Ἕνας ἥρωας καὶ μία ἐποχὴ (Ἀλεξὰντρ Πούσκιν: Εὐγένιος Ὀνέγιν)

*

του ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Ἡ γνωριμία μὲ τὰ μεγάλα ἔργα τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας μᾶς κάνει πιὸ πλούσιους συναισθηματικὰ καὶ μᾶς ἀνοίγει παράθυρα πρὸς παρθένα, γιὰ μᾶς, τοπία.  Γι’ αὐτὸ χρεωστοῦμε εὐγνωμοσύνη στὸ διαλεχτὸ ἠθοποιὸ καὶ διανοούμενο, τὸν κ. Νίκο Παπακωνσταντίνου, ποὺ μετάφερε στὰ ἑλληνικὰ ἕνα ἀπὸ τ’ ἀριστουργήματα τῆς ρωσικῆς φιλολογίας τοῦ περασμένου αἰῶνα, δυσκολοπλησίαστο ὣς τὰ τώρα ἀπὸ τοὺς περισσότερους, ἐξ αἰτίας τῆς γλώσσας του: τὸν Εὐγένιο Ὀνέγιν τοῦ Πούσκιν.[1]

Τὸ ἔργο τοῦτο λογαριάζεται ἀπὸ πολλοὺς κριτικοὺς σὰν τὸ καλύτερο τοῦ μεγάλου Ρωμαντικοῦ. Εἶν’ ἕνα ἀφηγηματικὸ ποίημα ἢ πιὸ καλὰ ἕνα ἔμμετρο μυθιστόρημα ἁπλωμένο σ’ ὀχτὼ κεφάλαια καὶ χωρισμένο σὲ δεκατετράστιχες στροφές, μὲ στίχους αὐστηρὰ πειθαρχημένους στὸ μέτρο καὶ στὴν ὁμοιοκαταληξία.

Ἐπιφανειακὰ πρόκειται γιὰ κάποια ἐρωτικὴ ἱστορία, ὄχι καὶ τόσο ἀσυνήθιστη. Πίσω ὅμως ἀπὸ τούτη τὴν ἐπιφάνεια ζωντανεύει μιὰ ὁλόκληρη ἐποχὴ καὶ μιὰ κοινωνία: οἱ πρῶτες δεκαετίες τοῦ 19ου αἰῶνα κι ὁ κόσμος τῆς ρωσικῆς ἀριστοκρατίας.

Ἡ κεντρικὴ μορφὴ τοῦ ποιήματος, ποὺ δίνει τ’ ὄνομά της στὸν τίτλο τοῦ ἔργου, εἶν’ ἕνας τυπικὸς ρωμαντικὸς ἥρωας μὲ βυρωνικὴν ἀπόχρωση. Νέος, γοητευτικός, μορφωμένος, ἔξυπνος, ἄστατος κι ἠθικὰ ἀδίσταχτος. Δὲν ἀσχολεῖται μὲ τίποτα. Ξοδεύει τὴ ζωή  του στὰ σαλόνια καὶ στὰ θέατρα τῆς Πετρούπολης, ὅπου διαπρέπει μὲ τὰ χαρίσματά του ‒καὶ μὲ τὰ ἐλαττώματά του. Ἔχει γνωρίσει ὅλες τὶς ἠδονὲς κι ἔχει χορτάσει τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς φιλαρέσκειας καὶ τῆς ὑποκρισίας, τῆς χαριτόλογης κενότητας καὶ τοῦ ραφιναρισμένου πάθους. Σ’ ἡλικία ποὺ οἱ ἄλλοι ἀρχίζουνε τὴ ζωή τους, ὁ Ὀνέγιν ἔχει γίνει κιόλας ἕνας κουρασμένος, ἀηδιασμένος καὶ σκληρὸς κυνικός. (περισσότερα…)

Οὐίλλιαμ Σ. Μέργουιν, Ὅταν τελειώσει ὁ πόλεμος

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

ΟΤΑΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

Ὅταν τελειώσει ὁ πόλεμος
Φυσικά θά εἴμαστε περήφανοι ὁ ἀέρας θά εἶναι
Καλός νά τόν ἀναπνέεις ἐπιτέλους
Τό νερό θά ἔχει βελτιωθεῖ ὁ σολωμός
Καί ἡ σιωπή τοῦ παραδείσου θά μεταναστεύουν πιό τέλεια
Οἱ νεκροί θά σκέφτονται πώς οἱ ζωντανοί τό ἀξίζουν ἐμεῖς θά ξέρουμε
Ποιοί εἴμαστε
Καί θά καταταγοῦμε πάλι

~.~

Ὁ W. S. Merwing, γιός πρεσβυτεριανοῦ πάστορα, ἄρχισε νά γράφει σέ ἡλικία μόλις πέντε ἐτῶν, εἰκονογραφώντας ἐπίσης τούς ὕμνους πού ἄκουγε ἀπό τόν πατέρα του. Ἡ ἐξοικείωση ἀπό τόσο νωρίς μέ τούς ὕμνους, τόν ὁδήγησε σέ συγκεκριμένη ἀντίληψη γιά τήν φόρμα καί γιά τήν σημασία κάθε λέξης ξεχωριστά, δηλαδή τό εἰδικό βάρος της. Πολυγραφότατος (πάνω ἀπό πενήντα βιβλία ποίησης, πεζοῦ λόγου, μεταφράσεων) καί δυό φορές poet laureate (1999-2000, 2010-2011), χαρακτηρίστηκε στήν Ἀμερική ὡς «Thoreau τῆς ἐποχῆς μας» γιά τήν ἰσχυρή οἰκολογική του συνείδηση, τήν ἀντίθεσή του στήν πολεμική βαρβαρότητα, τήν ἀφοσίωσή του στήν γλώσσα, τό ὑψηλό ἐπίπεδο τῆς πνευματικότητάς του. Πολύ ἀργότερα, τήν ἐποχή τῆς μεγάλης πείρας καί ὡριμότητάς του, ὅταν συνέθετε τήν ποιητική συλλογή Garden Time, εἶχε ἤδη ἀρχίσει ὁ καιρός τῆς δοκιμασίας του: ἔχανε τό φῶς του. Ὅταν ἔφτασε στό σημεῖο νά μήν βλέπει, γιά νά συνεχίζει τό ἔργο του, ὑπαγόρευε στήν σύζυγό του Πώλα τά νέα του ποιήματα. Φαίνεται πώς ἡ δοκιμασία τόν ἔφερνε πλησιέστερα σέ ἄγνωστες περιοχές τῆς ὕπαρξής του, τόν ἔκανε νά τίς ἀφουγκράζεται καί νά μιλάει πιό ἄμεσα στόν ἀναγνώστη του.

Ἀποδεσμευμένος πιά ἀπό τήν προβολή πού δεχόταν γιά τό ἔργο του καί τούς πολύχρονους ἐπαίνους γιά τό πόσο ἐπηρέαζε ἄλλους ποιητές, περιβαλλόμενος τώρα ὁ Merwing ἀπό θαμπές σκιές ἔστρεφε ἐπίμονα τήν προσοχή του στούς ἤχους – ἐμψυχωμένους ἤχους. Ἀνακάλυπτε πῶς νά βρίσκεται στό πλάϊ τοῦ ἀναγνώστη μέ μιά, κερδισμένη μέ ὀδύνη, διασθητική ἀμεσότητα. Τόνιζε μέ κάθε τρόπο τήν ἐλπίδα πού χρειαζόμαστε: Ἐλπίδα σ’ αὐτό πού θέλει νά μᾶς βρεῖ. «Ἐλπίδα στό φῶς τῆς μέρας πού ἔρχεται».

Σέ ὅλο του τό ἔργο, διάλεγε συνειδητά τήν ἀπουσία στίξης, ἔτσι καί στό Garden Time. Τόν τίτλο αὐτόν θά μπορούσαμε νά τόν μεταφράσουμε ὡς Καιρό τοῦ Κήπου, γιατί αὐτό πού ἐπιδιώκει νά διαφανεῖ, στό ἀνεμπόδιστο κύλισμα τοῦ κάθε ποιήματος, δέν εἶναι ὁ χρόνος. Εἶναι ὁ Καιρός· μέ τήν δική μας, ἑλληνική σημασία τοῦ ὅρου: εὐ-καιρία μέ ἄλλα λόγια. Ἀποκτᾶ καί ἄλλες προεκτάσεις, ἄν σκεφθεῖ κανείς πώς ἡ συλλογή ἐκδόθηκε τό 2016, ἡ ἀγαπημένη του Πώλα ἀπεβίωσε τό 2017, καί ὁ ἴδιος ἐξέπνευσε εἰρηνικά στόν ὕπνο του, τό 2019. Ἑπομένως τό τέλος τῆς ζωῆς τοῦ ποιητῆ, μέσα στήν δοκιμασία τῆς τύφλωσης,ὑπῆρξε πράγματι ἕνας Καιρός ἐκ νέου καλλιέργειας καί φροντίδας τοῦ Κήπου πού τοῦ δόθηκε: εὐκαιρία φιλοσοφικοῦ ἀναστοχασμοῦ, παρατηρήσεων μέ τά ἔσω μάτια, σπορᾶς ἐρωτημάτων ὅπως τά ἀκόλουθα μέ νηφάλιο καί γλυκύ τρόπο:

Eἶμαι ἐγώ πού ἔφτασα σ’ αὐτήν τήν ἡλικία
ἤ εἶναι ἡ ἡλικία πού ἦρθε σέ μένα
ποιό ἀπ’ τά δυό ἔφερε μαζί του ὅλες τοῦτες
τίς σιωπηλές εἰκόνες πάνω στόν σκιερό τους ποταμό

Ν.Κ.

*

Κώστας Μελάς, Θέση μάχης / Προσπαθώ να μην σκέφτομαι

*

Θέση μάχης

Καθώς διαβαίνουν τα χρόνια θα ’πρεπε
να πλησιάζουμε στους στόχους μας.
Τα περιττά και τα άχρηστα βαραίνουν υπερβολικά·
πολλά –όχι όλα– μπορούμε να τα αποχωριστούμε
χωρίς μεγάλη προσπάθεια, κοιτάζοντας έξω από
το ανοικτό παράθυρο, στον κήπο μετά την πρωινή βροχή
καθώς τα πουλιά βρήκαν ευκαιρία να ξεδιψάσουν.
Η δικιά μας δίψα πορεύεται όλο και πιο μειούμενη.
Κάπου είχα γράψει, στο περιθώριο ενός βιβλίου
κατά πάσα πιθανότητα, πως όταν χάνεις μια διάσταση
έχεις παραιτηθεί από κάθε αξίωση απ’ την πραγματικότητα.
Διάσταση όχι βάρος. Αυτή είναι μια μεγάλη διαφορά
Πολλά πράγματα βέβαια προσεγγίζονται με λάθος τρόπο
Θέλω να πω ότι το λάθος συνίσταται στο να αποφασίζεις
αυτό που θέλεις να κάνεις πρώτα και μετά να επινοείς
λόγους δικαιολόγησης. Βέβαια ό,τι και να κάνεις θα το μετανιώσεις.
Θα περιμένω λοιπόν μέχρι να ξυπνήσεις μέσα στη νύχτα
και να σβήσεις το φως. Είναι η ώρα που έξω χαράζει.
Ακριβώς λίγο πριν το τέλος του μονοπατιού της δικαίωσης.

ΠΨ, Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2023

(περισσότερα…)

Αργύρης Χιόνης, Οι εμβάδες

*
Στον Κωστή Παπαγιώργη

Οι εμβάδες ουδεμία σχέση έχουν με τις αμοιβάδες. Ζώα είναι κι αυτές, αλλά πολύ πιο εξελιγμένα. Είναι ένα είδος οικόσιτων υποζυγίων και, ως προς αυτό, διαφέρουν επίσης από τα υποδήματα που είναι υποζύγια ανοικτού εδάφους. Το γεγονός, ωστόσο, ότι οι εμβάδες κινούνται στο περιορισμένο εμβαδόν ενός σπιτιού, δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι διανύουν μικρότερες αποστάσεις από τα υπο­δήματα, ιδίως όταν πρόκειται για εμβάδες που μεταφέρουν εξαιρετικά δραστήριες οικοκυρές, οπλι­σμένες με σφουγγαρόπανα, σκούπες και ξεσκονίστρες, από δωμάτιο σε δωμάτιο και από μπάνιο σε κουζίνα κι από κουζίνα σε βεράντα και σε σκάλα και σε πεζοδρόμιο και πάλι πίσω, από δωμάτιο σε δωμάτιο… Χιλιόμετρα ολόκληρα διανύουν, κάθε μέρα, αυτά τα υπομονετικά υποζύγια, περιφε­ρόμενα μέσα στα περιορισμένα τετραγωνικά μιας κατοικίας.

Παρά την καθημερινή, σκληρή ταλαιπωρία τους, αυτά τα αγαθά ζωντανά ουδέποτε διεμαρτυρήθη­σαν ή εξέφρασαν το παραμικρό παράπονο. Αντίθετα, τα υποδήματα, όντα εκδικητικά από τη φύση τους, πρήζουν ή γεμίζουν με φλύκταινες και κάλους τα πόδια των αφεντικών τους.

Ένα άλλο αξιέπαινο χαρακτηριστικό των εμβάδων είναι η ολιγάρκειά τους. Εν αντιθέσει προς τα δήθεν κοινωνικά, αλλά στην ουσία, φαντασμένα υποδήματα, δεν χρειάζονται ούτε ξεσκονίσματα ούτε γυαλίσματα. Το μόνο που ελπίζουν (όχι απαιτούν) είναι τα πόδια που χώνονται μέσα τους να έχουν, προηγουμένως, πλυθεί, να έχουν αποκαθαρθεί από τη χυδαία υποδηματίλα ή ποδαρίλα, όπως συνήθως ονομάζεται.

Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, οι εμβάδες έχουν γίνει σύμβολο της τεμπελιάς, της απραξίας, της απόσυρσης από τη δράση. Οι επιβήτορές τους, όταν πρόκειται για άντρες και όχι για δραστήριες οι­κοκυρές, θεωρούνται κάτι σαν παραιτημένοι απ’ τη ζωή ή, απλώς, τεμπέληδες. Δεν υπάρχει τίποτε πιο ψευδές από αυτό. Ως απόδειξη περί του αντιθέτου, αρκεί να αναφέρω την περίπτωση των κυρίων Μπαλζάκ και Προυστ που, επιβαίνοντες των παντουφλών τους, διήνυσαν τεράστιες αποστάσεις μέσα στην αχανή στέπα της ανθρώπινης ψυχής. Χωρίς να έχω δει τις σχετικές πληροφορίες, φαντάζομαι ότι το ίδιο έπραξε και ο κύριος Ντοστογιέβσκη.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

Όντα και μη όντα, 2006

*

*

William Gaddis, Οι Αναγνωρίσεις

*

Προλεγόμενα-Mετάφραση ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ

♦♦♦

Λίγες σελίδες από τις Αναγνωρίσεις  (The Recognitions, 1955), οι οποίες σκοπίμως δεν περιέχουν κάποια από τα εξαιρετικότερα σημεία του έργου, μα είναι απλώς οι πρώτες του βιβλίου. Πρόκειται για ανεπιμέλητο δείγμα από το πρώτο χέρι της μετάφρασης που ξεκίνησε πριν από πάρα πολλά χρόνια, το 1998, η οποία δεν ολοκληρώθηκε είτε επειδή οι εκδότες δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν περί τίνος πρόκειται είτε επειδή δεν ήταν σε θέση να αναλάβουν την έκδοσή του.

Ένας ελάχιστος δειγματισμός, για το πώς κρίνεται ο λογοτεχνικός μεταμοντερνισμός, για το γεγονός πως οι θεωρούμενοι σύγχρονοι κορυφαίοι αγγλόφωνοι πεζογράφοι δεν επιδίδονται παρά σε επαναπροσεγγίσεις της τέχνης του Ουίλλιαμ Γκάντις (ΗΠΑ, 1922-1998), για το πως αποδίδουν την αισθητική του δίχως να την εξελίσσουν. Για το πως ο Γκάντις ήταν όλα όσα συνέβησαν και λειτούργησαν μετά απ’ αυτόν στις κορυφές της μεταμοντέρνας αγγλόφωνης πεζογραφίας –με βάση τα όσα εκδόθηκαν μέχρι χθες το πρωί– και για το πώς η σύγχρονη αγγλόφωνη, και όχι μόνο, πεζογραφία στις καλύτερες στιγμές και επιδόσεις της αποτελεί πιστοποίηση μοναδικότητας των Αναγνωρίσεων.

♦♦♦

Ακόμη και η Καμίλλα είχε απολαύσει τα μασκαρέματα, εκείνα εκ του ασφαλούς όπου η μάσκα μπορούσε να πέσει την κρίσιμη στιγμή που εκλαμβάνεται ως πραγματικότητα.

Όμως η πομπή ψηλά στον άγνωστο λόφο, που ήταν οριοθετημένος από κυπαρίσσια, παρωθημένη από τους μονότονους ψαλμούς του ιερέα και αργοπορημένη από τις παύσεις κατά τις δεκατέσσερις στάσεις της Οδού του Μαρτυρίου (για να μην αναφέρω τη νεκροφόρα άμαξα μέσα στην οποία βρισκόταν, ένα όχημα που έμοιαζε με πάγκο ενός μπαρόκ ζαχαροπλαστείου που το τραβούσε ένα λευκό άλογο), θα μπορούσε να διαταράξει τη συνεσταλμένη της όψη, εάν ήταν σε θέση να την βλέπει.

Ισπανική μάζωξη την αποκάλεσε ο αιδεσιμότατος Γκουίον – κατόπιν: όχι από αδιαφορία, μα μ’ έναν τόνο συγκρατημένης ανησυχίας. Ανέκαθεν του άρεσαν τα ταξίδια, όταν ήταν νεότερος, κι αυτή του η παρόρμηση να διευρύνει τον ορίζοντά του ήταν τελικά εκείνη που του είχε δώσει την απαιτούμενη ευκαιρία να την υλοποιήσει (στην εν λόγω περίπτωση, ένα καράβι με προορισμό την Ισπανία), και κόστισε τη ζωή της γυναίκας με την οποία υπήρξε παντρεμένος πριν από έξι χρόνια.

– Θαμμένη εκεί παρέα με κάμποσους νεκρούς καθολικούς, βρισκόταν η κατάρα της θείας Μέυ. Η θεία Μέυ ήταν η αδελφή του πατέρα του, μια στείρα ακλόνητη γυναίκα, κατά το καλβινιστικό ιδεώδες πιστή στον άντρα που υπήρξε αιδεσιμότατος Γκουίον πριν απ’ αυτόν. Επιτελούσε το καθήκον της με κάθε ευκαιρία που προσέφεραν οι αυθεντικές χριστιανικές προσβολές.

Διότι οι δύο οικογένειες είχαν κι άλλον λόγο να νιώθουν αποστροφή πέρα από τη φαινομενικά ιδιότροπη αποδοχή που έδειχνε ο χήρος για τον θάνατο της γυναίκας του. Αρνούνταν να του συγχωρέσουν πως δεν επέστρεψε το άψυχο κορμί της Καμίλλα στην πατρίδα της, για να το εναποθέσουν στο άσπιλο προτεσταντικό χώμα της Νέας Αγγλίας. Αυτό ήταν το δικό τους Μαρτύριο, το κουβαλούσαν πέρα σ’ εκείνον τον ζοφερό πολυτελή Γολγοθά με μια αξιοθαύμαστη έκφραση πουριτανικής αγανάκτησης.

Ιδού τι είχε συμβεί. Νωρίς το φθινόπωρο, το ζευγάρι είχε σαλπάρει για την Ισπανία. – Ένας θεός ξέρει τι πάνε να κάνουν εκεί πέρα, ανάμεσα σε όλους εκείνους τους… εκείνους τους ξένους, ειπώθηκε μεταξύ άλλων. – Μια ολόκληρη χώρα γεμάτη με δαύτους, επίσης.

– Και η Καθολική, γκρινιάρα θεία Μέυ, αρνιόταν ακόμη και να επαναλάβει το όνομα του πλοίου με το οποίο ταξίδευαν, λες και μπορούσε να διαισθανθεί την άμεση καταστροφή που προμήνυε και τον αλληλοσπαραγμό που θα κατάκλυζε ολούθε τη θάλασσα με νίκες ανώφελες, ο οποίος για είκοσι χρόνια αναμενόταν. Παρ’ όλα αυτά, επιβιβάστηκαν στο Purdue Victory και αναχώρησαν από το λιμάνι της Βοστώνης, όντας προετοιμασμένοι για όλων των ειδών τις αντιξοότητες εκτός από εκείνες που άφηναν πίσω τους κι εκείνες τις καταστροφές με την εμβέλεια και τη συγκυριακή τους αυθεντικότητα τις οποίες τα χριστιανικά δικαστήρια και οι ασφαλιστικές εταιρίες, με ταπεινότητα υποστήριζαν ad hominem, πως ήταν ενέργειες του Κυρίου. Την Ημέρα των Αγίων Πάντων, την έβδομη μέρα εν πλω και στο μέσον του ταξιδιού, ο Κύριος επιβιβάστηκε στο Purdue Victory και έδρασε: Η Καμίλλα αρρώστησε από οξεία σκωληκοειδίτιδα.

Ο χειρουργός του πλοίου ήταν ένας φακιδιάρης αξύριστος μικροκαμωμένος άντρας του οποίου τα ρούχα, γεμάτα μουτζούρες, λεκέδες και καψίματα από τσιγάρα, αγκάλιαζαν το κορμί του πιασμένα μ’ έναν μπερδεμένο σπάγκο. Τα κουμπιά του παντελονιού του που ήταν από καραβόπανο ήταν εξ αρχής φτιαγμένα, κατά τον τρόπο μιας δαιμόνιας εξαπάτησης για λόγους οικονομίας, από επενδυμένο χαρτόνι. Μετά από αμέτρητα πλυσίματα έμοιαζαν πλέον σαν μια σειρά από γκρίζα απομεινάρια κατά μήκος του ανοίγματος που έχασκε ανάμεσα στα πόδια του.

Μολονότι μια μπουτονιέρα διακρινόταν καμιά φορά μέσα από κάποιο άνοιγμα στο πανωφόρι του, το άνθος, επίσης, αποδείχθηκε πως ήταν από χαρτόνι, κι ο ίδιος έμοιαζε πως ήταν από εκείνους που διώχνουν τον αφρό από το ποτήρι της μπύρας με τη ράχη μιας βρομερής χτένας που βαστούν στην κωλότσεπη, και καθαρίζουν τα νύχια τους πάνω στο τραπέζι με τις άκρες του πιρουνιού για τη σαλάτα, πράγματα τα οποία, όντως έκανε. (περισσότερα…)

Ελεύθερος χρόνος και φιλελεύθερη δημοκρατία

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Ένα από τα βασικά κριτήρια που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να μετρηθεί το βάθος και το εύρος των Δυτικών «φιλελεύθερων δημοκρατιών» είναι, αναμφισβήτητα, η ύπαρξη ελεύθερου χρόνου για τους πολίτες. Είναι αδύνατον στον οποιοδήποτε να συμμετάσχει ως πολίτης στα δρώμενα της δημοκρατίας, δηλαδή να ασχοληθεί με τα πολιτικά ζητήματα αν συγχρόνως δεν έχει τον απαιτούμενο ελεύθερο χρόνο.

Οι λόγοι είναι προφανείς: Οι σύγχρονες βιοτικές ανάγκες και οι σχέσεις που αυτές παράγουν υποχρεώνουν τον σημερινό άνθρωπο να «μοχθεί» τόσες πολλές ώρες ημερησίως ώστε είναι αδύνατη η ενασχόλησή του με οτιδήποτε άλλο.

Σκεφτείτε ότι η καθημερινή ζωή του Αθηναίου πολίτη στην αρχαία Αθήνα, του εντελώς απαλλαγμένου από τον μόχθο και την εργασία, ήταν φορτωμένη από τόσες έγνοιες λόγω των πολιτικών δραστηριοτήτων του που του απορροφούσαν τόσο πολύ χρόνο, ώστε οι φιλόσοφοι πρόσθεσαν και το νόημα της ελευθερίας ως απαλλαγή από την πολιτική δραστηριότητα (σχολή)[1].

Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι ένας από τους τρεις τρόπους ζωής (βίοι) οι οποίοι αφορούν στο ωραίο και όχι στο αναγκαίο ή στο ωφέλιμο και που μπορεί να επιλεγεί από ελεύθερους ανθρώπους (ελεύθερους από τις όποιες βιοτικές ανάγκες) είναι η ζωή η οποία αφιερώνεται στα ζητήματα της πόλεως, όπου η υπεροχή γεννά ωραίες πράξεις[2].

Σήμερα ζούμε σε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό οικονομικό και κοινωνικό σύστημα στο οποίο η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων είναι αναγκασμένοι να εργάζονται οι ίδιοι και μάλιστα με τη μορφή της εξαρτημένης εργασίας για να καλύπτουν τις ανάγκες επιβίωσης και όχι μόνο. Παρόλα αυτά όμως η έννοια της Δημοκρατίας είναι ουσιωδώς συνυφασμένη με την ιδιότητα του πολίτη και της αποφασιστικής του συμβολής στη διακυβέρνηση του θεσμικού υποκειμένου το οποίο αναγνωρίζει ως κυρίαρχο και συνεπώς συμμετέχει.

Η αναφορά στη δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας γίνεται συνεπώς όχι ως μηχανιστικό παράδειγμα προς μίμηση αλλά για λόγους ανάδειξης των βασικών – στοιχειωδών προϋποθέσεων που απαιτούνται, στις σημερινές συνθήκες, ώστε να λειτουργεί η δημοκρατία και όχι η δημοκρατική ρητορεία[3] όπως συμβαίνει σήμερα σε όλες τις δυτικού τύπου δημοκρατίες. (περισσότερα…)

Κήνσορες και αβανταδόροι

*

α. Ένας θρυλικός Αμερικανός ρεπόρτερ, κάτοχος του Βραβείου Πούλιτζερ μεταξύ άλλων, φέρνει στο φως ότι ήταν οι Αμερικανοί που ανατίναξαν τον Nord Stream II, κατόπιν προσωπικής εντολής του προέδρου Μπάιντεν. Και ότι μάλιστα η αμερικανική κυβέρνηση προσχεδίαζε το σαμποτάζ πολλούς μήνες πριν από την εισβολή των Ρώσσων στην Ουκρανία.

β. Ένας πρώην Ισραηλινός πρωθυπουργός αποκαλύπτει ότι ήταν η Δύση που τορπίλλισε εσκεμμένα πέρυσι την άνοιξη τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, στην οποία, με δική του μεσολάβηση, είχαν ουσιαστικά καταλήξει ο Πούτιν και ο Ζελένσκι.

γ. Ένα στέλεχος της Pfizer ομολογεί εμπρός στην κάμερα ότι η εταιρεία του πειραματίζεται με μεταλλάξεις του κορωνοϊού. Και ότι ο ίδιος μάλιστα πιστεύει ότι έτσι, κατά τη διενέργεια πειραμάτων, κατασκευάστηκε ο covid αρχικά στο Εργαστήριο της Γιουχάν το 2019.

δ. Ένας άλλος, επίσης επιφανής, Αμερικανός δημοσιογράφος τεκμηριώνει από τα αρχεία του Twitter ότι το λεγόμενο RussiaGate, σύμφωνα με το οποίο ο Τραμπ υπήρξε δήθεν ενεργούμενο του Πούτιν και των Ρώσσων, ήταν υπόθεση χαλκευμένη και υποκινημένη από κέντρα του αντίπαλού Δημοκρατικού Κόμματος και κρατικών υπηρεσιών ασφαλείας όπως το FBI. Και ότι κάποια από τα μέσα που αναπαρήγαγαν κατά κόρον τις καταγγελίες αυτές, ήδη εξ αρχής γνώριζαν ότι είναι ψευδείς.

Κατά τη γνώμη μου, οι τέσσερις συνταρακτικότερες ειδήσεις της τελευταίας περιόδου. Τι κοινό έχουν όλες; Τα συστημικά ΜΜΕ, ο χαρτώος και ο ηλεκτρονικός τύπος αλλά και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, από το facebook ώς το YouTube, αγωνίζονται με κάθε τρόπο να τις απαξιώσουν, να τις υποβαθμίσουν, να τις λογοκρίνουν, εντέλει να τις «θάψουν».

Συχνά μάλιστα με επιτυχία – αν κρίνει κανείς από τον σχετικά περιορισμένο τους αντίκτυπο. Σε άλλες εποχές, τέτοιες αποκαλύψεις θα είχαν αυτονόητα σεισμικές επιπτώσεις: λαϊκές κινητοποιήσεις, ποινικές διώξεις, πτώσεις κυβερνήσεων.

Όπως εδώ σε μας, μήνες τώρα, τα περισσότερα ΜΜΕ επιχειρούν να υποβαθμίσουν ή και να αποσιωπήσουν ολότελα τις αποκαλύψεις για τις πρωθυπουργικές υποκλοπές, έτσι και στις ΗΠΑ τα περισσότερα εθνικά τηλεοπτικά δίκτυα δεν είπαν ή δεν έγραψαν λέξη, ουσιώδη τουλάχιστον, για τις έρευνες που έδειξαν ότι το Τουίττερ λογόκρινε τον Τραμπ όχι από τις 8.1.2021 και τα έκτροπα της Ουάσιγκτον, αλλά, σιωπηρά, ήδη πριν από τις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου της προηγούμενης χρονιάς! Και ότι το ίδιο κρυφά λογόκριναν όλα τα χρόνια της πανδημίας, όλους αυτούς που πήγαιναν κόντρα στο επίσημο αφήγημα περί εμβολιασμών – ακόμη και αν ήταν διάσημοι γιατροί και καθηγητές κορυφαίων πανεπιστημίων, ακόμη και αν γνώριζαν ότι έλεγαν την αλήθεια! Και όλα αυτά, συχνά, με τη συνέργεια ή καθοδήγηση παραγόντων δημόσιων υπηρεσιών ή διαβόητων φαρμακοβιομηχανιών.

«Η δημοσίευσις είναι η ψυχή της δικαιοσύνης», έλεγε ο Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ στις αρχές του 19ου αιώνα. Προφανώς όχι πια. Στο όνομα της ιερής ελευθερίας του λόγου, οι ίδιοι κήνσορες που, πολλά χρόνια τώρα, εκτοξεύουν κατά των αντιπάλων τους ανερυθρίαστα τη ρετσινιά των Fake News, αποδεικνύονται αβανταδόροι της συγκάλυψης και του ψεύδους.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

 

Οι χορεύτριες είναι Ουκρανίδες

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 02:23
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Danseuses Russes», Ρωσσίδες χορεύτριες, τιτλοφορείται ένας κύκλος έργων, φιλοτεχνημένων γύρω στα 1890, του Εντγκάρ Ντεγκά. Όχι πια. Η National Gallery του Λονδίνου αποφάσισε ότι οι χορεύτριες είναι Ουκρανίδες. Και πήρε το ελεύθερο να μετονομάσει με όλη της την άνεση τον πίνακα που εκείνη έχει στην κατοχή της σε «Ukrainian Dancers».

Προηγήθηκαν, εννοείται, οι συνήθεις καταγγελίες κατά του Πούτιν και του ρωσσικού ιμπεριαλισμού. Όταν ο Σιράκ και η Γαλλία είχαν αρνηθεί να συμμετάσχουν στην αισχρή εισβολή των Αμερικανών στο Ιράκ το 2003, κάμποσοι Αμερικάνοι εστιάτορες ξαναβάφτισαν τις «french fries», τις τηγανητές πατάτες δηλαδή που στις ΗΠΑ τις ονομάζουν «γαλλικές», σε «freedom fries». Το πράγμα έχει ήδη παράδοση συνεπώς.

Τι θα ακολουθήσει άραγε; Η ρώσσικη ρουλέτα, το «Άνοιγμα Πετρώφ» στο σκάκι, το Μοσχαράκι Στρογκανώφ;

~.~

«Το ότι όλοι οι χαρακτήρες στα μυθιστορήματά μου, όλοι οι αγωνιστές που έχω πλάσει, πηγάζουν από την ψυχή μου, την εσωτερική μου πραγματικότητα (η οποία, παρεμπιπτόντως, είναι πλήθος ολόκληρο) – είναι ένα πράγμα. Αλλά το ότι είναι εγώ ο ίδιος, είναι εντελώς άλλη υπόθεση. Διότι – ποιος είμαι εγώ τελικά; Ποιος είναι αυτός ο τύπος που υπογράφεται Μιγέλ δε Ουναμούνο; Ε λοιπόν, είναι ένας από τους χαρακτήρες μου, ένα από τα πλάσματά μου, ένας από τους αγωνιστές μου! Αυτό το οριστικό, απόλυτο, μύχιο, υψηλό, υπερβατικό, εμμενές Εγώ είναι –ένας θεός ξέρει ποιος είναι– ίσως ο Θεός ο ίδιος!»

ΜΙΓΕΛ ΔΕ ΟΥΝΑΜΟΥΝΟ

~.~

Υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ αισθητικής έκφρασης και εθνικού χαρακτήρα; Αν ναι, είμαστε λαός λυρικός. Είτε στη λογοτεχνία, είτε στη μουσική, είτε στον χορό, ο φυσικός μας τρόπος είναι το τραγούδι. Από τον Σολωμό ώς τον Σαββόπουλο δεν υπάρχει τροπή του συλλογικού μας βίου, δεν υπάρχει σκίρτημα ψυχικό ή συναισθηματικό βαθύτερο που να μην βρήκε την πληρέστερη αποτύπωσή του στον στίχο – σ’ ένα τραγούδι με ή χωρίς μουσική.

Ακόμη και στις άλλες, ο λυρικός τρόπος κυριαρχεί: στον Παπαδιαμάντη, στον Παρθένη, στον Αγγελόπουλο. Ο κορυφαίος πεζογράφος, ο κορυφαίος εικαστικός, ο κορυφαίος κινηματογραφιστής μας είναι ποιητές. Ο λυρισμός ως μοίρα. (περισσότερα…)

Τέχνη εν λόγω

της ΠΑΓΩΝΑΣ ΞΕΝΑΚΗ

Χρήστος Μαρκίδης,
Κατάματα,
γ΄ έκδοση, Αρμός 2022

Στο βιβλίο του, ο Χρήστος Μαρκίδης δεξιώνεται εκλεκτούς επισκέπτες «ένθεους» ή «κοσμικούς», για ραφινάτες τελετές τσαγιού ή αδρά φαγοπότια. Τους συναντά ένα δωμάτιο με καθρέφτες, όπου εκείνοι αέναα πολλαπλασιάζουν το «Κατάματα». Η καταγωγή της πρωτινής ματιάς ανιχνεύεται, φορές πάλι συγχέεται, θαρρείς, και όλοι αυτοί που έχουν τις γενετικές τους ανεμόσκαλες συγγενικές μα και διάφορες, τις συντονίζουν με απόλυτα αρμονικούς ελιγμούς.

Στο δωμάτιο αυτό, δεν λείπει και ένας καθρέφτης για τον αναγνώστη. Είναι τόσο αλλόκοτος καθρέφτης αφού το είδωλό μας εξακολουθεί να μας κοιτά κατάματα ακόμα και αν αποστρέψουμε το βλέμμα μας από αυτόν. Είναι αξιοσημείωτο το πόσο μεγάλη συνάφεια έχει η εικαστική διαδρομή του Χρήστου Μαρκίδη με τον λόγο του, τον ποιητικό ή πεζό. Πώς τα συστατικά του γραπτού και του εικαστικού λόγου του, έρπουν αρχικά σαν το αόριστο ανιχνευτικό φως ενός φακού πάνω στα πλέγματα μιας ιδιαίτερης χάραξης και πώς κατόπιν αναδύονται καθαρμένα, στεμμένα με μιαν άλω, ολότελα πια δική τους.

Στην ζωγραφική του, οι κοίλες μορφές της ενδοσκόπησης που εγκολπώνονται θαρρείς μια φιάλη γεμάτη ιχώρ, θυμίζουν τις μορφές που αναφέρονται στο βιβλίο «Κατάματα», έτσι όπως δίνει η μία την σκυτάλη στην άλλη, με μια αλληλουχία τόσο ευφάνταστη και πολύτροπη. Οι περσόνες αυτές, μαγικές σαν φάσματα παρειδωλίας, αγγίχτηκαν μεταξύ τους με την αισθαντική τυχαιότητα μιας ακουαρέλλας πάνω σε απορροφητικό χαρτί και κατόπιν δουλεύτηκαν από τον αφηγητή πάνω στις ιδιαιτερότητές τους, με λεπτεπίλεπτους χειρισμούς, αποτίμηση, στοχασμό, μέχρι την ούγια της κάθε σελίδας.

Σε ένα βιβλίο με δοκίμια; Θα έλεγα σε ένα βιβλίο με έργα τέχνης του λόγου και της ευαίσθητης ακοής. Ολόγλυφα και ολόκληρα με ένα βαθύτατο ακριβό πυρήνα. Σφουγγάρια γεμάτα, που όμως δεν στάζουν, δεν αναλώνονται αναίτια. Πεταλίδες που έχουν την ρόδινη ευάλωτη σάρκα τους ανάμεσα σε ένα φαιό κέλυφος και έναν ασάλευτο βράχο.

Η έμπνευση του Χ.Μ. άλλοτε μοιάζει λαμνοκόπος στον Αχέροντα και άλλοτε
ραδινό δελφίνι σε αίσια νερά. Η στίλβη της έμπνευσης παγίδεψε την πάχνη, την άβαρη γύρη, τα ρινίσματα κάθε πρωτόφαντης συγκίνησης. Όλα τα πτητικά αρώματα κάποιου κήπου που θυμιάζει τη γύρη του γύρω από το κιόσκι της ύπαρξης. Της ύπαρξης που σαν ρωσική κούκλα μπορεί (πόσο απρόσμενα) να κυοφορεί τις ήδη γεννημένες μορφές που ζουν κρυπτικά η μία στην γαστέρα της άλλης.

Είναι πράγματι πολύτιμα τα βιβλία στα οποία ο αναγνώστης επιθυμεί να ανατρέξει ξανά και ξανά και με ένα αιφνίδιο κάθε φορά ξάφνιασμα να αφουγκράζεται την υπόκωφη εσωτερική παλμικότητά τους. Θαρρεί κανείς τότε πως τα βιβλία αυτά δεν είναι τυπωμένα, αφού μπορούν κάθε φορά να αλλάζουν, να εκπλήσουν, άλλοτε να γίνονται αποκαλυπτικά και άλλοτε αινιγματικά.

Είναι ακόμα θαυμαστό, πώς την έμπνευση που αναρριχάται σαν κλιματσίδα, μπορεί ο συγγραφέας να την διαχειριστεί, έτσι ώστε να διατηρήσει την ισορροπία μεταξύ σαφήνειας και υπέρβασης. Να έχει πάντα μια τόσο εύστοχη και «κατάματη» ματιά, απέναντι σε ένα σύμπαν που συχνά ο οφθαλμός του μας κοιτά με μιαν έκκεντρη κόρη.

Με την μνήμη και την μοίρα, τις δύο λέξεις που ο Χρήστος αγαπά, έπλασε και ονομάτισε μιαν ηγερία ολότελα δική του, την Μνήμοιρα. Αυτή κράτα το πινέλο και το μολύβι, αυτή κρατά και το λεπίδι που κόβει απρόσιτους καρπούς. Πόσο μεγάλο είναι το προνόμιο να μπορεί κάποιος να κοινωνεί στους άλλους αυτά που έχει πανάκριβα. Να μην θρυμματίζονται στην μεταφορά, να μην χάνονται στην μετάφραση που γίνεται από τον βαθύ εσώτερο βόμβο που μας σαστίζει και μας μεθά, σε μια καθομιλουμένη που πάλι θα μας σαστίζει και πάλι θα μας μεθά.

Η τέχνη του Χρήστου Μαρκίδη σε κάθε της έκφανση, δεν είναι μια τέχνη άσωτη. Δεν είναι ένα οπωροφόρο δέντρο που ανθίζει και καρπίζει με διαρκώς διαθέσιμα απλωμένα κλαδιά, Μου θύμιζε ανέκαθεν το κυπαρίσσι που μέσα στον ερμητικόν οβελίσκο του, ζουν αθέατα και ιδιωτικά, πουλιά και έντομα, μια γοητευτική, μυστική ζωή.

ΠΑΓΩΝΑ ΞΕΝΑΚΗ

(περισσότερα…)

Αλέξανδρος Σχινάς, Τέσσερα λεττριστικά ποιήματα

*

Τα τέσσερα λεττριστικά ποιήματα του Αλέξανδρου Σχινά που ακολουθούν, δημοσιεύτηκαν το 1964, στο τχ. 2-3 του περιοδικού Πάλι. Ο Σχινάς αποδίδει τα ποιήματα αυτά στον Ελευθέριο Δούγια, επινοημένη περσόνα του ιδίου, τα περιέλαβε δε στο μανιφέστο του «Περί υπερλεξισμού, κειμενοκολλήσεως και αθανασίας».

Ο Αλέξανδρος Σχινάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924. Φοίτησε στο Βαρβάκειο Γυμνάσιο και σπούδασε στο χημικό τμήμα της φυσικομαθηματικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας (1947-1949) άρχισε να ταξιδεύει, κυρίως σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης ώς το 1959, οπότε εγκαταστάθηκε οριστικά στην τότε Ομοσπονδιακή Γερμανία. Από εκεί συνεργάστηκε με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (1963-1965), την ΕΡΤ (μετά το 1974), και τον σταθμό της Deutsche Welle στην Κολωνία. Από την τελευταία θέση του ανέπτυξε αντικαθεστωτική δράση κατά τη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας στην Ελλάδα.

Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε έφηβος το 1938 στο περιοδικό Μαθητική Ζωή με το διήγημα «Ο κατήφορος» και, πιο επίσημα, το 1951 με τη δημοσίευση του διηγήματος «Η επιστολή» στο περιοδικό Ο Αιώνας μας. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Πάλι (από τους βασικούς του συνεργάτες), Η Λέξη, Συντέλεια κ.ά. Κείμενά του μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες.

Δημοσίευσε: Αναφορά περιπτώσεων (1966, συμπληρωμένη έκδοση 1989, διηγήματα), Η παρτίδα (1990, νουβέλα). Επίσης, το δοκίμιο Για την υπεράσπιση της ελληνικής εγκεφαλοκρηπίδας. Εναντίον του σκοταδιστικού ψευτοδημοτικισμού (1977). Μια σειρά άρθρων του συγκεντρώθηκε στον τόμο Σ’ έναν χάρτινο δρυμό. Το ελληνικό βιβλίο έξω από το θερμοκήπιο (1996).

«Η έντονη αίσθηση του καινούργιου και νεοτερικού που είχε δημιουργήσει στο κοινό της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας η αφηγηματική μορφή της Αναφοράς περιπτώσεων (περιλαμβάνει πέντε πεζά μοντέρνας τεχνικής, με χαρακτηριστικότερο το Ενώπιον πολυβολητού), έμεινε για αρκετά χρόνια δραστική. Αν και τα πεζά του Α.Σ. επιδέχονται πολλές ερμηνείες και αναγνώσεις, καθώς είναι αποσυνδεδεμένα από τις δεσμεύσεις του ρεαλισμού και τών ιστορικών αναφορών,προκάλεσαν στη δεκαετία του ’60 ιδιαίτερη εντύπωση και θεωρήθηκαν από την κριτική ως παρεμβάσεις μιας νέας ηθικής του λογοτεχνικού λόγου. Στην Αναφορά, όπως και στην μεταγενέστερη Παρτίδα, ο Σ. κατευθύνει με ανεξάντλητα παιγνιώδη και ανίερη διάθεση έναν μηχανισμό παρωδίας που υπονομεύει κάθε βεβαιότητα και σχέση αιτίου-αιτιατού. Είναι από τους πρώτους της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας που χρησιμοποίησε στα πεζά του μεγάλες μάζες συνειρμικού λόγου, χωρίς να ακολουθεί τους συνήθεις συντακτικούς κανόνες, συγχέοντας επίτηδες το δοκίμιο, την αυτοβιογραφία και την ποίηση. Ωστόσο, η ειρωνική και ενίοτε σατιρική του διάθεση δεν ακυρώνει τη συναισθηματική ένταση και τον υποκειμενικό τόνο, ούτε ο αιχμηρός σαρκασμός του υποσκάπτει το ηθικό πολιτικό νόημα για τα φαινόμενα της δημόσιας ζωής.» (Αλέξης Ζήρας)

Πηγές: ekebi.gr, dedalus.gr

~.~

ΘΡΑΠΑ

Ο Γαβουνές, ο Μαμουνές, ο Παστροκωλαράκης,
Ο λαγναρμένιος Μπιθουλιάν και οι δυο σιαμαίοι Βούζοι,
Ολόκληρα μερόνυχτα συνέχεια θραπακιάζαν :
Μες στο βουρκί του μαγαζιού του Μπιθουλιάν χλιχλίβαν,
Τουμποκωρδομπαχλιάζονταν, λυσσοβουτοπαφτιάζαν,
Τρεμουλοπεφτοθρίαζαν, ιαχογαυλιούσαν,
Εναλλασσοπθακίζονταν κι αλληλοσφιχτομπλάφαν.
Κάναν ο ένας τ’ αλλονού λαχτάρ-καπουλοφρίξεις,
Κοιλιοδοντοτσικδισμούς και φτερνοσβερκοτρίγγια.
Ο Γαβουνές βαυλάκισε τον Παστροκωλαράκη.
Οι Βούζοι μακλατέψανε του Γαβουνέ τα οπίσθια,
Και ξαναβαυλακίσανε τον Παστροκωλαράκη,
Ο Μπιθουλιάν γλιβδίκωσε τρία αφτιά των Βούζων,
Κι ο Μαμουνές τζιτζίφτισε του Μπιθουλιάν τα ούλα.

Την πρώτη μέρα πλάνταξε ο Παστροκωλαράκης.
Κι ό,τι έμεινε απ’ τον Μπιθουλιάν τη δεύτερη εβυθίσθη
Και θάσπιφε μες στο βουρκί, που πηχτογλοιογλούσε
Απ’ τον κρεατοσίελο και την ιδρωμυελόρροια
Των θραπικών. Και το πρωί της τρίτης πια ημέρας
Οι μεν ήταν του θανατά, και οι Βούζοι ξεκολλήσαν. (περισσότερα…)

Σκηνικό σε παύση

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου,
Ο θυρωρός των ημερών, Κέδρος, 2022

Η τελευταία συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου αποτελεί μια συνεπή συνέχεια στην ποίησή της που με νευρώδη λόγο και έρρυθμο στοχασμό βυθομετρά τις κυμάνσεις μιας επίμονης υπαρξιακής αναζήτησης. Υπαρξιακή, πράγματι, κατά κύριο λόγο η ποίησή της, υποστασιοποιείται σε μια φασματική σκηνοθεσία, συχνά με υλικά από ένα γκροτέσκο θέατρο ποικιλιών, με τα αντικείμενα να λαμβάνουν το ρόλο μιας απόκοσμης παντομίμας αυτού που θα έπρεπε να είναι η παρουσία. Έτσι, συχνά συντίθεται ένας ερειπιώνας αναμνήσεων, παράταιρων εξαρτημάτων και αλλόκοτων μορφών ενός σκηνικού σε παύση, όπου το άτομο ανασύρει από τις καταπακτές του χρόνου εμβλήματα ενός τότε που στοιχειώνουν με την παράλογη εκκρεμότητά τους και την επίμονή διάρκειά τους το τώρα. Σοφίτες, ενυδρεία, έρημοι κήποι, μαυσωλεία, καταργημένες γειτονιές, φελινικά ταμπλώ βιβάν, παρηκμασμένα οικογενειακά καθιστικά περιβάλλουν το άτομο έγκλειστο σε μια εικονογραφία άπνοιας, στην «ειρωνεία του ασύνδετου στον ενιαίο τρόμο».

Ο ΕΡΩΤΙΔΕΑΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΔΕΙΠΝΟ

Πώς ανατέλλει ξαφνικά εορταστικό το μαυσωλείο!
Γελιέται η Λύπη και τρέχει σκοτεινή
προς τους πανσέδες.
Θα έχει, σκέφτεται, ψωμί η ολοκαίνουργια καταπακτή
με το γενναίο βρέφος που επιμένει.
Διασχίζει πένθη, φήμες κακόβουλες, προβλέψεις
[ πως, τάχα, ξεκολλάει κάποτε η καρδιά
– οπωσδήποτε, λένε, ξεκολλάει –
και άψυχες κατρακυλούν οι ολονυχτίες του έρωτα
όπως οι άσπρες ανεμώνες απ’ τις παλιές ταπετσαρίες
στα ψηλοτάβανα cafe της Βιέννης ]

μα αναβοσβήνει τόσο ανυπεράσπιστα
τα χέρια του το βρέφος
κι είναι καιρό σταθμευμένα τα πέλματα
στις φλούδες του πυθμένα…
Το αποφασίζει, αλλά δειλιάζει προς στιγμήν.
Σπαράζει στο κλάμα εκείνο
μόλις τη βλέπει να το προσπερνά.
Πισωγυρνά.
Το παίρνει στα χέρια με λαχτάρα.

Την κατασπαράζει.

(περισσότερα…)

Πότζιο Μπρατσιολίνι, Ανέκδοτα

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Μαθητής του Μανουήλ Χρυσολωρά και επί σειρά ετών παπικός γραμματέας, ο Πότζιο Μπρατσιολίνι (1380-1459) ήταν ένας συνειδητοποιημένος, πρωτοπόρος και, φυσικά, επιφανέστατος ανθρωπιστής. Πλάι στο φιλολογικό του έργο, ο Πότζιο συνέταξε από το 1438 έως το 1452 το πρώτο (και για αιώνες διασημότερο) βιβλίο ανεκδότων που τυπώθηκε ποτέ. Το Liber Facetiarum, γραμμένο στα λατινικά, συγκεντρώνει 273 «facetiae»: σύντομες σκωπτικές ιστορίες. Αγαπημένα θέματα του Πότζιο είναι η υποκρισία του κλήρου, η μοιχεία και οι ταξικές διαφορές, διανθίζοντας συχνά τις διηγήσεις με άσεμνη γλώσσα και σκατολογική διάθεση. Έχουν καταμετρηθεί τουλάχιστον 34 εκδόσεις μόνον για το διάστημα από το 1470 έως το 1500. Το έργο ήταν εξαιρετικά επιδραστικό, βρίσκοντας μιμητές σε όλες τις χώρες και όλες τις γλώσσες της Αναγέννησης.

~.~

153.

Πώς αστειεύτηκε ένας φτωχός εις βάρος ενός πλούσιου που κρύωνε

Ένας πλούσιος άνδρας, ντυμένος ζεστά, ταξίδευε μες στο καταχείμωνο με προορισμό τη Μπολόνια. Καθώς διέσχιζε τα βουνά, έπεσε πάνω σ’ έναν χωρικό που φορούσε μόνον ένα κουρελιασμένο πανωφόρι. Θαυμάζοντας την αντοχή του χωρικού σε τέτοιες συνθήκες (το χιόνι ήταν πολύ κι ο αέρας δυνατός) τον ρώτησε αν έχει ξεπαγιάσει. — «Καθόλου», είπε χαμογελαστά ο χωρικός. — «Μα πώς γίνεται», αντέτεινε έκπληκτος ο πλούσιος, «εγώ να παγώνω μέσα απ’ τα γουναρικά μου, κι εσύ που είσαι μισόγυμνος να μην νιώθεις το κρύο;» — «Αν κι εσύ, όπως εγώ», είπε ο χωρικός, «φορούσες όλη σου τη γκαρνταρόμπα, καθόλου δεν θα κρύωνες».

184.

Για τον έμπορο που επαινούσε τη γυναίκα του λέγοντας ότι δεν είχε αφήσει ποτέ της πορδή

Ένας έμπορος, μιλώντας μ’ έναν ευγενή στον οποίο ήταν υποτελής, επαινούσε τη γυναίκα του -μεταξύ άλλων- για το γεγονός ότι δεν είχε αφήσει ποτέ της πορδή. Ο ευγενής παρατήρησε ότι αυτό είναι αδύνατον ν’ αληθεύει και στοιχημάτισε μαζί του ένα πλούσιο δείπνο πως πριν τρεις μήνες παρέλθουν, κάμποσες κλανιές θε ν’ αμολήσει η γυναίκα του. Την επόμενη μέρα ζήτησε να δανειστεί απ’ τον έμπορο πεντακόσια χρυσά, τα οποία υποσχέθηκε να επιστρέψει εντός οκτώ ημερών. Ο έμπορος ζοριζόταν πολύ να δανείσει τέτοιο ποσό: συναίνεσε πάντως, απρόθυμα βέβαια, κι έδωσε τα χρήματα. Περίμενε με αγωνία ώσπου νά ’ρθει η μέρα που είχε συμφωνηθεί και τότε γύρεψε τον ευγενή να του ζητήσει τα χρήματα. Η αρχοντιά του, όμως, λέγοντας πως δεν είχε στη διάθεσή του τα χρήματα εξαιτίας μιας έκτακτης ανάγκης, παρακάλεσε κιόλας τον έμπορο να του δανείσει πεντακόσια ακόμα, με την υπόσχεση να εξοφλήσει και τα δυο δάνεια πριν απ’ το τέλος του μήνα. Ο έντιμος έμπορος πρόβαλλε για πολλή ώρα αντίσταση, εκθέτοντας παραστατικά την ένδειά του. Ωστόσο, από φόβο μήπως χάσει και τα πρώτα, διέθεσε στενάζοντας και τ’ άλλα πεντακόσια. Γύρισε σπίτι του αποκαρδιωμένος και γεμάτος ανησυχία. Η σκέψη του έτρεχε ασταμάτητα, τον έζωναν οι αμφιβολίες και τις νύχτες δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Όσο ξαγρυπνούσε, όμως, άκουγε συχνά τη γυναίκα του να κλάνει στον ύπνο της. Στα τέλη του μήνα, ο ευγενής έστειλε να καλέσουν τον έμπορο και τον ρώτησε αν είχε ακούσει έκτοτε τη γυναίκα του να τις αμολάει. Ο φτωχός ομολόγησε το σφάλμα του: «Την άκουσα τόσο συχνά», είπε, «που το στοίχημα μπορεί να μου κόστιζε όχι ένα δείπνο, αλλά ολόκληρη την περιουσία μου». Τότε πήρε τα χρήματά του πίσω και πλήρωσε για το δείπνο. Πολλά πράγματα διαφεύγουν απ’ όσους κοιμούνται. (περισσότερα…)