To Be the Best, You Have to Beat the Best! Μικρό εγκώμιο σ’ έναν θρύλο

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όταν παρακολουθήσεις λίγο τα μεγάλα αμερικανικά πρωταθλήματα, το NBA, το NFL, το χόκεϋ, τα κολλεγιακά, (εκείνο το μπέηζμπωλ ποτέ δεν το κατάλαβα…), ο ευρωπαϊκός συλλογικός αθλητισμός σού φαίνεται μια άνοστη σούπα – και επιπλέον μαγειρεμένη αποκλειστικά από σεΐχηδες και ολιγάρχες.

Είναι παράδοξο αυτό, αλλά η φιλοπρωτία που τρέχει στο αίμα των Αμερικανών, εδώ συνδυάζεται με μια εξισωτικού (!) τύπου οργάνωση που εγγυάται θεσμικά τον γνήσιο ανταγωνισμό – ό,τι δηλαδή δεν θα δεις ποτέ στην αμερικανική οικονομία και πολιτική. Οι ομάδες, όσο εύπορες κι αν είναι, δεν επιτρέπεται να ξοδέψουν πάνω από ένα ποσό ετησίως, οι τελευταίες στη βαθμολογία επιλέγουν πρώτες τους καλύτερους νέους παίκτες, ακόμη και αναδιανομή χρημάτων γίνεται ενίοτε, από τις σπάταλες ομάδες στις πιο φειδωλές – όπως με το luxury tax στην καλαθόσφαιρα.

Πλάι στη δεινή χρηματοθηρία, φαίνεται ότι στην Αμερική λειτουργεί ακόμη η παράδοση του κομμουνιταρισμού, αυτή που στηρίζει λ.χ. τα κοινωφελή ιδρύματα, τα περίφημα πανεπιστήμια, τις συμφωνικές ορχήστρες, τις όπερες, τα μουσεία. Οι περισσότερες ομάδες δεν αποφέρουν κέρδη, σημαντικά τουλάχιστον, πέρα από τα περιστασιακά που αποδίδει μια κούρσα των μετοχών στο χρηματιστήριο. (Και πάλι όμως, σπανίως ένας ιδιοκτήτης βγάζει την ομάδα του στο σφυρί για να τσεπώσει το διάφορο!) Οι πόλεις μάλιστα ανταγωνίζονται μεταξύ τους με δωρεές και διευκολύνσεις για να εξασφαλίσουν στις ομάδες τους ευνοϊκό περιβάλλον.

Φυσικά, όλ’ αυτά έχουν και οικονομική διάσταση, είναι ζήτημα πρεστίζ, επιρροής και τα συναφή. Επιβιώνει όμως στον επαγγελματικό αθλητισμό, είναι φανερό, το ίδιο πνεύμα που τρέφει τον σχολικό ή κολλεγιακό αθλητισμό: η αγάπη για την άμιλλα. To be the best, you have to beat the best! Ακόμη και οι νίκες εκεί, δεν είναι ίδιας αξίας αν ο αντίπαλος δεν ήταν τόσο ισχυρός, αν αντιμετώπιζε τραυματισμούς κ.λπ. Η Μπάγερν στη Γερμανία παίρνει κάθε χρόνο πρωτάθλημα, δεν είδα ποτέ σχολιαστή εκεί να βάζει αστερίσκο στις επιτυχίες της, επειδή οι άλλες ομάδες σερνόντουσαν…

Ούτε βεβαίως, υπάρχει στην Ευρώπη αυτή η μανία του ranking: οι δέκα καλύτεροι πασέρ, οι δέκα σπουδαιότεροι αμυντικοί, οι πέντε καλύτεροι “two-ways stars”, ο καλύτερος σουτέρ, ο καλύτερος σκόρερ, το θεαματικότερο κάρφωμα, ο πιο επιδραστικός προπονητής κ.ο.κ., κ.ο.κ. Όποιος έχει παρακολουθήσει τις αθλητικές εκπομπές της αμερικανικής τηλεόρασης, ή έστω τους σχολιαστές του διαδικτύου, καταλαβαίνει τι εννοώ. Νομίζει κανείς ότι είναι στην Αρχαία Ελλάδα, με τους ναυάρχους να ψηφίζουν την επαύριο της Σαλαμίνας ποιος πολέμησε καλύτερα…

Συνελόντι ειπείν, στον αμερικανικό συλλογικό αθλητισμό το ευ αγωνίζεσθαι σημαίνει ακόμη κάτι. Δεν είναι πλαστικό σημαιάκι όπως σε μας, όπου οι πρωταθλητές είναι αιώνιοι διότι το χρήμα που κουδουνίζει στην τσέπη τους είναι συνομήλικό τους. Και τίποτε δεν αντιπροσωπεύει νομίζω καλύτερα αυτό το υπερατλαντικό fair play από τον Τομ Μπρέηντυ, τον κορυφαίο πασαδόρο του αμερικάνικου φούτμπωλ (αθλήματος που παρά την ονομασία του παίζεται κυρίως με τα… χέρια).

Άσημος κολλεγιακός αθλητής, με τη δουλειά και την επιμονή του ο Μπρέηντυ έφτασε να θεωρείται σήμερα ο GOAT των GOAT. Όχι απλώς ο Καλύτερος Όλων Των Εποχών στο δικό του άθλημα δηλαδή, αλλά και σε όλα τα άλλα συλλογικά αθλήματα, πλάι ή και πριν από τον μεγάλο Μάικλ «Αιρ» Τζόρνταν. Μετά από είκοσι περίδοξα χρόνια στη Νέα Αγγλία πήγε στη Φλώριδα, στην ιστορικά χειρότερη ομάδα της λίγκας, και την έκανε κι αυτήν πρωταθλήτρια!

Προχθές, μετά από εφτά τίτλους στο παλμαρέ του, περισσότερους από κάθε άλλον, ανακοίνωσε ότι κρεμάει τα παπούτσια του. Στα 44 του χρόνια, που είναι ακριβώς τα διπλά από τα χρόνια που έπαιξε επαγγελματικά: 22. Μια λέξη τού ταιριάζει: Θρύλος.

*