ΝΠ | Κοινωνία & Πολιτική

Σεργκέι Καραγκάνωφ, Για τη Ρωσία αυτός ο πόλεμος είναι υπαρξιακός

*

Ο πρώην σύμβουλος του προέδρου Πούτιν μιλάει για το πώς η Ρωσία βλέπει τον πόλεμο στην Ουκρανία, τους ρωσικούς φόβους για το ΝΑΤΟ και την Κίνα, και το μέλλον του δυτικού φιλελευθερισμού

Συνέντευξη στον Μπρούνο Μασάες
(μετάφραση Γιώργος Πινακούλας)

Πρώην προεδρικός σύμβουλος τόσο του Μπορίς Γέλτσιν όσο και του Βλαντίμιρ Πούτιν, ο Σεργκέι Καραγκάνωφ είναι επίτιμος πρόεδρος της μοσχοβίτικης δεξαμενής σκέψης Συμβούλιο για την Εξωτερική και Αμυντική Πολιτική. Του αποδίδονται πολλές κομβικές ιδέες της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, από το λεγόμενο Δόγμα Καραγκάνωφ για τα δικαιώματα των Ρώσων που ζουν στο εξωτερικό μέχρι την αρχή της «δημιουργικής καταστροφής», γνωστής επίσης ως «Δόγμα Πούτιν». Ο Καραγκάνωφ συνδέεται τόσο με τον Πούτιν όσο και με τον Υπουργό Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρώφ και έχει συνδιαμορφώσει πολλές από τις ιδέες που οδήγησαν στον πόλεμο στην Ουκρανία – παρόλο που έχει επίσης εκφράσει τη διαφωνία του με την ιδέα μιας μακροχρόνιας κατοχής της χώρας.

Ο Καραγκάνωφ προωθεί την ιδέα της «Μεγάλης Ευρασίας» και υποστηρίζει τη στενότερη συνεργασία με την Κίνα. Είναι γνωστός ως γεράκι της εξωτερικής πολιτικής και ισχυρίζεται ότι η μακρά κυριαρχία της Δύσης στη διεθνή πολιτική φτάνει τώρα στο τέλος της. Στις 28 Μαρτίου ο αρθρογράφος του New Statesman Μπρούνο Μασάες πήρε συνέντευξη από τον Καραγκάνωφ σχετικά με τις απόψεις του για τον πόλεμο –μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται αμφιλεγόμενες δηλώσεις σχετικά με την ουκρανική κρατική υπόσταση και την αποναζιστικοποίηση, με τις οποίες θα διαφωνούσαν όσοι ζουν εκτός Ρωσίας– και για το μέλλον της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης.

Η συνέντευξη του Σεργκέι Καραγκάνωφ στον Μπρούνο Μασάες δημοσιεύτηκε με τον τίτλο «“Russia cannot afford to lose, so we need a kind of a victory”: Sergey Karaganov on what Putin wants» ( New Statesman, 2.4.2021.).

~.~

Μπρούνο Μασάες: Γιατί η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία;

Σεργκέι Καραγκάνωφ: Εδώ και 25 χρόνια, άνθρωποι όπως εγώ λέγαμε ότι αν το ΝΑΤΟ και οι Δυτικοί σύμμαχοι επεκταθούν πέρα από κάποιες κόκκινες γραμμές, ειδικά στην Ουκρανία, θα γίνει πόλεμος. Προέβλεψα αυτό το σενάριο ήδη απ’ το 1997. Το 2008 ο Πρόεδρος Πούτιν είπε ότι αν η συμμετοχή της Ουκρανίας στη συμμαχία γίνει πιθανότητα, τότε θα πάψει να υπάρχει Ουκρανία. Δεν εισακούστηκε. Συνεπώς, ο πρώτος αντικειμενικός στόχος είναι το τέλος της επέκτασης του ΝΑΤΟ. Ακόμα δύο αντικειμενικοί στόχοι προστέθηκαν: ο πρώτος είναι η αποστρατιωτικοποίηση της Ουκρανίας· ο άλλος είναι η αποναζιστικοποίηση, επειδή υπάρχουν άνθρωποι στη ρωσική κυβέρνηση που ανησυχούν για την άνοδο του υπερεθνικισμού στην Ουκρανία σε βαθμό που πιστεύουν ότι αρχίζει να μοιάζει με τη Γερμανία της δεκαετίας του 1930. Υπάρχει επίσης ο στόχος ν’ απελευθερωθούν οι δημοκρατίες του Ντονμπάς από οκτώ χρόνια διαρκών βομβαρδισμών.

Υπήρχε επίσης η ισχυρή άποψη ότι ο πόλεμος με την Ουκρανία ήταν αναπόφευκτος –ίσως σε τρία ή τέσσερα χρόνια από τώρα– και θα ήταν πολύ πιθανό να λάβει χώρα μέσα στο ίδιο το ρωσικό έδαφος. Έτσι, ίσως το Κρεμλίνο αποφάσισε πως αν πρέπει να πολεμήσεις, καλύτερα να πολεμήσεις στο έδαφος κάποιου άλλου, στο έδαφος μιας γειτονικής και αδελφικής χώρας, μέρους κάποτε της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Ο πραγματικός πόλεμος όμως είναι ενάντια στη δυτική επέκταση. (περισσότερα…)

Με απλά λόγια δεν γίνεται!

*

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

Απόπειρα απάντησης στο κείμενο ενός φίλου με τον οποίο διαφωνώ απόλυτα σχετικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Το κείμενό του έχει τίτλο «Με απλά λόγια» και αναρτήθηκε στις 23.3.2022 στη σελίδα του στο Facebook. Όσο απόλυτη όμως και αν είναι η διαφωνία μου με το μήνυμα του εν λόγω κειμένου, έγραψα την απάντησή μου με την ελπίδα ότι ακόμη υπάρχει στη χώρα μας, και ευρύτερα στη Δύση, κάποιο περιθώριο να εκφράζουμε τη διαφωνία μας πολιτισμένα – όσο φορτισμένες και αν είναι οι στιγμές.

Α. ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

«Τη στιγμή που ο βιαστής ορμάει στην γυναίκα, αν είμαστε εκεί γύρω … προσπαθούμε να προστατέψουμε την γυναίκα και να σταματήσουμε τον βιαστή … Την στιγμή του βιασμού, είμαστε με το θύμα του βιασμού. Την στιγμή που ο διαρρήκτης σπάει την πόρτα του σπιτιού … προσπαθούμε να τον σταματήσουμε … και να προστατεύσουμε τα άτομα που μένουν στο σπίτι … Την στιγμή της διάρρηξης, είμαστε με τα θύματα της διάρρηξης. Έτσι και την στιγμή της εισβολής … είμαστε με το θύμα της εισβολής …».

Όμως ένας πόλεμος δεν είναι «στιγμή» – είναι μια «οργανωμένη ένοπλη σύγκρουση, συνήθως μεγάλης χρονικής διάρκειας και έκτασης, μεταξύ κρατών». Η διάρκειά του δίνει την ευκαιρία και τις αφορμές στο άτομο να επεξεργαστεί την πρώτη του αντίδραση και να ενημερωθεί. Όταν δε το άτομο τείνει στην υιοθέτηση μιας απόλυτης, μανιχαϊστικής στάσης που εκφράζεται με τη χρήση απόλυτων ηθικών δίπολων ως κριτηρίων, ίσως αυτή η ευκαιρία για ενημέρωση και έρευνα να γίνεται πιο εμφατικά και ηθική υποχρέωση. (περισσότερα…)

Μακριά από το Μόναχο

*

του ΦΩΤΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Tο δίσεκτο έτος 2008 κυριαρχεί ακόμα η μονοπολική αισιοδοξία. «Ηγέτης όλου του κόσμου, είμαι εγώ» σκέπτονται οι ΗΠΑ και θέλουν το ΝΑΤΟ όχι απλώς να επεκταθεί, αλλά να γίνει ει δυνατόν παγκόσμιο: μια πλανητική συμμαχία δημοκρατιών που ασπάζονται τις δυτικές φιλελεύθερες αξίες. Οι δημοκρατίες, σύμφωνα με τη θεωρία της «δημοκρατικής ειρήνης», δεν κηρύσσουν πόλεμο η μία εναντίον της άλλης. Το καθεστώς αυτό  εξυπηρετεί αποφασιστικά την κυρίαρχη δημοκρατική χώρα, τις ΗΠΑ. Και έτσι αποφασίζουν, μεταξύ άλλων, να πιέσουν τους βορειοατλαντικούς συμμάχους τους να ασπασθούν στην προσεχή διάσκεψη κορυφής στο Βουκουρέστι, τη Γεωργία και την Ουκρανία, ως επίσημα υποψήφια μέλη. Αξίζει να αναφερθεί ότι τότε, η συντριπτική πλειονότητα των Ουκρανών είναι ακόμα αντίθετη με την ένταξη της χώρας τους στο ΝΑΤΟ.  Έναν μήνα πριν τη διάσκεψη, ο νεοεκλεγείς Μεντβέντεφ, πρόεδρος μιας Ρωσίας που ανακτά τον γεωπολιτικό δυναμισμό της, και έχει ήδη καταπιεί επεκτάσεις του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς για τις οποίες είχε διαβεβαιωθεί περί του αντιθέτου, λέει αυτολεξεί στους FT: «Δεν είμαστε χαρούμενοι για τις εξελίξεις σχετικά με τη Γεωργία και την Ουκρανία. Θεωρούμε ότι είναι εξαιρετικά προβληματικό για την υπάρχουσα δομή της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Θα ήθελα να τονίσω ότι κανένα κράτος δεν μπορεί να είναι ευχαριστημένο όταν έχει εκπροσώπους ενός στρατιωτικού μπλοκ στο οποίο δεν ανήκει, να πλησιάζουν τα σύνορά του». Αυτό είναι το σκεπτικό, ever since, και επαναλαμβάνεται σε όλους τους δυνατούς τόνους.

Τους όρους «δομή», «αρχιτεκτονική ασφαλείας», τους διαβάζουμε άπειρες φορές. Σε κανέναν μας δεν αρέσουν, καθώς αντανακλούν γεωπολιτικές και αμυντικές/εξοπλιστικές διαδράσεις μεταξύ μεγάλων δυνάμεων εις βάρος, συχνά και δυστυχώς, των επιδιώξεων (λιγότερο δυνατών) ανεξάρτητων κρατών. Όμως, έτσι είχαν, έχουν και θα έχουν πάντοτε τα πράγματα. Και ακόμη περισσότερο αυτό ισχύει για τη Ρωσία, η οποία συνορεύει με 14 ανεξάρτητα κράτη, και αθεράπευτα αυταρχική καθώς είναι, θεωρεί την ιδέα της «δημοκρατικής ειρήνης» που βρίσκεται πίσω από την επέκταση του ΝΑΤΟ, μια ουτοπία που φέρνει ισχυρό στρατό δίπλα της. (περισσότερα…)

Στη «σωστή πλευρά της ιστορίας»; Η υποδοχή ενός κειμένου

*

του ΦΩΤΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Την περασμένη Παρασκευή, το Νέο Πλανόδιον δημοσίευσε ένα κείμενό μου με τίτλο «Η εξήγηση και η δικαιολόγηση του ρωσοουκρανικού πολέμου». Διατύπωσα την –εδώ που τα λέμε, όχι και τόσο πρωτότυπη– άποψη ότι ο πόλεμος αυτός θα μπορούσε να έχει αποτραπεί εάν η δυτική πολιτική είχε χειριστεί το ζήτημα διαφορετικά και ιδίως εάν κατανοούσε τα κόκκινα καμπανάκια που χτυπούσε ο αντίπαλος. Το συμπέρασμα αυτό μου φαινόταν (και εξακολουθεί να μου φαίνεται) ολωσδιόλου αυτονόητο. Στη διπλωματία, όπως και στη ζωή γενικότερα, είναι σημαντικό να κατανοείς την οπτική του αντιπάλου. Στην περίπτωση της Ρωσίας, όχι μόνον δεν έγινε αυτό, αλλά η Δύση (πρωτίστως οι ΗΠΑ) παρασύρθηκε σε απανωτά σφάλματα κρίσης που είχαν τραγικά αποτελέσματα για την Ουκρανία.

Εν πάση περιπτώσει, κατόπιν της δημοσίευσης είχα την τιμή να ανταλλάξω απόψεις με σοβαρότατους φιλελεύθερους πανεπιστημιακούς ή ανεξάρτητους αναλυτές, οι οποίοι, ευγενικά, αναγνώρισαν προτερήματα στην ανάλυσή μου, φροντίζοντας ωστόσο, όπως ήταν λογικό και αναμενόμενο, να τονίσουν και τη διαφωνία τους σε επιμέρους σημεία ή στα γενικότερα συμπεράσματα. Αυτή ήταν η θετική πλευρά.

Διότι κατά τα άλλα, η ιδιωτική μου αλληλογραφία κατακλύστηκε και συνεχίζει να κατακλύζεται από χυδαιότητες και απειλές που ντρέπομαι και να επαναλάβω, προερχόμενες, κυρίως, από απρόσκλητους συνομιλητές. Χαρακτηριστικά, και αυτό εξηγεί τον συναισθηματισμό της ανάρτησης, ένας έφθασε να μου γράψει ότι δεν θα έλεγα τις ίδιες «αφηρημένες ηλιθιότητες» εάν «σε ένα από τα σεντόνια βρισκόταν καλυμμένο το παιδί μου»! Η επωδός όλων: Υποστηρίζω ουσιαστικά τον Πούτιν και δικαιολογώ τον πόλεμό του… Δικαιολογώ τα εγκλήματα πολέμου, τις φρικωδίες κατά των αμάχων και τα εκατομμύρια των προσφύγων…

Ξύνω πραγματικά το κεφάλι μου για να καταλάβω από πού κι ώς πού μου επιφυλάχθηκε αυτή η τόσο ξεχωριστή θέση στην κόλαση. Διότι μόνον ιεροεξεταστική λογική μπορεί να διέπει την ακατανίκητη προσπάθεια των «φίλων» μου, παρά τις μύριες διαβεβαιώσεις μου περί του αντιθέτου, να σκάψουν βαθιά στην ψυχή μου και να αποσπάσουν την ομολογία μου, την αληθινή απάντηση που ως αιρετικός φρόντισα να συγκαλύψω, στο ένα και μοναδικό ερώτημα: είμαι με τον Πούτιν ή είμαι με τους Ουκρανούς;

Το ερώτημα πώς φθάσαμε ώς εδώ και τι μπορεί να γίνει τώρα, είναι, φαντάζομαι, αδιάφορο. Για το δικαίωμα να ασκήσω κριτική στη Δύση, όχι ως εχθρός, αλλά ως φιλελεύθερο τέκνο της (γιατί αν τρέφω οποιαδήποτε ελπίδα για λύση έρχεται από εκεί), δεν μπορεί να γίνει ούτε λόγος.

Το μοναδικό θέμα είναι λοιπόν η καταδίκη της εισβολής. Ας εξηγήσω, για άλλη μια φορά. Δεν μπορώ να συμφωνήσω σε αυτό, όχι βέβαια επειδή θεωρώ την εισβολή δίκαιη/επιτρεπτή/ηθική, αλλά, αρχικά, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ξέρω αν υπάρχει έστω ένας πόλεμος που σταμάτησε, ως δια μαγείας, επειδή καταδικάστηκε ως άδικος. Ο συμβολισμός της καταδίκης σπάνια είναι τόσο ισχυρός ώστε να αφοπλίζει έναν αντίπαλο ο οποίος θεωρεί ότι διεξάγει δίκαιο πόλεμο. Αντιθέτως, υπάρχουν πολλοί πόλεμοι οι οποίοι αποφεύχθηκαν επειδή οι δυνητικοί αντίπαλοι κατέληξαν σε αμοιβαίες υποχωρήσεις, αφού κατανόησαν την κανονιστική οπτική της άλλης πλευράς.

Κυρίως όμως δεν συμφωνώ επειδή βλέπω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι όροι της ηθικής μας στράτευσης κινδυνεύουν να φέρουν τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επιδιώκουμε. Παρακαλώ αναλογιστείτε τι κάνουμε τώρα. Έχοντας το «ηθικό πλεονέκτημα» (συγγνώμη για τον προφανή συνειρμό, αλλά περί αυτού πρόκειται) που μας δίνει η ταύτιση με τον δίκαιο αγώνα των Ουκρανών, και καθώς δεν θέλουμε να αφήσουμε τους αμυνόμενους ανυπεράσπιστους αλλά θέλουμε να τους δείξουμε την έμπρακτη αλληλεγγύη μας, τους εξοπλίζουμε και τους παροτρύνουμε σε μάχη μέχρις εσχάτων απέναντι σε έναν εχθρό με σαφή υπεροπλία, χωρίς να βλέπουμε ουσιαστική προοπτική στον αγώνα τους και χωρίς την παραμικρή δέσμευση ότι θα πολεμήσουμε στο πλευρό τους.

Και καλά όλα αυτά στην αρχή του πολέμου. Τώρα που μάλλον θα βλέπουμε τον ρωσικό στρατό να καταφεύγει ολοένα και περισσότερο σε μεθόδους δοκιμασμένες σε προηγούμενες συγκρούσεις, να ακολουθεί δηλαδή το εξαιρετικά βάναυσο, αλλά δυστυχώς πολύ επιτυχημένο, στρατηγικό σχέδιο που εφάρμοσε στη Συρία και το Γκρόζνι, ποιο πρακτικό νόημα θα έχει η καταδίκη του Πούτιν και η «αλληλεγγύη» με τους Ουκρανούς; Δεν αξίζει να αναρωτηθούμε ποιο είναι τελικά το μέγεθος της καταστροφής που είμαστε διατεθειμένοι να επιτρέψουμε (και να εκλογικεύσουμε) προκειμένου να υπακούσουμε στο περί δικαίου αίσθημά μας, αντί να σκεφθούμε πολύ πιο απλά τι ωφελεί πραγματικά τον αδύνατο, ποιοι πρέπει να κάτσουν στο τραπέζι και τι πρέπει να συζητήσουν; Διότι, όπως τα γεγονότα αποδεικνύουν, ο ιός της χιλιετίας φαίνεται να μην διέγραψε τη μνήμη και τη λογική βάσει της οποίας δρουν οι μεγάλες δυνάμεις. Και είναι βέβαιο ότι ο πόλεμος μπορεί να σταματήσει, νωρίτερα και πρωτίστως, μέσω της συνεννόησης Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας.

Τώρα που οι βαναυσότητες θα διαδέχονται η μία την άλλη, θα μείνουμε λοιπόν με την ελπίδα ότι ο εχθρός, κάπου, στο βάθος-βάθος, ίσως και ηττηθεί; Φαντάζομαι ότι το αποτέλεσμα θα αξίζει, αφού το μόνο που έχει σημασία είναι να είμαστε στη «σωστή πλευρά της ιστορίας», στραγγαλίζοντας κάθε φωνή που τολμήσει να πει κάτι διαφορετικό. Όσο για εμένα, ας πάρω τη θέση που μου αξίζει στην κόλαση.

ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

*

Η εξήγηση και η δικαιολόγηση του ρωσοουκρανικού πολέμου

*

του ΦΩΤΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ας διακρίνουμε την προσπάθεια εξήγησης από την προσπάθεια δικαιολόγησης ενός πολέμου. «Εξηγώ» πώς προκύπτει ένας (ας πούμε εδώ: διακρατικός) πόλεμος αξιοποιώντας, συνήθως, γενικές παρατηρήσεις για τη φύση των διεθνών σχέσεων, μαζί με ιστορικά ακριβείς περιγραφές των συνθηκών που οδηγούν στο ξέσπασμά του. Όταν η συζήτηση αφορά τη «δικαιολόγηση» ενός πολέμου, καλούμαι κατά κανόνα να λάβω θέση ανάμεσα σε δύο αδρώς διακριτές ηθικές στάσεις: α) τον πασιφισμό, ο οποίος, μέσες-άκρες, τονίζει ότι κανένας πόλεμος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ηθικά (υπάρχει πάντα κάποια ανώτερη, μη-βίαιη, εναλλακτική) ή β) την υποστήριξη του «δίκαιου πολέμου», της ιδέας, δηλαδή, ότι, μερικές φορές, είναι ηθικά επιτρεπτό ένα κράτος να διεξαγάγει πόλεμο με κάποιο άλλο. Χωρίς κανένα σχόλιο, θα προχωρήσω παραβλέποντας την πασιφιστική θέση.

Η εξήγηση και η δικαιολόγηση αποτελούν, οπωσδήποτε, διαφορετικά αντικείμενα εργασίας. Στην πρώτη περίπτωση, ασκώ το δικαίωμα του παρατηρητή των εμπολέμων, στη δεύτερη περίπτωση, εκείνο του θιασώτη. Από τη θέση του παρατηρητή, προσωπικά, αναγνωρίζω την υπεροχή της «ρεαλιστικής» κατανόησης των διεθνών σχέσεων. Σύμφωνα με τη ρεαλιστική σχολή: α) ο πόλεμος και η ηθική δεν έχουν καμία εγγενή σχέση μεταξύ τους και β) το διεθνές περιβάλλον είναι υπό μια έννοια «άναρχο», αφού απουσιάζει μία αξιόπιστη ή αποτελεσματική διεθνής κανονιστική αρχή ικανή (τουλάχιστον επί του παρόντος) να ρυθμίσει τα «αντικειμενικά» δικαιώματα των μεμονωμένων κρατών της γης. Με άλλα λόγια, τα κράτη είναι στην ουσία μόνα τους και σμιλεύουν συμμαχίες ή διεξάγουν πόλεμο με βασικό γνώμονα τα δικά τους λελογισμένα συμφέροντα. Η περιγραφική δύναμη της ρεαλιστικής παράδοσης συνδέεται με τη σταθερή επιτυχία της θεωρητικής θέσης (β) να παρέχει πειστικές εξηγήσεις για το ξέσπασμα ενός πολέμου. Βρίσκω λιγότερο πειστική τη θεωρητική θέση (α). Αυτό αξίζει, ίσως, έναν σύντομο σχολιασμό. (περισσότερα…)

Γιώργος Δουατζής, Στιγμές

*

«Ταυτίζουν τη γαλήνη με την αδράνεια, οι αδαείς», είπε η σύντροφός του. Και ο κύριος Ευχέτης συγκατένευσε: Προφανώς δεν έμαθαν πόσο κόπο και δρόμο απαιτεί η κατάκτηση της γαλήνης, της ψύχραιμης ματιάς, της εν τω βάθει ηρεμίας, πόση δουλειά με τον εαυτό και διάλυση των στερεοτύπων που φυλακίζουν τη σκέψη, αλλά βολεύουν τους εφησυχασμένους. Έτσι κι οι «λογοτέχνες του ανώδυνου λόγου», όπως είπε κι ένας σκεπτόμενος κριτικός λογοτεχνίας, οι οποίοι υπάρχουν μέσα στη μεγαλειώδη ανυπαρξία τους…

Θέλει γενναιότητα η δημιουργία. Συνταράσσει. Θέλει αγάπη και τόλμη η μοιρασιά. Θέλει αγιοσύνη πέρα από θρησκείες. Θέλει να σε βρίσκει έτοιμο η Ποίηση, όταν έρχεται πάντα απρόσκλητη, και σε καλεί να καταγράψεις τη ματιά στον εαυτό, τον διπλανό, τον κόσμο, με τον δικό σου τρόπο. Θέλει μουσικότητα, σκέψη αιχμηρή, πόνο, κάματο. Θέλει βουτιά σε σκληρές αλήθειες και σένα έτοιμο να αποδεχθείς την όποια αναίρεσή τους. Θέλει γνώση της γλώσσας, απλότητα, μακριά από δύσμορφους γρίφους, τάχα ποιητικούς.

Κι όμως, αξίζει τον κόπο η κατάκτηση της ψυχραιμίας αναλογίστηκε ο κ. Ευχέτης, αναλογιζόμενος την πρόσφατη περιπέτεια της υγείας του, τη μιζέρια, τις ελλείψεις του συστήματος Υγείας που γνώρισε σε δημόσιο νοσοκομείο. Ήταν ένα ακόμα μάθημα η πιθανότητα έλευσης του τέλους, για να διαπιστώσει ότι ο φόβος κάθε τέλους παλεύεται με τη σκέψη. Με της συνειδητή επανάληψη της αφοβίας μπρος στον θάνατο, αυτή –ως φαίνεται– περνάει στο ασυνείδητο και όσο και να σε ξαφνιάσει ένα απρόοπτο γεγονός υγείας, ο φόβος εξαλείφεται.

Ξάφνιασε ακόμα μια φορά τον κ. Ευχέτη η απόλυτη ηρεμία του σε κάθε ενδεχόμενο τέλος καταστάσεων, πραγμάτων, ζωής. Διότι όλα κάνουν τον κύκλο τους, αρχίζουν, υπάρχουν, τελειώνουν. Η αποδοχή της πραγματικότητας δεν είναι ηττοπάθεια, σκέφτηκε, κι έπιασε πάλι το μολύβι ήρεμος με τη βεβαιότητα ότι δεν θα μείνει λευκή ακόμα μια σελίδα. (περισσότερα…)

Ποιοι κυβερνούν αυτόν τον κόσμο;

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Βρισκόμαστε σήμερα στο σημείο όπου ο λεγόμενος νεοφιλελευθερισμός επιβάλλει την αντίληψη του ανθρώπου-καταναλωτή, του ανθρώπου-παραγωγού και του ανθρώπου-επιχειρηματία κι έτσι παραμερίζει αν δεν μηδενίζει τον άνθρωπο-πρόσωπο και τον άνθρωπο-υπεύθυνο πολίτη που συνυπάρχει με τον συνάνθρωπο. Καλλιεργείται έτσι ένας ολοκληρωτισμός και κάτι σαν θρησκεία που εγκαθιδρύει λυσσαλέα ανταγωνιστικότητα και μόνιμη μέριμνα για μεγιστοποίηση κερδών.

Εν μέσω μιας τέτοιας πραγματικότητας που είναι αμφίβολο πόσο την παρακολουθούν οι λαοί, ακούσαμε το πρώτο διάγγελμα του Πούτιν που απευθυνόταν προς όλο τον κόσμο και βεβαίως προς τη Δύση.

Και ενώ από το πρωί ως το άλλο πρωί τα ΜΜΕ ανά τον κόσμο καταγγέλλουν οποιαδήποτε ενέργεια των Ρώσων ως εχθρική και αντίθετη με το διεθνές Δίκαιο, ελάχιστα συζητείται η επιθετικότητα της Δύσης απέναντι στη Ρωσία. Οι εξαγγελίες του νεοεκλεγέντος αμερικανού προέδρου Μπάιντεν από καιρό στοχεύουν τον Πούτιν και τη χώρα του και δημιουργούν κλίμα ψυχροπολεμικό, λες και δεν έφτανε αυτό που είχε επικρατήσει τόσα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οπωσδήποτε μια αναπτυσσόμενη (ξανά) Ρωσία και μάλιστα μετασοβιετική, δυσχεραίνει την περαιτέρω εδραίωση της παντοδυναμίας των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο και την εξακολούθηση της κυριαρχίας τους σ’ αυτόν. Παρ’ όλο που θα έπρεπε να είναι πασιχαρείς αφού ο εξ αυτών ή αν θέλετε, γενικότερα, ο εκ δυσμών πηγάζων καπιταλισμός και το σύστημά του εισέδυσε λάβρος σε όλο τον κόσμο, κομμουνιστικό και μη, και μάλιστα όχι μονάχα στη Ρωσία αλλά και στην Κίνα που από μια άποψη παρουσιαζόταν πιο επαναστατική από την «μητέρα» της.

Μα φαίνεται πως το παιχνίδι δεν είναι μονάχα οικονομικό (κατά βάσιν οικονομίστικο) αλλά και στρατιωτικό και πολιτικό και πλουτοπαραγωγικό. Αποβαίνει μάλιστα σκληρότερο όσο η αληθινή πνευματική-πολιτιστική πραγματικότητα ανθρώπων και λαών περιθωριοποιείται ή συρρικνώνεται (αν όχι παραμορφώνεται) αφήνοντας τα ανθρώπινα όντα έρμαια ενός αδηφάγου υλισμού, και καταναλωτισμού που βοηθούμενος από την προέλαση της τεχνοκρατίας ζητά να συνοψίσει στον άξονα παραγωγή-κατανάλωση το Νόημα της ζωής. (περισσότερα…)

Απορίες ενός Πεμπτοφαλαγγίτη

*

«Δυστυχώς για τους έρμους τους Ουκρανούς», έγραφα στο fb στις 20 Ιανουαρίου, πολύ προτού εκδηλωθεί η εισβολή δηλαδή, «αυτή τη στιγμή και οι Ρώσσοι και οι Αμερικανοί μοιάζει να βολεύονται με την προοπτική ενός πολέμου στη χώρα τους. Οι μεν Ρώσσοι για να δείξουν τη δύναμή τους (πότε θα ξαναβρούν έναν Μπάιντεν στην Ουάσιγκτον;) και να κατοχυρώσουν τα κέρδη τους. Οι δε Αμερικάνοι για να κρύψουν την αδυναμία τους πίσω από ένα ακόμη πυροτέχνημα αντιρωσσικών κυρώσεων, που όσο κι αν οι ίδιοι οι Ρώσσοι τις έχουν προϋπολογίσει, θα εξαναγκάσει τουλάχιστον τις φυγόκεντρες δυνάμεις στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ (Γαλλία, Γερμανία, Τουρκία), έστω για λίγο, να ευθυγραμμιστούν.»

Νομίζω ότι η πρόβλεψη επιβεβαιώθηκε και με το παραπάνω. Οι μεν Ρώσσοι, με κόστος ασφαλώς σημαντικό, θα περιχαρακώσουν τη μετασοβιετική ζώνη ασφαλείας που (πιστεύουν ότι) τους χρειάζεται. Οι δε Αμερικανοί θα κρύψουν την κατάρρευση του παγκοσμιοποιητικού τους οράματος, τη φαντασίωσή τους για μια όλο και πιο ελεύθερη οικουμενική αγορά, για όλο και λιγότερα σύνορα, πίσω από μια, κι αυτή πρόσκαιρη ενδεχομένως (βλ. Γερμανία…), περιτείχιση των «πολυτίμων υπηρετών» τους, όπως θα έλεγε ο Αλεξανδρινός.

Όμως για τη μοίρα των Ουκρανών δεν έχουμε μιλήσει αρκετά. Τι «ανύπαρκτο έθνος» τούς έχουν πει, τι «έθνος με χιλιόχρονη ιστορία», πράγματα εξίσου έωλα… Χώρα πολυεθνική, πολύθρησκη και πολύγλωσση, χώρα εκ προοιμίου καταδικασμένη να κοιτάει η μισή κατά την Ανατολή και η άλλη μισή κατά τη Δύση, χώρα τοποθετημένη στην οριογραμμή δύο κόσμων (αυτό σημαίνει άλλωστε και το όνομά της) είναι δημιούργημα σοβιετικό. Ήταν ο διεθνιστικός, στις απαρχές του τουλάχιστον, κομμουνισμός των Σοβιέτ που της προσέδωσε πρώτος κρατική, ομόσπονδης πολιτείας, υπόσταση.

Για τους μπολσεβίκους η αποδυνάμωση του ρωσσικού εθνικισμού, που ήταν συνδεδεμένος στο συλλογικό φαντασιακό με την Αγία Ρωσσία των Τσάρων, ήταν βήμα αναγκαίο για να ελέγξουν καλύτερα την αχανή τους αυτοκρατορία. Γι’ αυτό έδωσαν τόση σημασία στην Ουκρανία, γι’ αυτό την έκαναν μάλιστα (όπως και τη Λευκορρωσία, διπλωματική παραδοξότητα μοναδική!) απευθείας μέλος των Ηνωμένων Εθνών με δικαίωμα αυτοτελούς ψήφου («κι εμείς έχουμε πενήντα Πολιτείες, αλλά μόνο μία ψήφο!» γκρίνιαζε ένας Αμερικανός πρόεδρος…), γι’ αυτό την προίκισαν με την Κριμαία επί Χρουστσώφ, περιοχή βεβαίως εθνοτικά ρωσσικότατη.

Φυσικά, κάτω από την επιφάνεια, το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ των συνιστώντων την Ουκρανία εθνών παρέμενε. Φάνηκε στον Εμφύλιο, φάνηκε και αργότερα στην εισβολή των Ναζί, γνωστά πράγματα να μη τα επαναλαμβάνω. Όπως και στην τέως Γιουγκοσλαβία, οι δυσδιάκριτες διαφορές των συνοίκων λαών, η ανάμειξή τους, το γεγονός ότι εύκολα ένας Ουκρανός μπορεί να περάσει από τη μία ταυτότητα στην άλλη ή και να τις συνδυάσει υπερηφάνως (οι μεγαλύτεροι Ουκρανοί συγγραφείς είναι ρωσσόφωνοι!), δεν συνήργησαν συγκολλητικά, όπως θα το φαντάζονταν οι ρομαντικοί, αλλά επέτειναν την υποβόσκουσα ένταση, υποδαύλισαν το εκατέρωθεν μίσος. Η πυρίτιδα είχε σωρευθεί, έλειπε η θρυαλλίδα. (περισσότερα…)

Η Ευρώπη σαστισμένη και πάλι

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Οι ιδέες είναι η παρηγοριά των αδυνάμων και η πρόφαση των ισχυρών.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζοντας την απειλή και στη συνέχεια την εισβολή και τον γενικευμένο πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία βρέθηκε, για ακόμη μια φορά, σε απορία. Αμηχανία, έκπληξη, ρητορείες ηθικού περιεχομένου και άλλα παρόμοια αποτέλεσαν τις πρώτες αντιδράσεις. Αναμενόμενες αντιδράσεις από ένα μόρφωμα που από τη γέννησή του, πεντακάθαρα και συνειδητά, έχει εγκαταλειφθεί στις αγκάλες ενός ανιστόρητου ηθικού οικουμενισμού. Ας δούμε περισσότερο συγκεκριμένα πως έχουν τεθεί ορισμένα ζητήματα.

Οι υπέρμαχοι της ενοποίησης της ΕΕ τα τελευταία χρόνια αναφέρονται σε αυτή ως το κυριότερο επίτευγμα του «μετανεωτερικού κόσμου»[1]. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές η ΕΕ διαφοροποιείται τόσο από τα συμβατικά κράτη του «νεωτερικού κόσμου» όσο και από τον «προνεωτερικό κόσμο», δηλαδή το χάος που προηγήθηκε του κράτους και έπεται των αυτοκρατοριών[2]. Η μετανεωτερική ΕΕ προσφέρει το όραμα ενός μεταμοντέρνου[3] «συνεργατικού διακυβερνητικού χώρου», με κοινό επίπεδο ελευθεριών και κοινή ασφάλεια, με μειωμένη εθνική κυριαρχία – στοιχείο που χαρακτήριζε όλες τις αυτοκρατορίες στην ιστορία.

Μέσα από τις μακροχρόνιες διαδικασίες του ευρωπαϊκού state-building, η ΕΕ σχηματοποιείται σιγά-σιγά σε ένα «μεταμοντέρνο σύστημα», που έχει σαφή χαρακτηριστικά μεταεθνικής, μετακυριαρχικής ή μετακρατικής πολιτείας.[4] Ένα τέτοιο μετανεωτερικό μόρφωμα καθοδηγούμενο από μεταμοντέρνες αντιλήψεις αλλά και από αντιλήψεις εκσυγχρονιστικού ορθολογισμού και τη θεωρία της νεωτερικότητας, παρουσιάζεται ως πλαίσιο μέσα στο οποίο καμία χώρα δεν κυριαρχεί και το οποίο γεννά αρχές που δεν είναι εθνικές αλλά ηθικές και νομικοκανονιστικές[5]. Τα κράτη που συγκροτούν την ΕΕ επιχειρούν να διαμορφώσουν το πρώτο μεταεθνικό διακυβερνητικό μόρφωμα στην παγκόσμια ιστορία. Αυτό το μόρφωμα αποκτά μια διακριτότητα μέσα από τη χρήση πολλαπλών μέσων επηρεασμού του διεθνούς περιβάλλοντος, αποκλειομένης της στρατιωτικής ισχύος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα ιδιαίτερο διακρατικό μόρφωμα που, μόνο ως τέτοιο[6], θεωρεί ότι ο πόλεμος –η τραυματική ευρωπαϊκή εμπειρία των δύο παγκόσμιων πολέμων προβάλλεται ως βασικό επιχείρημα – αποτελεί αποτυχία της πολιτικής. (περισσότερα…)

Επιστροφή στον Ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Πόσο μακριά είμαστε, τελικά, από την εποχή που ο Φράνσις Φουκουγιάμα και το «Τέλος της Ιστορίας» του, έδιναν τον ιδεολογικό τόνο στις παγκόσμιες εξελίξεις μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και του Ανατολικού Στρατοπέδου. Οι γνωστές προβλέψεις του

ότι μετά τις γιγάντιες συγκρούσεις του εικοστού αιώνα, … η ακαταμάχητη νίκη του οικονομικού και πολιτικού φιλελευθερισμού – πάνω σε όλους τους ανταγωνιστές του σημαίνει όχι μόνο- το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ή την παρέλευση μιας συγκεκριμένης περιόδου της μεταπολεμικής ιστορίας, αλλά αυτό τούτο το τέλος της ίδιας της ιστορίας, δηλαδή το τελικό σημείο της ιδεολογικής εξέλιξης του ανθρωπίνου γένους και την οικουμενοποίηση της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ως της τελικής μορφής ανθρώπινης διακυβέρνησης.[1]

έχουν τεθεί κυριολεκτικά στις ελληνικές καλένδες, προφανώς λόγω της αστοχίας τους. Δεν είναι στις προθέσεις μας να προβούμε σε συνολική κριτική των απόψεων του Φ. Φουκουγιάμα. Όμως ένα σημείο χρειάζεται να αναδειχθεί: αυτό που αναφέρεται στον πόλεμο. Πρόκειται για το πιο σημαντικό σημείο της άποψης του:

Συγκρούσεις μεγάλης κλίμακας πρέπει να εμπλέκουν μεγάλα κράτη που αναγνωρίζονται (ως τέτοια) στον ρου της ιστορίας, και τα οποία φαίνεται ότι τώρα έχουν φύγει από τη σκηνή […] Συνεπώς δεν θα υπάρξει Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ούτε επιστροφή σε Συγκρούσεις Μεγάλων Δυνάμεων που χαρακτήρισαν τον 18ο και 19ο αιώνα.

Μάλιστα στο κλείσιμο του άρθρου χαρακτήριζε τους επερχόμενους (sic!!!) αιώνες της μετά-ιστορίας ως βαρετούς (“Perhaps this very prospect of centuries[!] of boredom at the end of history will serve to get history started once again.”) (περισσότερα…)

Η αυτοακύρωση ως ηγεμονία: Η αριστερά μετά την πανδημία

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Ο κυρίαρχος λόγος στην Ελλάδα και άλλες δυτικές χώρες έχει πια επιβάλει ως πολιτική διαιρετική τομή της πανδημικής κρίσης την «επιστήμη εναντίον του ανορθολογισμού», σε αυτήν την διατύπωση ή με παραλλαγές. Έχουμε ουσιαστικά δηλαδή μια αναδιατύπωση του κυρίαρχου σχήματος «λαϊκισμός/αντι-λαϊκισμός» της προηγούμενης δεκαετίας, όπου η πολιτική διαμάχη παρουσιάζεται ως σύγκρουση δυο ασυμβίβαστων στρατοπέδων: ορθολογισμός, μετριοπάθεια, επιστήμη από την μια, εξαλλοσύνη, συνωμοσιολογία και «ψεκασμοί» από την άλλη. Η κρίση της πανδημίας επομένως επιταχύνει την αποδόμηση των παραδοσιακών πολιτικών ταυτίσεων και τοποθετήσεων, ιδιαίτερα κατά μήκος του παραδοσιακού ιδεολογικού άξονα αριστερά-δεξιά.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση της αριστεράς, της οποίας η περιθωριοποίηση συνεχίστηκε με γοργούς ρυθμούς τα τελευταία δυο χρόνια, ακυρώνοντας οριστικά τις ελπίδες που είχαν γεννηθεί για αυτήν με την οικονομική κρίση του 2008. Στην Ευρώπη, η μάχη με την λιτότητα έληξε με την απόλυτη επικράτηση του ευρωκατεστημένου. Στον αγγλοσαξονικό κόσμο, η επικράτηση Κόρμπυν στο Εργατικό Κόμμα το 2015 και η υποψηφιότητα Σάντερς στους Δημοκρατικούς το 2016 απέφεραν τελικά πενιχρά αποτελέσματα. Μετά και την πανδημία, το αποτέλεσμα είναι ότι, ακόμα και εκεί όπου υπήρξε πρόσφατα κάποια εκλογική στροφή προς πιο προοδευτική κατεύθυνση, όπως οι ΗΠΑ και η Γερμανία, τα κέρδη τα καρπώθηκαν εκφραστές του σοσιαλφιλελεύθερου κέντρου.

Και όμως, η αποτυχία της αριστεράς να αρθρώσει αν όχι πειστικό, τουλάχιστον στοιχειωδώς συνεκτικό λόγο στην πανδημία δεν θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητη. Ίσα ίσα, είναι παράδοξο ότι η αριστερά δεν έχει κάτι να πει για μια κρίση που έχει βυθίσει εκατομμύρια ανθρώπους στην οικονομική ανασφάλεια, ανέδειξε τις συνέπειες δεκαετιών λιτότητας για τα δημόσια συστήματα υγείας, και επιταχύνει την συγκέντρωση πλούτου στα χέρια μιας τεχνοοικονομικής ολιγαρχίας. Το ερώτημα είναι αν η αποτυχία της αριστεράς να αρθρώσει την αντίθεσή της είναι ένδειξη συγκυριακών ελλειμμάτων (ηγεσίας, οράματος κλπ.), ή μιας βαθύτερης αλλαγής που κάνει τις ιδέες και τις προτεραιότητές της θεμελιωδώς ασύμβατες με τα νέα αιτήματα που έχει δημιουργήσει η πανδημία.

Για να απαντήσουμε αυτό το ερώτημα πρέπει να εξετάσουμε ένα ζήτημα το οποίο σπάνια χρησιμοποιείται στην ανάλυση των πολιτικών ιδεολογιών: την σχέση τους με την κρατική εξουσία. Η πανδημία έχει θέσει με έντονο τρόπο τα όρια και τις αρμοδιότητες της κρατικής εξουσίας ως το μεγάλο ζήτημα της εποχής μας. Από την επιβολή των λοκντάουν σε μέτρα όπως μάσκες και έλεγχοι εισόδου σε δημόσιους χώρους στην υποχρεωτικότητα των εμβολίων, το κράτος έχει αναλάβει εξουσίες πρωτοφανείς σε σύγκριση με προηγούμενες δεκαετίες. Μόνο απέναντι σε αυτό το μεγάλο ερώτημα μπορεί να μετρηθεί σήμερα μια ιδεολογία. (περισσότερα…)

To Be the Best, You Have to Beat the Best! Μικρό εγκώμιο σ’ έναν θρύλο

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όταν παρακολουθήσεις λίγο τα μεγάλα αμερικανικά πρωταθλήματα, το NBA, το NFL, το χόκεϋ, τα κολλεγιακά, (εκείνο το μπέηζμπωλ ποτέ δεν το κατάλαβα…), ο ευρωπαϊκός συλλογικός αθλητισμός σού φαίνεται μια άνοστη σούπα – και επιπλέον μαγειρεμένη αποκλειστικά από σεΐχηδες και ολιγάρχες.

Είναι παράδοξο αυτό, αλλά η φιλοπρωτία που τρέχει στο αίμα των Αμερικανών, εδώ συνδυάζεται με μια εξισωτικού (!) τύπου οργάνωση που εγγυάται θεσμικά τον γνήσιο ανταγωνισμό – ό,τι δηλαδή δεν θα δεις ποτέ στην αμερικανική οικονομία και πολιτική. Οι ομάδες, όσο εύπορες κι αν είναι, δεν επιτρέπεται να ξοδέψουν πάνω από ένα ποσό ετησίως, οι τελευταίες στη βαθμολογία επιλέγουν πρώτες τους καλύτερους νέους παίκτες, ακόμη και αναδιανομή χρημάτων γίνεται ενίοτε, από τις σπάταλες ομάδες στις πιο φειδωλές – όπως με το luxury tax στην καλαθόσφαιρα.

Πλάι στη δεινή χρηματοθηρία, φαίνεται ότι στην Αμερική λειτουργεί ακόμη η παράδοση του κομμουνιταρισμού, αυτή που στηρίζει λ.χ. τα κοινωφελή ιδρύματα, τα περίφημα πανεπιστήμια, τις συμφωνικές ορχήστρες, τις όπερες, τα μουσεία. Οι περισσότερες ομάδες δεν αποφέρουν κέρδη, σημαντικά τουλάχιστον, πέρα από τα περιστασιακά που αποδίδει μια κούρσα των μετοχών στο χρηματιστήριο. (Και πάλι όμως, σπανίως ένας ιδιοκτήτης βγάζει την ομάδα του στο σφυρί για να τσεπώσει το διάφορο!) Οι πόλεις μάλιστα ανταγωνίζονται μεταξύ τους με δωρεές και διευκολύνσεις για να εξασφαλίσουν στις ομάδες τους ευνοϊκό περιβάλλον.

Φυσικά, όλ’ αυτά έχουν και οικονομική διάσταση, είναι ζήτημα πρεστίζ, επιρροής και τα συναφή. Επιβιώνει όμως στον επαγγελματικό αθλητισμό, είναι φανερό, το ίδιο πνεύμα που τρέφει τον σχολικό ή κολλεγιακό αθλητισμό: η αγάπη για την άμιλλα. To be the best, you have to beat the best! Ακόμη και οι νίκες εκεί, δεν είναι ίδιας αξίας αν ο αντίπαλος δεν ήταν τόσο ισχυρός, αν αντιμετώπιζε τραυματισμούς κ.λπ. Η Μπάγερν στη Γερμανία παίρνει κάθε χρόνο πρωτάθλημα, δεν είδα ποτέ σχολιαστή εκεί να βάζει αστερίσκο στις επιτυχίες της, επειδή οι άλλες ομάδες σερνόντουσαν… (περισσότερα…)