆς τῆς Νατάλιας τὸ ὅπλο ποὺ θὰ ταπείνωνε καὶ θὰ πλήγωνε τὸν Ποῦσκιν. Ἀρχίσανε νὰ τοῦ στέλνουν ἀνώνυμα γράμματα πληροφορώντας τον πὼς ἡ γυναίκα του τὸν ἀπατᾶ, καὶ περιμένοντας χαιρέκακα νὰ δοῦνε τὶς ἀντιδράσεις του. Τὰ πιὸ πολλὰ γράμματα ἀναφέρανε τ’ ὄνομα τοῦ νεαροῦ Νταντές.
Ἡ ἀντίδραση τοῦ ποιητῆ δὲν ἄργησε νά ’ρθεῖ. Ἦταν ἡ μονομαχία τῆς 27ης τοῦ Γενάρη τοῦ 1837 κι ὁ θάνατός του, στὴν ἀκμὴ τῆς ἡλικίας του καὶ τῆς δημιουργίας του.
Τὸ τέλος τοῦ Ποῦσκιν δὲν ἦταν ἀταίριαστο μὲ τὴν πολυτάραχη ζωή του, τὴ γεμάτη ἔρωτες καὶ ταξίδια, μεθύσια καὶ μονομαχίες, ἐπαναστατικοὺς ἐνθουσιασμοὺς κι ἐξορίες. Ἀπὸ τὴν Πετρούπολη ὣς τὴ Μόσχα κι ἀπὸ τὴν παγωμένη βόρεια Ρωσία ὣς τὶς ἀχτὲς τῆς Μαύρης Θάλασσας ἔσυρε τὴ φλογερή του ψυχὴ ὁ μεγάλος ρωμαντικός. Ἔζησε μὲ τοὺς ἐκλεπτυσμένους εὐγενεῖς τῶν σαλονιῶν, καὶ μὲ τοὺς πρωτόγονους μουζίκους, μὲ τοὺς περήφανους περιπλανώμενους τσιγγάνους καὶ μὲ τοὺς ἰδεολόγους συνωμότες. Στὴν Ὀδησσὸ ἔφτασε ὣς τ’ αὐτιά του ὁ ἀντίλαλος ἀπὸ τὸν ἐνθουσιασμὸ καὶ τὸν πόνο τῆς ξεσηκωμένης Ἑλλάδας ποὺ ἀγωνίζουνταν ἐκεῖνο τὸν καιρὸ τὸν «ὑπὲρ πάντων» ἀγῶνα, κι ἔκαμε νὰ τιναχτεῖ ἀπὸ τὴν πένα του τὸ ποίημα ποὺ ἀρχίζει μὲ τοὺς στίχους: (περισσότερα…)
Ένας άμεσα πολιτικός προσωπικός χώρος
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ
Νικόλας Κουτσοδόντης, Μόνο κανέναν
μη μου φέρεις σπίτι, Θράκα, 2021
Το Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι είναι ένα από τα καλά βιβλία που διάβασα εκπνέοντος του 2022, αν και εκδομένο ένα χρόνο νωρίτερα. Είναι η δεύτερη δουλειά του τριανταπεντάχρονου ποιητή και ήδη από το εισαγωγικό κείμενο —απόσπασμα από το βιβλίο του Άγγλου συγγραφέα John Berger—, που προηγείται της συλλογής, δίνεται το βιωματικό υπόστρωμα του βιβλίου που θα μπορούσαμε να πούμε ότι εντοπίζεται στη φράση: «[Να] παλέψω ενάντια σ’ όλα εκείνα που προκαλεί το γεγονός ότι είμαι ανεπιθύμητος». Το βιβλίο αποτελεί, εκτός των άλλων, μια καταγραφή του στίγματος του ανθρώπου που αισθάνεται περιττός και ανένταχτος, στοιχείο άμεσα αλλά όχι αποκλειστικά σχετιζόμενο με την έκκεντρη σεξουαλικότητα του δημιουργού. Στο βιβλίο εντοπίζουμε παράλληλα και την πολιτική και κοινωνική θέση του ποιητή που καταγράφει κατ’ επίφαση ουδέτερα, στο βάθος όμως βαθιά ειρωνικά την κοινωνική και οικονομική συνθήκη του καιρού μας με όλους τους αποκλεισμούς και τον υφέρποντα ολοκληρωτισμό που αυτή παράγει. Το βιβλίο θα μπορούσε να ενταχθεί στην gay ή queer λογοτεχνία, καθώς παρακολουθούμε όχι μόνο την ερωτική ενηλικίωση του ποιητικού προσώπου στη μοναξιά του δύσκολου έρωτα αλλά και την στρατευμένη θέση απέναντι στην περιθωριοποίηση που υφίσταται η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα. Ας δούμε ένα πρώτο δείγμα:
Ρόμπιν
Δεν ήταν μυστικό ποιος ήταν ο Τιμ Ντρέικ.
Είχανε την πληροφορία πάμπολλα αγόρια.
Δε συνήθιζα παιχνίδια ν’ ανταλλάσσω ή κόμικ
δε συνήθιζα τους φίλους
ούτε κι εκείνο το νεαρό του γαντοφορεμένο χέρι
ύπουλα να πιέζει την κοιλιά μου –
βίαια και όμορφα να με λαχανιάζουν
οι μελαχρινές τούφες στα μάτια του
οι καθαρές γραμμές στους μυς
σκίτσο το σκίτσο να περνάνε το κορμί μου
τρόμο.
Σκούντηξα τη μαμά μου –
μου αρέσει
αυτό το αγόρι μου αρέσει!
Συνέχισε ό,τι έπινε με την παρέα
στο Κεφαλάρι
το βράδυ εκείνο που ήμουν δεκάχρονος
και θέλησα πρώτη φορά κορμί.
Η συλλογή απαρτίζεται από δύο κατηγορίες κειμένων. Πρώτον, κείμενα μιας πρωτοπρόσωπης εξομολόγησης που εστιάζουν στην ερωτική εμπειρία σε στενή συνάφεια με την παρατήρηση ενός ασυνάρτητου κοινωνικού και οικογενειακού περίγυρου. Δεύτερον, ποιήματα που τιτλοφορούνται ως «επισκέψεις»: σκηνικούς μονολόγους υπαρκτών προσώπων, τα περισσότερα εκ των οποίων λειτουργούν ως εμβλήματα στο χώρο της γκέι ή ευρύτερα κινηματικής κουλτούρας. (περισσότερα…)
Ελένη Χαϊμάνη, Το υποκείμενο
*
της ΕΛΕΝΗΣ ΧΑΪΜΑΝΗ
Το υποκείμενο που δημιουργείται εδώ διαφέρει κατάφορα από μια ιστορική στιγμή της καθημερινότητας. Είναι φτιαγμένο μονάχα από ασχημάτιστες εικόνες που το περιγράφουν ή από τις προτάσεις που ο συγγραφέας θα του έθεσε στα χείλη. Δεν έχει παρελθόν, κανένα μέλλον και φορές-φορές ούτε και καμιά εξέλιξη πέρα από τη ζωή του στο χαρτί. Είναι ένα απομονωμένο μετέωρο που περνά τον ορίζοντά σας χωρίς να κατορθώνει να σχηματίσει τη δική του οικογένεια ή αν τη σχηματίσει να μην μπορέσει ποτέ να τη χαρεί. (περισσότερα…)
Κρατώντας ζωντανή την αναπνοή μιας «εξαρχής χαμένης υπόθεσης»
*
της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ
Κυριάκου Μαργαρίτη,
Εννέα, Ίκαρος, 2021
Τι συνιστά ένα μυθιστόρημα; Εκτενής αφήγηση γύρω από έναν συγκεκριμένο μύθο, βεβαίως. Συγκεκριμένη πλοκή, επίσης. Άρτιοι χαρακτήρες, αναγνωρίσιμοι και υφολογικά διακριτοί μεταξύ τους, οπωσδήποτε. Πώς λοιπόν ένα βιβλίο πεντακοσίων σχεδόν σελίδων, όπου η αφήγηση περιστρέφεται μονολογικά γύρω από ένα τοπικά προσδιορισμένο ιδεολογικό (έως και προσωπικό) ζήτημα, όπου οι παγιωμένες αφηγηματολογικές θεωρίες καταρρίπτονται, τα είδη αλλά και τα γένη διαπλέκονται οριακά κατορθώνει να υπηρετήσει επάξια και χωρίς επιφυλάξεις το είδος που αναγράφεται στο εξώφυλλο; Το Εννέα του Κυριάκου Μαργαρίτη επαναφέρει και απαντά ξανά όλα τα ήδη απαντημένα ερωτήματα, κεντρίζοντας συνάμα το αναγνωστικό αισθητήριο – συγκινεί και ανοικειώνει, τέρπει και ενοχλεί.
Πρόκειται προφανώς για ένα λογοτεχνικό αρχιτεκτόνημα το οποίο θεμελιώνεται μεταφυσικά πάνω στον ιερό αριθμό 9. Πολλαπλάσιο του ορθόδοξου ιερού 3, ίδιο με τον αριθμό των μουσών, «υψηλότερο από τους απλούς αριθμούς, ίσως φτάνει να εκφράσει το μυστήριο επαρκώς»,[1] το εννέα «το ακαταμέτρητο» (ό.π., 265) κρατά σαν σφιχτή σταυροβελονιά τα αιωρούμενα επιμέρους στοιχεία του έργου. Ο αφηγητής συγγραφέας βρίσκεται στο παράκτιο Φλίτγουντ της Αγγλίας όπου στο μπαρ του ξενοδοχείου “Σαβόι” θα συναντηθεί νοερά με τον νεκρό δήμιο Χάρι Αλεν, τον “εκτελεστή” του Στέμματος στην Λευκωσία κατά τον απελευθερωτικό αγώνα 1955-1959. Ο Άλεν είναι ο άνθρωπος πίσω από την αγχόνη των εννέα αγωνιστών που άφησαν την τελευταία τους πνοή κάτω από το ικρίωμα και τη θηλιά: «Τη αυτή ημέρα, ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου, ο νεκρός στο Σαβόι, στην πρώτη αποστολή του στην Κύπρο, μετά την προαγωγή του σε αρχιδήμιο, κρέμασε τον Μιχαλάκη Καραολή και τον Ανδρέα Δημητρίου, πρώτους από εννέα παιδιά. Η ανάσα τους είναι παντού πάνω του. Τη θέλω πίσω. Ολόκληρη» (ό.π., 79). Με μόνιμη υπόκρουση το «Hotel California», σε μια λούπα η οποία κάθε φορά ενορχηστρώνεται διαφορετικά, ο αφηγητής περιδιαβαίνει ολόκληρη την ιστορία της Κύπρου, συνθέτοντας έτσι, εν έτει 2021, το συναξάρι των εννέα κρεμασμένων παιδιών (ό.π., 21):[2] (περισσότερα…)
Για τον Πιερ Σουλάζ: Γενέθλιο εγκώμιο
*
του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ
Αρκετά καχύποπτος με την αφηρημένη ζωγραφική επισκέφτηκα θυμάμαι τον χειμώνα του 2019 το Centre Pombidou στο Παρίσι. Χωρίς να ’μαι κάνας ειδικός στα εικαστικά, η τάση των ζωγράφων της αφαίρεσης να εξοβελίζουν τον άνθρωπο από τους καμβάδες τους, να αποδιώχνουν οποιαδήποτε αναφορά σε εγκόσμια, άρα και αναγνωρίσιμα αντικείμενα στερούσε, σκεφτόμουν, από το έργο τέχνης τη δυνατότητά του να αφηγείται, να μιλάει ‒ και τι να το κάνεις ένα έργο που δεν μιλάει; Χαρούμενος που συγκροτούσα σιγά-σιγά την υποκειμενικότητα του γούστου μου, κατέληγα, όχι χωρίς κομπορρημοσύνη, ότι οι ζωγράφοι της αφαίρεσης δεν ήταν παρά ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα καλλιτεχνικού τσαρλατανισμού: ισχυροί παίχτες της συγκυρίας με έντονα ναρκισσιστικά συμπλέγματα, στόχευαν με τις φορμαλιστικές τους ασκήσεις ―φορμαλιστικές γιατί το περιεχόμενο δεν τους πολυένοιαζε―, να παράγουν έργα προκλητικά καινοτόμα νομίζοντας ότι έτσι, μέσα από την πρωτοτυπία, διαφοροποιούνται από παλαιότερους ζωγράφους εδραιώνοντας τους ίδιους, δηλαδή τους εαυτούς τους, ως το κυρίαρχο παράδειγμα στην αγορά της τέχνης ‒ μια αγορά γύρω από την οποία, σημειωτέoν, παίζονται εκατομμύρια. Η μπίζνα, κοινώς, ήταν μεγάλη.
Έχοντας προκαθορίσει λοιπόν τη στάση μου περνούσα θυμάμαι την είσοδο των μόνιμων συλλογών του Centre Pombidou ‒ περιπλανιόμουν γρήγορα, βιαστικά, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον, έσερνα το βλέμμα δω κι εκεί, ανάμεσα σε πίνακες μεγάλων διαστάσεων με ευθείες γραμμές, παχιά χρώματα, ή και τίποτα· και όταν λέω τίποτα εννοώ τίποτα: μονοχρωματικοί καμβάδες, χωρίς τίτλο, που ο θεατής δεν έβλεπε παρά ένα μονάχα χρώμα να καλύπτει σύνολη την πλαστική επιφάνεια. Μπροστά στα εκθέματα κοντοστεκόμουν μόνο για να τα περιγελάσω ‒ είχα καταλήξει ότι η σύγχρονη τέχνη δεν με αφορά.
Αποφασισμένος ότι έφτασε η ώρα για να φύγω το μάτι μου πέφτει ξαφνικά σε ένα πίνακα ύψους τρεισήμισι και κάτι μέτρων, ολόμαυρο, με λεπτές άσπρες, σχεδόν αδιόρατες, γραμμές να τον τέμνουν κάθετα και οριζόντια ‒ στην καθετότητά τους οι γραμμές αυτές δημιουργούσαν παράλληλα επίπεδα, σαν στοιβαγμένα πάνελ, η χωροταξική οργάνωση των οποίων ήταν ακανόνιστη. Αυτοστιγμεί η προσοχή μου δεσμεύτηκε πάνω στο έργο. Πλησίασα για να διαβάσω τη λεζάντα: Pierre Soulages, Peinture 324×362 cm, 1985. Polyptyque C, Huile sur toile. Απομακρύνθηκα ξανά, ανακουφισμένος ότι διάβασα μόνο τον τίτλο και όχι καμμιά φλύαρη περιγραφή. Και αυτό γιατί εκείνο που αμέσως ένιωσα ήταν ότι μπρος σ’ αυτόν τον πίνακα δεν είχα ανάγκη τον λόγο ‒ ήθελα να απομείνω μόνος, εγώ και το έργο. Αδιαμεσολάβητα ‒ χωρίς γνώση, χωρίς παιδεία. Και άρχισα να παίζω: κρατούσα απόσταση, ζύγωνα κοντύτερα, άλλαζα οπτική γωνία, πήγαινα δεξιά-αριστερά, μπρος-πίσω, πέρα-δώθε ‒ εκείνο που συνέβαινε ήταν συναρπαστικό: όπου κι αν ήμουν ο πίνακας με ακολουθούσε, άλλαζε όψη μαζί με μένα: το μαύρο ξεθώριαζε, έφερνε σε γκρίζο, άλλοτε πάλι πύκνωνε ‒ μαύρο βαθύ, αδιαπέραστο· οι άσπρες, αδιαφανείς μέχρι πρότινος γραμμές, γίνονταν πιο άσπρες, πιο φωτεινές, άλλοτε χάνονταν τελείως, βούλιαζαν μέσα στο σκοτάδι· στις μαύρες μικροεπιφάνειες, στα στοιβαγμένα πάνελ, αν απομακρυνόσουν διέκρινες επιπλέον μαύρους τόνους, διαφορετικά επίπεδα, διαφορετικές παραλλαγές σκοτεινών αποχρώσεων ‒ ενώ, αν πλησίαζες, οι τόνοι και οι αποχρώσεις εξαφανίζονταν, γίνονταν σύνολα ομοιογενή, αδιαφοροποίητα, ξεχώριζες ωστόσο τις τραχείς πινελιές του ζωγράφου, την ένταση με την οποία το χέρι πιέζει το πινέλο πάνω στον μουσαμά, διέκρινες ακόμη μερικές μικροσκοπικές ίνες, ελάχιστες μπιλίτσες που ’φέρναν στον νου τα λίγα εκείνα άστρα που κοσμούν μια νύχτα νεφελώδη. Ο πίνακας, με άλλα λόγια, με προϋπέθετε, προϋπέθετε εμένα, το σώμα μου ‒ ο πίνακας γινόταν εγώ. Και εκείνο που διανοιγόταν μπροστά μου δεν ήταν μια πραγματικότητα που εξαντλείται στις δύο διαστάσεις του καμβά, αλλά ένα πεδίο απεριόριστο: πολλαπλά επίπεδα και πολλαπλές αποχρώσεις προερχόμενες από ένα και μόνο χρώμα, το μαύρο, ένα μαύρο που ασκούσε τη βαρυτική του έλξη στις άσπρες γραμμές ρουφώντας τες στον πυρήνα του, και, ανάλογα με τη στάση του σώματός μου, τη θέση που καταλάμβανα στον χώρο, το φως κατανεμόταν με τέτοιο τρόπο, ώστε ο πίνακας να αλλάζει ακατάπαυστα μορφή ‒ το μαύρο επομένως είχε ρυθμό, ρυθμό, ένταση και βάρος. Μπαίνω στον πειρασμό να πω: το μαύρο είχε ζωή. (περισσότερα…)










