Θεώνη Κοτίνη, Ποιήματα

*

Γύρω πανούκλα του θεού
και μπουμπουκιάζει ο φόβος.
Να ’ρθε ο καιρός;
Οι προφητείες να αληθεύουνε;

Παλιό σκαρί ο κόσμος
θα μπατάρουμε.

Πάνω
κρότος της μάστιγας ηχεί
Κάτω τυφλό το αμπάρι.
Δεν είδαμε
δεν ξέραμε
δεν φταίξαμε
ήταν γλυκό σκοτάδι.

Κάνε τουλάχιστον εμείς
να παραμείνουμε
άθικτοι
και αμόλυντοι
και ανίδωτοι
απ’ το μεγάλο μάτι.

~.~

Κανάλια

Τη χώρα μας αρδεύουν τα κανάλια
κυλάνε βούρκο τα νερά
μολεύουνε τον τόπο
με χαίνουσα βοή
των σαλτιμπάγκων

Βάλτοι ρηχοί λιμνάζουνε
στις εκβολές τους λάσπη
εκεί ν’ ανθίσει γόνιμα
πολιτικάντη αλύχτισμα
των φαρισαίων δάκρυα
πάνω από δάση στάχτη

Τη χώρα μας ρημάζουν τα τενάγη
δεν είναι φιόρδ ούτε ποτάμια
μόνο ψωριάρικοι αγωγοί
σκουπιδοφόροι

νυχθημερόν στοιβάζοντας
στην πόρτα μας
καλωδιώσεις δίκτυα
δημοσκοπήσεις σίριαλ
διάττοντες μιας μέρας.
Τα γιούχα της αρένας.

~.~

Ολοταχώς

Μας είπανε
Εμπρός.
Όλο πιο πέρα θα τη στήνει τη σημαία του
ο άνθρωπος.
Σαν νέο Έβερεστ ο Λόγος,
να κατακτήσεις την κορφή.
Και ενσυναίσθηση και συμπερίληψη
και η διαφορά αποδεκτή.
Αν όχι επιβεβλημένη.
Όπως όλες οι νέες λέξεις της ορθοδοξίας.
Η Δύση όπου έδυσε η Ιστορία.
Φύση νεκρή της συναινέσεως
Οπισθοδρόμηση πλέον δε χωρεί.

Κι όλο ετούτο το κακό τριγύρω
πώς προέκυψε;
Ποιοι να το φτιάξαν και γιατί;
Βόμβες και λόγια στις ειδήσεις.
Και καραβάνια ατέλειωτα.
Προσκυνητές καινούριοι του τυχαίου.
Πάντως, αν είν’ ξανθοί και γαλανοί,
διαθέτουν φωτογένεια.
Το μελαμψό οριεντάλ
κάπως δε γράφει και φοβίζει.

Εμπρός.
Όλο πιο πέρα θα τα στήνει τα μαχαίρια του
ο άνθρωπος.
Καταμεσής μες στην καρδιά της κόλασης.
Που πριν ήταν μια πόλη.
Ένα παιχνίδι παιδικό.
Το πρωινό σου ξύπνημα
πριν εκραγεί ο ήλιος της ημέρας.

Εμπρός.
Όλο βαθύτερα, πιο πέρα, θ’ αστοχεί
ο άνθρωπος.
Καταμεσής μέσα στο λάκκο
της καρδιάς του.

~.~

Ο γύφτος

Περνούσε από όλα τα τραπέζια,
Ζητιάνευε κανένα κέρμα ή οτιδήποτε.
Λίγη η τύχη του ως τώρα.
Δεν ήτανε άλλωστε ο μόνος,
ήδη είχαν περάσει χίλιοι δυο.
Πιτσιρικάς.
Δώδεκα – δεκατρία το πολύ.
Ήρθε για να ζητήσει κι από μας.
Η τεχνική είναι ν’ αρνείσαι απότομα,
να μην κοιτάς,
μέσα διαβάζουν δισταγμό.
Ζήτησε λίγα κέρματα.
Δεν πήρε.
Μα κοντοστάθηκε
στοχεύοντας
το τελευταίο μεζεδάκι στην πιατέλα.
Είπε, μπορώ; γνέψαμε ναι
–κάπως απρόθυμα–
τ’ άρπαξε στ’ άστραμμα.
Μαύρα λερά δείκτης αντίχειρας βουτήξανε στο πιάτο,
το ’χαψε γρήγορα.
Στο άλλο χέρι κρατούσε μια αγκωνή ψωμί,
δάγκωσε με άχτι.
Πέφτανε ψίχουλα στο διάβα του, μασούσε λαίμαργα.
Θρασύς και πείναγε.
Μείναμε πίσω και κοιτάζαμε
με λίγη σιχασιά το πιάτο που ακούμπησε,
με λίγη ζήλια γι’ αυτή τη δύναμη που ζούσε,
λίγη
ελάχιστη
ντροπή.

~.~

Αναπάντητα

Γιατί να θέλει κάποιος να μιλήσει
για τα κουτά του βράδια στην οθόνη
για τις μικρομεσαίες εκκρεμότητες
για ακατανόητα της νέας τάξης τα μαντάτα
όταν σε δίκτυα κοινωνικά
βρίσκει ποιος φταίει
κι αυτός μπορεί σαν πάντοτε
να συνεχίσει να αληθεύει;

Γιατί να θέλει κάποιος να θυμώσει
με τα δελτία των ειδήσεων
μ’ αυτό το μακελειό του άδειου λόγου
όταν αλγόριθμοι ρυθμίζουν τη φωνή του
οι δημοσκόποι την οργή του;

Γιατί να θέλει κάποιος να αριθμήσει
τα νέα σφάγια του μίσους
όταν και τα παιδιά το ξέρουν ήδη
πώς να ’σαι ελεύθερος σημαίνει
να βρίσκεσαι απλώς
στην ασφαλή μεριά του δρόμου;

Γιατί να θέλει να κάποιος να κηρύξει
τα δίκαια, λέει, του ατόμου
όταν το στοιχειώδες επιβάλλεται
πως είναι θέμα αριθμών
το ανθρωπινό του ανθρώπου
και όσοι ορίζουν το ψωμί
ζυγίσουνε το μοίρασμα του κόσμου;

~.~

Όπου φτωχός

Όπου φτωχός κι η μοίρα του
έλεγε η μάνα σου παλιά
δεν καταλάβαινες
άρχισες λίγο – λίγο να το νιώθεις

Όπου φτωχός κι ο φόβος του
μήπως στ’ αλήθεια φταίει
για τόσα λίγα που μπορεί
που έμαθε να θέλει

Όπου φτωχός και η τύψη του
μπροστά στο βλέμμα των αρχών
στο φάκελο με το λογαριασμό
στην προκοπή που φεύγει

Όπου φτωχός κι η γκρίνια του
μπροστά στην τηλεόραση
φανφάρα εθνοσωτήρια
στημένα πρωταθλήματα
χαμένα πέναλτι
και χρόνια

Όπου φτωχός κι η γέννα του
σε θυμωμένα κυβικά
γρανάζι δημεγέρτη
χέρια φτηνά
να τα ’χουν του χεριού τους

Όπου φτωχός και η τρύπα του
στην άκρια της πόλης·
κλειστά τα εργοστάσια
μάντρες με παλιοσίδερα
χωματερές σχολεία
και μέσα να μαθαίνει
μεγάλες άδειες λέξεις.

~.~

Οι ξένες μου

Ι.

Προσέχουνε πολύ τα χέρια τους
δέσποινες της τιμής των γηρατειών
σε πολυκαιρισμένα σπίτια.
Αντί για δαντελένια
τα γάντια τους μιας χρήσης πλαστικά,
να προστατέψουν την αφή αυτού
που πρέπει πάντα μια γυναίκα να θυμάται.
Αργά το απόγευμα
αφού βγάλουν τα ρούχα της δουλειάς
πετάξουνε τις πάνες των γερόντων στα σκουπίδια
τις τόσες ίδιες μέρες στον καιρό
βάφουν αλάνθαστα τα νύχια τους.
Σκύβουν σε μια βαθιά ολόδική τους αδιαφάνεια
κοιτάζοντας ακόμα μια φορά
τους λεπτοδείκτες πριν σχολάσουν.
Έχει νυχτώσει ήδη έξω σκοτεινά
μόνο τα λαμπερά τους νύχια ιριδίζουνε στο βράδυ
αβρό το μισοφέγγαρο του σμάλτου
να υπομνήσει
το χειροφίλημα που αρμόζει σε κυρία.

*

ΙΙ.

Στις περισσότερες αρέσει ό,τι λάμπει,
αξεσουάρ αρώματα κοσμήματα ελπίδες,
επίχρυση μυθολογία της πατρίδας,
δώρα από ντόπιους εραστές
πριν το γυρίσουνε
στο νταηλίκι του προστάτη.
Μπορεί το μεροκάματο να δώσουν στους αγύρτες
για ένα ρολόι τηλεμάρκετινγκ,
για φάρμακα θαυματουργά κατά της αϋπνίας.
Δεν έχουν χρόνο άλλωστε για βόλτες και βιτρίνες,
όλη τη μέρα πήγαινε- έλα στη δουλειά
ή έγκλειστες στα σπίτια.

Τις Κυριακές τους στο ρεπό γύρω απ’ την Ομόνοια
κομψές και γιορτινές. Κυρίες.
Απολαμβάνουν το σερβίρισμα.
Εκεί θα φαν, θα πιούνε, θα γνωρίσουνε.
Κοιτάζουν το ρολόι τους μετά, είναι αργά
πρέπει ν’ αλλάξουν τη γιαγιά
να ξαναρίξουνε τη μέρα τους στα ούρα,
στα αποφάγια της κουζίνας, στα σκατά.

Τηλέφωνα το βράδυ απ’ τα παιδιά στη Γεωργία.
Πάλι δε φτάνουν τα λεφτά
δεν φτάνουν τόσα χρόνια στα σκουπίδια
ο πηγαιμός δεν έρχεται.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

~.~

*