~.~
«Τ’ Αυγούστου το φεγγάρι είναι σαν τον ήλιο του Μαγιού». Η οικογένεια του πατέρα μου ήταν πολύ της πίστης –της μάνας όχι τόσο– κι ο παππούς άνθρωπος δίκιος και καλός, κανένα να μη βλάψει. Ήθελε να γίνει παπάς γι’ αυτό και παντρεύτηκε, αλλά η γυναίκα τού πέθανε στη γέννα κι έτσι δεν έγινε. Μετά ο μπαμπάς έπαθε καρκίνο στα σαράντα και τον πήγαν στην Αθήνα, μα του παππού δεν του ’παν γιατί. Όταν γύρισαν ο μπαμπάς ήταν κίτρινος σα κίτρο και ξέραμε πως… μα του παππού πάλι δεν του λέγαν.
Και κείνη την αυγουστιάτικη νυχτιά, δε θα το ξεχάσω, Κωστή μου, είδα τον παππού μες στο σπίτι, κάτω απ’ την «τεκούσα σελήνη» να κάνει τρεις μετάνοιες και μετά να σηκώνει τα δυο του χέρια ψηλά, να έτσι, και να λέει, Θεέ μου, αν έχει ο γιος μου αυτό που νομίζω, μη μ’ αξιώσεις να το δω. Και τρεις μέρες μετά πέθανε… Τίποτα δεν είχε, αλλά πέθανε. Και λίγο μετά έφυγε κι ο μπαμπάς. Είχαμε τα σαράντα τού παππού και μαζί τα εννιάμερα του μπαμπά.
Πηγαίναμε με τον αδερφό μου στα ζώα το πρωί και μετά που γυρίζαμε ακούγαμε στο σπίτι ου ου ου, ου ου ου τις μοιρολογίστρες και δεν αντέχαμε, μας σκίζαν τις καρδιές. Και λέω στον αδερφό, αδερφέ, εσύ ’σαι μαλθακός, κάτσε δω έξω, κι εγώ χίμηξα μέσα και τις έδιωξα όλες, ουστ, στα σπίτια σας να κλάψετε… Κι η γιαγιά η καλή ποτέ δε θρήνησε μπροστά μας. Πήγαινε αμίλητη στις κοτούλες, έβρισκε μια γωνίτσα κι έβγαζε ό,τι μάζευε όλη νύχτα και μετά ερχόταν μ’ ένα χαμόγελο μεγάλο, να έτσι.
Ο παππούς, η γιαγιά, ο μπαμπάς… ο μπαμπάς δηλαδή περισότερο, κι έτσι έναν Αύγουστο έμεινε η μάνα χήρα στα τριάντα τόσα. Πενήντα πέντε σωστά χρόνια μόνη. Ενενήντα δύο φέτο και στο σώμα γερή σα γίδα, μα το μυαλό όλο πάει και φεύγει. Την πήρα χτες τηλέφωνο στης γειτόνισσας, της λέω, έλα μάνα, κι αυτή μου κάνει ποια ’σαι συ;… Μένει και μόνη της η καημένη, μόνο που πάει ο αδερφός και την κοιτάζει κάθε μέρα. Το μόνο που δε καταλαβαίνω είναι πώς ξέρει και παίρνει τα χάπια τα σωστά. Της έχει πει ο αδερφός, να, τούτο το πρωί, τούτο το βράδυ, αλλά και πάλι…
Μα, σου ’πα που την πήγαν στον γιατρό και της δώσαν κάτι καινούργια και της λέει ο γιατρός, κάθε Κυριακή πρωί που πας στην εκκλησιά θα παίρνεις ένα, κι εκείνη η καψερή κατάλαβε να το ρίχνει στο παγκάρι που πάει στην εκκλησιά κι ανοίξαν το παγκάρι την πρώτη Κυριακή και φωνάζει ο ψάλτης τον αδερφό και του λέει, το κόκκινο το χάπι είναι της μάνας σου; Ναι, του κάνει, γιατί; Το βρήκα, βρε, μες στο παγκάρι. Αχ, πολύ γέλιο…
Και λέει ο αδερφός στη μάνα μετά που τη βρήκε στο σπίτι, βρε, μάνα, να το παίρνεις σου ’πε, όχι να το ρίχνεις κει μέσα, κι αυτή τού κάνει, ποιος είσαι συ; Ἐνα μαγιάτικο πρωινό συνέβη τούτο.
Αυτά είχα να σου πω για σήμερα, Κωστή μου, κι αν θες, έλα και αύριο για μία νέα ιστορία.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ
*
**
