Για τον Πιερ Σουλάζ: Γενέθλιο εγκώμιο

* 

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Αρκετά καχύποπτος με την αφηρημένη ζωγραφική επισκέφτηκα θυμάμαι τον χειμώνα του 2019 το Centre Pombidou στο Παρίσι. Χωρίς να ’μαι κάνας ειδικός στα εικαστικά, η τάση των ζωγράφων της αφαίρεσης να εξοβελίζουν τον άνθρωπο από τους καμβάδες τους, να αποδιώχνουν οποιαδήποτε αναφορά σε εγκόσμια, άρα και αναγνωρίσιμα αντικείμενα στερούσε, σκεφτόμουν, από το έργο τέχνης τη δυνατότητά του να αφηγείται, να μιλάει ‒ και τι να το κάνεις ένα έργο που δεν μιλάει; Χαρούμενος που συγκροτούσα σιγά-σιγά την υποκειμενικότητα του γούστου μου, κατέληγα, όχι χωρίς κομπορρημοσύνη, ότι οι ζωγράφοι της αφαίρεσης δεν ήταν παρά ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα καλλιτεχνικού τσαρλατανισμού: ισχυροί παίχτες της συγκυρίας με έντονα ναρκισσιστικά συμπλέγματα, στόχευαν με τις φορμαλιστικές τους ασκήσεις ―φορμαλιστικές γιατί το περιεχόμενο δεν τους πολυένοιαζε―, να παράγουν έργα προκλητικά καινοτόμα νομίζοντας ότι έτσι, μέσα από την πρωτοτυπία, διαφοροποιούνται από παλαιότερους ζωγράφους εδραιώνοντας τους ίδιους, δηλαδή τους εαυτούς τους, ως το κυρίαρχο παράδειγμα στην αγορά της τέχνης ‒ μια αγορά γύρω από την οποία, σημειωτέoν, παίζονται εκατομμύρια. Η μπίζνα, κοινώς, ήταν μεγάλη.

Έχοντας προκαθορίσει λοιπόν τη στάση μου περνούσα θυμάμαι την είσοδο των μόνιμων συλλογών του Centre Pombidou ‒ περιπλανιόμουν γρήγορα, βιαστικά, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον, έσερνα το βλέμμα δω κι εκεί, ανάμεσα σε πίνακες μεγάλων διαστάσεων με ευθείες γραμμές, παχιά χρώματα, ή και τίποτα· και όταν λέω τίποτα εννοώ τίποτα: μονοχρωματικοί καμβάδες, χωρίς τίτλο, που ο θεατής δεν έβλεπε παρά ένα μονάχα χρώμα να καλύπτει σύνολη την πλαστική επιφάνεια. Μπροστά στα εκθέματα κοντοστεκόμουν μόνο για να τα περιγελάσω ‒ είχα καταλήξει ότι η σύγχρονη τέχνη δεν με αφορά.

Αποφασισμένος ότι έφτασε η ώρα για να φύγω το μάτι μου πέφτει ξαφνικά σε ένα πίνακα ύψους τρεισήμισι και κάτι μέτρων, ολόμαυρο, με λεπτές άσπρες, σχεδόν αδιόρατες, γραμμές να τον τέμνουν κάθετα και οριζόντια ‒ στην καθετότητά τους οι γραμμές  αυτές δημιουργούσαν παράλληλα επίπεδα, σαν στοιβαγμένα πάνελ, η χωροταξική οργάνωση των οποίων ήταν ακανόνιστη. Αυτοστιγμεί η προσοχή μου δεσμεύτηκε πάνω στο έργο. Πλησίασα για να διαβάσω τη λεζάντα: Pierre Soulages, Peinture 324×362 cm, 1985. Polyptyque C, Huile sur toile. Απομακρύνθηκα ξανά, ανακουφισμένος ότι διάβασα μόνο τον τίτλο και όχι καμμιά φλύαρη περιγραφή. Και αυτό γιατί εκείνο που αμέσως ένιωσα ήταν ότι μπρος σ’ αυτόν τον πίνακα δεν είχα ανάγκη τον λόγο ‒ ήθελα να απομείνω μόνος, εγώ και το έργο. Αδιαμεσολάβητα ‒ χωρίς γνώση, χωρίς παιδεία. Και άρχισα να παίζω: κρατούσα απόσταση, ζύγωνα κοντύτερα, άλλαζα οπτική γωνία, πήγαινα δεξιά-αριστερά, μπρος-πίσω, πέρα-δώθε ‒  εκείνο που συνέβαινε ήταν συναρπαστικό: όπου κι αν ήμουν ο πίνακας με ακολουθούσε, άλλαζε όψη μαζί με μένα: το μαύρο ξεθώριαζε, έφερνε σε γκρίζο, άλλοτε πάλι πύκνωνε ‒ μαύρο βαθύ, αδιαπέραστο· οι άσπρες, αδιαφανείς μέχρι πρότινος γραμμές, γίνονταν πιο άσπρες, πιο φωτεινές, άλλοτε χάνονταν τελείως, βούλιαζαν μέσα στο σκοτάδι· στις μαύρες μικροεπιφάνειες, στα στοιβαγμένα πάνελ, αν απομακρυνόσουν διέκρινες επιπλέον μαύρους τόνους, διαφορετικά επίπεδα, διαφορετικές παραλλαγές σκοτεινών αποχρώσεων ‒ ενώ, αν πλησίαζες, οι τόνοι και οι αποχρώσεις εξαφανίζονταν, γίνονταν σύνολα ομοιογενή, αδιαφοροποίητα, ξεχώριζες ωστόσο τις τραχείς πινελιές του ζωγράφου, την ένταση με την οποία το χέρι πιέζει το πινέλο πάνω στον μουσαμά, διέκρινες ακόμη μερικές μικροσκοπικές ίνες, ελάχιστες μπιλίτσες που ’φέρναν στον νου τα λίγα εκείνα άστρα που κοσμούν μια νύχτα νεφελώδη. Ο πίνακας, με άλλα λόγια, με προϋπέθετε, προϋπέθετε εμένα, το σώμα μου ‒ ο πίνακας γινόταν εγώ. Και εκείνο που διανοιγόταν μπροστά μου δεν ήταν μια πραγματικότητα που εξαντλείται στις δύο διαστάσεις του καμβά, αλλά ένα πεδίο απεριόριστο: πολλαπλά επίπεδα και πολλαπλές αποχρώσεις προερχόμενες από ένα και μόνο χρώμα, το μαύρο, ένα μαύρο που ασκούσε τη βαρυτική του έλξη στις άσπρες γραμμές ρουφώντας τες στον πυρήνα του, και, ανάλογα με τη στάση του σώματός μου, τη θέση που καταλάμβανα στον χώρο, το φως κατανεμόταν με τέτοιο τρόπο, ώστε ο πίνακας να αλλάζει ακατάπαυστα μορφή ‒ το μαύρο επομένως είχε ρυθμό, ρυθμό, ένταση και βάρος. Μπαίνω στον πειρασμό να πω: το μαύρο είχε ζωή. (περισσότερα…)

Immanuel Kant, Τέχνη και ιδιοφυΐα

A1463-Web-Immanuel-Kants-philosophy-of-architecture

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

~.~

Σε ένα έργο των καλών τεχνών πρέπει να έχομε συνείδηση ότι είναι τέχνη και όχι φύση· και όμως θα πρέπει η σκοπιμότητα στη μορφή του να φαίνεται τόσο ελεύθερη από κάθε καταναγκασμό αυθαίρετων κανόνων ως εάν ήταν προϊόν μονάχα της φύσης.

~ . ~

Η φύση ήταν ωραία, όταν φαινόταν συγχρόνως σαν τέχνη· και η τέχνη μπορεί να ονομασθεί ωραία μόνον αν έχομε συνείδηση ότι είναι τέχνη και εν τούτοις μας φαίνεται σαν φύση.

~ . ~

Οι καλές τέχνες είναι τέχνες της ιδιοφυΐας.

~ . ~

Ιδιοφυΐα είναι το τάλαντο (το φυσικό χάρισμα) που παρέχει τον κανόνα στην τέχνη. Επειδή το ίδιο το τάλαντο, ως έμφυτη δημιουργική ικανότητα του καλλιτέχνη, ανήκει στη φύση, θα μπορούσαμε επίσης να εκφρασθούμε με τον ακόλουθο τρόπο: Ιδιοφυΐα είναι η έμφυτη πνευματική καταβολή (ingenium), μέσω της οποίας η φύση παρέχει τον κανόνα στην τέχνη.

~ . ~

Καθένας συμφωνεί σε τούτο, ότι η ιδιοφυΐα είναι εντελώς αντίθετη στο πνεύμα της μιμήσεως. Καθώς όμως η μάθηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά μίμηση, γι’ αυτό δεν μπορεί ούτε η μεγαλύτερη προδιάθεση ή έφεση (ικανότητα) για μάθηση ως τέτοια να θεωρείται ιδιοφυΐα. Για τούτο μπορεί κάποιος να μάθει πολύ καλά όλα όσα εξέθεσε ο Νεύτων στο αθάνατο έργο του, τις Αρχές της φυσικής φιλοσοφίας, όσο κι αν χρειαζόταν ένας μεγάλος νους για να ανακαλύψει κάτι τέτοιο· όμως δεν μπορεί κανείς να μάθει να γράφει σπουδαία ποίηση, όσο διεξοδικές και αν είναι όλες οι οδηγίες για την ποίηση και όσο έξοχα και αν είναι τα πρότυπά της. Η αιτία είναι ότι ο Νεύτων θα μπορούσε να παρουσιάσει όχι μονάχα στον εαυτό του αλλά και σε κάθε άλλον τελείως εποπτικά και με διαυγή τρόπο, ώστε να τον παρακολουθούν, όλα τα βήματά του που έπρεπε να κάμει από τα πρώτα στοιχεία της Γεωμετρίας μέχρι τις μεγάλες και βαθειές ανακαλύψεις του· αλλά κανένας Όμηρος ή Βήλαντ δεν μπορεί να δείξει πώς φανερώνονται στο κεφάλι του οι ευφάνταστες, συνάμα όμως και βαθυστόχαστες ιδέες του, επειδή δεν το γνωρίζει ούτε ο ίδιος και για τούτο δεν μπορεί να το διδάξει ούτε στους άλλους.

~ . ~

Οι ιδέες του καλλιτέχνη διεγείρουν παρόμοιες ιδέες του μαθητή του, όταν η φύση τον έχει προικίσει με παρόμοια αναλογία πνευματικών δυνάμεων. Τα πρότυπα των καλών τεχνών είναι συνεπώς τα μόνα καθοδηγητικά μέσα, ώστε να τις παραδώσομε στους μεταγενεστέρους. (περισσότερα…)

Immanuel Kant, Ομορφιά και τέχνη

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

~.~

Η νύχτα είναι υψηλή, η μέρα ωραία.

~.~

Ο νους είναι υψηλός, η ευστροφία ωραία. Η τόλμη είναι υψηλή και μεγάλη, η πονηρία μικρή αλλά ωραία. Η προσοχή, είπε ο Κρόμγουελ, είναι η αρετή του ηγέτη. Η φιλαλήθεια και η ειλικρίνεια είναι απλοϊκή και ευγενής, ο αστεϊσμός και το ευγενικό κομπλιμέντο είναι λεπτά και ωραία. Η ευπρέπεια είναι η ομορφιά της αρετής. Ο ανιδιοτελής ζήλος στην υπηρεσία είναι ευγενής, η ευταξία και η ευγένεια είναι ωραίες. Οι υψηλές ιδιότητες εμπνέουν σεβασμό αλλά οι ωραίες αγάπη. Οι άνθρωποι που το αίσθημά τους στρέφεται κυρίως προς το κάλλος, αναζητούν τους ειλικρινείς, σταθερούς και σοβαρούς φίλους τους, μόνο στην ανάγκη· αλλά για την παρέα διαλέγουν εκείνον τον αστείο, ευπρεπή και ευγενικό που είναι κατάλληλος για τη συντροφιά. Κάποιους τους εκτιμούμε τόσο πολύ, ώστε μόλις που μπορούμε να τους αγαπήσομε. Εμπνέουν θαυμασμό αλλά είναι τόσο πολύ ανώτεροί μας, ώστε να μην τολμούμε να τους προσεγγίσομε με την οικειότητα της αγάπης.

~.~

Τα υψηλά αισθήματα στα οποία αίρεται καμιά φορά η συνομιλία σε μια συντροφιά υψηλού επιπέδου, πρέπει να διαλύονται ενδιάμεσα σε εύθυμα αστεία, και οι χαρές και τα γέλια πρέπει να σχηματίζουν με τη συγκινημένη και σοβαρή έκφραση μιαν ωραία αντίθεση που εναλλάσσει αβίαστα τα δύο αυτά είδη των αισθημάτων. Η φιλία χαρακτηρίζεται κυρίως από το γνώρισμα του υψηλού, ενώ ο γενετήσιος έρωτας από εκείνο του ωραίου. Ωστόσο, η τρυφερότητα και ο βαθύς σεβασμός προσδίδουν στον έρωτα μιαν ορισμένη αξιοπρέπεια και ένα ύψος, ενώ τα γοητευτικά αστεία και η οικειότητα εξυψώνουν στο αίσθημα τούτο το χρώμα του ωραίου. Η τραγωδία διακρίνεται από την κωμωδία ιδίως κατά τούτο: στην τραγωδία συγκινείται το αίσθημα για το υψηλό, στην κωμωδία για το ωραίο. Στην πρώτη φανερώνονται η μεγαλόψυχη θυσία για το καλό των άλλων, η τολμηρή αποφασιστικότητα στους κινδύνους και η δοκιμασμένη πίστη. Εδώ η αγάπη είναι μελαγχολική, τρυφερή και γεμάτη σεβασμό· η δυστυχία των άλλων προκαλεί αισθήματα συμπάθειας στο στήθος του θεατή και κάνει τη μεγαλόψυχη καρδιά του να χτυπά για τη δυστυχία του ξένου. Συγκινείται τρυφερά και συναισθάνεται την αξιοπρέπεια της δικής του φύσης. Αντιθέτως, η κωμωδία παρουσιάζει λεπτές μηχανορραφίες, παράξενες περιπλοκές και επιτήδειους που καταφέρνουν να ξεγλιστρήσουν, χαζούς που εξαπατώνται, ανέκδοτα και γελοίους χαρακτήρες. Εδώ η αγάπη δεν είναι τόσο κατηφής, αλλά εύθυμη και οικεία. Εν τούτοις, όπως σε άλλες περιπτώσεις έτσι και σε αυτές, μπορεί το ευγενές να συνδυασθεί σε κάποιο βαθμό με το ωραίο.

~.~

Ευχάριστο ονομάζει κανείς ό,τι τον ικανοποιεί· ωραίο ό,τι απλώς του αρέσει· καλό ό,τι εκτιμάται, εγκρίνεται, δηλαδή σε ό,τι θέτομε μιαν αντικειμενική αξία.

~.~

Καλαισθησία είναι η ικανότητα κρίσεως ενός αντικειμένου βάσει μιας αρέσκειας ή απαρέσκειας χωρίς κανένα συμφέρον. Το αντικείμενο μιας τέτοιας αρέσκειας λέγεται ωραίο.

~.~

Ωραίο είναι εκείνο που αρέσει κατά την αποτίμησή του και μόνο (άρα όχι μέσω της εντυπώσεως των αισθήσεων σύμφωνα με μιαν έννοια της διάνοιας). Από τούτα συνάγεται αφ’ εαυτού ότι θα πρέπει να αρέσει χωρίς οποιοδήποτε συμφέρον. (περισσότερα…)

Günther Anders, Η απαρχαίωση των μηχανών

*

Εισαγωγή-Μετάφραση ΗΛΙΑΣ ΑΛΕΒΙΖΟΣ

Γεννημένος το 1902 στο Μπρέσλαου της τότε Γερμανικής Αυτοκρατορίας (στη σημερινή Πολωνία), ο Günther Anders ανήκε σε εκείνη την εύρωστη, κυρίως γερμανόφωνη, εβραϊκή διασπορά από τα σπλάχνα της οποίας βγήκε κάποτε μια ολόκληρη σειρά σπουδαίων στοχαστών. Αλλά και η ζωή του ακολούθησε μια μοίρα κοινή με αυτή πολλών Εβραίων διανοουμένων της Ευρώπης. Κατά τα προπολεμικά χρόνια, υπήρξε αρχικά μαθητής του Χούσσερλ, υπό την επίβλεψη του οποίου εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή, και κατόπιν του Χάιντεγγερ. Λόγω της αντισημιτικής υστερίας και του πολέμου, κατέφυγε αρχικά στη Γαλλία και τελικά στις Η.Π.Α. Μετά το τέλος του πολέμου, επέστρεψε στην Ευρώπη· όχι στη Γερμανία (όπου «δεν ήθελε να ξαναπατήσει το πόδι του»), αλλά στην Αυστρία, όπου πέρα από το φιλοσοφικό του έργο, ενεπλάκη και ως ακτιβιστής στα κινήματα κατά της πυρηνικής ενέργειας.

Ο Άντερς αποτελεί περίπτωση ενός μάλλον παραγνωρισμένου στοχαστή του οποίου τα έργα ακόμα δεν έχουν τύχει κάποιας συστηματικής μετάφρασης, ούτε καν στα αγγλικά  – αν και κυκλοφορεί μια «ανεπίσημη» μετάφραση του βασικού του έργου στα αγγλικά, αλλά από δεύτερο χέρι, μάλλον από τα ισπανικά. Δύο είναι οι φιλοσοφικές παραδόσεις από τις οποίες κυρίως αντλεί: από τη μία είναι η φαινομενολογία των δασκάλων του, Χούσσερλ και Χάιντεγγερ· από την άλλη ένας κριτικός μαρξισμός, του είδους εκείνου που ανέπτυξε η σχολή της Φρανκφούρτης. Ωστόσο, σε προσωπικό επίπεδο, οι σχέσεις του με εκπροσώπους και των δύο αυτών παραδόσεων δεν υπήρξαν πάντοτε ανέφελες. Ειδικά στην περίπτωση του Heidegger, ο Άντερς δεν φάνηκε ποτέ αρκετά «μεγάθυμος» απέναντί του ώστε να του συγχωρέσει την εμπλοκή του με τη ναζιστική μηχανή. Όσον αφορά στη σχολή της Φρανκφούρτης, οι συγγένειες δεν ήταν μόνο θεωρητικές. Ο Anders ήταν ξάδερφος εκείνου του «περιφερειακού» μέλους της σχολής, του Βάλτερ Μπένγιαμιν· αλλά είχε επαφές και με τα υπόλοιπα μέλη κατά τη διαμονή όλων στις Η.Π.Α. Παρ’ όλα αυτά, δεν δίστασε να φανεί επικριτικός κατά του Αντόρνο για αυτό που ο ίδιος αντιλαμβανόταν ως απροθυμία του τελευταίου για μια πιο άμεση εμπλοκή στα πολιτικά τεκταινόμενα της μεταπολεμικής Ευρώπης. Κι ο Αντόρνο με τη σειρά του, στα προπολεμικά χρόνια, είχε απορρίψει τη διατριβή επί υφηγεσία (Habilitationsschrift στα γερμανικά) που είχε υποβάλει ο Άντερς – μια απόρριψη που, για τα δεδομένα του γερμανικού πανεπιστημίου, μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες, εφόσον αυτή η διατριβή αποτελούσε σχεδόν προαπαιτούμενο για μια ακαδημαϊκή καριέρα. Κατά ειρωνικό τρόπο, παρόμοιες περιπέτειες είχε και ο ξάδερφός του, ο Μπένγιαμιν, με τη δική του διατριβή, κάτι που του στοίχισε μια μόνιμη βιοποριστική αγωνία.

Εν πάση περιπτώσει, το βασικό του, δίτομο έργο Die Antiquiertheit des Menschen (Η απαρχαίωση του ανθρώπου), από το οποίο εδώ μεταφράζουμε ένα δοκίμιο, μπορεί να περιγραφεί συμπυκνωμένα ως εξής: μια προέκταση κι επεξεργασία των παρατηρήσεων του Μαρξ γύρω από την τεχνολογία, ιδωμένων μέσα από το πρίσμα των αναλύσεων του κριτικού μαρξισμού περί «ορθολογικότητας» (όπως αυτών στη Διαλεκτική του διαφωτισμού των Αντόρνο και Χορκχάιμερ και στην Έκλειψη του Λόγου του Χορκχάιμερ) και χρωματισμένων με τις υπαρξιστικές διαστάσεις μιας χαϊντεγγεριανής φιλοσοφίας. Όπως ο ίδιος το έθετε, φιλοδοξία του ήταν να αναπτύξει μια «φιλοσοφική ανθρωπολογία στην εποχή της τεχνοκρατίας». Η χρονολογία συγγραφής ορισμένων δοκιμίων αυτού του έργου ανάγεται ήδη στις δεκαετίες του 1950 και 1960· γεγονός που καθιστά τον Άντερς έναν από τους πρωτοπόρους στην προσπάθεια συστηματικής διερεύνησης των «επιπτώσεων της τεχνολογίας» (με την εξαίρεση της ιδιαίτερης περίπτωσης του Λούις Μάμφορντ, οι προηγούμενες τέτοιες απόπειρες, όπως του Χάιντεγγερ, ήταν πιο αποσπασματικές, ενώ κάποιες άλλες, όπως αυτές της σχολής της Φρανκφούρτης ή και του Κώστα Παπαϊωάννου, κινούνταν περισσότερο στη γραμμή μιας κριτικής του θετικισμού ως ιδεολογίας – κοσμοαντίληψης κι όχι τόσο ως εφαρμοσμένης τεχνικής). Αυτές οι χρονολογίες δεν είναι τυχαίες βέβαια. Ήταν ακριβώς η συνειδητοποίηση των καταστροφικών δυνατοτήτων των ατομικών όπλων που «ανάγκασε» ορισμένους διανοούμενους (κι όχι μόνο) να σκεφτούν εξ αρχής κι από μηδενική βάση τις σχέσεις των ανθρωπίνων κοινωνιών – και ειδικότερα των πιο «προηγμένων» – με τα τεχνολογικά επιτεύγματά τους. Κι ο Άντερς ήταν μία από τις πρώτες τέτοιες περιπτώσεις διανοουμένων (μια άλλη ήταν και ο Ζάκ Ελλύλ με το έργο του Η τεχνολογική κοινωνία, του 1964).

(περισσότερα…)

Τύμπανα

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Τα τύμπανα χτυπούσαν από τα χαράματα. Το παρελθόν ήταν βιωμένο, το μέλλον προδιαγεγραμμένο και η αιωνιότητα ήταν τώρα.

Εδώ τα δάκρυα των καιρών, τα δάκρυα των πραγμάτων.

Κι όσοι καταλάβαιναν, όσοι πασκίζαν να μας ξυπνήσουν, άλλος εδώ, άλλος εκεί. Άλλοι πνίγονταν μέσα στο νερό, για να γλιτώσουν. Κι όσοι είχαν πέσει δεν ξανασηκώνονταν.

Ένα αστραφτερό λαμπύρισμα από δόρατα, ακόντια, ξίφη, αισθανόσουν τον θάνατο να αντανακλάται στο γυαλιστερό καθρέφτισμα των σπαθιών, ανάμεσα στις οιμωγές των γερόντων και τις κατάρες των γυναικών — το ανεύθυνο της ζωής και της μοίρας. Ένας που κράταε μιανού παιδιού τους κύβους, έναν πετώντας στον αέρα κι άλλον να τον τσαλαπατά μ’ αόριστους αλαλαγμούς ευχαρίστησης, λες και γύρευε να του βγάλει κι αυτουνού την ψυχή.

Ήξερε πως οι άνθρωποι, λίγο από ανεπάρκεια, ίσως κι από ένα καλά χωνιασμένο ένστικτο αυτοσυντήρησης, αρπάζουν ο ένας τον άλλο απ’ όπου βρουν, όπως τα θηρία. Άλλοτε πάλι, μια ανέμελη νεότητα στα πρόσωπά τους, στο ιλαρό τους βασίλειο, ανίδεοι και χορτάτοι μπροστά στην αμείλικτη εμπειρία μας, με φανατική φορά προς το αφεύγατο φευγιό τους. Τόσες ανέξοδες, σπαταλημένες ζωές γύρω της, δίχως ν’ αφήνουν ίχνη.

Αόρατα χέρια εγείρουν τα κάστρα που μέλλει να παίξουμε μέσα τον ρόλο μας, χωρίς να μας ρωτήσουν. Κάποιος έχει ήδη στήσει για σένα τα σκηνικά, ακόμα κι αν έχεις γεννηθεί έτοιμος για μια μεγάλη ανθρώπινη μοίρα. Αλλά, φανταζόταν, δεν γίνεται όλα να χαθούν, κάπου θα υπάρχει ένα πέρασμα, κάπου θα υπάρχει ένας δρόμος που, αν τον ανέβαινε κανείς με θάρρος, θα τον έβγαζε σε τόπους που οι πιο κρυφές επιθυμίες του αποζητούσαν, κάπου οι πατρίδες και τα βουνά πρέπει να ζουν αιώνια, πέρα από τη λήθη, κάπου θα υπάρχει μια περιοχή ανεκμετάλλευτη, άβατη, άπλαστη, άμωμη, γεμάτη φθόγγους και ρυθμούς, κάπου το ανθρώπινο πνεύμα ανθεί, κάπου το ανθρώπινο πρόσωπο θα πρέπει να ζει αδιαίρετο.

Εκείνη τη στιγμή οι ουρανοί θα μπορούσαν να ανοίξουν γύρω της μεμιάς κι όλοι της οι μυστικοί άγγελοι να της προσφέρουν, με μια βαθιά υπόκλιση, ένα μακρύ δαφνόκλαδο, ένα βιολί και μια κορόνα. Ετούτα την έβρισκαν όμως αδιάφορη, όπως και ότι την πράξη της ίσως κανείς ποτέ να μην τη μάθει, μπροστά στον κόσμο της που έγερνε στον αφανισμό. (περισσότερα…)

Ρολόγι χειρός

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Προ ημερών σταματήσαμε μπροστά σε μαγαζί με τσάντες. Ωραίες γυναικείες τσάντες και σε καλές τιμές. Μπαίνοντας μέσα παρουσιάστηκε κι άλλο εμπόρευμα: πορτοφόλια και ρολόγια. Ας αγοράσω ένα ρολογάκι, είπα. Από καιρό το σκεφτόμουν να πάρω ένα ρολόγι του χεριού. Όλος ο κόσμος κοιτάει το κινητό του. Εγώ με το κινητό δεν τα πάω καλά και  μάλιστα σε σχέση με το χρόνο. Είναι δυνατόν να κοιτάς το χρόνο στο κινητό;

Ας δούμε τι σημαίνει κοιτάζω το χρόνο στο χέρι, στο ρολόγι χειρός. Ε λοιπόν, το ρολόγι χειρός σε οικειώνει με το χρόνο. Με το χρόνο, όχι με την αιωνιότητα. Αλλά πρόκειται τουλάχιστον για χρόνο που αγγίζει το χέρι σου, ακόμη και μέσα από το λουράκι που σε σφίγγει. Κι ούτε είναι απαραίτητο ο χρόνος αυτός να νοηθεί μηχανικός. Γι’ αυτό και ο στίχος  του Καρούζου λέει: «ο χρόνος δεν είναι ρολόγι / είναι χιόνι». Δεν είναι ένας πολύ ωραίος στίχος; Που επιπλέον βρίσκεται στους αντίποδες του συνθήματος που καθιέρωσε το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα: «ο χρόνος είναι χρήμα». Τι διαστροφή. Πρώτος και καλύτερος θα το υπογράμμιζε ο Αριστοτέλης. Που, εξάλλου, έγραψε για τον τόκο, ότι είναι μεγάλη διαστροφή το χρήμα να γεννά χρήμα. Και τούτο γιατί έτσι χαλάει η φύση του χρήματος. Καταντάει…Μαμωνάς.

Ως εδώ φτάνει για το χρήμα. Γυρνώ στο χρόνο.

Μας ακολουθεί σαν σκιά. Είναι άλλο αυτό και άλλο να με κυνηγάει ο χρόνος. Εάν ο χρόνος με καταδιώκει, η σχέση μου μαζί του είναι αρρώστια, βρίσκομαι μέσα σ ένα είδος ψυχοπαθολογίας, τρέχω από  το πρωί ως το βράδυ, όπως τρέχουν οι αμερικανοί σε σχετικές κινηματογραφικές ταινίες  (και στην πραγματικότητα).

Και βέβαια τίθεται αμέσως το ερώτημα: γιατί αποδέχονται οι άνθρωποι αυτό τον ρυθμό; Πως τους επιβλήθηκε; Χωρίς να το καταλάβουν έγιναν υπηρέτες των μηχανών ή μήπως, κατά βάθος, κάτι φοβερό προετοιμάζεται και δεν έχουμε πάρει είδηση; (περισσότερα…)

Louis MacNeice, «Δίδυμος» (Μια άγνωστη μετάφραση του Τάκη Παπατσώνη)

*

Εισαγωγή-Επιμέλεια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

Ο Ιρλανδός (βρετανικής υπηκοότητας) ποιητής (Frederick) Louis MacNeice γεννήθηκε στο Μπέλφαστ το 1907. Σπούδασε στην Οξφόρδη Κλασικά Γράμματα και εντάχθηκε στον ποιητικό ‘κύκλο του Ώντεν’ (Ώντεν, Σπέντερ, Ντέϊ-Λιούϊς, Ίσεργουντ). Δίδαξε για ένα διάστημα (1936-1940) κλασική λογοτεχνία σε πανεπιστημιακά ιδρύματα και κολλέγια του Ηνωμένου Βασιλείου και των ΗΠΑ. Από το 1941 εργάστηκε για το BBC αρχικά στην συγγραφή και παραγωγή θεατρικών έργων για το ραδιόφωνο. Γνωρίστηκε και συνδέθηκε με φιλία με τον ποιητή Ντύλαν Τόμας (τους ένωνε κι αγάπη για το ποτό), και τον γνωστό πανεπιστημιακό αρχαιοελληνιστή Ε. R. Dodds. Ταξίδεψε εκτεταμένα, έδωσε διαλέξεις στις ΗΠΑ, μα και επισκέφθηκε την Βαρκελώνη στην Ισπανία το 1937, προκειμένου να συμπαρασταθεί στους δημοκρατικούς ενάντια στον Φράνκο. Ανάμεσα στις σημαντικότερες ποιητικές του δημιουργίες είναι τα Autumn Journal, Ten Burnt Offerings, Autumn Sequel,  και Solstices. Εκτός από την ποίηση, που είναι και το σπουδαιότερο τμήμα του έργου του, καλλιέργησε το δοκίμιο, την ταξιδιωτική καθώς και την θεατρική γραφή, όπως επέβαλε και η εργασία του στο BBC. Μετέφρασε τον Φάουστ του Γκαίτε και, έμμετρα, τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου και τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη. Πέθανε το 1963. Διόλου τυχαία τον πρώτο τόμο της ανθολογημένης ποίησής του (Selected Poems of Louis MacNeice) εξέδωσε ο φίλος του Ώντεν έναν χρόνο μετά την εκδημία του, ενώ τον τόμο με το σύνολο ποιητικό του έργο (The Collected Poems Of Louis MacNeice) εξέδωσε το 1967 ο επίσης επιστήθιος φίλος του Ε. Ρ. Ντοντς.

Στις 2 Ιανουαρίου του 1950 ο Λούϊ Μακνής έρχεται στην Αθήνα για να αναλάβει την διεύθυνση του Βρετανικού Συμβουλίου στην Ελλάδα για ενάμιση χρόνο. Ταξιδεύει εκτενώς στην χώρα και γνωρίζεται με αρκετούς Έλληνες αλλά και με τον Πάτρικ Λη Φέρμορ. Καρπός της ελληνικής του εμπειρίας ήταν και η συλλογή Ten Burnt Offerings, που γράφτηκε μεν στην Ελλάδα, μεταδόθηκε στο BBC το 1951 και εκδόθηκε το 1952. Στην συλλογή αυτή περιλαμβάνεται και το ποίημα «Didymus» που μετέφρασε ο Παπατσώνης και παρουσιάζουμε εδώ σήμερα.

Ο Σεφέρης τον γνωρίζει στην Άγκυρα τον Δεκέμβρη του 1950: «[…]είναι τόσο ντροπαλός άνθρωπος». Σχετίζεται μαζί του και τον συναντά αρκετές φορές στο Λονδίνο και σημειώνει πως σίγουρα δεν είναι ο τύπος που θα ταίριαζε με τον ορμητικό Κατσίμπαλη. Μέσω δε του Μακνής, με αφορμή μία εκπομπή στο BBC, γνωρίζει μια μέρα του Νοέμβρη του 1951 και τον Ντύλαν Τόμας και βρίσκονται να πίνουν μπύρες σε μια παμπ μαζί και με τον Νάνο Βαλαωρίτη. Ο Σεφέρης μάλιστα διασώζει και την ακόλουθη παρατήρηση του Τόμας: «Ένας ποιητής πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιεί όλες τις λέξεις. Ο Louis μπορεί· εγώ δεν μπορώ». «Μουντό» κι «ασυγκίνητο» τον παρουσιάζει κι ο Κατσίμπαλης στην αλληλογραφία του με τον Σεφέρη: «Γυρίσανε όλο το καλοκαίρι και γνώρισαν σχεδόν όλη την Ελλάδα. Έχω την εντύπωση πως ο τόπος μας κατάφερε να συγκινήσει ακόμα και τον ασυγκίνητον αυτόν άνθρωπο». Εκτίμηση που συμμερίζεται και το ζεύγος Σεφέρη, όπως φαίνεται και από την επισυναπτόμενη απάντηση της Μαρώς στο γράμμα του Κατσίμπαλη: «Ο MacNeice εξαιρετικά θερμός, αυτός ο τόσο κρύος άνθρωπος που ξέρεις». Ο Μακνής πάντως δημοσίευσε και μια σύντομη κριτική παρουσίαση της ποίησης του Σεφέρη, με αφορμή τη μετάφραση του Rex Warner το 1960.

(περισσότερα…)

Εὐχὴ γιὰ τὴ νέα χρονιὰ

— ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

 

 

*

*

Έλλη Αλεξίου, Μετά τις γιορτές

*

Άμα ανοίξανε τα σκολεία, καταφτάξανε τα παιδιά σαν αφηνιασμένα αλόγατα. Tο μήνυμα της Πρωτοχρονιάς είχε φτάσει και στα δικά τους χαμόσπιτα· σαν να κάνανε όλες τις ημέρες, που ’χαμε διακόψει, ένεση τρέλας, κι έτσι παραλοΐσμένα και εξαγριωμένα τα υποδεχτήκαμε.

Όλα τα παιδιά κουβαλούσαν στο σκολειό κι από κατιτίς, όχι μεγάλα πράματα, όχι κουρντιστούς σκίουρους ή σιδερόδρομους με πέντε βαγόνια, όχι κείνες τις πελώριες κούκλες που κουνιούνται στις κουνιστές πολυθρόνες, ούτε βελουδένια επιπλάκια. Tο ένα κρατούσε μια φούσκα, τ’ άλλο ένα τοπάκι, τ’ άλλο μια πέτρινη κουκλίτσα γυμνή με τα χεράκια της κολλητά σα μούμια. Kαι λεφτά! O κόσμος γεμάτος. Όλες οι φουχτίτσες σφιγγόντανε ξέχειλες από πενταροδεκάρες. Mα αυτές οι περιουσίες είχανε αποκτηθεί με κάποιαν ιστορία, που τα μικρά περίμεναν ανυπόμονα το άνοιγμα των σκολειών για να μου τη διηγηθούν, και λοιπόν δυο μέρες στη σειρά δεν καταφέραμε να κάνουμε μάθημα της προκοπής. Θέλανε αυτές να μιλούνε, όχι εγώ.

«…Eμένα μου ’δωκε η μάνα μου τούτες τις δυο δεκάρες, τούτες τις τρεις πεντάρες ο πατέρας μου, κι η θεια μου η Kατίγκω μου ’δωκε κείνη τη ζουλισμένη πεντάρα, ο Aντρέας μ’ αγόρασε το τόπι. Tη φούσκα τη πήρα με τα λεφτά που βγάλαμε από τα κάλαντα…»

«…Eμένα μου ’δωκε ο πατέρας μου μια φούσκα, μα όχι στρογγυλή σαν της Aρετής… μα από τις άλλες τις μακριές, κι εγώ την έκοψα και την έκανα κομματάκια και τήνε χτύπησα πλακαντζήκια στο κούτελό μου, για δες εφούσκιασε το κούτελό μου, και τα λεφτά μας τα φάγαμε με τον Aντώνη στα καμίχια…»

«Eγώ έχω μόνο το τόπι μου. Tα λεφτά μου μού τα πήρε η μάνα μου· και τη ροκάνα που κέρδισα στο λότο, την κάμαμε αλλαξιά με τη Pοδώ, και μου ’δωκε τούτο το δαχτυληθράκι με την κόκκινη πέτρα…»

Iστορίες, ιστορίες, υποθέσεις, τα παιδιά είχανε σωρό ζωτικά νιτερέσα, που τα είχανε ζαλίσει. Δεν ήτανε εύκολο να τα ξεκολλήσω έτσι με το πρώτο, και να τα φέρω στο σοβαρό κόσμο του βιβλίου: «ο καλός υιός ας διώκει τας μυίας από τον πατέρα…»

Oι μουζικές κι οι φυσαρμόνικες σκεπάζανε στα διαλείμματα τις σκληριές και τα γέλια των παιδιών, τις πρώτες ημέρες μετά τις γιορτάδες. Ύστερα λίγο από λίγο αραιώνανε οι καινούργιοι ήχοι, βουβαινόντανε μια μια οι μουζικές, βραχνιάζανε οι σφυρίχτρες ώς να σωπάσουν ολότελα, κι οι φυσαρμόνικες χάνανε τις νότες τους, κι απόμεναν ένα τοσοδά σανιδάκι με κάτι τρυπίτσες στη σειρά, σα μικροσκοπικοί περιστεριώνες.

Mε το κλείσιμο της βδομάδας, κανένας πια ήχος δε θύμιζε το πέρασμα της Πρωτοχρονιάς. Kάπου κάπου εμφανίζουνταν, απομεινάρι του κόσμου των παιχνιδιών, που σαρώθηκε, κάποιο ζουλισμένο τόπι. Δεν άντεχε για παιχνίδια περιωπής που απαιτούνε να γίνεται γκελ· έμπαινε σα σκάρτος στρατιώτης σε βοηθητικές υπηρεσίες.

Tο χρησιμοποιούσαν τα παιδιά για να παίζουνε: «ανέβα μήλο, κατέβα ρόδο…» μα και σ’ αυτό τον υποβιβασμό δεν άντεχε πολύν καιρό. Eρχότανε η στιγμή που το τόπι γινότανε μια ζούλα, άχρηστο. Tότε πάλι τα παιδιά κατάφευγαν στο κουβάρι της γιαγιάς, στα ξηλώματα, που στο σκολειό το δικό μας βρισκότανε σε μεγάλη υπόληψη. Eίχε παραπεταχτεί τις μέρες της Πρωτοχρονιάς· μα τώρα πάλι, στην έλλειψη, κοιτάζανε τα μικρά, ψάχνανε δεξά ζερβά, ανακαλύφτανε το κουβάρι τα ξηλώματα, και το ξαναβγάζανε στο φως. Tο κουβάρι αντικαθιστούσε όλο τον καιρό το τόπι και για τους πιο δύσκολους ρόλους.

ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ
( Ηράκλειο, 1894 – Αθήνα, 1988 )

Πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
(από το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος πρώτο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975)

*

*

*

Κωστής Παλαμάς – Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς, παράλληλοι

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 6 / 6 ]

~.~

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ – ΟΥΙΛΛΙΑΜ ΜΠ. ΓΕΗΤΣ, ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Οι “τύχες” του Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς στην Ελλάδα δεν ανήκουν στις αξιοζήλευτες. Ο Ιρλανδός μεταφράζεται καθυστερημένα, αποσπασματικά και, το κυριότερο, προβληματικά. Καθυστερημένα, επειδή ποίημα δικό του μεταφράζεται πρώτη φορά στα ελληνικά μόλις στα 1941, από την Μελισσάνθη στα Νεοελληνικά Γράμματα, δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Γέητς και σχεδόν δυο δεκαετίες μετά το Βραβείο Νομπέλ που του απονέμεται στα 1923[1]. Αποσπασματικά, διότι τα ογδόντα αυτά χρόνια έκτοτε, το ογκωδέστατο έργο του, ποιητικό και άλλο (δραματικό, δοκιμιακό, αφηγηματικό, φιλοσοφικό), αντιπροσωπεύεται στα ελληνικά με μια δεκαριά μόλις αυτοτελείς εκδόσεις και κάποιες σποράδην παρουσίες του σε ανθολογήματα και περιοδικά, σχεδόν όλες ολιγοσέλιδες. Προς σύγκριση, μόνο από το 2010 και εντεύθεν έχουμε πάνω από τριάντα ελληνικές εκδόσεις του Λόρκα, άλλες τόσες του Μπρεχτ, δεκαπέντε του Μαγιακόφσκι και δώδεκα του Έλιοτ, ενός ποιητή που στον ίδιο τον αγγλόφωνο κόσμο θεωρείται συνήθως υποδεέστερος του Γέητς. Αποσπασματικές είναι όμως  οι υπάρχουσες μεταφράσεις και εξαιτίας της σύστασής τους. Μεγάλα κομμάτια του γεητσιανού κόρπους, κάποτε περίοδοι ολόκληρες, υποαντιπροσωπεύονται, ενώ τα κρίσιμα συνθετικά ποιήματά του παρουσιάζονται κερματισμένα, με τρόπο που τα συσκοτίζει.

Πρωτίστως όμως, ο Γέητς μεταφράζεται προβληματικά. Τους λόγους για την ανεπάρκεια των ελληνικών μεταφράσεων ώς το 1995 τους απαριθμεί ο Διονύσης Καψάλης στο σχετικό του δοκίμιο: μικρή τριβή με την αγγλόφωνη ποίηση και το ιστορικό της βάθος· ελλιπής γνώση της κλασσικής προσωδίας που κατ’ αποκλειστικότητα χρησιμοποιεί ο Γέητς· περιρρέουσα λογοτεχνική ατμόσφαιρα που απέχει πολύ από το πνεύμα και την ποιητική του[2]. Ατυχώς, τα προβλήματα αυτά δεν λείπουν και από τις (κατά πολύ περισσότερες) μεταφράσεις ποιημάτων του της τελευταίας εικοσιπενταετίας. Αντιθέτως, σε κάποιες είναι οξυμένα.

Τώρα, η φτωχή αυτή ποσοτικά και ποιοτικά μεταφραστική σοδειά επόμενο ήταν να επηρεάσει και την εικόνα του Γέητς που σχηματίστηκε στην Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια. Και αυτή είναι κατά τα ουσιώδη της λειψή και παραπλανητική. Ως επί το πολύ, ο Γέητς μάς συστήνεται ως ποιητής που ανοίγει τον δρόμο προς τον «μοντερνισμό», γενικώς και αορίστως. Ή μας παρουσιάζεται ως κήρυκας ποικίλλων, μεγαλοφάνταστων, κάποτε και συγκεχυμένων «οραμάτων και θαυμάτων», για να θυμηθώ τον Μακρυγιάννη. Όσοι προτιμούν την πρώτη ερμηνεία, τον παραλληλίζουν με τον Κ. Π. Καβάφη. Όσοι επιμένουν στη δεύτερη, τον αντιπαραβάλλουν με τον Άγγελο Σικελιανό[3].

Δίχως άλλο, ο Γέητς έχει κοινά και με τον ένα και με τον άλλο Έλληνα ομότεχνό του. Τα όψιμα βιωματικά ποιήματα του Ιρλανδού, αυτή η εκ βαθέων αντιμέτρηση με το γήρας και τη φθορά, θυμίζουν ενίοτε τον τόνο τον καβαφικό. Αντίστοιχα, η διαρκής πάλη του Γέητς με τους μεγάλους μύθους, ο αγώνας του για την αναμάγευση και την ανανοηματοδότηση του κόσμου, φέρνουν στον νου τον Λευκαδίτη ποιητή. Πολύ περισσότερα είναι όμως αυτά που χωρίζουν τον Γέητς από τους δυο Έλληνες. Την καχυποψία του Καβάφη απέναντι στον ιδεαλισμό λ.χ. ο Γέητς δεν την συμμεριζόταν διόλου. Απεναντίας, ώς το τέλος νοσταλγεί τα μεγάλα ιδεώδη του 19ου αιώνα και μυκτηρίζει τους συμπατριώτες του επειδή τα λησμόνησαν. «Είναι ρωμαντικοί, ρωμαντικοί, ρωμαντικοί!» ανέκραζε ο γέρων Αλεξανδρινός στα 1932 κατακεραυνώνοντας τους Αθηναίους ομοτέχνους του. «We were the last romantics», δήλωνε με μαχητική υπερηφάνεια έναν χρόνο προηγουμένως ο Δουβλινέζος στο αυτοβιογραφικό ποίημά του «Coole Park and Ballylee, 1931». Για τον Γέητς την ιστορία την κινούν πρωτίστως τα πάθη, τα όνειρα, οι ιδέες, τα «ανεξέλεγκτα μυστήρια» – κι αυτά οι λεγόμενοι «Ρεαλιστές», σημειώνει,  δεν έχουν μάτια να τα δουν[4].

Hope that you may understand !
What can books of men that wive
In a dragon-guarded land,
Paintings of the dolphin-drawn
Sea-nymphs in their pearly wagons
Do, but awake a hope to live
That had gone
With the dragons? (περισσότερα…)

Ο Γέητς για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 5 / 6 ]

~ . ~

Εισαγωγή-μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Τον Οκτώβριο του 1896 ο Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς δημοσίευσε στο γνωστό περιοδικό του Λονδίνου The Bookman, του οποίου υπήρξε τακτικός συνεργάτης, μία βιβλιοκρισία για την ανθολογία ελληνικών δημοτικών τραγουδιών της Λούσυ Μ. Τζ. Γκαρνέττ, που με θεωρητική εισαγωγή του Τζ. Σ. Στούαρτ-Γκλέννι είχε κυκλοφορήσει εκείνη τη χρονιά (New Folklore Researches: Greek Folk Poesy, translated by Lucy M. J. Garnett, with Essays on Folklore by J. S. Stuart-Glennie, in two volumes, Guilford: Billing and Sons, 1896). Η βιβλιοκρισία είναι ομότιτλη του κρινόμενου έργου: «Ελληνική δημοτική ποίηση»

Το βιβλιοκριτικό αυτό άρθρο παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον. Όχι μόνο επειδή αποτελεί έκφραση των αριστοκρατικών ιδεών του Γέητς περί ποιήσεως και του, παράλληλου, μεγάλου θαυμασμού του για τη λαϊκή λογοτεχνία – χωρίς τα δύο αυτά να αποτελούν για εκείνον αντίφαση. Αλλά και για τον τρόπο που βλέπει τη δημοτική λογοτεχνική παράδοση ειδικότερα, εν προκειμένω την περίπτωση του ελληνικού, και όχι μόνο, δημοτικού τραγουδιού.

Ο Γέητς απαξιώνει τη μεταφραστική εργασία της Γκαρνέττ, και συγχρόνως διατυπώνει τη δική του αντίληψη για τη φύση και τη λειτουργία της ποιητικής μετάφρασης. Τις μεταφράσεις της Γκαρνέττ τις βρίσκει τόσο ελάχιστα ποιητικές ώστε να μην επιτρέπουν την αξιολόγηση της λογοτεχνικής αξίας του πρωτοτύπου. «Μια επιστημονική θεωρία προσωρινά μόνο ζημιώνεται από τη γλώσσα της έκθεσής της, αλλά ένα δημοτικό τραγούδι ξαναχυμένο σε κακούς στίχους χάνει το ήμισυ του επιστημονικού και όλο σχεδόν το λογοτεχνικό του ενδιαφέρον». Όμως και ως περιεχόμενο τα τραγούδια της ανθολογίας ελάχιστα τον ενθουσιάζουν, ιδίως όταν τα συγκρίνει με άλλες δημοτικές ποιητικές παραδόσεις. «Η ελληνική δημοτική ποίηση», γράφει, «φαίνεται να είναι ποίηση άκρως πολιτισμένη, με ελάχιστη από την υπεράνθρωπη ανησυχία και την εξωφρενική ομορφιά της ρουμανικής και της γαελικής λαϊκής ποίησης».

Παρ’ όλα αυτά, κατά δική του μαρτυρία, από τα ελληνικά δημοτικά εμπνεύστηκε λίγους μήνες μετά, το 1897, ένα δικό του ποίημα. Πρόκειται για το «Τραγούδι του περιπλανώμενου Αίγκους». Πηγή του Γέητς είναι το τραγούδι της Κρήτης «Τα τρία Ψαράκια». Η Γκαρνέττ το περιέλαβε στην ανθολογία της από το βιβλίο του Αντώνιου Γιανναράκη ή Γιάνναρη Άσματα κρητικά μετά διστίχων και παροιμιών (Λιψία, 1876).

Τόσο στο «Song of Wandering Aengus» όσο και στο κρητικό τραγούδι, η κεντρική ιδέα είναι η ίδια: το ψάρι που όταν το ρίχνουν στη φωτιά μεταμορφώνεται σε πανέμορφη κόρη. «The poem was suggested to me by a Greek folk song», γράφει στις σημειώσεις του, «but the folk belief of Greece is very like that of Ireland, and I certainly thought, when I wrote it, of Ireland, and of the spirits that are in Ireland.» Πράγματι η ατμόσφαιρα του ποιήματος είναι χαρακτηριστικά ιρλανδική, και ο Αίγκους στον τίτλο του Γέητς είναι ο Κέλτης θεός του έρωτα.

Ακολουθούν η μετάφραση της βιβλιοκρισίας του Γέητς, το ποίημα του ίδιου και το ελληνικό δημοτικό τραγούδι που το ενέπνευσε.

(περισσότερα…)

W. B. Yeats, Στοχασμοί και αποφθέγματα

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 4 / 6 ]

~.~

Επιλογή-Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν, έχουν ανθολογηθεί από το εκτενέστατο δοκιμιακό έργο του ποιητή. Μολονότι παρατίθενται εδώ χωρίς προκαθορισμένη σειρά, δίνουν μια πειστική όσο και γοητευτική γεύση από τη ρώμη αλλά και τη λεπταισθησία της γεητσιανής σκέψης. – ΚΚ

~.~

Οι Έλληνες, οι μόνοι τέλειοι καλλιτέχνες του κόσμου, έστρεψαν το βλέμμα τους εντός των συνόρων τους· εμείς σαν αυτούς, διαθέτουμε μια ιστορία γεμάτη με γεννήματα της φαντασίας όσο κανενός άλλου σύγχρονου έθνους, θρύλους που ξεπερνούν σε άγρια ομορφιά, καθώς νομίζω, όλους τους άλλους πέρα απ’ τους δικούς τους· στα χώματά μας, όπως και στα δικά τους, δεν υπάρχει ποτάμι ή βουνό που να μην έχει συνδεθεί στη συλλογική μνήμη με κάποιο γεγονός ή θρύλο· την ίδια στιγμή, λόγοι πολιτικοί έχουν κάνει την φιλοπατρία μεταξύ μας, πιστεύω, ακόμη πιο έντονη από τη δική τους. Θα ήθελα οι συγγραφείς και οι άλλοι τεχνίτες μας να κάνουν δική τους αυτήν την ιστορία κι αυτούς τους θρύλους, να μνημειώσουν ετούτα τα βουνά και τα ποτάμια κάνοντάς τα και πάλι ορατά μέσ’ απ’ τις τέχνες τους, έτσι που κάθε Ιρλανδός, κι ας βρίσκεται χιλιάδες μίλια μακριά, να είναι πάντα στον τόπο του. Είτε διαλέξουν θέμα τους τον θρύλο του Καστανού Ταύρου είτε τον ερχομό του Αγίου Πατρικίου, είτε τον πολιτικό αγώνα των μεταγενέστερων εποχών, ο υπόλοιπος κόσμος είναι τόσο πολύ παρών μες σ’ όλα αυτά που η αγάπη του θα παρακινήσει τα χέρια τους όσο, ίσως, τα χέρια κάποτε των Ελλήνων τεχνιτών. Με άλλα λόγια, η Ιρλανδία θα έπρεπε να αποκαταστήσει τις αρχαίες τέχνες, τις τέχνες όπως τις έβλεπαν στην Ιουδαία, στην Ινδία, στη Σκανδιναβία, στην Ελλάδα και στη Ρώμη, σε κάθε αρχαία γη· όπως τις καταλάβαιναν όταν συνέπαιρναν λαούς ολόκληρους και όχι μια δράκα ανθρώπους που μεγάλωσαν ως προνομιούχοι αργόσχολοι και έκαναν την ερμηνεία τους επάγγελμα.

~.~

Πείστηκα να μην αναζητώ ποτέ το σκηνικό ενός ποιήματος σε άλλη χώρα παρά στη δική μου, και νομίζω πως θα μείνω πιστός σ’ αυτή μου την πεποίθηση ώς το τέλος.

~.~

Δεν υπάρχει σπουδαία εθνικότητα χωρίς λογοτεχνία και, αντιστρόφως, δεν υπάρχει σπουδαία λογοτεχνία χωρίς εθνικότητα.

~.~

Ο Αριστοτέλης λέει ότι αν δώσεις μια μπάλα σ’ ένα παιδί, δεν πα’ να κοστίζει τρεις δεκάρες, αν είναι η καλύτερη στην αγορά, είναι υπόδειγμα μεγαλείου – και το ύφος, είτε στη ζωή είτε στη λογοτεχνία, πηγάζει, νομίζω, από την υπερβολή, απ’  αυτό το κάτι πέρα και πάνω από τη χρησιμοθηρία που σφίγγει την καρδιά. Στα μεταγενέστερα ποιήματά μου το ονομάζω Βυζάντιο, από εκείνη την πόλη όπου οι αχρείαστες μορφές των Αγίων πρόβαλλαν πάνω σε χρυσό ψηφιδωτό φόντο, και ένα τεχνητό πουλί τραγουδούσε πάνω σ’ ένα χρυσόδεντρο εμπρός στον αυτοκράτορα – και σ’ ένα ποίημά μου έχω φανταστεί τα πνεύματα να κολυμπούν, καβάλα σε δελφίνια που σχίζουν τις αισθησιακές θάλασσες, για να χορέψουν στα πλακόστρωτά της.

~.~ (περισσότερα…)