Το θέμα είναι η συνείδηση

του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ

Γιώργος Λαμπράκος,
Αίμα μηχανή,
Εκδόσεις Οκτώ, 2022

«Η τύχη των βιβλίων κρέμεται απ’ την κρίση του αναγνώστη». Το πασίγνωστο και συχνόχρηστο απόφθεγμα του Λατίνου γραμματικού Τερεντιανού Μαύρου ξαναβρήκα εσχάτως στην Ανατομία της Μελαγχολίας του Ρόμπερτ Μπέρτον, φερμένη στα ελληνικά χάρη στον μεταφραστικό άθλο του Παναγιώτη Χοροζίδη.

Στον νεωτερικό μας κόσμο ωστόσο, μέχρι να φτάσουν τα βιβλία από τον συγγραφέα στον αναγνώστη (και τελικά στην κρίση του), μεσολαβούν κάμποσα στάδια. Η μοίρα τώρα των βιβλίων μοιραία δένεται με τις μοίρες όλων των ανθρώπων –εμφανών, ημιφανών και αφανών, ενίοτε δε και επιφανών– που εργάζονται προκειμένου αυτά να πάρουν μορφή – πλέον ως ένυλα ή άυλα αντικείμενα. Από αυτή την άποψη, το Αίμα μηχανή, αμέσως μόλις ο συγγραφέας του έβαλε την τελευταία του τελεία πάνω στο χαρτί ή στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή του (για την ακρίβεια, το ακροτελεύτιο θαυμαστικό), δέθηκε, κυρίως, μ’ έναν άνθρωπο – έναν άνθρωπο που πια δεν είναι στη ζωή.

Διότι τo «Αίμα μηχανή» του Γιώργου Λαμπράκου υπήρξε ένα από τα τελευταία βιβλία που εξέδωσε και κυκλοφόρησε ο αξέχαστος Σάμης Γαβριηλίδης. Ο δε Γιώργος Λαμπράκος, εκδοτικά μιλώντας, υπήρξε παιδί των Εκδόσεων Γαβριηλίδη, αφού όλα του τα βιβλία πλην ενός (της ποιητικής Ονειροπώλησης), με αποκορύφωμα το πολυσέλιδο μυθιστόρημά του, στεγάστηκαν στον εκδοτικό οίκο του Σάμη.

Μετά την εκδημία του εκδότη και τα όσα θλιβερά ακολούθησαν, το Αίμα μηχανή, που είναι ζήτημα αν παρέμεινε εφτά ή οκτώ σκάρτους μήνες στα βιβλιοπωλεία,  αποσύρθηκε βίαια από την κυκλοφορία και πέρασε στο λίμπο μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας. Στο σύντομο αυτό χρονικό διάστημα ωστόσο, προσέχθηκε και εγκωμιάστηκε από μερίδα της κριτικής, πλην όμως δεν πρόλαβε να φτάσει (στον βαθμό που θα του άξιζε) στον τελικό του αποδέκτη – τον γενικό αναγνώστη, αυτόν που τόσο υπολόγιζε σε πείσμα κάθε ελιτισμού ο μέγας της αγγλόφωνης γραμματείας κριτικός Δρ Τζόνσον. (περισσότερα…)

Της φύσης η δύναμη, άγρια, αδάμαστη πάντα…

*

Της φύσης η δύναμη, άγρια, αδάμαστη πάντα, ασυγκράτητη κι ασυγκίνητη για τ’ ανθρώπινα (όπως πάντα), ξέσπασε ξανά τρομερή καταπάνω στην χιλιοδαρμένη αυτή μεθόριο περιοχή, όπως έκανε ξανά και ξανά αιώνες πριν.

Ο νους στους χειμαζόμενους Τούρκους μα και στους Σύρους, που έχουν πιότερη την ανάγκη και την κατεπείγουσα συνδρομή της διεθνούς κοινότητας, λόγω της απομόνωσης της χώρας.

Θυμήθηκα τι έγραφε ο Θεοφάνης ο Ομολογητής για τους φοβερούς κι ολέθριους σεισμούς του 526 και 528 στην Αντιόχεια. Οι νεκροί; αναρίθμητα πλήθη (λεν οι στορικοί πάνω από 250.000)…

ἔπαθεν ὑπὸ θεομηνίας Ἀντιόχεια ἡ μεγάλη τῆς Συρίας πάθος ἀνεξήγητον. τοσοῦτον γὰρ ἡ ὀργὴ τοῦ θεοῦ ἐπῆλθεν ἐπ’ αὐτήν, ὥστε πτωθῆναι σχεδὸν πᾶσαν τὴν πόλιν καὶ τάφον τῶν οἰκητόρων γενέσθαι. τινὰς δὲ καταχωσθέντας καὶ ἔτι ζῶντας ὑπὸ τὴν γῆν πῦρ ἐκ τῆς γῆς ἐξελθὸν κατέφλεξεν. καὶ ἕτερον πῦρ ἐκ τοῦ ἀέρος, ὡς σπινθῆρες, κατήρχετο καὶ κατέκαιεν, ὥσπερ ἀστραπή, τὸν εὑρισκόμενον· καὶ ἐσείετο ἡ γῆ ἐπὶ ἐνιαυτὸν ἕνα […] καὶ πᾶς οἶκος καὶ ἐκκλησία κατέπεσον, καὶ τὸ κάλλος τῆς πόλεως ἠφανίσθη. καὶ οὐ γέγονε τοιαύτη θεομηνία ἐν ἄλλῃ πόλει ἐν πάσαις ταῖς γενεαῖς. ὁ δὲ εὐσεβέστατος βασιλεὺς Ἰουστῖνος ταῦτα μαθὼν μεγάλως ἤλγησε τὴν ψυχήν, ὥστε ἐπῇρε τὸ διάδημα ἐκ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ καὶ τὴν πορφύραν καὶ ἐπένθησεν ἐν σάκκῳ ἐπὶ ἡμέρας πολλάς, ὥστε καὶ τῇ ἑορτῇ προσελθὼν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ οὐ κατεδέξατο φορέσαι τὸ στέμμα ἢ τὴν χλαμύδα· ἀλλ’ οὕτω λιτῶς προσῆλθε μαντίον πορφυροῦν φορέσας καὶ κλαίων ἐπὶ πάσης τῆς συγκλήτου· καὶ πάντες ἔκλαιον σὺν αὐτῷ πενθικὰ φοροῦντες. […]

ἔπαθεν ὑπὸ θεομηνίας πάλιν Ἀντιόχεια ἡ μεγάλη μετὰ δύο ἔτη τοῦ πρώτου αὐτῆς πάθους. καὶ ἐγένετο σεισμὸς μέγας ἐπὶ ὥραν μίαν, καὶ ἐγένετο βρυγμὸς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ φοβερός· καὶ ἔπεσον πάντα τὰ κτισθέντα ἕως ἐδάφους καὶ τὰ τείχη, καὶ ἐκ τῶν μὴ πεσόντων παλαιῶν κτισμάτων ἐν τῷ πρώτῳ σεισμῷ κατηνέχθησαν νῦν· καὶ πᾶσα ἡ εὐπρέπεια, ἡ γενομένη ἐν τῇ πόλει ἔκ τε τῶν τοῦ βασιλέως φιλοτιμιῶν καὶ ὧν ἐξ ἰδίων οἱ πολῖται ᾠκοδόμησαν, πάντα κατέπεσον. ταῦτα μαθοῦσαι αἱ πλησιάζουσαι πόλεις μετὰ πένθους ἐλιτάνευον. ἀπέθανον δὲ καὶ ἐν ταύτῃ τῇ πτώσει χιλιάδες τέσσαρες καὶ ὀκτακόσιοι ἑβδομήκοντα. οἱ δὲ σωθέντες ἔφυγον εἰς τὰς ἄλλας πόλεις καὶ εἰς τὰ ὄρη ἐν καλύβαις ᾤκουν. γέγονε δὲ καὶ χειμὼν μέγας καὶ βαρύτατος· καὶ ἐλιτάνευον οἱ ἀπομείναντες πάντες ἀνυπόδητοι, κλαίοντες καὶ ῥίπτοντες ἑαυτοὺς πρηνεῖς εἰς τὰς χιόνας, κράζοντες τό, «Κύριε ἐλέησον».

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

*

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή (δ΄)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Επιλογές από το ποιητικό του έργο

Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή  (δ΄)

Ο Ιγνάτιος Σακαλής παραμένει ο μόνος που μετέφρασε το σύνολο ποιητικό έργο του Ναζιανζηνού στη νεοελληνική γλώσσα. Παρά δε την συμπαράθεση των συγκεκριμένων αποδόσεων σε γνωστή θεολογική σειρά εκκλησιαστικής γραμματείας (Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας), τόσο ο τρόπος όσο και η διάθεση, η πρόθεση και η γλώσσα του Σακαλή στις αποδόσεις του παραμένουν εκδήλως ποιητικοί. Το σύνολο λοιπόν της μεταφραστικής του εργασίας, επιτρέπει την διεύρυνση των επιλογών μας, τόσο ως προς τα θέματα της ποίησης του Γρηγορίου όσο και ως προς την γλώσσα των αποδόσεων, καθιστώντας έτσι την παρουσίαση και την γνωριμία της ποίησης του Γρηγορίου εκτενέστερη και ουσιαστικότερη.

~·~

ΛΑ΄ Πόθος Θανάτου

Διπλὰ ἔμαθα διπλὰ ξεγελασμένος.
Δίκαιο ἂν εἴχατε, ὁ Θεὸς μαζί σας.
Δὲ σᾶς παρακαλῶ καθόλου ἀκόμα κι ἔτσι.
Μὰ ἔχω τελειώσει, οἱ συμφορές μου ἂς πάψουν.
Ἀπ᾽ τὰ παρόντα οὔτ᾽ ἕνα δὲ μοῦ λείπει·
πλοῦτος καὶ φτώχεια καὶ χαρὰ καὶ λύπες,
δόξα καὶ καταφρόνια, ἐχθροὶ καὶ φίλοι·
ὥρα νὰ δοκιμάσω ὅσα προσμένω.
Τέλειωσε ὁ λόγος· τόλμησα καὶ σὺ ἄκουσέ τον.
Τί μ᾽ ἔπλασες, μηδέν, Χριστέ μου, ἂν εἶμαι;
Κι ἂν μὲ τιμᾶς, πῶς συμφορὲς μὲ δέρνουν τόσες;

~•~

ΜΓ΄ Διάλογος μὲ τὸν ἑαυτό του

Ποῦ εἶναι οἱ φτερωτοὶ λόγοι; Στὸν ἀέρα. Ποῦ εἶναι τὸ ἄνθος
τῆς νεότητάς μου; Χάθηκε. Ἡ δόξα; Ἔγινε ἄφαντη.
Ποῦ εἶναι ἡ δύναμη τῶν καλοφτιαγμένων μελῶν; Τὴν τσάκισε
ἡ ἀρρώστια. Τὰ κτήματα καὶ τὰ πλούτη; Τὰ ἔχει ὁ Θεός. Σ᾽ ἁμαρτωλῶν
ἁρπαχτικὲς παλάμες ἔδωσε ὁ φθόνος ἄλλα. Οἱ γονεῖς
καὶ τὸ ἱερὸ ζευγάρι τῶν ἀδελφῶν; Μπῆκαν στὸν τάφο.
Ἡ πατρίδα μ᾽ ἀπόμεινε μόνο. Ἀλλὰ κι ἀπ᾽ αὐτὴν
σήκωσε μαῦρο κῦμα καὶ μ᾽ ἔδιωξε ὁ φθονερὸς δαίμονας,
καὶ τώρα ξένος, ἔρημος πλανιέμαι στὴν ξενητειά,
θλιβερὴ ζωὴ σέρνοντας κι ἄραχλα γηρατειά,
χωρὶς θρόνο, χωρὶς πόλη, χωρὶς παιδιὰ ποὺ γιὰ παιδιὰ νοιάζομαι,
ζώντας μέρα τὴ μέρα μὲ πόδια ἀειπλάνητα.
Ποῦ νὰ ρίξω αὐτὸ τὸ σῶμα; Ποιό τέλος θὰ μὲ βρεῖ;
Ποιό χῶμα, ποιός φιλόξενος τάφος θὰ μὲ σκεπάσει;
Ποιός τὰ μάτια μου ποὺ βασιλεύουν θὰ κλείσει μὲ τὰ δάχτυλά του;
Κάποιος εὐσεβής, τοῦ Χριστοῦ φίλος ἢ κάποιος πάγκακος;

Αὐτὰ ἡ αὔρα ἂς τὰ πάρει. Αὐτὴ εἶναι μικροῦ μυαλοῦ φροντίδα,
ἂν θὰ δώσει στὸν τάφο κάποιος τὸ σῶμα μου, φορτίο νεκρό,
ἢ θὰ γίνει τροφὴ τῶν θηρίων ἀστόλιστο,
τῶν θηρίων ἢ τῶν σκυλιῶν τροφὴ ἢ τῶν πουλιῶν,
κι ἂν θέλεις, σκόρπισέ το στάχτη στὸν ἀέρα,
ἢ σὲ μεγάλες πέτρες ἄταφο πέταξέ το,
ἢ σὲ ποτάμι ἂς σαπίσει καὶ μὲ τὰ ρυάκια τῆς βροχῆς·
δὲ θὰ εἶμαι ἐγὼ ὁ μόνος ποὺ δὲ θὰ γνωρίσουν καὶ δὲ θὰ μαζέψουν.
Μακάρι νὰ γινόταν ἔτσι! Θὰ ἦταν γιὰ πολλοὺς τὸ καλύτερο. Ἀλλὰ
ὅλους μαζὶ ἡ στερνὴ μέρα μᾶς ὁδηγεῖ ἀπὸ τὰ πέρατα, μὲ θεῖα νεύματα,
ὅπου τυχὸν εἶναι λίγο χῶμα καὶ μέλη καταλυμένα ἀπὸ τὴν ἀρρώστια.

Γιὰ ἕνα μόνο θρηνῶ καὶ φοβοῦμαι, τὸ βῆμα τοῦ Θεοῦ,
καὶ τοὺς πύρινους ποταμοὺς καὶ τὰ σκοτεινὰ βάραθρα.
Χριστὲ βασιλιά, σὺ εἶσαι πατρίδα μου, δύναμη, εὐτυχία, ὅλα.
Σ᾽ ἐσένα θὰ βρῶ ἀναψυχὴ γλιτώνοντας ἀπὸ ζωὴ καὶ βάσανα.

(περισσότερα…)

Ιωάννης Ζηζιούλας (10 Ιανουαρίου 1931 – 2 Φεβρουαρίου 2023)

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Αντί νεκρολογίας

Ανάμεσα στα τόσα που μπορούν να ειπωθούν για την παρουσία και το έργο του Μητροπολίτη Ιωάννη είναι η ενασχόλησή του πρωτίστως με το ζήτημα της Οντολογίας (λόγος περί του Όντος) που συνάπτεται με την Αλήθεια, την αλήθεια των όντων και όχι την Ηθική που συνάπτεται με ανθρώπινες πράξεις και συμπεριφορές. Υποστήριζε ότι το κύριο θέμα για την ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι «τι ο άνθρωπος κάνει αλλά τι ο άνθρωπος είναι». Και θεωρούσε ότι αυτή υπήρξε πάντα «η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στη δυτική και την ορθόδοξη προσέγγιση του ανθρώπου».

Για να το πούμε με απλούστερα λόγια: ο λόγος για τον οποίο ως ορθόδοξοι ενεργούμε και προωθούμε αληθινές πράξεις και λόγους δεν είναι επειδή μας το υπαγορεύουν ηθικές αρχές αλλά γιατί με το Βάπτισμα στην Εκκλησία πεθάναμε και αναστηθήκαμε σε μια νέα ζωή και επιπλέον είμαστε-κανονικά-«αλλήλων μέλη» κατά την παύλεια διατύπωση. Η οντολογική μας, δηλαδή, πραγματικότητα, οδηγεί και συνιστά τρόπο ύπαρξης και εδώ (ή από εδώ) τίθεται το ζήτημα, σε μας τος σημερινούς πιστούς και μη, να προωθήσουμε στη θέση της γνωστικής αντικειμενικότητας που μαζί με τις ηθικές και τις ηθικολογίες απασχολεί (συχνά απολύτως υποκριτικά) τα κράτη και τις κοινωνίες, την υπαρξιακή (όχι υπαρξιστική) διάσταση του ανθρώπου στη σύναψή της με το μέγιστο γεγονός της Ενανθρώπησης. Το γεγονός αυτό προσφέρει μια νέα γέννηση («γεννηθήναι άνωθεν»), όχι βιολογική, αλλά διαμέσου του σαρκωμένου σώματος του Χριστού.

Ο Μητροπολίτης Ιωάννης αυτό που τονίζει είναι ότι δεν υπάρχει ελπίδα σωτηρίας στην αρετή, την ηθική ζωή, την άσκηση κλπ. αλλά σε μια οντολογική και υπαρξιακή «ανάσταση» που συνιστά νίκη κατά του θανάτου. Όταν ο Περγάμου μιλά για την Εκκλησία ως «κοινωνία προσώπων» συνάπτει τη ζωή των πιστών με το πρότυπο της Αγίας Τριάδος. Συνακόλουθα, κατ’ αυτόν, η αγιότητα δεν ταυτίζεται με μια ηθική τελειότητα (φαρισαϊκού τύπου) αλλά με την μετάνοια, με την αναγνώριση και αποδοχή του οντολογικού γεγονότος της ανθρώπινης αμαρτωλότητας. Για την Εκκλησία, η ηθική δεν μπορεί να δεσμεύει την ελευθερία και την αγάπη μας  γιατί, αν ήταν έτσι, δεν χωράει μέσαθέ της ούτε η αγάπη για τον αμαρτωλό, ούτε το «αγαπάτε τους εχθρούς υμών». Η αλήθεια της ύπαρξης είναι πάνω από την ηθική, όπως πάνω από την ηθική και τους κανόνες είναι το ήθος. (περισσότερα…)

Υπόλοιπα συγκέντρωσης

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

Η ποίηση όσο είναι απροκάλυπτη άλλο τόσο είναι διαφαινόμενη. Κάθε ποίηση προϋποθέτει τη δημιουργία μίας γλώσσας η οποία είναι καίρια, σημαντική, διότι είναι μοναδική. Αντιστοίχως σε κάθε προσωπική γλώσσα έκφρασης εκτός ποίησης η μοναδικότητα είναι ίδιον ενός εκφραστή και όχι ενός ποιητή.

Βρισκόμαστε σε μεταίχμιο νεωτερικών συμφορήσεων και πρωτοποριακών  παρερμηνειών. Κατ’ εμέ σήμερα γίνεται προσπάθεια να αποχαρακτηριστεί η ποιητική τέχνη και να μετατραπεί σε εύτακτο μέρος της κοινωνικής κανονικότητας, αποκτώντας θεσμική αναγνώριση. Η ανάγκη προσεταιρισμού είναι κεφαλαιώδης. Φυσικό επακόλουθο λοιπόν η εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος ακαταρτισίας και ημιμάθειας, με τους ημιμαθείς να εγκαλούν τους ακατάρτιστους και τους ακατάρτιστους να επιτίθενται στους ημιμαθείς. Αμφότεροι γράφουν κείμενα για όλα τα γούστα και καλώς τα γράφουν, έχουν τη σημασία τους, δεν αντιλέγω, η ποίηση όμως μα δεν είναι για όλα τα γούστα, η ποίηση δεν ανταποκρίνεται στο γούστο κανενός, η ποίηση δεν αφορά κανένα γούστο, δεν αιτιολογείται σε ομοφροσύνη.  Απεναντίας, η παύση του γούστου θα μπορούσε να είναι ένας καλός ορισμός της, η ολοκλήρωση μιας τέτοιας παύσης θα είχε πολλά να προσφέρει στην απανταχού ερμηνευτική.

Βεβαίως ο ορισμός της ποίησης, της κριτικής, κτλ, επαναπροσδιορίζεται ατελώς, ή ορθότερα, αποκαθίσταται ατελώς. Μα ο αποχαρακτηρισμός, ο οποίος ευρύτερα ανθεί, δεν έχει σχέση με τον επαναπροσδιορισμό. Η κριτική παραμένει εγκλωβισμένη στην ηθικο-κοινωνική παραμυθολογία του μοντέρνου συντηρητισμού του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα, όχι εντελώς αδικαιολόγητα εφόσον τα εκδιδόμενα κυμαίνονται μεταξύ  εκφωνητικών παροξυσμών και στιχοδρομιών. Η σύγχρονη ελληνική ποίηση όσο και η ξένη, κρίνονται με βάση μία περίκλειστη συλλογιστική, η οποία συνοδεύεται από χαμηλό πήχη πρόσληψης και ανάγνωσης. Για ν’ αναγνωρίσει κανείς μία σημαντικότατη περίπτωση θα πρέπει να έχει ήδη αναγνωρίσει άλλες εξίσου σημαντικές ή έστω σημαντικές περιπτώσεις.

Το πολύκροτο άλμα πάνω απ’ το βάραθρο της ερμηνείας,  επικροτείται, προς το παρόν, μόνο σε δύο περιπτώσεις, στην προθεσιακή δυναμική που μπορεί να εκφράσει κάποιος γι’ αυτό ή στην πραγματοποίησή του υπό την προϋπόθεση πως ο άλτης βελτιώνει το πλεονέκτημα μιας επαγωγής προς τα πίσω μα όχι μιας απομάκρυνσης προς τα εμπρός, προς τα άλματα που θα χρειαστεί να γίνουν κατόπιν. Εάν δεν αναγνωρίζεται η ανάγκη επόμενων αλμάτων, το άλμα αυτό δεν χρειάζεται να γίνει κι αν γίνει είναι ανούσιο. (περισσότερα…)

F-4E Phantom II, 30 Ἰανουαρίου 2023

*

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

I
Στή Γῆ

Σέ λίγο πάλι θά χιονίσει

Τό κοιμητήρι τοῦ χωριοῦ Σου
Εὐστάθιε
θ’ ἀσπρίσει

Ἀπό τήν σιδερένια
Εἰσοδο
Σκουριές
Σκιές
Συρματοπλέγματα

Θά ρίξει
Ἑπίσημη
Ἀνεπίσημη
Πομπή

Στά ξεχασμένα
Μνήματα
Ποτέ
Δέν θά ὀνειρεύονταν
Τόση τιμή

Ἀπ’ τά οὐράνια
Νά πέσει
Τῶν παμμεγίστων
Ταξιαρχῶν

Στή γῆ (περισσότερα…)

Ένας προβληματισμός πάνω στις μεταμορφώσεις της γραφής

*

της ΒΕΡΑΣ ΧΑΤΖΗ

Σε διάσημη σειρά διάσημης πλατφόρμας παροχής συνδρομητικών διαδικτυακών τηλεοπτικών υπηρεσιών εκτυλίσσεται ο κάτωθι διάλογος, με πρωταγωνιστές μια άκρως γοητευτική επιχειρηματία μέσης ηλικίας και τον κατά πολύ νεώτερο —με καλλιτεχνική φυσιογνωμία— σύντροφό της. Η επιχειρηματίας αγωνιά για το εάν και κατά πόσο ένα λαοφιλές έντυπο μέσο θα έχει συμπεριλάβει τη νεοσύστατη εταιρεία της —δομημένη βέβαια στη βάση του διαδικτυακού κόσμου και των μέσων δικτύωσης— και την ίδια στη λίστα με τις καλύτερες και πιο επιδραστικές επιχειρηματικές προσωπικότητες, όταν με έκπληξη και περίσσεια δυσαρέσκεια διαπιστώνει ότι ο στόχος της δεν επετεύχθη. Τότε ο σύντροφός της, σε μια προσπάθεια παρηγοριάς, της αναφέρει: «Ποιος διαβάζει έντυπα πια;» Η επιχειρηματίας, οργισμένη, ανταπαντά: «Όσοι είναι σημαντικοί».

Στον αντίλογο αυτό μου φάνηκε αίφνης ότι συνοψίστηκε ένα από τα πιο ουσιώδη σύγχρονα δίπολα περί γραφής: έντυπη versus ηλεκτρονική. Παρά την καθολική κυριαρχία του ηλεκτρονικού στο σύνολο των εκφάνσεων που αφορούν στην καθημερινή ατομική και συλλογική μας υπόσταση, υπάρχει ένας σχεδόν “δυσπρόσιτος” χώρος, ο οποίος ανθίσταται στην ολική επικράτεια του ψηφιακού· και αυτός δεν είναι, βέβαια, άλλος από τον χώρο της γραφής και δη της λογοτεχνικής. Εστιάζοντας στην τελευταία, αξίζει να διερευνηθεί ο βαθμός ανταπόκρισης της σύγχρονης λογοτεχνικής δημιουργίας και των εκφραστών της στα νέα τεχνολογικά μέσα και στις δυνατότητες που προσφέρει η ηλεκτρονική γραφή.

Υπερκειμενική ποίηση και πεζογραφία, κινητική / οπτική ποίηση, εγκαταστάσεις computer art, προγράμματα συζήτησης, διαδραστική μυθοπλασία, μυθιστορήματα/ διηγήματα σε μορφή διαδικτυακών αναρτήσεων, ποιήματα / πεζά παραγόμενα από γεννήτριες κειμένων, συλλογική γραφή[1], μικροκείμενα που αναρτώνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι οι βασικότερες μορφές νέων ηλεκτρονικά παραγόμενων λογοτεχνικών δημιουργημάτων. Παρά το γεγονός ότι αρκετοί από τους παραπάνω όρους προκαλούν ένα αίσθημα ανοικείωσης ακόμα και στο σημερινό αναγνωστικό κοινό, αξίζει να αναφερθεί ότι η βασική αλλαγή που επέφερε η επονομαζόμενη ηλεκτρονική λογοτεχνία αφορά στο μέσο και όχι στην ίδια τη γραφή. Παραφράζοντας τον Marshall McLuhan και την καίρια διαπίστωσή του ότι «το μέσο είναι το μήνυμα» οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι ναι μεν τα υπερμέσα επαναπροσδιορίζουν τον οπτικό και εννοιολογικό χώρο της γραφής, ωστόσο τα παραγόμενα κείμενα εξακολουθούν να διαλέγονται δημιουργικά με τα κανονικοποιημένα λογοτεχνικά είδη και να φέρουν στοιχεία από το έντυπο παρελθόν τους. Μια σελίδα υπερκειμένου φαντάζει ως ένα “τυπικά” οργανωμένο, σε έντυπη μορφή, διήγημα / μέρος μυθιστορήματος μέχρις ότου ο αναγνώστης φτάσει στη λέξη-«θερμό»[2] σημείο και κληθεί να αποφασίσει αν θα συνεχίσει τη γραμμική ανάγνωση ή αν θα μεταβεί μέσω του υπερσυνδέσμου σε άλλη σελίδα με λεκτικό, οπτικό ή ηχητικό περιεχόμενο. Ένα έργο αναρτημένο στο Facebook ή το Twitter, που πληροί τη βασική προϋπόθεση των εν λόγω μέσων για συντομία στις δημοσιεύσεις, μοιάζει με ένα μικροδιήγημα, συνοδευόμενο ίσως με εικονικό υλικό, που θα μπορούσαμε να διαβάσουμε σε οποιαδήποτε έντυπη συλλογή, αν δεν υπήρχαν τα likes, τα σχόλια των αναγνωστών με τις συνακόλουθες απαντήσεις του δημιουργού και η δυνατότητα διαμοιρασμού (share) του έργου· πληροφορίες που συνοδεύουν την ανάρτηση, αναδιαμορφώνουν την αλληλεπίδραση συγγραφέα και αναγνώστη, καθιστώντας τη πιο διαδραστική, και θέτουν νέα δεδομένα στην πρόσληψη και αναγνωστική ανταπόκρισή μας προς το έργο. Ακόμα και η ψηφιακή οπτική ποίηση δεν διαφοροποιείται ιδιαίτερα στην απόδοση και αναπαράσταση του έργου από τα ποιήματα του Mallarmé, τα καλλιγράμματα του Apollinaire, έργα των ντανταϊστών, του Lemaître, αλλά και των εκπροσώπων της «συγκεκριμένης ποίησης»[3]. Αντίστοιχο ζήτημα ανακύπτει και από την ορολογία που χρησιμοποιείται για να αποδοθούν τα συστατικά γνωρίσματα της ηλεκτρονικής λογοτεχνικής γραφής a contrario με την έντυπη. Διακρίνεται, λοιπόν, αφενός η σταθερή, αναλλοίωτη, γραμμική, διαυγής, με αιτιώδεις νοηματικές σχέσεις και με κύρος έντυπη γραφή και, αφετέρου, η ευπροσάρμοστη, μεταβλητή, ασταθής, μη γραμμική ή πολυγραμμική, ανοιχτή, χωρική, με υλικότητα, χωρίς διαύγεια και αιτιότητα ηλεκτρονική γραφή. Ο συσχετισμός έντυπου και ψηφιακού καταλήγει με τους όρους του Bolter σε μία αντίστιξη κέντρου και παρεκβάσεων, σταθερότητας και παλινωδίας[4]. (περισσότερα…)

Έρινα Χαραλάμπους, Μικρά πεζά

*

ΚΑΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ

τοιχογραφία

Απέναντί μου ένας πελώριος τοίχος γεμάτος πράματα —πίσσες, κουφέττες, γλειφιτζούρια, αφρόζες, σ̆οκολάτες, τσ̆ίπιτος—, από το μαρμάρινο δάπεδο μέχρι το ταβάνι, μια μαγική τοιχογραφία, μία επίγεια υποψία Παραδείσου. Με κατακλύζει η έξαψη της πρώτης παιδικότητας και δεν ξέρω τι να πρωτοδιαλέξω. «Τζ̆αι ποτζ̆είνον τζ̆αι ποτούτον τζ̆αι ποτζ̆είνον τζ̆αι ποτούτον τζ̆αι ποτζ̆είνον τζ̆αι ποτούτον», αντιλαλώ – κάθε φορά. Δεν τα αφηγούμαι εγώ αυτά· ο παππούς λαξεύει τη μνήμη, και τα μουστάκια του γελούν από το ολόφωτο καθιστικό μέχρι την Αντζ̆ελού: το μικρομάγαζο στην πλατεία του χωριού, όπου στα δυο μου μόλις χρόνια κατεργαζόμασταν τις Κυριακές μαζί την τέχνη της απληστίας των αισθήσεων· την τέχνη του πρώτου πρώτου έρωτα.

~.~

γρανίτα πορτοκάλι

Τα πόδια μου αιωρούνται ένα κεφάλι πάνω από τη γη, και τα χέρια μου σκαλίζουν τον πάγο. Η κοιλιά μου ισορροπεί το κέντρο βάρους στο αριστερό τοίχωμα του καταψύκτη. Το κεφάλι βρίσκεται κυριολεκτικά εντός. Η αποστολή δεν είναι δύσκολη: αναζητώ στο βάθος βάθος —μόλις που φτάνουν τα δάχτυλα— παγωτό γρανίτα, γεύση πορτοκάλι. Οι οδηγίες της μάμμας ξεκάθαρες: «Από εδώ και στο εξής, μόνο γρανίτα». Ήταν Απρίλης —μπορεί και Μάης—, ήτανε σίγουρα άνοιξη. Θυμάμαι το σκοτάδι στο πρόσωπό της τη στιγμή που αναιρούσε όλες τις αδιαμφισβήτητες απαγορεύσεις, τον εαυτό της και τον κόσμο: «Από εδώ και στο εξής, μόνο γρανίτα». Τέρμα η επιβεβλημένη κατανάλωση θρεπτικών, υγιεινών, χωρίς βλαβερά συστατικά και χρώματα παγωτών γάλακτος! Ήτανε άνοιξη —μπορεί και καλοκαίρι—, ελάχιστο διάστημα μετά από εκείνο το φοβερό ατύχημα στη μαυρόασπρη οθόνη: θυμάμαι τις μάσκες να διανύουν με αμίλητη σκοτεινιά την απόσταση ανάμεσα στην ερημιά κι όλο το χάος που κάλυπτε το εργοστάσιο, τους ψεκαστήρες να εξαγνίζουν φρούτα, λαχανικά στις λαϊκές, και τη φωνή του εκφωνητή να διερωτάται πόσο και αν μολύνει η ραδιενέργεια το φρέσκο γάλα. Ο κόσμος καιγόταν, μπορεί και να ερχόταν το τέλος του, η μάμμα φοβόταν, μπορεί και να είχε αλλάξει, όμως εγώ είχα μόλις κλείσει τα έξι, και η γρανίτα πορτοκάλι ήταν ο απόλυτος παιδικός μου Παράδεισος. Μόλις έξι, λοιπόν, κι είχα ήδη ανακαλύψει τα συστατικά της τέχνης του να ισορροπείς πόδια, χέρια, κοιλιά, κεφάλι απέναντι στην καταστροφή. (περισσότερα…)

 Δημήτρης Αρμάος: H ποιητική πραγμάτωση του υποκειμένου

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΕΗ

Und wenn es uns glūckt,
Und wenn es sich schickt,
So sind es Gedanken.
ΓΚΑΙΤΕ *

1. Παράγραφοι ημερολογίου

Ο προστιθείς γνώσιν προσθήσει άλγημα
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ

Παραθέτω δίκην εισαγωγής το «Πρωινό εμβατήριό» του: «Όχι δεν έχω γεννηθεί για τη μελαγχολία / Ώρα να πάψει ετούτο το μονότονο τραγούδι ετών / Υπάρχει έξω από μένανε ο καιρός / και πάνω απ’  τον καιρό που μόνο φθείρεται / Το θαύμα των σωμάτων / Ό,τι πνευματικότερο χάρισε ο ουρανός / Στα πλάσματα που κλαίνε για να παίζουν» (βλ. Βίαιες Εντυπώσεις, σελ. 315).

Στα μέσα του 2000 άρχισα να αλληλογραφώ με τον Δημήτρη Αρμάο. Μου είχε στείλει στο Χονγκ Κονγκ, όπου την ίδια ακριβώς χρονιά είχα διοριστεί Γενικός Πρόξενος,  το Μυθολόγημά του. Ήταν ένα ιδιαίτερα προσεγμένο ανάτυπο από το τεύχος 30 του περιοδικού Πλανόδιον, που είχε ήδη κυκλοφορηθεί από τον Δεκέμβριο τoυ 1999. Η συστηματική, υποδειγματική καλλιγραφία, η οποία διάρθρωνε τις επιστολές του, συμβάδιζε απολύτως με τη συνειδητή άσκηση της τέχνης αυτής από τους Κινέζους. Έτυχε να ζήσω και να εργαστώ πάνω από οκτώ χρόνια σε μια χώρα όπου η αποτύπωση των ιδεογραμμάτων συνιστούσε ανέκαθεν όψη του ιερού. Θυμάμαι ακόμη έντονα ότι μου ερχόταν στο νου αυτομάτως η αδιάπτωτη φροντίδα που έδειχνε ο Δημήτρης Αρμάος στην παράταξη των γραμμάτων του αλφαβήτου μας στις επιστολές του, όταν έβλεπα  συνδαιτημόνες μου να συναγωνίζονται ορισμένες φορές στην απόδοση εμβληματικών σινικών χαρακτήρων, σε ειδικές περγαμηνές που έστρωναν σε καθαρά τραπέζια, μετά τη λήξη των επισήμων δείπνων.

Αρκετά χρόνια αργότερα συναντηθήκαμε για πρώτη φορά. Εκτός των άλλων, μας ένωνε και η πάγια προτίμηση στις εκδόσεις Ύψιλον, όπου το 2009 είδανε το φως της δημοσιότητας η άψογα επιμελημένη από τον ίδιο συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του, οι Βίαιες Εντυπώσεις των ετών 1975-2007. Ήδη το 2008 είχε εκδοθεί από τον ίδιο οίκο η ποιητική μου συλλογή Ν, όπως Νοσταλγία. Βλεπόμασταν αραιά αλλά πάντα υπήρχε μια ουσιαστική ανταλλαγή απόψεων για ό,τι μας ενδιέφερε. Το 2014 μου πρότεινε μάλιστα να εξετάσω το ενδεχόμενο ανεβάσματος επιλογών από εμβληματικά θεατρικά έργα της αρχαίας μας παράδοσης στην Ινδονησία, όπου τότε ήμουν Πρέσβης, σε συνεργασία με δικούς μας φορείς και πολιτιστικούς οργανισμούς της κύριας χώρας διαπίστευσής μου. Όταν ήλθα για σύντομο χρονικό διάστημα στην Αθήνα, συναντηθήκαμε στο καφενείο του Ιανού. Μου γνώρισε τότε την ηθοποιό Κερασία Σαμαρά, η οποία είχε εκδηλώσει έντονο ενδιαφέρον. Η ίδια είχε ετοιμάσει τη συναφή αίτηση και τον προγραμματισμό των εκδηλώσεων, μαζί με το πιθανολογούμενο κόστος τους. Συγκρατώ ότι ο Δημήτρης Αρμάος διατηρούσε πάντα τον ίδιο ενθουσιασμό για ό,τι τον αφορούσε. Η ευγένεια της ορμής συναγωνιζόταν σε τακτ την ομολογούμενη ποιότητα της ομιλίας του. Μιλούσε όπως έγραφε: τονίζοντας κατάλληλα την αρμόδια συλλαβή, απέδιδε ρυθμούς και απαραίτητες σημασίες. (περισσότερα…)

Ἡ «παραμυθία» τοῦ Δημήτρη Ἀρμάου στὰ «παραμύθια» τοῦ Μιχαὴλ Μπαχτὶν

*

Ἕνα διφορούμενο δοκίμιο
σὲ ἕνα διφορούμενο ποίημα

τοῦ Ἀ. Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

 

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Ο ΤΙΤΛΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Τὸ τέταρτο ποίημα τῆς ἑνότητας «ΤΑ ΕΡΗΜΑ ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ» μὲ τίτλο «Παραμυθία» τοῦ Δημήτρη Ἀρμάου εἶναι μιὰ ἐφαρμογὴ τῶν θεωριῶν τοῦ ρώσου φιλοσόφου Μιχαὴλ Μπαχτὶν ποὺ ἀποδεικνύεται φιάσκο. ῾Ο ᾿Αρμάος, δοκιμάζοντας «τὰ ἔρημα τὰ γράμματα» τοῦ Μπαχτὶν στὶς περιπτώσεις ἑνὸς ἀφοσιωμένου ὀπαδοῦ του καὶ τῆς κοινωνικῆς ἐπανάστασης τῶν φεμινιστριῶν γυναικῶν, ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ καθαρὰ πὼς ὅσα πρέσβευε ὁ ξακουστὸς ρῶσος φιλόσοφος ἦταν «Παραμύθια»· «Ψέματα», ἰδεοληψίες (στ. 5). Τόσο ἡ ἔνταξη τοῦ ποιήματος στὴν ἑνότητα «Τὰ ῎Ερημα τὰ Γράμματα», ὅσο καὶ ὁ τίτλος «Παραμυθία»/Λόγος Παρηγορητικός, ― ποὺ ἀβίαστα συνδηλώνει, μὲ ἀρκετὴ δόση εἰρωνίας, τὴ σημασία τοῦ ὅρου «Παραμύθια» (= «Ψέματα», σαχλαμάρες) ― σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν «ψευτο-διαλογική», «μπαχτινική» δηλαδή, δομὴ τοῦ ποιήματος, εἶναι ἔξυπνοι τρόποι ποὺ μεταχειρίζεται ὁ ᾿Αρμάος γιὰ νὰ ὑπονομεύσει καὶ νὰ ἀνασκευάσει κρυφὰ τὶς ἰδέες τοῦ Μπαχτίν. Παράλληλα ὡστόσο, μὲ τὴν κυριολεκτικὴ σημασία τοῦ τίτλου, συνδηλώνει πὼς τόσο «Τὰ ῎Ερημα τὰ Γράμματα» τοῦ Μπαχτὶν ὡς ἄκυρος καὶ ἀπατηλὸς τρόπος Σκέψης, ὅσο καὶ τὰ δικά του «῎Ερημα Γράμματα» ὡς ἀναποτελεσματικὸ Ποίημα, ὡς κατασκευασμένος καὶ ἄρα πλαστὸς λόγος ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ καταδείξει τὴν ἀκυρότητα τῶν ἰδεῶν ἐκείνου, εἶναι ὄντως, μολονότι καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις ἀτελέσφορα, τὰ μόνα ποὺ ἀνακουφίζουν κάπως καὶ ἀπαλύνουν τὴν ὀδύνη ἀπὸ τὸ κενὸ ποὺ σοβεῖ κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῶν Γραμμάτων ―,  ἕνα κενὸ ποὺ οὔτε ἡ Φιλοσοφία τοῦ Μπαχτὶν οὔτε ἡ δική του Ποίηση μποροῦν νὰ ὑποκαταστήσουν ἢ νὰ παραμερίσουν.

Η ΔΙΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΜΠΑΧΤΙΝ

Πρὶν διαβάσουμε τὸ ποίημα εἶναι ἀναγκαῖο νὰ θυμηθοῦμε πῶς ἀκριβῶς ἀντιλαμβανόταν ὁ Μπαχτὶν τὸν περίφημο ὅρο «διάλογο», ποὺ ὑπῆρξε ὁ πυρήνας ὅλων τῶν θεωριῶν του. Καὶ εἶναι ἀπαραίτητο γιατὶ ἡ διφορούμενη Παραμυθία τοῦ ᾿Αρμάου εἶναι φαινομενικὰ ἕνας μπαχτινικὸς διάλογος. Καὶ λέω «φαινομενικά» ἐπειδή, ὅπως θὰ δοῦμε ἀναλύοντας τὸ ποίημα, ὁ ποιητὴς χρησιμοποιεῖ τὸν ψευτο-μπαχτινικὸ καὶ ἀναποτελεσματικὸ διάλογο ἀνάμεσα σὲ δύο ἀσυσχέτιστους καὶ μοναχικοὺς στὴν πραγματικότητα ὁμιλητές, ἀνάμεσα σὲ κεῖνον δηλαδὴ τῆς πρώτης στροφῆς καὶ στὸν «ἄλλο» τῆς δεύτερης στροφῆς, ὡς σύμβολο διαλόγου ἑνὸς (καὶ μόνον) ἀνθρώπου μὲ τὸν ἑαυτό του· ὡς σύμβολο ἑνὸς «μονολογικοῦ διαλόγου» ― ἀλήθεια ποὺ δὲν συμμερίζεται φυσικὰ ἢ ποὺ δὲν συνειδητοποίησε προφανῶς ὁ Μπαχτίν. Στὴν ῾Ελλάδα, ὅσο ξέρω, ὁ πρῶτος καὶ ὁ μόνος ἴσως ποὺ παρουσίασε μὲ συστηματικὸ τρόπο τὴ θεωρία τῆς διαλογικότητας τοῦ ρώσου φιλοσόφου εἶναι ὁ Δημήτρης Τζιόβας. Στὸ βιβλίο του «Τὸ Παλίμψηστο τῆς ῾Ελληνικῆς ᾿Αφήγησης» (ἐκδόσεις ᾿Οδυσσέας, ᾿Αθήνα 1993, ἀνατύπωση 2002), ὑπάρχει ἕνα ἐκτεταμένο κεφάλαιο ἀφιερωμένο στὴν θεωρία τῆς διαλογικότητας τοῦ ρώσου στοχαστῆ (112-221). Λίγα χρόνια πιὸ πρὶν καὶ ὁ Γιάννης Κιουρτσάκης, στὸ βιβλίο του «Καρναβάλι καὶ Καραγκιόζης» (Κέδρος 1985), εἶχε ἀφιερώσει κάποιες σελίδες στὴ μπαχτινικὴ θεωρία. Θέλω νὰ πιστεύω πὼς καὶ τὰ δύο βιβλία τὰ εἶχε μελετήσει πολὺ προσεκτικὰ ὁ ᾿Αρμάος. Γιὰ τὶς ἀνάγκες αὐτοῦ τοῦ δοκιμίου, ὁρισμένες φράσεις τοῦ Τζιόβα, ποὺ ἀναφέρονται ἀποκλειστικὰ στὴ σημασία τοῦ μπαχτινικοῦ «διαλόγου» ἀρκοῦν.1 ᾿Επειδὴ βασικὸ βοήθημα τοῦ Δημήτρη Τζιόβα στὴν παρουσίαση τῆς μπαχτινικῆς θεωρίας ὑπῆρξε μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸ βιβλίο τοῦ Michael Holquist, Dialogism: Bakhtin and his World, (London & New York: Routledge 1990), ἔκρινα σκόπιμο νὰ ἀποσπάσω καὶ ἀπὸ αὐτὸ κάποιες περικοπὲς γιὰ ἕναν πληρέστερο φωτισμὸ τῆς ἔννοιας τοῦ μπαχτινικοῦ «διαλόγου». ῾Ως κείμενο ἐδῶ χρησιμοποιῶ τὴ μετάφραση αὐτοῦ τοῦ βασικοῦ ἐγχειριδίου στὰ ἑλληνικὰ ἀπὸ τὴν ᾿Ιωάννα Σταματάκη (Gutenberg 2014). (περισσότερα…)

Τρία τραγούδια

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

*

ΔΕΚΑ ΦΥΛΑΧΤΑ

Σκουπίδια από μετάξι
σταλάζω χάος στην τάξη
με μια κοπέλα στη γωνιά
Ραγκαβή και Καλλιγά
– είμαι μια λυρική μυθιστορία
από το Μοναστήρι κι ώς την Τροία.

Κάτι δονεί με ρεύμα τη ρωμέικη καρδιά
και τούτη την απόκρυφη πανσέληνη βραδιά.
Την κοπελιά τη λεν Βασάντα
και τώρα που μετράω σαράντα
Ιούλιους θα σου μιλήσω γραικικά:

από Χριστό κι από Ελιγιά
Φριζή, Δαμασκηνό, καλλιά
στο Ρέθυμνο να σ’ εύρει το δι’ ευχών
στα χέρια μέσα σύντροφων πιστών
κι ας είναι Οκτώβρης· μια χρονιά με δέκα φυλαχτά.

~.~

ΡΕΒΙΘΙΑ

Τώρα το ξέρουμε, δεν είπαν την αλήθεια
προδώσαν την πατρίδα τους για μια μπουκιά ρεβίθια·

εσύ όμως ασκητεύεις πάνω σε μια ξέρα
λιγόψυχος, από την κόλαση πιο πέρα
εκεί που το αλμυρό νερό ποτίζει το αλμυρίκι
μακριά από το φθινόπωρο, που γλυκοανθεί το ρείκι. (περισσότερα…)

Ευγένιος Αρανίτσης, Νίκος Καρούζος [αναθεωρημένη εκδοχή, 2002]

*

Στις 15 Ιανουαρίου αναρτήσαμε στη στήλη «Αναδρομές» του ΝΠ το ποίημα «Νίκος Καρούζος (1926-1990)» του Ευγένιου Αρανίτση, από το βιβλίο του Ποιήματα και πράξεις (1980-1993), Ίκαρος 1993. Ο ποιητής μάς πληροφόρησε ότι υπάρχει εν τω μεταξύ μια νεώτερη, αναθεωρημένη εκδοχή, δημοσιευμένη στην ανθολογία του Θ. Νιάρχου, Ποιητές για ποιητές. Χειραψία πάνω από την άβυσσο, Καστανιώτης 2002 (β’ έκδοση 2004).

Η αντιβολή των δύο εκδοχών έδειξε ότι σε μεγάλο βαθμό έχουμε να κάνουμε με ένα καινούργιο ποίημα, συγγενικό ασφαλώς σε πολλά με το αρχικό, αλλά και ουσιωδώς αποκλίνον σε άλλα. Με την άδεια του Ευγένιου Αρανίτση, τον οποίο ευχαριστούμε θερμά, αλλά και με την πεποίθηση ότι μια συγκριτική ανάγνωση παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον, παραθέτουμε σήμερα και τη δεύτερη αναθεωρημένη εκδοχή.

~ . ~

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ  

Οι ώρες είναι σκιές στα σκαλοπάτια
που κατεβαίνουν ως τους πεθαμένους
μας ποιητές. «Της άβυσσος τα μάτια»,
είπε ο Νίκος, «βλέπουν μαγεμένους
γκρεμούς όπου περπάτησε η Venus
Obscura. Μα, στης τρέλας το κρεβάτι, Α-
φροδίτη και Παρθένος γίνοντ’ ένα.
Το έμαθ’ απ’ τη μάνα μου. Απένα-

ντι σ’ ένα τέτοιο δράμα θα ορίσει
ο ποιητής το έργο, στην οθόνη
της μνήμης προσπαθώντας να κρατήσει
όχι αυτό που τρέμει και τελειώνει,
αλλά την όψη ’κείνου που ακόμη
κι ο θάνατος αρνείται ν’ αντικρίσει:
το Βλέμμα Του Πατέρα, την ερκάνη
μιας γλώσσας που αδιάκοπα θα φτάνει

»στην άκρα σιωπή… Ούτε που ξέρω
αν σώπασα στη σκέψη ή στην πράξη»,
προσέθεσε. «…Εφόσον ο Αχέρο-
ντας θα μας έχει δέσμιους στην τάξη
του θανάτου, να λες “Θεός φυλάξοι”
όταν βρεθείς απέναντι σε γέρο
γιατί τελειών’ η βάρδια του σε λίγο».
«Και η δική σου;» «Σίγουρα… Θα φύγω

για κεί όπου ο νους –η συμμετρία
ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι–
γιατρεύει την παλιά μοιρολατρία.»
Σωστά μιλούσε έτσι για τον Άδη
αλλά –του είπα– μένει το ψεγάδι
της σκέψης πως υπήρξε η πορεία
του χρόνου γραμμική. «Σιγά μην ήταν!
Εμένα μου θυμίζει τη σαΐτα (περισσότερα…)