ΝΠ | Επίκαιρα & Σχόλια

Ο πίθος των Δανα·ί·δων

Σχετική εικόνα

~ . ~

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Τείνουμε να συνδέουμε όλες τις ασθένειες σήμερα με ψυχολογικά ή συναισθηματικά αίτια. Πρόκειται για μια πεποίθηση λίγο καταχρηστική, αφού είναι αναπόδεικτη, που δεν απέχει πολύ από την πίστη μας στα άστρα. Φορώντας το περισπούδαστο ύφος του ειδικού γνωμοδοτούμε επί πασών των περιπτώσεων χωρίς να θέτουμε υπό έλεγχο την ακρίβεια των λόγων μας. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι η ερμηνευτική μας είναι καίρια και αδιάβλητη διότι έχει κριθεί μέσα στην διακεκαυμένη ζώνη της προσωπικής μας εμπειρίας. Αυτό την χαλυβδώνει.

Ακόμα και στα νοσοκομεία η πρώτη ερώτηση που θέτουν οι γιατροί στον νεοεισαχθέντα ασθενή ανεξαρτήτως πάθησης, είναι αν έχει άγχος. Βέβαια η ερώτηση γίνεται με την ελαφρότητα και την υστεροβουλία του ρητορικού ερωτήματος. Υπάρχει άνθρωπος χωρίς άγχη, ειδικά σε εποχές μέγιστης ανασφάλειας όπως η δική μας; Αλλά ο εφημερεύων γιατρός δεν είναι αναγκασμένος να γνωρίζει ψυχολογία του βάθους για να κουράρει τον ασθενή και επιπλέον δεν έχει χρόνο για μια τέτοια προσέγγιση. Ο ασθενής πρέπει να ανακουφισθεί πάραυτα. Επομένως, παρά την γενική βεβαιότητά μας ότι η αρρώστια έχει ψυχολογικές ρίζες, αποφεύγουμε να επιτεθούμε σε αυτές, αγνοούμε τις βαθιές αιτίες και περιορίζουμε την θεραπεία γύρω από τα συμπτώματα.

Η ίδια η ζωή κάποτε ακυρώνει τις βεβαιότητές μας, ανατρέπει τις εδραιωμένες αντιλήψεις, καταρρίπτει τις δεισιδαιμονίες μας. Αν υπήρχε συγκεκριμένος και αποτελεσματικός τρόπος καταπολέμησης της ασθένειας εν γένει, αυτή θα είχε εξαλειφθεί παντελώς από προσώπου γης (τότε θα δημιουργούνταν άλλα προβλήματα φιλοσοφικής, υπαρξιακής και… χωροταξικής φύσεως βέβαια). Κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί μέχρι στιγμής και η συνομωσιολογία ενάντια στις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρίες φουντώνει. Αναγκαστικά το άτομο καταφεύγει ακόμη σε γιατροσόφια και μαγγανείες ιδιωτικής χρήσης.

Όλοι λίγο πολύ έχουμε σχεδιάσει ένα ιδιότυπο προσωπικό στρατήγημα που υποτίθεται διαφυλάττει την υγεία μας και περισώζει την ακεραιότητά μας. Έτσι κάποιος γίνεται vegeterian, άλλος γυμνάζεται φρενιτιωδώς, τρίτος αποφεύγει τα λιπαρά και έτερος κόβει το τσιγάρο. Η κοινή λογική δεν αντιστρατεύεται σε αυτές τις επιλογές που κατά το μάλλον ή ήττον σημειώνουν ένα κάποιο αποτέλεσμα. Αλλά η προσωπική μας οχύρωση δεν περιορίζεται σε αυτά. Θα ήταν πλημμελής άλλωστε. Έτσι δεν χάνουμε ευκαιρία να εναποθέτουμε την μέριμνα για την υγεία μας σε μεταφυσικούς παράγοντες, μετερχόμενοι τάματα, προσευχές ή διαλογισμό. Αυτά αποτελούν αναμφιβόλως το πιο σύνηθες έξτρα, βοηθητικό εργαλείο (πέρα από τα φάρμακα δηλαδή και την συμβατική θεραπεία) για την καταπολέμηση των ασθενειών, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Ακόμα και στην τόσο αναπτυγμένη τεχνολογικά εποχή μας με τα τεράστια άλματα της ιατρικής επιστήμης γινόμαστε συχνότατα άθυρμα του φόβου μας και της ανημπόριας μας απέναντι στην αρρώστια.

Θα ήθελα να θίξω μια άλλη παράμετρο όμως και να προστεθεί και αυτή στην λίστα των χρήσιμων προλήψεων που αφορούν την υγεία του σώματος. Όπως είπαμε, αποτελεί κοινό τόπο η πεποίθηση ότι οι περισσότερες ασθένειες εκπορεύονται από ψυχολογικές και συναισθηματικές δυσλειτουργίες. Από παρεμπόδιση της ελεύθερης διέλευσης του chi ή από κλειστά chakras, θα λέγανε σε άλλες κουλτούρες. Καλώς. Γιατί όμως δεν λαμβάνουμε ποτέ υπ’ όψιν τον πνευματικό παράγοντα στην δημιουργία, σχηματισμό και κατίσχυση μιας νόσου; Γιατί δεν εστιάζουμε σε διανοητικές δυσλειτουργίες, ιδεολογικές κακοήθειες και πνευματικά προσκόμματα; Γιατί όχι σε ιδεοληπτικούς επαμφοτερισμούς, σε επιφανειακούς συλλογισμούς, σε ετεροκαθορισμένους τρόπους σκέψης;

Να διευκρινίσουμε εδώ ότι δεν πρεσβεύουμε κάποιο είδος ευγονικής του πνεύματος. Ίσα ίσα είναι ηλίου φαεινότερον ότι, συχνότατα, όσο πιο έξυπνος και μορφωμένος είναι κάποιος, τόσο πιο πολύ ταλανίζεται από προβλήματα σωματικά, συναισθηματικά, ψυχολογικά. Η ευφυΐα εξανεμίζεται μπροστά σε τέτοιου είδους σκοτούρες και βλέπουμε τους πιο έξυπνους ανθρώπους, ενώ βρίσκονται σε δύσκολες καταστάσεις, να συμπεριφέρονται απόλυτα βλακωδώς. Συνεπώς ποιος είναι αυτός ο υγιής τρόπος σκέψης που θα μπορούσε να δράσει ως καταλύτης και να επιφέρει μια κάποια ισορροπία στην ρευστότητα του ανθρώπινου ψυχοσυναισθηματικού δυναμικού;

Αν το υγιώς σκέπτεσθαι έχει να κάνει με το κομμάτι της εφαρμοσμένης ή μη φιλοσοφίας πάλι διανοίγονται κενά στον συλλογισμό. Με αυτή τη συνθήκη θα έπρεπε όλοι οι επαγγελματίες φιλόσοφοι να διάγουν βίο υγιή, ευτυχισμένο και μακρύ – πράγμα που καμία στατιστική έρευνα δεν επιβεβαιώνει. Ως αναγνώστες εντρυφώντας σε φιλοσοφικές μελέτες αντλούμε κάποιες φορές ευχαρίστηση ή κατανοούμε πράγματα για τον κόσμο και τον εαυτό μας, αλλά σίγουρα δεν είμαστε σε θέση να επιμηκύνουμε το προσδόκιμο ζωής μας. Η φιλοσοφία όμως που κατατρίβεται με την λογική, την ηθική, την μεταφυσική, την αισθητική, την οντολογία, την γνωσιολογία, την επαγωγική σκέψη, την παρατήρηση, την ανάλυση, την διαλεκτική, την ερμηνεία της πραγματικότητας, την διείσδυση στα άδυτα της γλώσσας, μας δίνει μέσα από τα αντικείμενα του ενδιαφέροντός της ένα λαμπρό παράδειγμα: είναι ένας τρόπος του οράν. Η φιλοσοφική σκέψη γίνεται ένα βήμα που βγάζει τον στοχαστή λίγο έξω από τον κόσμο και του επιτρέπει την ψύχραιμη και αδιατάρακτη θέαση.

Είναι δύσκολο να σταθεί κανείς έξω από το συναίσθημά του. Να δει τον εαυτό του απογυμνωμένο, αδέσμευτο, ελαφρύ και ελεύθερο από τα πάθη και τους φόβους του. Το αποπειρώνται όσοι κάνουν γιόγκα χωρίς, εντούτοις, να επιτυγχάνουν πάντα το επιθυμητό αποτέλεσμα. Για τον κανονικό, καθημερινό άνθρωπο το συναίσθημα δεν μπορεί να ελεγχθεί, να μπει σε καλούπια. Και αυτό είναι φυσικό. Ο σημερινός άνθρωπος άγεται και φέρεται από το θυμικό του. Σε αυτό δεν διαφέρουμε πολύ από τον ομηρικό πρόγονό μας που κάνει τα πάντα, σύμφωνα με τον Κωστή Παπαγιώργη, υπό το κράτος μιας λυσσαλέας οργής. Τω όντι αν εξετάσει κανείς σύγχρονες συμπεριφορές, μένει εμβρόντητος από την ένταση του συναισθήματος, από την πανταχού παρούσα λαχτάρα για κορεσμό όλων των επιθυμιών, από την έλλειψη χαλιναγώγησης του πάθους (“οι καλύτεροι δίχως πεποίθηση καμιά / ενώ οι χειρότεροι ωθούνται από την ένταση του πάθους” όπως γράφει ο Γέητς). Μόνο που το πάθος στην εποχή της μετανεωτερικότητας δεν διαθέτει την αχλύ του ρομαντισμού. Είναι ένα πάθος ξεθωριασμένο, προσανατολισμένο κυρίως σε φτηνές και μικρές ηδονές. Συν τοις άλλοις δεν πρέπει να ξεχνάμε και κάτι οξύμωρο: ενώ κατηγορούμε την εποχή μας για σαχλή αισθηματολογία, βλέπουμε ότι βασικό χαρακτηριστικό της αποτελεί επίσης η έλλειψη γνήσιου συναισθήματος, η αυτοματοποίηση, ο κυνισμός, η αδιαφορία, η ψυχρότητα.

Η συναισθηματική πλημμυρίδα δείχνει καμιά φορά εγωτική εστίαση. Το να νιώθεις σημαίνει να λαμβάνεις σοβαρά υπ’ όψιν τον εαυτό σου. Είσαι χωμένος μέσα στον εαυτό σου, χωρίς καμία δυνατότητα αποστασιοποίησης, χωρίς προοπτικές επισκόπησης, έρμαιο των περιστάσεων και της συγκυριακής και ανεξέλεγκτης τροχιάς του συναισθήματος.

Η προτροπή προς τον σύγχρονο άνθρωπο να δει από κάποια απόσταση των εαυτό του και να ελέγξει έστω και λίγο τα πάθη του, τις επιθυμίες, τους φόβους, τα συναισθήματά του, μπορεί να εγείρει –φευ– ακόμα και γενική κατακραυγή. Ο άνθρωπος –παρά την γκρίνια, την μιζέρια, τις νευρώσεις– είναι καλά βολεμένος μέσα στην κατασκευασμένη εικόνα του εαυτού του. Αντιμετωπίζει μάλιστα τα προβλήματα που προκύπτουν από τα ψυχολογικά και συναισθηματικά κενά του με τρόπους ευτελείς και με πρόσκαιρες λύσεις. Καταφεύγει στον καταναλωτισμό, δραπετεύει με την βοήθεια του ίντερνετ και της τεχνολογίας, ρίχνεται στις ανέσεις, αποβλακώνεται στην τηλεόραση. Διαχειρίζεται της ανασφάλειές του, τα συναισθηματικά του άχθη και τις ανολοκλήρωτες επιθυμίες του με τρόπο πληθωριστικό. Με άλλα λόγια συλλέγει όσα περισσότερα μπορεί και, σαν την μέλισσα που πετά από λουλούδι σε λουλούδι, προσπαθεί να καταπραΰνει την ατέρμονη δίψα του, αναζητώντας λύτρωση μέσα στην πληθώρα των εμπειριών και την συσσώρευση ερεθισμάτων. Αυτός ο τύπος διαχείρισης θυμίζει τραγικά τον αρχετυπικό μύθο των Δαναΐδων που ήταν καταδικασμένες να γεμίζουν αιωνίως ένα τρύπιο πιθάρι με νερό.

Όπως στεκόμαστε με δέος και αμηχανία απέναντι στην επιθυμία, έτσι κάνουμε και όσον αφορά τον πόνο και τον φόβο. Αδυνατούμε να τα διαχειριστούμε. Ο Κικέρων εξισώνει πόνο, φόβο, επιθυμία και ηδονή. Για κείνον και τα τέσσερα είναι το ίδιο πράγμα. Στις περίφημες Τουσκουλανές Διατριβές του εξηγεί με πολύ εναργή τρόπο ότι φόβος είναι η ανησυχία για έναν μελλοντικό πόνο και επιθυμία η προσμονή για μια μελλοντική ηδονή. Όσον αφορά δε την ίδια την φύση του πόνου και της ηδονής ο φιλόσοφος δεν κρύβει την περιφρόνησή του απέναντί της. Το χείριστο για τον φιλόσοφο είναι η ατίμωση και η έλλειψη συνέπειας στην ζωή του, η προδοσία των φιλοσοφικών του θέσεων. Το βέλτιστο είναι η επίτευξη της αρετής. Αυτή οδηγεί σε αληθινή ευδαιμονία και φέρνει τον βίο σε κατάσταση νηνεμίας. Στο πλαίσιο αυτής της γαλήνης που προσδίδει στον άνθρωπο λυσιτελή οξυδέρκεια, όσα θεωρούμε δεινά για τη ζωή και τη συνέχισή της, ξεθωριάζουν σταδιακά, χάνουν το νόημά τους και εξαφανίζονται.

Η συλλογιστική φαίνεται παράταιρη, ακατανόητη, ασυνάρτητη για τα σύγχρονα, μηδενιστικά ώτα μας. Όλα αυτά μοιάζουν με κούφιες ηθικολογίες. Πως μπορεί να συνυπάρξουν οι λησμονημένες αξίες, το παρωχημένο λεξιλόγιο της αρχαίας φιλοσοφίας με τις σύγχρονες τάσεις και απαιτήσεις της ζωής; “Φρόνηση”, “καλόν καγαθόν”, “αρετή”, “εγκράτεια” είναι έννοιες που έχουν μπαγιατέψει, τις αντιμετωπίζουμε κοροϊδευτικά ή με ειρωνική διάθεση. Είναι λογικό μέσα στον κυκεώνα της μετανεωτερικότητας να έχει επισυμβεί κάτι τέτοιο. Αλλά είναι ίσως και θεμιτό να επιχειρήσουμε μια επανιεράρχηση των αξιών και των προτεραιοτήτων μας, λαμβάνοντας υπ’ όψιν όχι μόνο το ηθικό τους περιεχόμενο, αλλά αντιμετωπίζοντάς τες σαν μέσο υγείας, αρμονίας και ψυχοσωματικής ισορροπίας για το σύνολο του πληθυσμού και τον καθένα μας προσωπικά.

Οι περισσότεροι είμαστε ετερόφωτα όντα. Παίρνουμε λάμψη από ξένες ιδέες. Αναμηρυκάζουμε απόψεις της κυρίαρχης ιδεολογίας και προσεταιριζόμαστε τον τρόπο σκέψης των άλλων. Το μυαλό μας θολώνει κάποιες φορές από τις αλλότριες επιρροές, ενώ ο μιμητισμός μας χτυπάει κόκκινο. Το να μη σκέφτεται κανείς καθαρά μπορεί και να οφείλεται σε έμφυτη ευήθεια ή –τις περισσότερες φορές– σε πνευματική νωθρότητα, σε έλλειψη εγρήγορσης, σε διανοητικό βόλεμα, σε ελλιπή καλλιέργεια, σε σαθρή παιδεία. Μια τέτοια συνθήκη ενίοτε εξανδραποδίζει το άτομο, το υποδουλώνει σε εξωγενείς δυνάμεις, το καθιστά πιόνι προπαγάνδας, αφιονισμένο ανδρείκελο, ανυπεράσπιστη μαριονέτα απέναντι στις σειρήνες της διαφήμισης, υπάκουο καταναλωτή στις επιταγές της μόδας και οπαδό του φαύλου και επίβουλου πολιτικού λόγου. Το καθηλώνει σε άγονες πνευματικές εκτάσεις όπου κυριαρχεί το τετριμμένο, η ποταπή αισθητική, η πενιχρή ιδεολογία, η απουσία οράματος.

Τι αντίκτυπο έχει κάτι τέτοιο στην εξισορρόπηση της υγείας; Δεν είμαι σε θέση να ορίσω! Αλλά δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι όλα αυτά προκαλούν από οξύτατους πονοκεφάλους μέχρι δυσεντερίες, στομαχικά έλκη και ένα σωρό ακόμα χειρότερα. Γιατί; Μα λόγω τεράστιας, ανυπολόγιστης και γενικευμένης διαταραχής. Υπό το κράτος όλης αυτής της δυσαρμονίας το άτομο υποκύπτει σε συμπεριφορές που αποκλίνουν από έναν υψηλόφρονα τρόπο ζωής και έρπει σε χθαμαλές περιοχές του κοινωνικού και προσωπικού βίου. Αυτό αντικατοπτρίζεται σε χίλιους δυο τομείς της καθημερινότητας: από τις ενδυματολογικές του επιλογές, μέχρι τον τρόπο σίτισης, μετακίνησης, εργασίας, διασκέδασης, το ύφος του συνδιαλέγεσθαι, του ερωτεύεσθαι, του συνυπάρχειν, από την κοινωνική δραστηριότητα μέχρι τις πολιτικές επιλογές, την οικολογική συνείδηση και την συλλογική ευθύνη κ.ο.κ. Έτσι κάποιος μπορεί να αρρωσταίνει επειδή υπήρξε δογματικός αριστερός, άλλος γιατί ψήφιζε όλη του τη ζωή ΠΑΣΟΚ και άλλος γιατί είναι κομπλεξικός νεοφιλελές. Για τους χρυσαυγίτες δεν χρειάζεται να τονίσουμε ότι αποτελούν εξαιρετικά επικίνδυνη, ιογενή, παθολογική περίπτωση. Ιδεολογικές αγκυλώσεις, παρωπίδες, δογματισμός, μονοθεματική σκέψη, φανατισμός, υποκρισία, έξη στο ψέμα, αδυναμία κριτικής σκέψης, διανοητική απίσχνανση δεν δημιουργούν τους καλύτερους οιωνούς για τη διατήρηση της σωματικής υγείας.

Στοιχειώδης πνευματική συγκρότηση από όλους μας δεν θα επέτρεπε να γιγαντωθούν στοιχεία πολιτισμικής παρακμής και ανέχειας που ταλανίζουν τον σύγχρονο κοινωνικό βίο. Με άλλα λόγια η ηγεμονία της κυρίαρχης ιδεολογίας η οποία παράγει την δική της τηλεόραση, την δική της μουσική, τη δική της λογοτεχνία, την δική της κουλτούρα, εφόσον μας αρρωσταίνει σε συμβολικό επίπεδο ως κοινωνικό σύνολο, ενδέχεται να δημιουργεί και μια στρατιά ασθενών που κανείς γιατρός, χειροπρακτικός, μέντιουμ, αστρολόγος ή μάγος, δεν μπορεί να θεραπεύσει.

Πως αντιμετωπίζεται το ζήτημα; Είναι σημαντικό για έναν άνθρωπο να διαθέτει αυτοσυνειδησία. Να έχει εξαντλήσει όσο το δυνατόν περισσότερο το ηρακλείτειο “εδιζησάμην εμεωυτόν”. Ο εαυτός περιλαμβάνει σώμα, πνεύμα, συναίσθημα, ψυχή, ως μια ολότητα. Συνεπώς αυτός που επιχειρεί να κάνει το ταξίδι αναζητώντας τα όρια του εαυτού του, έχει να διανύσει πολύ δρόμο.

Ποιος σκέπτεται χωρίς στεγανά; Ποιος πάει κόντρα στο ρεύμα υιοθετώντας την άποψη που ενοχλεί, σοκάρει, προκαλεί αντιδράσεις; Αυτός ίσως δικαιωθεί και ίσως μπορέσει να θωρακίσει ικανοποιητικά τον εαυτό του απέναντι στους κινδύνους που ελλοχεύουν πίσω από μια αχρεία πνευματική κατάσταση. Όταν ο Σάντε Πολλάστρι ερωτήθηκε από την αστυνομία αν έχει αναρχικές ιδέες, απάντησε: “έχω τις δικιές μου ιδέες”. Πόσοι από εμάς μπορούν να καυχηθούν για τέτοια πνευματική ιδιοφωνία;

Αλλά ας μη ζητάμε το απόλυτο. Η σκέψη δύναται να αποτελέσει παράδειγμα αυτοελέγχου. Το πρώτο ζητούμενο για ένα σκεπτόμενο ον είναι η αποφυγή των ετεροκαθορισμών και το προσεκτικό φιλτράρισμα των επιρροών. Καλό είναι να μάθει να σκέφτεται κανείς με διαύγεια, θάρρος και ελευθερία. Αν και ζούμε σε μια ορθολογιστική υποτίθεται περίοδο, έχουμε γίνει, πλείστες όσες φορές, μάρτυρες της κατάρρευσης της λογικής. Το να καλύπτουμε τα ψυχικά κενά μας με την απόκτηση υλικών αγαθών, gadget, κινητών, λογιών λογιών αντικειμένων, συντελεί στην ανατροφοδότηση της συλλογικής μας νεύρωσης με άχρηστα μπιχλιμπίδια. Αν σκεφτούμε με νουνέχεια γιατί υπάρχει αυτό το “κενό” και από που προκύπτουν αυτές οι επείγουσες συναισθηματικές ανάγκες που δεν μπορούμε να καλύψουμε με τίποτα, ίσως φτάσουμε σε γόνιμα συμπεράσματα.

~ ~ ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr
ΛΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ : γράφει ο ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

 

 

 

 

 

Ιστορία της γενειάδος

bearded

~ . ~

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ

Η γενειάδα, καθώς και η κόμη, είναι τα στοιχεία εκείνα της εξωτερικής μας εμφάνισης, στα οποία μπορούμε να παρέμβουμε ευκολότερα. Δύσκολα καθορίζει κανείς το ύψος, το πάχος ή το σχήμα του σώματός του. Εντούτοις μπορεί να καθορίσει το μήκος, την πυκνότητα ακόμα και αυτή την ύπαρξη της γενειάδας του (αν ανήκει, βέβαια, στο άρρεν φύλο).

Περισσότερο απ’ την κόμη, η γενειάδα, ως κατ’ εξοχήν του άρρενος προνόμιο, αποτέλεσε βασικό παράγοντα της παγκόσμιας ιστορίας. Δεν θα υπερβάλλαμε, αν υποστηρίζαμε πως η παγκόσμια ιστορία είναι και ιστορία της γενειάδας.

Οι μεγάλοι πολιτισμοί μπορούν να διαχωριστούν σε αγένειους και γενειοφόρους. Οι δύο διαλεκτικές δυνάμεις που κινούν την παγκόσμια ιστορία είναι η γενειοφόρος και η αγένειος. Και κάθε ριζική μεταβολή στον κόσμο συνοδεύεται από την εκ νέου εμφάνιση ή εξαφάνιση της γενειάδας.

Κατ’ εξοχήν αγένειος πολιτισμός ήταν ο αιγυπτιακός, αν παραβλέψουμε το στενό σφηνοειδές γενάκι κάτω απ’ το σαγόνι που συνήθιζαν να έχουν οι Αιγύπτιοι, το οποίο ασφαλώς δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ως αληθινή γενειάδα αλλά μάλλον ως απλό διακοσμητικό στοιχείο. Μάλιστα οι Αιγύπτιοι απεχθάνονταν σε τέτοιο βαθμό την τριχοφυΐα, ώστε ξύριζαν ακόμα και την κόμη τους, κι όχι μόνον οι άνδρες αλλά και οι γυναίκες: η Νεφερτίτη λ.χ. ήταν φαλακρή.

Αντιθέτως, οι Ασσύριοι, ήδη από την εποχή του Σαρδανάπαλου, έτρεφαν πλουσιότατη μακρά γενειάδα. Η σύγκρουση των δύο βασιλείων ήταν, βέβαια, αναπόφευκτη. Οι Ασσύριοι ρήμαξαν την Αίγυπτο και λεηλάτησαν τις περίλαμπρες πολιτείες της. Λίγο αργότερα, οι επίσης γενειοφόροι Πέρσες έθεσαν τέλος στην κρατική της υπόσταση. Οι γενειοφόρες δυνάμεις επικράτησαν στην Εγγύς Ανατολή.

Οι μικρογένειοι Έλληνες του Θεμιστοκλή και του Μιλτιάδη αναχαίτισαν την προς δυσμάς προέλαση των βαθυγένειων Μήδων και έσωσαν τον Ελληνισμό, αλλά σύντομα οι Πέρσες επανέκαμψαν και εκμεταλλευόμενοι τις έριδες των ελληνικών πόλεων, ουσιαστικά ρύθμιζαν τα της Ελλάδος κατά το συμφέρον τους. Ο περσικός χρυσός κατόρθωσε ό,τι απέτυχαν να κάνουν τα δρεπανηφόρα άρματα του Ξέρξη. Μόνον όταν επικράτησε το ξύρισμα της γενειάδας, τον καιρό δηλαδή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κι από τον αγένειο Μακεδόνα στρατηλάτη, καταλύθηκε η περσική αυτοκρατορία.

Οι Σελευκίδες και Πτολεμαίοι διάδοχοι του Αλεξάνδρου παγίωσαν στην Ανατολική Μεσόγειο ένα αγένειο status quo, το οποίο διατήρησαν κι οι Ρωμαίοι. Η μετάβαση από τη δυναστεία των Λαγιδών στους Λατίνους του επίσης αγένειου Οκταβιανού Αυγούστου δεν συνιστούσε ρήγμα στην ιστορία του Ελληνισμού αλλά ομαλή συνέχεια. Ο Ελληνισμός συνέχισε να θάλλει και να μεγαλουργεί και υπό το σκήπτρο των Ρωμαίων.

Από την εποχή του Αδριανού όμως η γενειάδα αναδύθηκε σταδιακά εκ νέου. Δεν παραβλέπουμε το γεγονός πως στους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους, όταν ο αρχαίος κόσμος ακτινοβολεί τις λοίσθιες αναλαμπές του, οι αγένειες δυνάμεις επανακάμπτουν προς στιγμήν: ακόμα κι ο ίδιος ο Κωνσταντίνος ήταν αγένειος, όπως κι οι διάδοχοί του. Πολλές φορές στην ιστορία δρουν την ίδια περίοδο δυνάμεις κατ’ εξοχήν αντίρροπες μεταξύ τους.

Η είσοδος όμως στον κυρίως Μεσαίωνα, μετά την βασιλεία του Ηρακλείου και τις αραβικές κατακτήσεις, σημαδεύεται από την πλήρη επικράτηση των γενειοφόρων. Λαϊκοί και κληρικοί, αυτοκράτορες και αυλικοί, όλοι τρέφουν γενειάδα. Τη εξαιρέσει, βέβαια, των ευνούχων. Η ιδιότητα όμως του σπανού επέφερε όνειδος βαρύ. Οι σύγχρονοι ορθόδοξοι ιερείς είναι τα τελευταία λείψανα αυτού του μεγάλου γενειοφόρου πολιτισμού των Μέσων Χρόνων. Και μιας και μιλήσαμε για τους ορθόδοξους ιερείς, ας μην παραλείψουμε να αναφέρουμε την σημασία της γενειάδας (ή της απουσίας της) στα θρησκευτικά δόγματα. Συγκρίνετε τον αγένειο και κεκαρμένο βουδισμό με τον συνήθως αμύστακο πλην βαθυγένειο ακραίο ισλαμισμό. Στην συνείδηση των περισσοτέρων μας άλλωστε, η ύπαρξη ή μη της γενειάδας στους θρησκευτικούς λειτουργούς δεν συνιστά τη βασική διαφορά μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων;

Ας θίξουμε επί τροχάδην όμως την κεφαλαιώδη σημασία της γενειάδος στον Χριστιανισμό. Οι πρώτοι Χριστιανοί, για να εκφράσουν την αντίθεσή τους στον γενειοφόρο ιουδαϊσμό, ξυρίζονταν. Αγένειες, άλλωστε, είναι κι οι πρώτες αναπαραστάσεις του Χριστού. Πολύ αργότερα, όπως είπαμε, επικράτησε στο Βυζάντιο ο γενειοφόρος Χριστιανισμός. Ο αγένειος Χριστιανισμός αντιτίθεται και στους τελευταίους πωγωνοφόρους υπέρμαχους της εθνικής θρησκείας. Έτσι οι Αντιοχείς λοιδορούν, όπως μας λέει κι Καβάφης, τα “γελοία γένεια” του Ιουλιανού κι αυτός τους απαντά με τον δηκτικότατο Μισοπώγωνά του. Είναι λάθος να φανταζόμαστε τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας (τον Γρηγόριο, τον Βασίλειο, τον Χρυσόστομο) ως σεβάσμιους γέροντες με τεράστια γενειάδα. Και νέοι ήταν –γεμάτοι αστείρευτη ενέργεια– και αγένειοι. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στο αρκετά πρώιμο ψηφιδωτό της Αγίας Σοφίας που αναπαριστά έναν αγένειο Ιωάννη. Εικάζω πως ο ψηφοθέτης είχε κατά νουν αυθεντικές απεικονίσεις του Χρυσοστόμου.

Και για να μην μακρηγορούμε και να συντομέψουμε κάπως την επισκόπησή μας, η θαλερή Αναγέννηση ξυρίζεται, η Αντιμεταρρύθμιση επαναφέρει το υπογένειο, ο ανάλαφρος 18ος αιώνας ξαναξυρίζεται, ο Μεγάλος Πέτρος, για να εκπολιτίσει τους Ρώσσους, διατάσσει την αποτομή της γενειάδας και επιβάλει φόρο στους γενειοφόρους, ο βαρύς 19ος αιώνας υποκύπτει και πάλι στη γοητεία της, ο ρηξικέλευθος 20ός την ξανακόβει, οι hippies εκδηλώνουν δι’ εκείνης την αποστροφή τους στον αγένειο καθωσπρεπισμό.

Αυτά τα ολίγα για την τεράστια, την κοσμοϊστορική σημασία της γενειάδος στην ιστορία της ανθρωπότητας.

 

 

Η κρίση του στίχου

%cf%84%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%bf%cf%8d%ce%b4%ce%b9

~ . ~

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Αφορμή για το παρόν κείμενο αποτελεί η αναπάντεχη βράβευση του Μπομπ Ντύλαν από την Σουηδική Ακαδημία με το Νομπέλ Λογοτεχνίας. «Αναπάντεχη βράβευση» αν και το όνομα του Αμερικανού τραγουδοποιού φιγουράριζε (και) ως φαβορί ανάμεσα στα ονόματα άλλων υποψηφίων τα τελευταία χρόνια. Κανείς βέβαια δεν πολυπίστευε ότι η επιτροπή θα προέβαινε ποτέ σε μια τέτοια ασυνήθιστη και προκλητική επιλογή. Αναμφιβόλως πρόκειται για μια βράβευση που πυροδότησε ποικίλες αντιδράσεις. Δεν θα σταθούμε όμως τόσο στο γεγονός της βράβευσης καθεαυτό. Η τοποθέτηση του Μπομπ Ντύλαν στο πάνθεον των τιμημένων με Nobel Λογοτεχνίας πέρα από την εύλογη και ενδιαφέρουσα κουβέντα που εγείρει, μας θυμίζει, αναπόφευκτα και κάτι ακόμα: την ένδεια και την αισθητική ισχνότητα της στιχουργικής παραγωγής τα τελευταία χρόνια στην χώρα μας. Η σύγκριση είναι βεβαίως άδικη αλλά γίνεται συνειρμικά και οδηγεί αυτομάτως σε μελαγχολικά συμπεράσματα.

Το να θέτουμε θέμα γενικευμένης κρίσης του ελληνικού στίχου μπορεί να ακούγεται (και να είναι όντως) υπερβολικό ή ακόμα και παράταιρο. Η εποχή μας με τα μυριάδες οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά προβλήματα που την κατατρέχουν δεν μπορεί παρά να απαξιοί τα αισθητικά ζητήματα. Είναι όμως μόνο αισθητικό ζήτημα η θρυλούμενη κρίση του στίχου; Μήπως συνδέεται και αυτή με έναν υποδόριο τρόπο με την γενικότερη κρίση που σπαράσσει την ελληνική κοινωνία;

Πρώτα πρώτα δεν ακούμε συχνά να γίνεται λόγος για την κρίση του ελληνικού στίχου. Συνεπώς πρόκειται για ένα φαινόμενο που ή το θεωρούμε αυτονόητο ή δεν του δίνουμε τη δέουσα σημασία ή αρνούμαστε παντελώς την ύπαρξή του. Αν συμβαίνει το πρώτο, έχουμε παραδοθεί άνευ όρων σε μια πνιγηρή διανοητική παθητικότητα και σε απόλυτο κυνισμό. Το δεύτερο, που έχει αρκετή ευλογοφάνεια, δείχνει την κυριαρχία του νεοελληνικού ωχαδερφισμού (τι λέξη!). Το τρίτο δείχνει ομφαλοσκόπηση και άγνοια. Εντούτοις οφείλουμε να δούμε με τα ελάχιστα αποθέματα λογικής που διαθέτουμε ως πολίτες, ακροατές, άνθρωποι, το πρόβλημα της έκπτωσης του στίχου και να προσπαθήσουμε να το κατανοήσουμε εις βάθος. Το ίδιο πρέπει να γίνει και με την κρίση της ποίησης, της μουσικής, του κινηματογράφου, της λογοτεχνίας. Εξαιρώ το ελληνικό θέατρο που –ω του θαύματος!– όχι μόνο δεν φαίνεται να διέπεται από κρίση, αλλά αντιθέτως διανύει μια πολύ ανθηρή περίοδο (τουλάχιστον σε επίπεδο παραστάσεων, ιδεών, προτάσεων). Ίσως αν ενσκήψουμε σε κάθε έναν από αυτούς τους τομείς ξεχωριστά, να εξάγουμε συμπεράσματα πολύτιμα προς μελλοντική χρήση. Πολλοί μίλησαν τα τελευταία χρόνια άλλωστε για τις πολιτισμικές ρίζες της ελληνικής κρίσης…

Είναι αλήθεια ότι με σχετικά θέματα κατατρίβονται συνήθως γλωσσαμύντορες που πρεσβεύουν διακαώς την επιστροφή στα παλιά και διαβλέπουν παντού συνωμοσίες κατά της γλώσσας, παρακμή και deteriorism. Ας διαχωρίσουμε την θέση μας από αυτή την κατηγορία και ας προσπαθήσουμε να εξετάσουμε το θέμα με τρόπο σφαιρικό και όσο γίνεται αντικειμενικό.

Για να εντοπίσουμε τις απαρχές ή τις αιτίες της κρίσης του στίχου στο ελληνικό τραγούδι θα πρέπει να κάνουμε μια αναδρομή στους μεγάλους σταθμούς του τις δεκαετίες που πέρασαν. Αλλά αυτή είναι μια εργασία που ξεπερνά σε έκταση, όγκο και βαρύτητα το παρόν κείμενο. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποτελέσει ζουμερό και εύγευστο θέμα μια μεγάλης μουσικολογικής διατριβής, με έρευνα που θα χρειαζόταν χρόνια για να ολοκληρωθεί. Δεν γίνεται λοιπόν να προβούμε σε συνολική επισκόπηση της κατάστασης. Ούτε απαιτείται να αναλωθούμε σε παράθεση ονομάτων σημαντικών στιχουργών του παρελθόντος ή σε παραδείγματα καλής και κακής στιχοποιίας – αν και κάτι τέτοιο θα είχε ενδεχομένως… πλάκα. Για να μη πελαγοδρομούμε θα πρέπει να περιορίσουμε το πεδίο αναζήτησης στο εξής ερώτημα: Γιατί σήμερα δεν γράφονται καλοί στίχοι στο είδος του ελληνικού τραγουδιού που θεωρείται ποιοτικό; Εξαιρέσεις φυσικά υπάρχουν, αλλά δεν ανατρέπουν τον κανόνα.

Λοιπόν, παρόλο που η οικονομική κρίση είναι δυσεξήγητη και πολλοί μελετητές (sic) ανάγουν τις απαρχές της (ακόμα και) στον καιρό της τουρκοκρατίας, η κρίση του στίχου έχει πολύ απλές και απτές εξηγήσεις.

Μια άβολη αιτία είναι η κατάρρευση της μουσικής βιομηχανίας λόγω της αδυναμίας της να προσαρμοστεί στα νέα τεχνολογικά δεδομένα. Με την γιγάντωση του διαδικτύου και του ακατάσχετου downloading κανείς δεν αγοράζει πλέον cd (υπάρχουν ακόμη;) ή δίσκους. Όλοι όμως έχουμε χιλιάδες τραγούδια στους υπολογιστές μας. Είμαστε σαν τους παλιούς συλλέκτες με μια θεμελιώδη διαφορά. Εκείνοι θυσίαζαν χρόνο και χρήμα για να αποκτήσουν την πολύτιμη συλλογή τους, εμείς πατάμε απλώς ένα κουμπάκι. Εκείνοι ήταν περήφανοι για την δισκοθήκη τους και άκουγαν με θρησκευτική ευλάβεια το υλικό που είχαν συγκεντρώσει, εμείς ακούμε μουσική περιστασιακά, διαλέγουμε τυχαία τραγούδια, κολλάμε εμμονικά με ένα συγκεκριμένο κομμάτι (σχεδόν ποτέ δεν παίζεται ολόκληρο το άλμπουμ) ενώ η ακρόαση γίνεται συνήθως μέσα από αμφιβόλου ποιότητας ηχοσυστήματα (άπαντες παραδέχονται ότι με το πέρασμα από την αναλογική στην ψηφιακή εποχή ο ήχος και η μουσική υπέστησαν ανήκεστον βλάβη). Η μουσική απαξιώθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό. Αλλά τα σημάδια αυτής της απαξίωσης είναι ακόμα πιο εμφανή στον στίχο.

Όπως είναι φανερό έχει αλλάξει άρδην ο τρόπος που ακούμε μουσική. Πολύ σπάνια πλέον κάποιος απολαμβάνει έναν δίσκο ολόκληρο. Η ακρόαση είναι αποσπασματική, κατατετμημένη, ελλιπής. Υπό αυτή την οπτική ο δίσκος δεν χρειάζεται να διέπεται από κάποιου είδους ενότητα, αφού κανείς δεν πρόκειται να τον ακροασθεί από την αρχή μέχρι το τέλος. Κάτι τέτοιο έχει σοβαρό αντίκτυπο και στην στιχουργία. Από την στιγμή που έχει κατακερματισθεί η αισθητική, ιδεολογική, νοηματική συνέχεια ενός μουσικού έργου – και αυτή δεν είναι μια συνθήκη που επιβλήθηκε άνωθεν, αλλά είναι αποκύημα της τεχνολογικής εξέλιξης όπως είπαμε – ο στίχος αντιμετωπίζεται υπό άλλη συνθήκη και διαφορετικό πρίσμα. Σήμερα δεν υπάρχουν παρά ελάχιστα θεματικά άλμπουμ. Κάθε τραγούδι είναι αυτόνομο και αφηγείται την μικρή του ιστορία με τα, πενιχρά ή όχι, εκφραστικά του μέσα. Τα σύγχρονα γούστα του κοινού που διαμορφώθηκαν από τις ανάγκες του ή τις ευκολίες του, τις έξεις του και τα καινοφανή ήθη του, επηρέασαν με πολύ δραστικό τρόπο την στιχουργική παραγωγή. Το τραγούδι υπόκειται στους αδυσώπητους νόμους τις αγοράς. Όλα είναι δούναι και λαβείν. Οι στίχος προσφέρει αυτό που ζητάει το κοινό: μικρές αφηγήσεις, μικρά θέματα, εύπεπτη θεματολογία, γρήγορες εναλλαγές, αναλώσιμα υλικά.

Άλλη αιτία στιχουργικής παρακμής εν Ελλάδι μπορεί να αναζητηθεί στην καταβαράθρωση της πάλαι ποτέ κραταιάς μουσικής σκηνής της Θεσσαλονίκης. Μόλις μέχρι μιάμιση δεκαετία πριν υπήρχε πολύ έντονος αναβρασμός στις μουσικές προτάσεις που έρχονταν από την συμπρωτεύουσα. Σε αυτό συντελούσε ασφαλώς το υγρό και μελαγχολικό κλίμα της πόλης, αλλά και οι ευκολίες συνάντησης των μουσικών στα στούντιο, τα προβάδικα και τις μουσικές σκηνές της. Επίσης μεγάλο ρόλο σε αυτή την αυξημένη παραγωγικότητα έπαιζε και ένα είδος παράδοσης που είχε διαμορφωθεί σταδιακά. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ένας στους τρεις περαστικούς της πλατείας Ναυαρίνου κουβαλούσε στην πλάτη του μια κιθάρα. Αυτό μπορεί να το διαβεβαιώσει όποιος έζησε στην πόλη εκείνα τα χρόνια. Το κοινό απολάμβανε όλη αυτή την δημιουργικότητα και στήριζε πανελλαδικά τις περισσότερες νέες φωνές. Αυτή η δημιουργική φλέβα ανακόπηκε απότομα όταν η ζηλόφθων (!) Αθήνα επιχείρησε να αναδιοργανώσει ή να συνθέσει εκ του μηδενός την δικιά της μουσική σκηνή. Με την αμέριστη αρωγή των free press που κυριάρχησαν στην διαμόρφωση κοινού γούστου και επέβαλλαν μόδες σε ένα καταναλωτικό κοινό ευεπίφορο σε συμπεριφορές κοπαδιού, αναδείχτηκαν σιγά σιγά νέοι εκπρόσωποι του ελληνικού τραγουδιού με επιβεβλημένα διαπιστευτήρια ποιότητας. Άλλη θύμιζε την Μαρινέλλα (Μποφίλιου), άλλος τον Ξυλούρη (Χαρούλης), άλλη τραγουδούσε αγγλικά (Μόνικα), άλλοι κατέκτησαν μια θέση στον κολοφώνα του εναλλακτικού αθηναϊκού life style (Ζουγανέλη, Μαραβέγιας κ.ά.). Οι στίχοι των τραγουδιών τους; Αν δεν ήταν σπαραξικάρδιοι, μελό και μεγαλορρήμονες, ακούγονταν ακατανόητοι ή υπερβολικά ελαφρείς. Το χειρότερο: εξέπεμπαν ένα νέο αστικό ήθος που χαρακτηρίζει τον homo… atticus (τον άνθρωπο που ζει στην Αθήνα και έχει κατ’ επίφασιν κοσμοπολίτικη συμπεριφορά, αλλά είναι μέχρι το μεδούλι ανατολίτης και υπανάπτυκτος). Πολιτική αδιαφορία, κυνισμός με επίφαση αισθηματολογίας, προσπάθεια σύνδεσης με δυτικά αισθητικά πρότυπα, εγωκεντρισμός, ανασφάλεια, κόμπλεξ, δήθεν χαλαρότητα είναι μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά του.

Αυτά όσον αφορά την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τις μεταλλάξεις του κοινού. Αλλά τι συνέβη με τους ίδιους τους δημιουργούς; Τι γίνεται με αυτούς που είναι υπεύθυνοι για τους στίχους;

Οι εποχές, ως γνωστόν, είναι ακατάλληλες για τραγουδοποιούς. Για ανθρώπους δηλαδή που γράφουν στίχους, μουσική και ερμηνεύουν οι ίδιοι τα κομμάτια τους. Αυτοί που έχουν κάπως εδραιωθεί μέσα από την πολύχρονη καριέρα τους, βρίσκουν κάποια περιθώρια να συνεχίσουν το έργο τους. Αλλά ένας νέος και πρωτοεμφανιζόμενος τραγουδοποιός σήμερα βιώνει την απόλυτη καλλιτεχνική και υπαρξιακή μοναξιά. Ο μόνος τρόπος να διοχετεύσει την καλλιτεχνική του ενέργεια προς τα έξω είναι η τηλεόραση (το ραδιόφωνο είναι νεκρό, ανίκανο να κάνει νέες προτάσεις, φαίνεται εδώ και χρόνια εγκλωβισμένο σε ένα διαφημιστικό σύστημα που του υπαγορεύει τις επιλογές του και αυτό τις ακολουθεί δουλικά). Νομίζω ότι είναι είδος που αναγκαστικά θα εκλείψει (και μη ξεχνάμε ότι κάποια από τα λαμπρότερα στιχουργικά δείγματα των τελευταίων δεκαετιών μας τα έδωσαν τραγουδοποιοί). Μια διέξοδος απέναντι σε τούτο το τέλμα είναι φυσικά το διαδίκτυο. Αλλά αυτό μέχρι τώρα εξέθρεψε και αφύπνισε χθαμαλά αντανακλαστικά του κοινού και αναδείχτηκε ως μέσο έκφρασης του όχλου. Επίσης το διαδίκτυο με την πολυφωνία του και τις χαοτικές του συνιστώσες γίνεται πολλές φορές πηγή βαβούρας και αιτία αποπροσανατολισμού.

Στην ίδια μοίρα με τους τραγουδοποιούς είναι και οι μπάντες. Η εποχή που τα συγκροτήματα έπαιζαν ρόλο στα μουσικά τεκταινόμενα της χώρας μας έχει παρέλθει με την πτώση της μουσικής σκηνής της Θεσσαλονίκης. Τα συγκροτήματα υπήρξαν φυτώρια στιχουργικής έμπνευσης για πολλούς λόγους. Πρώτα από όλα στο πλαίσιό τους υπήρχε ζύμωση και καλλιτεχνική αλληλεπίδραση εν τη γενέσει του μουσικού προϊόντος . Εκεί γινόταν καλοπροαίρετη κριτική και απαραίτητο φιλτράρισμα. Τέλος στους κόπους τους υπήρχε ενθάρρυνση και προσδοκία. Ο στίχος εθεωρείτο θεμελιώδες στοιχείο του τραγουδιού. Έπρεπε να είναι καλός, να εκφράζει κάτι, να έχει αφηγηματικές αρετές, ποιητική αξία, συναισθηματικό βάθος και ιδεολογική βαρύτητα. Θα θεωρηθεί άραγε αβάσταχτη ιερεμιάδα το να οιμώζουμε αδιάλειπτα σήμερα για την έλλειψη συγκροτημάτων; Κάποιοι νέοι ακροατές μπορεί να έχουν τις ενστάσεις τους απέναντι σε τέτοιους αφορισμούς. «Η Ελλάδα διαθέτει ανθηρή black metal σκηνή, ενώ το hip hop καλά κρατεί τα τελευταία χρόνια» μπορεί να απαντήσουν. Ας αντιπαρέλθουμε την υποτιθέμενη ένσταση με ένα μειδίαμα και ας συνεχίσουμε.

Τι γίνεται με τους στιχουργούς; Αυτούς που γράφουν τα στιχάκια τους στην ησυχία του σπιτιού τους; Που δεν αυτοσυστήνονται ως τραγουδοποιοί, μουσικοί, συνθέτες, αλλά δηλώνουν απλοί διάκονοι της τέχνης του λόγου; Προφανώς είναι και αυτοί είδος υπό εξαφάνιση. Αλλά ο κίνδυνος που περνάει η φυλή τους δεν μπορεί παρά να συνδέεται με την γενικότερη κρίση της ποίησης (άλλο μεγάλο θέμα αυτό…). Ποιες είναι οι συνέπειες της φημολογούμενης αυτής κρίσης; Τι επέφερε στην τέχνη; Πολύ χοντρικά, την απαξίωση προς παραδοσιακές μορφές και δομές, την περιφρόνηση του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας, την άγνοια, την ελλιπή τεχνογνωσία, την υπερφίαλη διάθεση, τον ντιλεταντισμό. Η κρίση της ίδιας της ποίησης ξεκίνησε πολύ νωρίτερα τόσο από την κρίση του στίχου όσο και από την οικονομική κρίση που μας ταλανίζει (ο Νάσος Βαγενάς ορίζει τις απαρχές της πενήντα χρόνια πριν…). Πρόκειται λοιπόν για ένα φαινόμενο που μας έρχεται από μακριά και έχει σίγουρα επηρεάσει σοβαρά την στιχουργία.

Υπάρχουν και άλλες (πολλές) αιτίες για το λυπηρό φαινόμενο που ονομάζουμε κρίση του στίχου. Οι περισσότερες βαθαίνουν μέσα στον χρόνο. Παράδειγμα η στιχουργική κατάπτωση που συντελέστηκε κατά την μετάβαση από το ρεμπέτικο τραγούδι στο λαϊκό (και προλειάνθηκε κάπως έτσι ο δρόμος για το σκυλάδικο). Το θέμα είναι να αναζητηθούν κάπου εδώ τρόποι επίλυσης του προβλήματος, τρόποι διεξόδου από την κρίση. Αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Μια καλή αρχή θα ήταν να αρχίσουμε να ακούμε (και) βινύλιο, να στηρίζουμε τις μπάντες και να αναζητούμε συνεχώς όπως ο Διογένης, με ένα φανάρι τους εναπομείναντες τραγουδοποιούς και στιχουργούς. Ίσως τότε ξανανθίσει ο καλός στίχος.

~ ~ ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr
ΛΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ : γράφει ο ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Ένας βάρδος στο σαλόνι μας

Bob Dylan Nobel

~.~

Ή ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΕΡΔΟΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΕΡΙΔΑ

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Οι δημόσιοι διαξιφισμοί για τη βράβευση του Μπομπ Ντύλαν με το Νομπέλ Λογοτεχνίας, οσοδήποτε σκόρπιοι και έκθυμοι κι αν υπήρξαν, είναι ουσιώδεις. Γιατί αφορούν τον ίδιο τον πυρήνα της εγγραματοσύνης και της φιλαναγνωσίας μας. Και φαίνεται ότι από εκεί εντέλει ξεκινά και το πρόβλημα.

Ήδη ο όρος «λογοτεχνία», συρρικνωμένος όπως χρησιμοποιείται σήμερα, είναι και προβληματικός και -το κυριότερο- ανιστόρητος. Literature, Literatur, letteratura, όπως το έτυμο της λέξης δηλώνει, είναι τα Γράμματα στην ευρεία τους έννοια, η γραμματεία. Και αυτή, κατά παράδοση περιλαμβάνει κάθε είδος υψηλού, δηλαδή απαιτητικού και έντεχνου λόγου, λ.χ. την ιστοριογραφία, το φιλοσοφικό και λογοτεχνικό δοκίμιο, τη ρητορική, την κριτική – όχι μόνο τη μυθοπλαστική πεζογραφία, τη γραφόμενη ποίηση και το δράμα. Κάθε ιστορία της αρχαίας ελληνικής ή της βυζαντινής λογοτεχνίας λ.χ. περιλαμβάνει κεφάλαια για αυτά τα είδη. Εξίσου εύλογη και δεδομένη είναι κατά παράδοση η συμπερίληψη της στιχουργίας στο σώμα της λογοτεχνικής παραγωγής. Η νεοελληνική λογοτεχνία λ.χ., και όχι μόνο αυτή, εγκαινιάζεται με τα δημοτικά τραγούδια.

Ώς τα μισά του 20ού αιώνα περίπου, αυτή η ευρεία έννοια της λογοτεχνίας πρέπει να ήταν αυτονόητη στη συνείδηση του Δυτικού αναγνώστη. Αυτό δείχνει ότι με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας ετιμώντο μεταξύ των άλλων συγγραφέων ιστορικοί όπως ο Μόμσεν και ο Τσώρτσιλ ή φιλόσοφοι όπως ο Ράσσελ και ο Όυκεν.

Η στένωση της έννοιας της λογοτεχνίας, η συρρίκνωσή της στη λόγια ποίηση, τη μυθοπλαστική πεζογραφία και το δράμα είναι φαινόμενο των τελευταίων 50 ετών. Και αντικατοπτρίζει την αντίστοιχη στένωση των ενδιαφερόντων του μέσου αναγνώστη.

Δεν είναι τυχαίο που αυτός ο τελευταίος ως «λογοτεχνία» εννοεί πλέον μόνο τη μυθοπλαστική πεζογραφία, εξαιρεί δηλαδή από αυτήν ακόμη και την ίδια την ποίηση! «Λογοτεχνία και ποίηση» ακούμε και διαβάζουμε διαρκώς ωσάν να πρόκειται για δύο διακριτά γένη. Κ όμως, στα μάτια του απαιτητικού φιλαναγνώστη διαχρονικά, το κοινό που διαβάζει μόνο λαοφιλή μυθιστορήματα και δεν ενδιαφέρεται για τίποτε άλλο, εθεωρείτο πάντοτε κατώτερου επιπέδου, γινόταν στόχος της σάτιρας και της χλεύης μάλιστα – ας θυμηθούμε εδώ τον Δον Κιχώτη.

Οι τελευταίες βραβεύσεις της Σουηδικής Ακαδημίας δείχνουν ότι η Επιτροπή της Στοκχόλμης έχει συνειδητοποιήσει το πρόβλημα. Και ότι εντελώς συνειδητά επιχειρεί να το αντιστρατευθεί – να επαναπροσδώσει στη λογοτεχνία το πλήρες της εύρος. Και μόνο γι’ αυτό, η υπηρεσία που προσφέρει είναι ανεκτίμητη. Η αντίληψη ότι ένας αναγνώστης μπορεί να προσλάβει, να κατανοήσει καν ένα απαιτητικό μυθιστόρημα, τη στιγμή που ο ίδιος δεν πιάνει στα χέρια του ένα βιβλίο ποιητικό, ένα δοκίμιο, μια ιστορική μελέτη, μια φιλοσοφική πραγματεία, είναι από μόνη της εκτός πραγματικότητας. Όσο άλλωστε και η ιδέα ότι μπορεί να γράφει και να διαβάζει κανείς ποίηση αγνοώντας την μελοποιημένη της παρακαταθήκη, τα 2/3 της ιστορικής της κληρονομιάς δηλαδή.

Χρωστάμε χάριτες λοιπόν στους Σουηδούς. Μας θύμισαν τι είναι όντως τα Γράμματα. Αυτό που ίσως δεν υπολόγισαν ήταν οι αντιδράσεις. Γιατί αυτές δεν προέρχονταν μόνο εκ των κάτω, από τους οπαδούς της μυθιστορηματικής μονοείδειας, όπως ήταν αναμενόμενο. Αλλά και εκ των άνω, από τους θιασώτες μιας φασματικής και ιστορικά ανύπαρκτης καθαρότητας της ποίησης. Αυτοί οι τελευταίοι διαισθάνθηκαν ίσως (και ποιος μπορεί να τους δώσει άδικο;) ότι η βράβευση ενός κοσμαγάπητου τροβαδούρου τούς απειλεί· ότι τους εκθέτει σ’ έναν συναγωνισμό στον οποίο δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν· ότι φέρνει στο φως την δική τους, οδυνηρή αλλά εξωραϊζόμενη πίσω από ποικίλα προσχήματα, αποτυχία – να τέρψουν και να συγκινήσουν το ευρύτερο κοινό.

Κ.Κ.

ΥΓ. Να προσθέσω κι έναν άλλο λόγο που εξηγεί ίσως τη δυσφορία των ποιητών. Στον μοντερνισμό και στους σημερινούς του επιγόνους, ο Ντύλαν χρωστάει ελάχιστα πράγματα. Οι στίχοι του είναι έμμετροι και ομοιοκατάληκτοι, τα τραγούδια του παραπέμπουν στη μορφή της μπαλάντας όπως τη γνωρίζουμε από τη δημώδη παράδοση και τον ρομαντισμό με τις επαναλήψεις της, την κυκλική ή παρατακτική ανάπτυξη, τη λειτουργία της επωδού, η γλώσσα του δεν είναι διόλου ερμητική αλλά λαγαρή και εναργέστατη, οι μεταφορές, οι παρομοιώσεις του και τα άλλα εκφραστικά του μέσα δεν έχουν τίποτε το επιδεικτικό ή το υπερρεαλίζον, τα θέματά του είναι σε μεγάλο βαθμό δημόσια, πολιτικά, κάποτε και επικαιρικά, γράφει δηλαδή ποίηση όχι καθαρή αλλά στρατευμένη και περιστασιακή, κ.ο.κ., κ.ο.κ.

Με άλλα λόγια, ο Μπομπ Ντύλαν βρίσκεται στους αντίποδες του main stream της σημερινής λόγιας ποίησης. Κι αυτό είναι επόμενο να ενοχλεί.

Ποίηση και αναρχία

chicago-anarchists

~  .  ~

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

Είθισται πολλές φορές, ιδιαίτερα στην χώρα μας, ο όρος «αναρχικός» να χρησιμοποιείται με μιαν ευρεία έννοια, τέτοια που διαφεύγει κατά πολύ των ιδεοπολιτικών απαρχών και συνισταμένων της λέξης, και ορίζει περισσότερον, ένα μονόλεκτο ορμής ή πάθους, αγάπης για την ζωή, αλλά και ενός ευρύτερου «αντιεξουσιασμού» όχι κατ’ ανάγκην συμπεπτωκότος με την συνήθη χρήση της λέξης στους σχετικούς χώρους.

Φυσικά, όχι μόνον η κατάχρηση του αυτοχαρακτηρισμού, αλλά και η απλή χρήση του με αυτήν την «ευρεία» έννοια δεν μπορεί παρά να προκαλεί κάποτε υποψίες όσον έχει να κάνει με το δημαγωγικό του πράγματος. Κατά κάποιον τρόπον, όχι και τόσον μυστήριον όσον φαίνεται, η γοητεία που προκαλεί η λέξη «αναρχικός» ακόμα και σε άτομα που κάθε άλλο παρά συμπαθούν τους σχετικούς ιδεολογικούς χώρους, δεν είναι τυχαία. Δεν είναι τυχαία, σίγουρα, μα πρωτίστως δεν  πρόκειται σε αυτή την περίπτωση περί αυθυπόστατης χρήσης της έννοιας, αν μάλιστα σκεφθεί κανείς πως πίσω από τις αντιεξουσιαστικές δηλώσεις πολλών ανθρώπων της χώρας μας, συχνά  δεν κρύβεται κάτι πιο γοητευτικό από το «δίκαιο της συμμορίας» και μερικά από τα πλέον ακατέργαστα και ωμά εξουσιαστικά σύνδρομα που θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί.

Μα, εδώ, στους με ιδεολογική έννοια αυτοχαρακτηριζομένους αναρχικούς το ζήτημα της «εξουσίας» περιπλέκεται (κυρίως στην πράξη, επειδή στα πολιτικά θεωρήματα πάντοτε μερικά πράγματα μοιάζουν ανέφελα, χωρίς αυτό βεβαίως να σημαίνει πως δεν προκαλούν ραγδαίες βροχοπτώσεις στην πραγματικότητα…) σε τέτοιον βαθμόν και με τόσες άλυτες αντιφάσεις, ώστε κάποτε να αναρωτιέται κανείς για το πόσον εξουσιαστές περισσότερον θα ήταν πολλοί αυτοπροσδιοριζόμενοι ως «αναρχικοί» αν δεν δηλώναν κιόλας τέτοιοι!

Αν στους αυτοδηλούμενους αναρχικούς, λοιπόν, ο όρος «εξουσία» και η αντιμετώπιση της πραγματικότητάς της, συχνά τους κάνει –για να το πω λαϊστί- «να μπλέκουν τα μπούτια τους» και να φανερώνονται …βασιλικώτεροι εκείνου του βασιλέως που μισούν όσον κανέναν άλλον, φανταστείτε πόσον ακόμα περισσότερον συμβαίνει αυτό σε όσους δηλώνουν «αναρχικοί» με ευρεία, μη πολιτική έννοια ή σκοπιμότητα προς χάριν μιας εύκολης δημαγωγίας και αυτοπροσπορισμού γοητείας.

Δεν είναι άγνωστο φυσικά το φαινόμενο και στους ποιητικούς χώρους. Ακόμα δε περισσότερον, αν αναλογιστεί κανείς ότι η «ποίηση» πάντα, και στον έναν ή τον άλλον βαθμό, συνδεόταν ως έννοια κατά έναν κάπως «συγκεχυμένο» τρόπο με την ιδέα της «αναρχίας». Κατά την γνώμη μου, όχι αδικαιολόγητα, όμως η κατάχρηση τόσον από άποψη εξαγγελίας όσον και από συμπεριφορική άποψη, κρύβει πάντα μια δημαγωγική μόδα και τίποτε περισσότερον.

Ιδιαίτερα, μάλιστα, στους σημερινούς καιρούς, στους οποίους  ο κόσμος της κουλτούρας, μικρός, μεγάλος, άξιος, ανάξιος, καλός, κακός, αντικουλτουρικός  και υποκουλτουρικός, έχει «πέσει με τα μούτρα» στο facebook, και μπορεί ασφαλώς να καταλάβει κανείς πως αυτό συμβαίνει ως επί το πλείστον προς χάριν δημαγωγίας και όχι προς όφελος του πνεύματος, με αποτέλεσμα ο εγχώριος πολιτισμός μας  να δέχεται (και) εξ αυτού του αταίριαστου γάμου «αγορεύσεως» και «κουλτούρας» ένα καίριο χτύπημα και να βυθίζεται τακτικά στους στροβίλους μιας αυτοϋπνωτιζομένης παρακμής.

Όμως το θέμα μου εδώ πρωτίστως εντοπίζεται στην ανίχνευση των κοινών τόπων μεταξύ ποίησης και αναρχίας, οι οποίοι, και παρά τις άνω αναφερθείσες αρνητικές προφάνειες, δεν είναι ανύπαρκτες. Βέβαια, και ως προς αυτόν τον σκοπό, καλό θα ήταν να ορίσουμε τον έναν πόλο του ζητήματος με αξιόσημα αναφοράς πολύ πίσω στον χρόνο. Δεν θα πάρουμε συνεπώς ως πρότυπο αναρχικού κάποιον που πάει και  …τα σπάει στους δρόμους για το  κέφι του και φωνάζει «ζήτω η αναρχία» (με ιδιαζόντως εξουσιαστική ορμή και πρόθεση βεβαίως…), αλλά ιστορικές μορφές του παρελθόντος, όπως, για παράδειγμα ο Κροπότκιν , ο Ελιζέ Ρεκλύ, η  Έμμα Γκόλντμαν. Αυτή η αναφορική προτίμηση εξ άλλου έχει σκοπό να μην αδικήσει τον όρο «αναρχία», με τον ίδιον τρόπον που αν θα θέλαμε να ομιλήσουμε για τις πλέον ουσιώδεις «ιδεολογικές» βάσεις του χριστιανισμού, δεν θα διαλέγαμε ως πρότυπο τους έξαλλους φονικούς όχλους που καίγαν κάποτε τους αρχαίους ναούς και έσφαζαν τους ιερείς αλλά και τους χωρικούς που ήταν προσκολλημένοι στην αρχαία ελληνική λατρεία, αλλά, θα προτιμούσαμε σίγουρα μορφές όπως ο Αυγουστίνος, ο Ισαάκ ο Σύρος, ο Ιωάννης Δαμασκηνός, αλλά και ο Duns Scotus ή ο Θωμάς Ακινάτης κ.ά.

Στο κάτω κάτω υπάρχει όχι μόνον διαφορά οξύνοιας και μόρφωσης, αλλά και «συμπεριφορικού» πολιτισμού ανάμεσα στους παλαιότερους αναρχικούς και πολλούς «όξω καρδιά και σπάσ’ τα όλα» του σήμερα. Σπάνια θα βλέπατε παλαιό αναρχικό να μην ομιλεί με ιδιαίτερα πολιτισμένο τρόπο και σπανιότερα, ακόμα, θα ακούγατε έστω και μια βρισιά από αυτόν! Τουναντίον, σήμερα, σπάνια θα ακούσετε μια λέξη ανάμεσα στα λεγόμενα πολλών «αναρχικών» (δεν είναι όλοι φυσικά έτσι) που να μην είναι βρισιά ή μπινελίκι!

Όπως και να έχει όμως, και επανερχόμενοι στον κεντρικό άξονα του θέματος, οφείλει να πει κατ’ αρχάς κάποιος, πως, ναι, αναμφίβολα, η ποίηση παρουσιάζει κοινούς τόπους με την ιδέα της «αναρχίας», χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει κατ’ ελάχιστον πως θα μπορούσε να συμπέσει ολοκληρωτικά με αυτήν από άποψη πρόθεσης.

Αν θέλετε την γνώμη μου, η ποίηση ως είδος του γραπτού λόγου είναι πολύ πιο «αντιεξουσιαστική» από την πεζογραφία, στον βαθμό που η ίδια, και σε μεγάλο βαθμό, συνιστά ανατροπή και όχι διατήρηση του καθημερινού λόγου.  Πολύ σημαντικό ως προς το θέμα μας, αν το σκεφθεί κανείς αυτό σωστά. Επιπλέον, ό,τι αποκαλούμε «καθημερινός λόγος» σε ένα σημαντικό ποσοστό του είναι  γεμάτος από προσταγές, διαταγές,  επειγότητες, αναγκαιότητες, μη αντιστρεπτές τετελεσμένες χρονικότητες (που από την φύση τους όλα αυτά είναι πάντα εξουσιαστικά), αλλά και προσφυγές στην «αυθεντία», κλπ.

Στην ποίηση κάθε αιτιότητα (και μιλώντας τώρα από φιλοσοφική πλευρά) αίρεται ή έχει την δυνατότητα να αίρεται. Εφ’ όσον συμβαίνει αυτό, αίρεται αυτομάτως και κάθε αιτιατή «αναγκαιότητα» στην εκφορά των εννοιών και κατά συνέπειαν παύει να είναι τόσον δραστική οποιαδήποτε πρόθεση εξουσίας είτε αυτή είναι συνειδητή είτε ασυνείδητη.

Ένα ποίημα πάνω απ’ όλα είναι μια «συνείδηση» από τα έξω, δεν συνεπιφέρεται δηλαδή κατ’ ανάγκην από τις άμεσα τελούμενες διεργασίες της ανθρωπότητας.  Είναι ακόμα «απομεμακρυσμένο στον χρόνο» ως οπτική και εν κατακλείδι κάτι «παράλληλο» με την πραγματικότητα.

Από την φύση του αλλά και από την δυνατότητά του ένα ποίημα δεν επεμβαίνει (και ας υπάρχουν αφελείς που πιστεύουν πως η ποίηση μπορεί να αλλάξει τον κόσμο) και δεν αλλάζει την πραγματικότητα. Το πολύ πολύ να αλλάξει κάποιον που είναι ήδη αλλαγμένος από μόνος του.

Βλέπουμε συνεπώς να προβάλλει κάπως εκφανέστερος ο φυσικός «αντιεξουσιαστικός» χαρακτήρας της ποίησης, και χωρίς αυτό φυσικά να έχει να κάνει στο ελάχιστο με τις εξουσιαστικότητες κάθε παρα-ποιητικής δραστηριότητας (δημόσιες σχέσεις, ανταγωνισμός νόμιμος ή μη νόμιμος κλπ.). Όμως αυτή η διαπίστωση κάθε άλλο παρά θα μας επέτρεπε να ταυτίσουμε την ποίηση με ένα μεγάλο μέρος της ιδεολογικής Αναρχίας, και παρά τις εκλεκτικές -αλλά και ουσιαστικές- ομοιότητες με αυτήν.

Η Αναρχία, έχει έναν συγκεκριμένο σκοπό «κοινωνικό» (μιας και οι αναρχικοί αποστρέφονται συνήθως τον όρο «πολιτικό»). Δεν αναζητά λιγότερο από άλλες ιδεολογικές θεωρήσεις την σαφώς συγκροτημένη και οργανωμένη σε διακοινωνική βάση «τάξη», με τον όρο, φυσικά, να εκλείπει πλέον η κεντρική κεφάλη της εξουσίας. Βέβαια, αυτό το όραμα περισσότερον προσεγγίζει τα ιδανικά του αναρχοκομμουνισμού παρά του αναρχοκολλεκτιβισμού και ουδόλως του αναρχοατομικισμού, όμως αυτό είναι άλλο θέμα.

Η ποίηση, από την άλλη, «αδιαφορεί» αρχικώς και συνολικώς ως τέχνη για όλα αυτά (ασχέτως αν ένας συγκεκριμένος ποιητής μπορεί να συντηρεί κοινωνικοπολιτικές παραμέτρους στην σκέψη και την ποίησή του).

Η κίνησή της ποίησης δεν είναι «ιστορική» αλλά «αντι-ιστορική» με μια φιλοσοφική σημασία. Εννοώ, πως αν το ποιητικό φαινόμενο, ως προς μία πολύ σημαντική έννοια, είναι μετα-στοχασμός επί του ήδη «γεγονότος», τότε αυτό δεν συμβαίνει εξ ίσου στο έδαφος του «ιστορικού» αλλά στον αντίποδά του.

Επειδή ακριβώς δεν υπάρχει σε αυτήν την περίπτωση κανένας «καθημερινός λόγος» που θα παρακολουθήσει το ιστορικό στο «γήπεδό του» αλλά ένας μη καθημερινός λόγος, αρκετά μακριά απ’ αυτό το τελευταίο.

Και εδώ έχουμε αμέσως αμέσως ένα «κλειδί» για να καταλάβουμε την πιο κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στην Ποίηση και την Αναρχία και παρά τις υπαρκτές, εκλεκτικές σίγουρα, συγγένειες μεταξύ τους. Την Ιστορία. Η Αναρχία ως θεώρηση και όραμα είναι γέννημα της Ιστορίας και σκοπός της, αναμφίβολα, είναι η δράση επ’ αυτής.

Η Ποίηση, από την άλλη,  αν και γέννημα της Ιστορίας, περισσότερον προσεγγίζει την έννοια της Φυγής-Fuga (με καμμίαν αρνητική έννοια του όρου). Φεύγει ή προσποιείται πως φεύγει από την Ιστορία, για να βρει τον εξισορροπητικό της «άλλο» πόλο, που θα της επιτρέψει επιπλέον να «κατανοήσει» καλύτερα (και σίγουρα εμμέσως) και την ίδια την Ιστορία.

Εν κατακλείδι: Ο αναρχικός επιθυμεί να αλλάξει τον κόσμο. Ο ποιητής επιθυμεί να «δει» τον κόσμο, όπως δεν θα μπορούσε να τον δει αν ενέμενε συνεχώς μέσα στην λελογισμένη ροή του.

Η ποίηση στο κάτω κάτω είναι ό,τι ανασκευάζει-ξαναφτιάχνει τον κόσμο χωρίς να τον βάζει στην …ταλαιπωρία να ξαναφτιάχνεται! Και ας μην εκληφθεί αυτό απλά ως μια χιουμοριστική διαπίστωση.

Είναι, πάνω απ’ όλα,  μια διαδικασία που θα μας γλίτωνε από πολλά ποτάμια διιστορικώς χυμένου αίματος από την άποψη της «πρόρρησης» και της τρομαχτικά εύστοχης διαίσθησης που παρουσιάζουν κάποτε οι πιο σημαντικοί ποιητές, τουλάχιστον, όπως άλλωστε και η ίδια η Ποίηση εν συνόλω, αν εκλαμβανόταν από την κοινωνία περισσότερον στα σοβαρά ως τέχνη.

Καίτοι το μοναδικό ίσως σοβαρό πράγμα που έχει απομείνει στον κόσμο (ιδιαίτερα σήμερα σε περίοδο τραγικής παρακμής και παρά την ανύπαρκτη σοβαρότητα πολλών ποιητών και «ποιητών»!), εν τούτοις σπάνια λαμβάνεται με την σοβαρότητα που της αξίζει από το  σύνολο μιας κοινωνίας που αυτοσχεδιάζει πρακτικιστικώς αλλά μόνον για να καταπέσει συνήθως σε ακόμα μεγαλύτερα αδιέξοδα των εφαρμογών. Προμηθεύς Δεσμώτης ακόμα το ποιητικό φαινόμενο, αλλά σε ένα κοινωνικό σύνολο-Επιμηθέα.

Στο κάτω κάτω, αν δεν υπήρχε ακόμα αυτή η αντίφαση, αυτό θα σήμαινε πως θα είχε τελειώσει ιστορικώς ο ρόλος της γραπτής ποίησης. Όμως απέχουμε ακόμα πολύ από κάτι τέτοιο.

~ ~ ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr

ΝΠ | ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΗ : γράφει ο Δ. Πλατανιάς

 

Το τέρμα της αλυσίδας

%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%b8%ce%b5%cf%81

 ~  .  ~

Η ιστορία των βιβλιοπωλείων Ελευθερουδάκη τα τελευταία χρόνια είναι, θα ‘λεγε κανείς, η ιστορία της ελληνικής κρίσης σε μικρογραφία.

Ένα βαρύ, παραδοσιακό όνομα που ανατρέχει στον λήγοντα 19ο αιώνα· μια αλόγιστη επέκταση τα χρόνια της δανειοδίαιτης μέθης, όταν οι όρνιθες έμοιαζαν χρυσοτόκες και τετράπαχες· η δημιουργία μιας φούσκας που, με όσα εμπορικά ήθη τη συνόδευσαν, προκάλεσε κακό στον κλάδο· και η πικρή, θορυβώδης κατάρρευση αμέσως μετά.

Τώρα, που το τελευταίο βιβλιοπωλείο της αλυσίδας κλείνει και επισήμως, από τους υπευθύνους θα περίμενε κανείς δυο λόγια αυτοκριτικά. Αν όχι έναν απολογισμό των λαθών, τουλάχιστον μια φράση συμπαράστασης για όλους εκείνους που η δική τους πτώση συμπαρέσυρε: εργαζόμενους που έχασαν τη δουλειά τους, συνοικιακούς και επαρχιακούς βιβλιοπώλες που επλήγησαν από τον επιθετικό και άνισο ανταγωνισμό, εκδότες και συνεργάτες που έμειναν απλήρωτοι.

Αντ’ αυτού (πόσο θλιβερό για έναν θεσμό της ελληνικής παιδείας…), διαβάζουμε αγγλικούρες και σλόγκαν απ’ αυτά που κάνουν μεταφραστές και διαφημιστές να τραβούν τα μαλλιά τους: «Έξω απ’ το κουτί» (… out of the box!), «Το περιτύλιγμα αλλάζει – το προϊόν παραμένει», «The next chapter beginns!»…

Κρίμα…

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

«Λουλούδια της ερήμου»: Από την Κίσαμο Κρήτης, με Παλαμά, για όλο τον κόσμο

59a503dbcdb0f27217e7d344394798cd

της Ελένης Γεωργακάκη*

Σας καλωσορίζουμε απόψε στην εκδήλωσή μας που γίνεται στο πλαίσιο του 6ου Διεθνούς Φεστιβάλ ποίησης και τεχνών «Κραυγή γυναικών» που υψώνεται από τη Λατινική Αμερική, απ’ όπου ξεκίνησε, και φτάνει σε όλες τις γωνιές του κόσμου, προκειμένου να καταπολεμηθεί –και με τη βοήθεια της ποίησης και της τέχνης– κάθε μορφής βία και διάκριση εναντίον των γυναικών απανταχού της γης. Ο Σύλλογός μας, σε συνεργασία με την Έλενα Σταγκουράκη, εκπρόσωπο του Φεστιβάλ στην Ελλάδα, ένωσε τη φωνή του με όλες τις άλλες για πρώτη φορά πέρυσι, μιλώντας για την ενδο-οικογενειακή βία και όχι μόνο.

Φέτος, το θέμα του Φεστιβάλ είναι τα «Λουλούδια της ερήμου» κι είναι αφιερωμένο στις γυναίκες του αραβικού και, ευρύτερα, του μουσουλμανικού κόσμου. Μας προτρέπει να στρέψουμε το ενδιαφέρον μας στις γυναίκες της Αφρικής και της Ασίας, θέμα τραγικά επίκαιρο στις μέρες μας, με τους χιλιάδες πρόσφυγες να φτάνουν στα νησιά μας κυρίως από μουσουλμανικές χώρες, πρωτίστως από την σπαρασσόμενη –για 6ο χρόνο– Συρία, αλλά και από το Αφγανιστάν, το Ιράκ και όχι μόνο. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των ανθρώπων είναι παιδιά και γυναίκες που φτάνουν μόνες στη χώρα μας, ελπίζοντας σε ένα νέο ξεκίνημα στη γη της Επαγγελίας που γι’ αυτούς είναι η Ευρώπη. Από τις πατρίδες τους τις ξεριζώνει ο πόλεμος, η τρομοκρατία, η φρίκη, η καταστροφή, ο θάνατος, αλλά και η φτώχεια, η πείνα και η ανέχεια. Οι γυναίκες πρόσφυγες, συχνά έγκυοι ή μητέρες πολλών παιδιών, έχουν περάσει «μια διπλή Οδύσσεια» για να φτάσουν ώς εδώ, αφού, πέρα από τις ταλαιπωρίες και τις αντίξοες συνθήκες της μετακίνησης, κινδυνεύουν συχνότατα να πέσουν θύματα εκμετάλλευσης και εμπορίας, τόσο από αδίστακτους διακινητές, όσο και από συνταξιδιώτες τους. Σπάνια σπάνε τη σιωπή τους για να το καταγγείλουν, η κουλτούρα τους όπως θα δούμε δεν τους το επιτρέπει, είναι όμως δυνατές και αποφασισμένες να σταθούν στα πόδια τους.

Από την 1η Διακήρυξη για το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μετά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1946, μέχρι το 1979 που υπογράφτηκε η Σύμβαση για την εξάλειψη κάθε είδους διακρίσεων εις βάρος των γυναικών με νομική δέσμευση για τις χώρες που θα την αποδέχονταν, έγιναν πολλές προσπάθειες. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, 186 χώρες είχαν υπογράψει μέχρι το 2010, συμφωνώντας στη νομική κατοχύρωση και διαφύλαξη των δικαιωμάτων των γυναικών, γεγονός υψίστης σημασίας. Εντούτοις, ακόμη και σε αυτές τις χώρες, ακόμη και στις πιο ‘ανεπτυγμένες’ της Ευρώπης, οι διακρίσεις στην πράξη συνεχίζονται, αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο. Στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες ή σε εκείνες που δεν έχουν υπογράψει τη Σύμβαση, οι άμεσες (στέρηση δικαιώματος μόρφωσης, ψήφου, ιδιοκτησίας κλπ.) ή έμμεσες διακρίσεις είναι πολύ περισσότερες και πολύ εντονότερες.

Εδώ πρέπει να πούμε ότι υπάρχουν διαφοροποιήσεις μεταξύ των διάφορων μουσουλμανικών χωρών ως προς την αντιμετώπιση της γυναίκας. Για παράδειγμα, στο Ιράκ όλο και περισσότερες γυναίκες αποκτούν ενεργό ρόλο στη κυβέρνηση. Στο Κουβέιτ σχετικά πρόσφατα έγιναν οι πρώτες βουλευτικές εκλογές, όπου για πρώτη φορά συμμετείχαν και οι γυναίκες ως ψηφοφόροι και υποψήφιες. Αντίθετα, στη Σαουδική Αραβία –το θεωρούμενο λίκνο του Ισλάμ– οι γυναίκες όχι μόνο δεν έχουν δικαίωμα ψήφου, αλλά ούτε καν το ‘προνόμιο’ να οδηγούν οχήματα. Παρόλο που κάποιες γυναίκες έφτασαν στα ύπατα πολιτικά αξιώματα στη χώρα τους, όπως η Πακιστανή Μπεναζίρ Μπούτο, συνιστούν μάλλον εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα πως στο μουσουλμανικό κι αραβικό κόσμο ο δρόμος για την ίση αντιμετώπιση ανδρών και γυναικών, σε όλα τα επίπεδα (οικογενειακή, πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή), είναι ακόμη πολύ μακρύς.

Το χαρακτηριστικό είναι ότι μετά την αποικιοποίηση, σε πολλές μουσουλμανικές χώρες έπνευσε άνεμος ελευθερίας, αλλά όχι και για την πλειοψηφία των γυναικών που έμενε κατά κανόνα στο σπίτι, μακριά από τα κοινά, υπακούοντας σε κοινωνίες ανδροκρατούμενες και οικογένειες πατριαρχικές, χωρίς –συχνά– πρόσβαση στη μόρφωση. Και είναι χαρακτηριστικό πως ολοένα περισσότερα κράτη και κοινότητες επικαλούνται το δικαίωμα στα ιδιαίτερα πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά, προσδίδοντας σε παλιές μισογυνικές παραδόσεις τη νομιμοποίηση που χρειάζονται.

Επειδή όμως το Φεστιβάλ «Κραυγή γυναικών» πάει χέρι-χέρι με τη λογοτεχνία, η οποία έρχεται με το δικό της, μοναδικό τρόπο να καταγγείλει τα ανείπωτα, ας σταθούμε στο ποίημα της τιμώμενης φέτος ποιήτριας του Φεστιβάλ, Ζέφης Δαράκη:

Στεκόμουν στην άκρη του δωματίου
με το πρόσωπο στραμμένο στον τοίχο
και επειδή μου απαγόρευαν τα ερωτήματα
μου απευθύνανε
αυστηρές απαντήσεις

που σαν διαταγές σκοτείνιαζαν το σώμα –
μου λέγανε,
θα ζήσεις μόνο με το φως του διαδρόμου

Νοσταλγώ τα ρούχα μου στο φεγγαρόφωτο…
Τι γύρευα στα ερημικά ανοίγματα
έξω από ξεριζωμένα καλώδια τηλεφώνων
να κρέμονται κραυγές στη δύναμη του αέρα
να κοκκαλώνουν την ανάμνηση
σε παρελάσεις φαντασμάτων

Με τιμώρησαν για να αλλάξω πεπρωμένο

Ποιο όμως πεπρωμένο επιφυλάσσεται για εκατομμύρια γυναικών στις μουσουλμανικές χώρες, κυρίως της Αφρικής, όταν στο όνομα κάποιου βάρβαρου εθίμου συνεχίζεται η κλειτοριδεκτομή και ο ακρωτηριασμός των γεννητικών οργάνων; Για πολλούς αυτό θεωρείται πρακτική που βοηθά το κορίτσι να ενηλικιωθεί και να παντρευτεί γιατί έτσι προστατεύεται η ‘αγνότητά’ του μέχρι το γάμο. Αυτή η ‘επέμβαση’ που πραγματοποιείται από απλούς ανθρώπους, χωρίς ιατρική καθοδήγηση και φαρμακευτική αγωγή, είναι απάνθρωπη και επικίνδυνη, όχι μόνο για την ψυχική και σωματική υγεία των κοριτσιών, αλλά και για την ίδια τη ζωή τους. Στοιχεία του ΟΗΕ αποκαλύπτουν ότι 200 εκατομμύρια κορίτσια σε 30 χώρες του κόσμου έχουν υποστεί αυτόν τον ακρωτηριασμό, με 1η τη Σομαλία, όπου το ποσοστό ανέρχεται στο εφιαλτικό 98%. Μετά από έντονες διεθνείς πιέσεις, η κυβέρνηση της Σομαλίας σκέφτεται να απαγορεύσει αυτή την πρακτική.

Η 1η που έσπασε τη σιωπή της και κατήγγειλε αυτό το βάρβαρο έθιμο ήταν η Σομαλή Γουόρις Ντίρι, τέλη της δεκαετίας του 1990. Στο αυτοβιογραφικό της βιβλίο με τίτλο «Το λουλούδι της ερήμου» (αυτό σημαίνει το Γουόρις), διηγείται πώς και γιατί έφυγε από την οικογένειά της. Επιβίωσε διασχίζοντας μόνη την έρημο, και με χίλια βάσανα έφτασε στο Λονδίνο, όπου γνώρισε το δυτικό τρόπο ζωής κι έγινε τελικά μοντέλο. Αξιοποιώντας την επωνυμία της, κατήγγειλε το βάρβαρο έθιμο, ακόμη και από το βήμα του ΟΗΕ. Το σχετικό απόσπασμα από την ομώνυμη ταινία:

Εδώ οφείλουμε να προσθέσουμε πως δεν είναι λίγοι οι ηγέτες του Ισλάμ που είναι αντίθετοι με την πρακτική του ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων, ισχυριζόμενοι πως δεν σχετίζεται με τη θρησκεία τους.

Ας μην ξεχνούμε ωστόσο ότι ο λόγος που έκανε τη δεκατριάχρονη τότε Γουόρις να εγκαταλείψει την οικογένειά της, δηλαδή ο σχεδιαζόμενος γάμος της μ’ έναν ηλικιωμένο, λόγω φτώχειας, είναι πολύ διαδεδομένη συνήθεια σε κάποιες μουσουλμανικές χώρες όπως το Μπαγκλαντές, το Αφγανιστάν, η Νιγηρία, το Κονγκό, το Ιράκ και κυρίως η Υεμένη, όπου η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά να ορίσει ως κατώτατο όριο γάμου για τα κορίτσια τα 18 χρόνια.

Τα στοιχεία που δίνει πάλι ο ΟΗΕ είναι αποκαλυπτικά για τις συνέπειες των αναγκαστικών γάμων ανήλικων κοριτσιών στις χώρες της Ν. Ασίας και της Αφρικής για την υγεία τους, αλλά και τις αυξημένες πιθανότητές τους να πέσουν θύματα βίας, κακοποίησης και να προσβληθούν από τον ιό του AIDS. Αυτά τα κορίτσια εγκαταλείπουν πρόωρα και βίαια τα σπίτια, το σχολείο και την παιδικότητά τους και υφίστανται τρομακτικές σωματικές και ψυχικές κακώσεις που προκαλούν μόνιμα ψυχικά τραύματα.

Είναι εξαιρετικά σπάνιες, όμως υπάρχουν περιπτώσεις κοριτσιών που αντιστέκονται, όπως εκείνη της Νοζούντ Άλι από μια ισλαμική επαρχία της Υεμένης, την οποία πάντρεψαν στα δέκα της χρόνια και η οποία κακοποιήθηκε άγρια από το ‘σύζυγό’ της. Κατέφυγε στην οικογένειά της, όπου όμως δεν βρήκε προστασία, καθώς οι γονείς της δεσμεύονταν από το συμβόλαιο ‘τιμής’ με το γαμπρό. Το κορίτσι βρήκε το κουράγιο να παρουσιαστεί μόνο του μπροστά στο δικαστή και να ζητήσει διαζύγιο. Σήμερα παρακολουθεί ξανά μαθήματα στο σχολείο και ονειρεύεται να γίνει δικηγόρος, εμπνευσμένη από τη δική της δικηγόρο (και πρότυπό της πλέον) Σέντα.

Οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες επηρεάζουν και επηρεάζονται από το νομικό πλαίσιο μιας χώρας, αλλά και από το εθιμικό δίκαιο και τη νοοτροπία των ανθρώπων. Στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο, αξίες, πεποιθήσεις, συνήθειες και παραδόσεις περνούν από γενιά σε γενιά κι επιβάλλονται με πειθώ, ασφυκτικές πιέσεις ή ακόμη και τη χρήση βίας. Έτσι, επιτρέπουν ή ανέχονται απάνθρωπες συμπεριφορές εις βάρος –εν προκειμένω– των γυναικών, όπως τη θανάτωση δια λιθοβολισμού, τα εγκλήματα τιμής, τους ομαδικούς βιασμούς, τον ξυλοδαρμό, την εξώθηση στην πορνεία ή τη βίαιη διακοπή της κύησης θηλυκών εμβρύων.

Οι περισσότερες γυναίκες που υφίστανται τέτοιων ειδών κακοποίηση δεν την καταγγέλλουν, υπακούοντας στο νόμο σιωπής που ισχύει κατά κανόνα σε αυτές τις κοινωνίες, από φόβο ή/και αδυναμία. Λίγες είναι εκείνες που μίλησαν, καταθέτοντας συγκλονιστικές μαρτυρίες. Θα αναφερθούμε ενδεικτικά σε δύο περιπτώσεις, των οποίων οι εμπειρίες αποτυπώθηκαν σε βιβλία που προκάλεσαν μάλιστα παγκόσμια αίσθηση.

Η πρώτη αφορά την Αμερικανίδα Μπέτι Λάβερ Μαχμουντί, η οποία επισκέφτηκε το 1984 (και για λίγες μέρες όπως νόμιζε) μαζί με την τετράχρονη κόρη της και τον Ιρανό σύζυγό της, γιατρό σπουδαγμένο στην Αμερική, την οικογένειά του στην Τεχεράνη, όπου είχαν επικρατήσει οι Ισλαμιστές. Εκεί, βρέθηκε αιχμάλωτη από τον ίδιο, όντας υποχρεωμένη να αποδεχτεί έναν τρόπο ζωής και μια τάξη πραγμάτων εντελώς διαφορετικά απ’ όσα γνώριζε ώς τότε. Ο άνδρας της, από υποδειγματικός σύζυγος και πατέρας, μεταλλάχτηκε σε βίαιο τύραννο, ενώ εκείνη δεν είχε καμία ελευθερία και κανένα δικαίωμα επιλογής ή προστασίας του παιδιού της. Σε μια χώρα που βομβαρδιζόταν από τους Ιρακινούς στη διάρκεια του Ιρανο-ιρακινού πολέμου, όπου –όπως καταγγέλλει– και οι δύο χώρες εξοπλίζονταν –η μία επισήμως και η άλλη κρυφά– από την Αμερική, σε ένα κλίμα θρησκευτικού φανατισμού, μισαλλοδοξίας, προκατάληψης, προπαγάνδας και απόλυτης κυριαρχίας του άνδρα, έψαχνε απεγνωσμένα για βοήθεια. Παρά την ασφυκτική παρακολούθηση από τον άντρα της και την οικογένειά του και μετά από αμέτρητες δυσκολίες και την πάροδο χρόνων, κατόρθωσε να διαφύγει μαζί με την κόρη της, περνώντας με Κούρδους διακινητές παράνομα στην Τουρκία. Έκτοτε, η γυναίκα αυτή αφιέρωσε τη ζωή της στη συγκέντρωση ανάλογων μαρτυριών για την ενημέρωση κι ευαισθητοποίηση της παγκόσμιας κοινής γνώμης. Το βιβλίο της, που μεταφέρθηκε και στη μεγάλη οθόνη, φέρει τον τίτλο «Ποτέ χωρίς την κόρη μου».

Η δεύτερη περίπτωση αφορά την Πακιστανή μεγαλοαστή Τεχμίνα Ντουρανί, η οποία στα εικοσιένα χρόνια της ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τον Μουσταφά Χαρ, έναν από τους σημαντικότερους πολιτικούς στη χώρα του. Επί δεκατέσσερα χρόνια φαίνονταν ένα ευτυχισμένο ζευγάρι που απέκτησε μάλιστα και πέντε παιδιά. Η πραγματικότητα όμως ήταν άλλη. Όπως κατήγγειλε η Τεχμίνα αργότερα, η ζωή της ήταν μια κόλαση, καθώς ο άντρας της τη χτυπούσε, την ταπείνωνε και την απατούσε με μία από τις αδερφές της. Όταν ζήτησε διαζύγιο, εκείνος αρνήθηκε να της το δώσει, τονίζοντας πως χωρίς εκείνον δεν θα ήταν τίποτε, δεν θα είχε τίποτε, δεν θα την υπολόγιζε και δεν θα τη σεβόταν κανείς –σύμφωνα με τα στερεότυπα για τις διαζευγμένες γυναίκες–, ενώ θα έχανε και την επιμέλεια των παιδιών. Εκείνη βρήκε τη δύναμη και έγραψε ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο στα μέσα της δεκαετίας του 1990, καταγγέλλοντας την κακομεταχείριση των γυναικών από τος άντρες τους στο μουσουλμανικό κόσμο. Το βιβλίο προκάλεσε σοκ για την τόλμη και την αλήθεια του και, παρά τις αρνητικές κριτικές στο Πακιστάν, κανείς δεν αμφισβήτησε τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτό. Με πολύ αγώνα, κατόρθωσε μάλιστα να κερδίσει και την επιμέλεια των παιδιών.

Η Νικαραγουανή ποιήτρια, ακτιβίστρια και μητέρα τεσσάρων παιδιών, Τζοκόντα Μπέλλι, δίνει ποιητικά τις συμβουλές της σε κάθε γυναίκα για να ’ναι δυνατή: (Συμβουλές για μια γυναίκα δυνατή, μτφρ: Έλενα Σταγκουράκη)

Για να ’σαι γυναίκα δυνατή
προστατέψου απ’ τις αρπάγες που θελήσουν
την καρδιά σου να σπαράξουν.
Αυτές φορούνε μάσκες απ’ όλα αυτής της γης τα καρναβάλια—
σε ενοχές μεταμφιέζονται, κατηγορίες, ευκαιρίες, στο αντίτιμο που πρέπει τάχα να
[πληρώσεις.
Την ψυχή σου την ταράζουν – εισβάλλουν σαν ατσάλινο τρυπάνι με το βλέμμα ή τους θρήνους τους
ώς τα βάθη ώς το μάγμα της ουσίας σου
όχι απ’ τη φωτιά σου για να φωτιστούν
παρά το πάθος για να σβήσουν
τη σοφία της φαντασίας σου.

Για να ’σαι γυναίκα δυνατή
να ξέρεις πρέπει πως ο αέρας που σε θρέφει
ακάρεα μεταφέρει και παράσιτα,
έντομα μικρούτσικα που ψάχνουν μες στο αίμα να φωλιάσουν
και να τραφούν απ’ ό,τι μέσα σου είναι στέρεο και μεγάλο.

Την συμπόνια σου μην χάνεις – μα τρέμε αυτό που θα θελήσει
τη λέξη να σου στερήσει και το είναι σου να κρύψει,
αυτό που επιδιώκει να σε αμβλύνει
υποσχόμενο επίγεια βασίλεια
σε αντάλλαγμα ενός χαμόγελου συγκατάβασης.

Για να ’σαι γυναίκα δυνατή
για τη μάχη προετοιμάσου:
μάθε μόνη σου ν’ αρκείσαι,
στο σκοτάδι να κοιμάσαι δίχως φως και δίχως φόβο,
σωσίβια να μη δέχεσαι σαν μαίνεται η καταιγίδα,
και στο ρεύμα κόντρα να κολυμπάς.

Εκπαιδεύσου στο συλλογισμό και τις ασκήσεις της διανοίας
διάβαζε, αγάπα τον εαυτό σου, και οχύρωσε το κάστρο σου
περίβαλέ το με τάφρους βαθειές
μα κράτησε πλατιά, παραθύρια και πύλες.

Απαραίτητο, φιλίες αληθινές να καλλιεργείς
ώστε εκείνοι που είναι δίπλα σου και σ’ αγαπούν να ξέρουνε ποια είσαι,
ώστε κύκλος από εστίες να γίνεις που στο κέντρο θ’ ανάβουνε της κάμαράς σου,
φουφού να καίει πάντα και τη θέρμη να διατηρεί των ονείρων σου.

Για να ’σαι γυναίκα δυνατή
με λέξεις προφυλάξου και με δέντρα
και στο νου σου να φέρνεις τις γυναίκες απ’ τα παλιά.

Φρόντισε να μάθουν πως είσαι πεδίο μαγνητικό
που πάνω του γρυλίζοντας θα ταξιδεύουν καρφιά σκουριασμένα
και η θανάσιμη οξείδωση των ναυαγίων όλων.
Προστάτεψε, μα πρώτα προστατέψου.
Κράτα αποστάσεις.
Οικοδόμησε και φρόντισε τον εαυτό σου.
Αποθησαύριζε τη δύναμή σου
υπερασπίσου την,
κάνε το για σένα.
Σου το ζητώ εξ ονόματος ημών όλων.

Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση της νεαρής Πακιστανής, Μαλάλα Γιουσαφζάι, η οποία αγωνίζεται σταθερά κι ανυποχώρητα για το δικαίωμα των κοριτσιών της χώρας της στη μόρφωση, κάτι που το καθεστώς των Ταλιμπάν έχει απαγορεύσει. Το 2012 η Γιουσαφζάι δέχτηκε δολοφονική επίθεση με μια σφαίρα στο κεφάλι, επέζησε όμως και συνεχίζει τον αγώνα της. Μάλιστα το Δεκέμβριο 2014 τιμήθηκε, από κοινού με τον Ινδό Καϊλα Σατιάρτι, με το Νόμπελ Ειρήνης.

Πράγματι, το πόσο επιτακτική ανάγκη συνιστά η παροχή (ποιοτικής) εκπαίδευσης σε παιδιά και ενήλικες, αποτυπώνεται σε στοιχεία του ΟΗΕ και της UNICEF. Από τα 776 εκατομμύρια αναλφάβητων ενηλίκων, τα 2/3 είναι γυναίκες! Ειδικότερα στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο, οι περισσότερες γυναίκες δεν έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση. Από τα 250 εκατομμύρια ανεκπαίδευτα παιδιά στον κόσμο, τα περισσότερα είναι κορίτσια. Το ίδιο ισχύει και στις μουσουλμανικές χώρες, όπου τα κορίτσια, λόγω των πρόωρων γάμων, της παιδικής εργασίας και άλλων αντιλήψεων, εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο. Αν τα κορίτσια δεν μορφωθούν, η θέση της γυναίκας στο μουσουλμανικό κόσμο δεν μπορεί να βελτιωθεί· αντιθέτως θα διαιωνίζεται η παθητική στάση, η σιωπή, η περιθωριοποίηση. Σύμφωνα με την παροιμία, εκπαιδεύοντας ένα αγόρι, εκπαιδεύεις ένα αγόρι, εκπαιδεύοντας όμως ένα κορίτσι, εκπαιδεύεις μια ολόκληρη γενιά. Ο Κωστής Παλαμάς επεσήμανε σοφά στις αρχές του περασμένου αιώνα τις προϋποθέσεις χειραφέτησης για τις ίδιες τις γυναίκες:

Γυναίκα, αν θες αντρίκεια να δουλέψεις
για τον ξεσκλαβωμό σου, δε σε φτάνει
να κάψεις, να σκορπίσεις, να ξοδέψεις

το χρυσάφι, τη σμύρνα, το λιβάνι
στο νέο βωμό. Μέσα σου πρώτα κάψε
το τριπλό ξόανο που τους δούλους κάνει,

Συνήθεια, Κέρδος, Πρόληψη. Και σκάψε,
και του παλιού καιρού τα παραμύθια,
κι ας ειν’ όμορφα, μια για πάντα θάψε.

Α! τα μεστά καμαρωτά σου στήθια
βραχνάς τα πνίγει, πνίχ’ τον, πολεμίστρα
για την Αγάπη και για την Αλήθεια.

Πάντα μαζί σου κ’ η Ομορφιά η μεθύστρα.

Τα χρόνια πέρασαν και στο θέμα της ισότητας των δύο φύλων έχουν γίνει αλλού περισσότερα βήματα και αλλού λιγότερα. Ωστόσο, σε μια εποχή σαν τη σημερινή, οπότε η πολύπλευρη κρίση ισοπεδώνει και τους άντρες και τις γυναίκες, καταδικάζοντάς τους σε φτώχεια, ανεργία, ξεριζωμό κι αναξιοπρέπεια, ο ένας έχει ανάγκη τον άλλο. Για να γκρεμιστούν τα στερεότυπα που διαιωνίζουν τις διακρίσεις, και τα δύο φύλα οφείλουν να δείξουν αμοιβαίο σεβασμό και να αναγνωρίσουν την ισοτιμία τους, όχι μόνο στη θεωρία, αλλά και στην πράξη. Απόψε ρίξαμε λίγο φως σ’ ένα κόσμο που μοιάζει άλλοτε κοντινός κι άλλοτε μακρινός, σε ένα κόσμο με σοβαρά προβλήματα. Με τη δική μας φωνή λέμε απλά πως σε κανένα άνθρωπο, για κανένα λόγο και στο όνομα καμίας πίστης δεν μπορεί να αμφισβητείται το δικαίωμά του να αναγνωρίζεται ως Άνθρωπος.

*Κείμενο που εκφωνήθηκε κατά τη διάρκεια εκδήλωσης στο πλαίσιο του 6ου Διεθνούς Φεστιβάλ «Κραυγή γυναικών», στο Δημαρχείο Κισάμου, στις 20.03.2016. Στην εκδήλωση συμμετείχαν και οι: Μάντυ Βαρουχάκη, Ελένη Γεωργακάκη, Ινώ Γεωργακάκη, Κωστής Κυριτσάκης, Χάρης Μπατάκης και Γεωργία Τυράκη. Επιμέλεια ήχου και συντονισμός προτζέκτορα: Βίκυ Πέτσκου.

Δύο φίλοι

 ΓΕΩΡΓΉ ΒΙΒΛΊΟ.  ~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Την 24η Ιουλίου 1974 ο Γιώργος Σεφέρης δεν πρόφτασε να τη ζήσει. Είχε προηγηθεί ο θάνατός του, στις 20 Σεπτεμβρίου 1971. Όμως στον αγώνα για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, η συμμετοχή του υπήρξε διαρκής, πολύπλευρη και αταλάντευτη. Το αργότερο από το 1969, όπως σημειώνει ο βιογράφος του, ο Σεφέρης «βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο κάθε λογοτεχνικής διαμαρτυρίας κατά του καθεστώτος.»

Απ’ τα ποικίλα επεισόδια αυτής της συμμετοχής, γνωστά στο ευρύτερο κοινό είναι μόλις δύο: η περίφημη δήλωση του ποιητή στο ΒΒC στις 28.3.1969, που βρήκε παγκόσμια απήχηση, και η συμβολή του στη συλλογική αντιστασιακή έκδοση Δεκαοχτώ Κείμενα τον Ιούλιο του 1970. Δεν είναι όμως τα μόνα. Όπως δεν είναι ευρέως γνωστός, ο ρόλος που διαδραμάτισε όλη αυτή την περίοδο στο πλευρό του Σεφέρη ο, έμπιστος φίλος του, Στρατής Τσίρκας.

Ήδη από το 1967 ο Σεφέρης είχε πάρει τη διπλή απόφαση: Να μείνει στην Ελλάδα («Μού λένε να φύγω; Να πάω πού; Δεν μπορώ άλλο την προσφυγιά. Εδώ θα μείνω με τους ανθρώπους που μιλούν τη γλώσσα μου, σ’ αυτό το τοπίο που δεν μπορώ πια να τ’ αποχωριστώ.»)· και να σιωπήσει εκδοτικά («Έπειτα από τα καμώματα της 21ης του Απρίλη, πήρα την απόφαση να μην τυπώνω πια στην Ελλάδα όσο βασιλεύει η λογοκρισία»).

Ειδικά αυτή η τελευταία απόφαση του Σεφέρη δεν έμεινε χωρίς συνέπειες. Όπως σημειώνει ο Γιώργος Γεωργής στο πρόσφατο, εξαίρετο, βιβλίο του Η συνάντηση Στρατή Τσίρκα – Γιώργου Σεφέρη. Μια φιλία που βράδυνε (Καστανιώτης, 2016, όθεν και όλα τα εδώ παραθέματα), η εθελούσια αποχή του Σεφέρη από την εκδοτική δραστηριότητα «φαίνεται ότι έγινε γνωστή μέσω του Τσίρκα σ’ έναν ευρύ κύκλο Ελλήνων ποιητών και συγγραφέων που ακολούθησαν την ίδια πρακτική. Η πατρότητα της ιδέας για σιωπή των συγγραφέων φαίνεται όμως ότι ανήκει στον Τσίρκα».

Στο ιστορικό της πολυκύμαντης σχέσης αυτών των τόσο διαφορετικών μεταξύ τους ανθρώπων, που με τεκμηριωμένο όσο και τερπνό τρόπο φιλοτεχνεί, ο Γεωργής μας δείχνει πώς ο Τσίρκας με τις συγκινητικές φροντίδες του σταθερά ενθαρρύνει και παρακινεί τον πρεσβύτερο φίλο του, τον οποίο τόσο αγαπούσε και θαύμαζε, στις δημόσιες τοποθετήσεις του εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Και να σκεφτεί κανείς, ότι η σχέση των δύο ανδρών είχε ξεκινήσει τριάντα χρόνια πριν, επί Κατοχής, με μια δημόσια αντιπαράθεση!

tsirkas002Έτσι, στις 18.12.1970, Σεφέρης και Τσίρκας και συνολικά 28 συγγραφείς και καλλιτέχνες από όλο το πολιτικό φάσμα, από τη δεξιά ώς την αριστερά, πράγμα ώς τότε πρωτοφανές (ανάμεσά τους οι Ρίτσος, Θεοδωράκης, Σινόπουλος, Χάκκας, Βαλτινός, Κουμάντος, Συνοδινού, Σαμαράκης κ.ά.) συνυπογράφουν τηλεγράφημα συμπαράστασης προς τους Καταλανούς διανοουμένους και καλλιτέχνες (μεταξύ τους οι ζωγράφοι Μιρό και Τάπιες, η συγγραφέας Ματούτε κ.ά.) που σε ένδειξη διαμαρτυρίας προς το φρανκικό καθεστώς είχαν εγκλειστεί συμβολικά στο ιστορικό Αβαείο του Μονσεράτ.

Στις 23.3.1971, και με αφορμή την συμπλήρωση των 150 ετών της Επανάστασης, οι δύο φίλοι και άλλοι 131 συγγραφείς, καλλιτέχνες και διανοούμενοι, και πάλι απ’ όλο το πολιτικό φάσμα, συνυπογράφουν διακήρυξη για τον «αληθινό χαρακτήρα» και το «ιδεολογικό περιεχόμενο» του Ξεσηκωμού: «Αποτελεί θεμελιώδη υποθήκη του ’21, εκφρασμένη στα συνταγματικά κείμενα του αγωνιζόμενου Ελληνισμού ότι ένα έθνος τότε μόνο μπορεί να είναι αληθινά ελεύθερο, όταν είναι ελεύθεροι όλοι οι πολίτες του».

Τέλος, στις 9.7.1971, ο Γιώργος Σεφέρης σε κείμενό του στον Figaro Literraire για την εκατοστή επέτειο των γενεθλίων του Μαρσέλ Προυστ κλείνει την αναφορά του στον Γάλλο μυθιστοριογράφο καταγγέλλοντας τη φυλάκιση του μεταφραστή του στην Ελλάδα, Παύλου Ζάννα, από το απριλιανό καθεστώς. Και αυτό το κείμενο, ο ποιητής το είχε συζητήσει προηγουμένως με τον φίλο του. Όπως θυμάται ο ίδιος ο Τσίρκας στο κείμενο με το οποίο τον Σεπτέμβρη του 1971 αποχαιρέτησε από τις στήλες του Βήματος τον Σεφέρη:

Πρώτη του Ιούλη, δειλινό, είκοσι περίπου μέρες πριν να μπει στον Ευαγγελισμό. Απ’ το γραφείο του περάσαμε στην πλακόστρωτη αυλή που τη χωρίζει μια μεγάλη τζαμωτή πόρτα, τις πιο πολλές φορές κλειστή, όταν δούλευε. Καθίσαμε γύρω από το χαμηλό τραπέζι, εκείνος με τη ράχη στη δύση κι εγώ κάπως αντικριστά του. Σχολίαζε αργά ένα κείμενό του στα γαλλικά για τα εκατό χρόνια του Μαρσέλ Προυστ […]

Χαμήλωσα και πάλι τα μάτια στο κείμενο. Τώρα μιλούσε για το μεταφραστή του «Αναζητώντας», το φίλο του και φίλο μου, τον αγαπημένο μας και φυλακισμένο Παύλο Ζάννα. «Για κοίτα», έλεγα μέσα μου, «το κείμενο για τον Προυστ το έγραψε μόνο και μόνο για να θυμίσει στον κόσμο τη μοίρα του Παύλου. Αυτή η σκέψη, αυτή η αγωνία για τους φυλακισμένους, δεν τον αφήνει, του σκάβει τη ζωή».

Έγραψα ήδη, ξετυλίγοντας το συναρπαστικό νήμα της εξιστόρησης του Γ. Γεωργή για τη σχέση των δύο ανδρών, ότι η φιλία του Γιώργου Σεφέρη και του Στρατή Τσίρκα είχε ξεκινήσει απρόοπτα: με μια δημόσια αντιδικία. Τον Μάιο του 1942, σε σημείωμά του σε περιοδικό της Αλεξάνδρειας, ο Τσίρκας παρουσιάζει την έκδοση των καλβικών Ωδών, που είχε μόλις κυκλοφορήσει στην Αίγυπτο, σχολιάζοντας επικριτικά το εισαγωγικό κείμενο του Σεφέρη. seferiΕίναι η εποχή, θυμίζω, μεσούντος του Πολέμου, όπου ο διπλωμάτης Γεώργιος Σεφεριάδης, ακολουθεί την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στις περιπέτειές της, περιπλανώμενος προσωπικά μεταξύ Κρήτης, Καΐρου, Αλεξάνδρειας, Πρετόριας και Ιεροσολύμων. Εκεί άλλωστε, στην Ιερουσαλήμ, όπου και οι δυο τους είχαν καταφύγει προσωρινά εμπρός στον κίνδυνο του προελαύνοντος Ρόμελ, αναφέρει ο Τσίρκας ότι είδε τυχαία τον Σέφερη για πρώτη φορά («είχε έρθει με τη γυναίκα του και έβγαινε απ’ το ελληνικό προξενείο»).

Οι ενστάσεις του Τσίρκα για τη σεφερική ανάγνωση του Κάλβου είναι τόσο πολιτικές όσο και αισθητικές· έχουν τις καταβολές τους στη χρόνια ήδη τότε διαμάχη μεταξύ στρατευμένης και καθαρής ποίησης, και ως τέτοιες διατηρούν την επικαιρότητά τους ώς σήμερα. «Ο πρόλογος» του Σεφέρη, αναγνωρίζει ο Καϊρινός συγγραφέας, ταγμένος ήδη από τότε στους κόλπους της μάχιμης αριστεράς, ασφαλώς

αποτελεί πολύτιμη συμβολή στη μελέτη του έργου του Κάλβου από αισθητικής και γλωσσικής απόψεως και θα είναι εντρύφημα για τους, δυστυχώς, ευάριθμους καλβολάτρες. Η γνώμη μας όμως, είναι πως η εκλογή της μελέτης αυτής από τους εκδότες για να παρουσιασθεί μια έκδοση που έχει χαρακτήρα λαϊκό, δεν ήταν πετυχημένη. Ούτε συμβιβάζεται με το σκοπό που βάλανε στον εαυτό τους οι Νεοαλεξανδρινοί: Να γνωρίσουν δηλ. πλατύτερα «το ιδανικό που εμψυχώνει την Ελλάδα στην ηρωϊκή της θυσία που ήταν και ιδανικό του Κάλβου.» Για τα ιδανικά του Κάλβου δεν γίνεται σχεδόν καθόλου λόγος στον πρόλογο. Τίποτα για το καθαρά διανοητικό του πάθιασμα για τη λευτεριά, τη δικαιοσύνη, τη δημοκρατία, την κοινωνική αρετή, την Ελλάδα

Με αυτό το κριτήριο, συνεχίζει ο Τσίρκας,

η μελέτη του κ. Σεφέρη μοιάζει μάλλον με βαθυστόχαστη προσπάθεια να δικαιολογήσει στα μάτια των οπαδών της «άδολης ποίησης» μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο ίδιος, τη διγλωσσία και την πατριωτική ποίηση του Κάλβου […]

Σαν εισαγωγή σ’ ένα έργο όπου ακούγεται ο Ωκεανός να μουγκρίζει μ’ όλη του την υδάτινη έξαρση, όπου νιώθεις το Χρόνο που

Περιτρέχει την θάλασσαν
Και την γην όλην

να σ’ αγγίζει με τα κοκκαλιάρικά του δάχτυλα, όπου σε καψαλίζει η λάβα όλων των ευγενών μετάλλων που λιώνουν κάτω από την αξεδίψαστη διανοητική φλόγα του αδιάλλαχτου ιδεαλιστή, μας δίνει ένα χαμηλόφωνο μονόλογο αισθητικού ταχυδακτυλουργού σε βραχμάνικο χρυσελεφάντινο ναΐσκο.

Και μόνο η τελευταία αυτή φράση, φράση βγαλμένη από πέννα θα λεγε κανείς ήδη σπουδαίου και κατασταλαγμένου παρά τη νεότητά του κριτικού (ο Τσίρκας δεν έχει κλείσει όταν γράφεται τα 31 του χρόνια), αρκεί νομίζω για Γιώργος Γεωργήςνα εξηγήσει την έντονη δυσφορία που προκάλεσε στον -έντεκα χρόνια μεγαλύτερό του- Σεφέρη το κείμενό του. Από την αλληλογραφία του με τους Αλεξανδρινούς φίλους του Παναγιωτόπουλο και Μαλάνο, μαθαίνουμε ότι για ένα διάστημα ερωτοτρόπησε με την ιδέα να απαντήσει προσωπικά στον Τσίρκα, για τον οποίο ζητεί μάλιστα από τον δεύτερο διά του πρώτου πληροφορίες («Ρώτησε τον Τίμο ποιος είναι αυτός ο τύπος και αν αξίζει να τον περιλάβω.»)

Στο τέλος, όπως σημειώνει ο Γεωργής, «θα επιλέξει την προσωρινή αποσιώπηση του θέματος». Θα επανέλθει σ’ αυτό, έναν χρόνο μετά, εμμέσως και παρεμπιπτόντως, στην πολύκροτη ομιλία του για τον Μακρυγιάννη, στο «Ριάλτο» της Αλεξάνδρειας στις 6 Μαΐου 1943. Και έχοντας τον ίδιο τον Τσίρκα στο ακροατήριο να τον ακούει…

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Λάμπρος Λαρέλης: Vita poetica

 

ΣΕ ΚΡΙΤΙΚΟ ΚΑΘ’ ΟΛΑ ΣΥΝΕΠΗ

Οι μπουρδολόγοι σού ’τανε καρφί στο μάτι,
με τους αγύρτες, α, δεν είχες κολιγιές,
ήσουν των κλόουν και των τρα-λα-λά ο φονεύς.
Τώρα ζαχάρωσες· σαν του Χατζηαβάτη
έγινε η γλώσσα σου κομψή και ντελικάτη
και γλυκογλείφει όσους πίκραινε ώς χθές.

~ ~ ~

ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΕΚΔΟΤΙΣΚΟ

Ιούδας; Όχι δα! Φτωχομαλάκας…
Σιγανοπαπαδιά σιελοφόρα
που ’κανε τη ρομαντικιά ώς την ώρα
να σπιτωθεί κι αυτός μες στην Παράγκα.

(Πια τρώει ενός σκατόγερου τα φράγκα
στίχους σωρό τυπώνοντας της πλάκας.)

~ ~ ~

ΣΕ ΣΤΙΧΟΠΛΟΚΟ ΞΕΜΩΡΑΜΕΝΟ

Τι νόμισες, τα πλήθη θα σ’ υμνήσουν;
Α, τούβλο, κοκκορόμυαλος θα ήσουν!
Τα πλήθη απαξιούν και να σε φτύσουν.

~ ~ ~

ΣΕ ΠΡΩΗΝ ΤΙΜΗΤΗ, ΣΦΟΓΓΟΚΩΛΑΡΙΟ ΤΩΡΑ

Τσιρίζοντας στα ογδόντα ντεσιμπέλ
κατήγγελλες σινάφια και καρτέλ
κι έκανες κρότο μες στη σαστιμάρα.
Μα γρήγορα σε βούβανε η Βαβέλ·
στον σβέρκο που τον είχες για Νομπέλ,
πια τώρα πέφτει σύννεφο η σφαλιάρα.

~ ~ ~

ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΣ ΑΥΤΟΠΑΡΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ

Ο θάνατός Σου – τι θεόσταλτη ευκαιρία!
Ας μη σε χώνευα, είχαμε κοινούς εχθρούς:
υμνώντας του Έργου σου την τόση σημασία,
μαζί μ’ εκείνο θα τους θάψω κι αυτουνούς.

~ ~ ~

ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ

Ο Σκέρτσος και ο σιορ Λειρής κι ο Ξέβρας
από της μέρας το έμπας ώσμε το έβγας
ομάδι ομώσασι βιβλία να βγάνου.
Αμόλα ο Σκέρτσος στη σελίδα απάνου
τσιρλιά και πόρδους ᾽πο τ᾽ αντερικά του,
βάθος να δώση κι ύφος στ᾽ Άπαντά του.
Με μια πιρούνα ο σιορ Λειρής τσιμπούσε
το έργατο που κει μπρος του βουρβουρούσε
κι αλάτιζέ το για να νοστιμέψη.
Μα δεν πετύχαινε ποτές τη γέψη
και στράφι πήγαινε η δουλειά του η τόση.
«Γιάντα καθυστεράς ;» του κάνει ο Ξέβρας
πούτανε κι αυτουνού του να τυπώση.
Και του αποκρίθηκε ο πρεσσάς με σέβας :
«Μια μέση και μια γλώσσα ειμ᾽ ο καημένος
κι απ᾽ τα χρειαζούμενα αποστερεμένος.
Ζωή να πης κι αυτή του χαμαιτύπη !
Όσο κι αν γλείφω, πάντα κάτι λείπει . . .
Παχύς ο Σκέρτσος, κι έχει πάτο αφράτο,
μα εδώ ᾽χω ανάγκη πράμα πιο ξυγγάτο.
Κώλον φαρδύ κι ακένωτον ακόμα
στα ξώφυλλά μου για να δώση χρώμα.
Α δε βαστώ, ζόρια βαριά μου επέσα.
Βούηθα και συ, μπρε Ξέβρα ! Χέσε μέσα . . . »

~ ~ ~

ΚΑΚΟΦΑΝΙΣΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Eίχαν ευθύνες, τρομερές ευθύνες
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Σ. ΦΕΡΕΣΙΑΔΗΣ

Απείτις του γυρίσανε τη ράχη οι κριτικοί,
του Ποιητού πολύ του κακοφάνη·
και στο σινάφι έβγαλε φετφά
μ’ ανάθεμα βαρύ και κατηγόριες.

Πως οι γραφιάδες πράξαν αλαφρόμυαλα,
και την εμπιστοσύνη του προδώσαν·
πως δόλια εσούρθηκαν χαμαίς και του δαγκάσαν
τα χέρια τα ευεργετικά που τους χαϊδεύαν,
αντίς να τρέξουνε ευλαβώς να τα φιλήσουν·
πως άλλος πιο φριχτά δεν έφταιξε, μα ατός του,
που σκέφτηκε ο λωλός έτοιους ανήξερους,
για το Έργο του, που έχει πλοκάμια τόσα,
να στέρξει, να καταδεχτεί να τους ρωτήξει.

― ’Σύχασε, Ποιητά, στο χέρι σου είναι
κι άλλη φορά δεν τους ματαρωτάς.
Ή τις ορμήνειες αρχινάς ώς να αποκάμουνε
και το πολύ το ψου ψου ψου στ’ αυτί,
ώσπου σκασμένοι από το ινάτι σου στο τέλος,
σεβαστικά πια να σου γράψουν τά που θες.

~ ~ ~

ΕΙΣ ΟΜΟΤΕΧΝΟΝ

Ο Καίσαρ, άγριος θύτης η Ιστορία,
στη Μοίρα του έκλινε μπροστά το γόνυ,
ο Αλέξανδρος εχάθη στην Ασία
κι ο Διγενής πάντα λυγάει στ’ Αλώνι.

Οι φαραώ κοιμούνται στη Σαχάρα,
άμμος ψιλή τούς κήδεψεν η Λήθη,
τους κάιζερ θέρισε πικρή η Κατάρα
κι οι σάχηδες ξεπέσαν, μείναν μύθοι.

Πλην όμως, κι αν παρήκμασεν η Ρώμη,
το Τείχος πια κι αν έχει καταρρεύσει,
η Πόλις η ίδια κι αν εάλω ακόμη –
ασήμαντα όλα μοιάζουν, δίχως γεύση !

Εμπρός στης Γλώσσας τον κρυφό Μεσσία
που δίνει στα ποιήματά σου Ουσία.

Γεωργία Τριανταφυλλίδου, Δ. Ν. Μαρωνίτης (1929-2016)

μαρων

*

Στη μνήμη του Δημήτρη Μαρωνίτη (22 Απριλίου 1929 – 12 Ιουλίου 2016), η μαθήτριά του, ποιήτρια Γεωργία Τριανταφυλλίδου, σε μια εκ βαθέων προσωπογραφία του δασκάλου.

 ~ ~ ~

Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΚΡΟΑΣΗΣ

                                              Λοιπόν ωραία! Εφτάσαμε, ποιος ξέρει από τι κήπους…
Γιάννης Σκαρίμπας

Γυρίζω πίσω, πριν από είκοσι ακριβώς χρόνια. Τίτλος μαθήματος: Ομηρικό έπος (3 διδακτικές μονάδες), Οδύσσεια : «Αλκίνου απόλογοι». Κωδικός μαθήματος: ΑΕΦ 102. Διδάσκων: Δ. Μαρωνίτης. Εαρινό εξάμηνο 1989. Μέρα και ώρα διδασκαλίας: Τρίτη 11-2. Αίθουσα διδασκαλίας: 101 νέου κτηρίου.

Τότε, στα υποχρεωτικά μαθήματα  του τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, υπήρχε ακόμη η δυνατότητα να επιλέγει ο φοιτητής τον διδάσκοντα και την παράδοση της αρεσκείας του, εφόσον στον ίδιο κωδικό, του έπους στην προκειμένη περίπτωση, η Οδύσσεια είτε προσφερόταν σε δύο εκδοχές από δύο διαφορετικούς δασκάλους(π.χ. «Αλκίνου απόλογοι» και «Γυναικείες μορφές») είτε συνυπήρχε, ενδεικτικά και πάλι, με τις ραψωδίες Ζ και Ι της Ιλιάδας. Μπορούσες δηλαδή να διαλέξεις τον διδάσκοντα που επιθυμούσες χωρίς το πρώτο γράμμα του επιθέτου σου να λειτουργεί δεσμευτικά. Τώρα πια, νομίζω, οι διδάσκοντες του ίδιου γνωστικού αντικειμένου μοιράζονται αλφαβητικά τους φοιτητές, οπότε οι τελευταίοι «σύρονται» αναγκαστικά από το αρχικό κεφαλαίο του επωνύμου τους. Γιατί επιμένω σε τέτοιου είδους λεπτομέρειες του κανονισμού; Επειδή έχει σημασία για μένα να πω ότι η παρακολούθηση του μαθήματος του Δ. Μαρωνίτη δεν ήταν σε καμιά περίπτωση ένα τυχαίο γεγονός στη φοιτητική μου ζωή. Έπεσα κατευθείαν πάνω του. Κι αυτή η ελεύθερη βούληση με οδήγησε ολοταχώς στο τυχερό μου.

Τι γνώριζα μέχρι τότε για τον διδάσκοντα; Φήμες. Ότι αξίζει να τον έχεις καθηγητή και πως αυτό ταυτόχρονα σου κοστίζει. Εκείνος ξέρει, όμως πρέπει κι εσύ να μπορείς. Απαιτείται προσήλωση στο πρόσωπό του γιατί από ένα σημείο και μετά η παθιασμένη «ομιλούσα κεφαλή» είναι η ίδια το μάθημα ακριβώς. Δεν χαρίζεται σε κανέναν. Κάποτε εντοπίζει την αδυναμία σου και τη φέρνει σταθερά απέναντί σου. Φυσικά, στο τέλος του εξαμήνου, οι εξετάσεις στο μάθημά του δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο των εξετάσεων. Επαναλαμβάνω ότι οι παραπάνω φήμες αφορούσαν τη διδασκαλική του ιδιότητα αποκλειστικά. Γιατί ως συγγραφέα και επιφυλλιδογράφο τον γνώριζα ήδη από τα μαθητικά μου χρόνια. Στο πανεπιστήμιο μάλιστα είχα προλάβει να τον συμβουλευτώ βιβλιογραφικά για θέματα σχετικά με μαθήματα της νεοελληνικής μου ειδίκευσης – π.χ. όταν «διδάχτηκα» Μίλτο Σαχτούρη. Έτσι, η επιθυμία να συναντηθώ μαζί του στην αίθουσα έκρυβε κάτι από τη λαχτάρα της αναμέτρησης με ό,τι κατά βάθος φοβόμουν: αυτό που ίσως πάθαινα εξαιτίας του συγχρωτισμού μαζί του και εκείνο που ίσως δεν κατάφερνα να μάθω στη διάρκεια της διδασκαλίας του.

Θυμάμαι ότι στο τέλος του πρώτου μαθήματος ένιωσα υπερβολικά πιεσμένη. Αργότερα κατάλαβα ότι η πίεση προήλθε από την αγωνία μου να είμαι ολόκληρη εκεί, παρούσα, ενώ αυτό απλώς συνέβαινε. Μια περιττή επίταση από μέρους μου. Εκείνη την άνοιξη του 1989 ο Δημήτρης Μαρωνίτης  άνοιξε την πόρτα της  αίθουσας  101 και αμφιβάλλω αν την έκλεισε ποτέ οριστικά πίσω του. Μπήκε μέσα φορώντας ένα λινό μπεζ παντελόνι και μια σκούρα βυσσινιά μπλούζα. Χώρεσε όλο το ακροατήριο σε μια ματιά, την ίδια στιγμή που ο καθένας χωριστά μπαίναμε αγαπησιάρικα στο μάτι του. Διάβασε: «Ἀλκίνοος δέ μιν οἶος ἀμειβόμενος προσέειπεν» και συνέχισε χωρίς να είμαι απόλυτα σίγουρη ποιος δάνειζε εφεξής τη φωνή του σε ποιον.

Μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια έρχονται στο νου μου σχεδόν φωτογραφικά  τα φερσίματα και οι χειρονομίες του, η στάση του σώματος, τα ξεσπάσματα, οι ενδυματολογικές του προτιμήσεις. Τον θυμάμαι να ανεβαίνει από τα αριστερά της έδρας και τη μεριά των παραθύρων προς τις πίσω σειρές των εδράνων και να συνεχίζει περιμετρικά τη βόλτα του εναποθέτοντας τις κουβέντες του πάνω στο βλέμμα κάθε φοιτήτριας και φοιτητή. Ο Δημήτρης Μαρωνίτης ήθελε να τον ακούς αντικρίζοντάς τον κατάματα. Και επέμενε να σου μιλάει με τα μάτια. Τότε έλεγα πως είναι θέμα γοήτρου. Αναπόφευκτα οι φοιτητές ασκούνταν στο να κρατούν σημειώσεις χωρίς ο ίδιος να τους αντιλαμβάνεται, προς το μέσον δε του εξαμήνου χωρίς να το αντιλαμβάνονται και οι ίδιοι, γεγονός που συνιστούσε από κοινού μια λαμπρή κατάκτηση διδασκομένων και διδάσκοντος αντίστοιχα. Το κεφάλι  που πιανόταν επ’ αυτοφώρω  να σκύβει πάνω από πυκνογραμμένες σημειώσεις επρόκειτο πάραυτα να κλονιστεί με λόγια του τύπου «υπόσχομαι κάθε σειρά από αυτές που με τόσο ζήλο γεμίσατε, να σας είναι παντελώς άχρηστη στις εξετάσεις». Αλλά μόνο τώρα καταλαβαίνω πως χρεωνόταν τη διάθεση για καταγραφή ως προσωπική του αποτυχία. Τα λεγόμενα του δασκάλου μπορούσαν να απειληθούν μόνο από τη γραπτή τους επαναδιατύπωση και ο Δημήτρης Μαρωνίτης δεν επρόκειτο να ανεχθεί την παραμικρή παρεμβολή ανάμεσα στην κερδισμένη ευηκοΐα των φοιτητών και τη δική του μαχητική προφορικότητα. (περισσότερα…)

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες»: Μετά το τρομοκρατικό δημοψήφισμα

13533123_10157092491190603_6862818073120492_n

Γράμμα από τις Βρυξέλλες, 28.06.2016

Αγαπημένη μου,

ναι, εντάξει, έχεις δίκιο να παραπονιέσαι και να διαμαρτύρεσαι, πάει καιρός που έχω να σου γράψω, πράγμα που βαραίνει και στη δική μου συνείδηση. Έλα όμως που τα χτυπήματα διαδέχονται απανωτά το ένα το άλλο. Πριν προλάβει κανείς να συνέλθει απ’ το πρώτο, να ‘σου και το επόμενο. Ευτυχώς, όμως, γνωρίζεις με ποιαν έχεις να κάνεις και είμαι βέβαιη ότι όχι μόνο δεν θα μου το επιρρίψεις, αλλά θα έχεις πιθανότατα και κατανόηση για το πώς επιδρά μια τέτοια κατάσταση σε μένα, όπως και σε όλους βέβαια. Εξάλλου, στην ίδια λίγο-πολύ θέση βρίσκεται πλέον ολόκληρη η Ευρώπη και ο κόσμος όλος.

Τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος στη (Μεγάλη) Βρετανία σχετικά με την παραμονή της ή όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα τα έμαθες. Παρά το θετικό αποτέλεσμα σε Σκωτία, Βόρεια Ιρλανδία και Λονδίνο, οι Βρετανοί αποφάσισαν υπερήφανα με 51,9% απόσχιση από την ευρωπαϊκή οικογένεια, πράγμα που προξένησε «συγκρατημένο πανικό» όχι μόνο στην πολιτική ηγεσία της Ε.Ε., αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη γενικότερα. Κάποιοι αναρωτιούνταν (εύχονταν) μήπως ο Κάμερον ακολουθήσει το παράδειγμα του Τσίπρα (είμαστε πρωτοπόρος λαός, πώς να το κάνουμε!) και κάνει το «όχι», «ναι». Μόνο που πέρα από πρωτοπόροι, είμαστε και μοναδικοί, απαράμιλλοι στο είδος μας. Κάθε άλλο, λοιπόν, οι Βρετανοί προσήλθαν με το κούτελο ψηλά στην έκτακτη σύνοδο της ολομέλειας του Ευρωκοινοβουλίου σήμερα και, για να είμαστε πιο ακριβείς, με τσαμπουκά. Βρετανοί Ευρωβουλευτές μίλησαν με απρεπή τρόπο σε συναδέρφους, εκφράζοντας τη χαρά τους που επιτέλους η (Μεγάλη) Βρετανία δεν θα πληρώνει για τους μισθούς Ευρωβουλευτών που ούτως ή άλλως δεν κάνουν τίποτα και άλλα συναφή. Η άλλη πλευρά δεν έχασε την ευκαιρία (κάτι μου θυμίζει αυτό) και απάντησε με εξίσου ειρωνικό υφάκι. Δεν καταλαβαίνω γιατί θα πρέπει να οξύνονται τόσο οι τόνοι.

Πολλοί, ανάμεσα σε κείνους -φαντάζομαι- κι εσύ, θα αναρωτιούνται προς τι η βιασύνη. Κι όμως, ποια βιασύνη; Να τους δώσουμε χρόνο να το ξανασκεφτούν, ελπίζοντας ότι θα αλλάξουν γνώμη; Δεν θα αλλάξουν. Να περιμένουμε να κακοφορμίσει η πληγή, πράγμα που θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τρίτοι; Προς τι; Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Βλέπεις ποιους έχεις μαζί σου και ποιους όχι και προχωράς. Το θέμα είναι απλό: Η (Μεγάλη) Βρετανία δεν ένιωσε ποτέ ‘μέλος’ (άκου τώρα έκφραση για ολόκληρη αυτοκρατορία!) του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η στάση της ήταν πάντα στάση αμφιβολίας, καχυποψίας και συντηρητισμού -αν όχι οπισθοδρόμησης- (το καλύτερο για τους ίδιους θα ήταν η πραγματική επιστροφή στο παρελθόν βλ. Επέκταση των συνόρων, ίσως και Βρετανική Ένωση –who knows?), πράγμα που συνιστούσε ανέκαθεν πολιτικό τραύμα στο ευρωπαϊκό σώμα.Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τη στάση της στο ενιαίο νόμισμα, στο κοινό Σύνταγμα; Οπότε μια σύγκριση του BREXIT με το GREXIT θα ήταν άστοχη. Ο μαθηματικός στο γυμνάσιο μας έλεγε: «ανόμοια ποσά μεταξύ τους δεν συγκρίνονται». Άσε που, με τα 3/4 της νεολαίας να έχουν σκορπίσει στην Ευρώπη, η Ελληνίδα μάνα θα το σκεφτόταν διπλά πριν απλώσει το χέρι στην κάλπη. Λοιπόν, (Μεγάλη) Βρετανία, «γενηθήτω το θέλημά σου».

Όμως, προσοχή! Ήδη στις συνομιλίες μου και σε όσα ακούω στους διαδρόμους του Κοινοβουλίου, διακρίνω μια τάση εκδίκησης, ακόμη και παραδειγματισμού, πράγμα που θεωρώ μικροπρεπές. Η αποχώρηση της Βρετανίας από την Ε.Ε. θα πρέπει να γίνει όπως στο χωρισμό ενός ζευγαριού.  Θα μου πεις, δεν γίνονται μικροπρέπειες –όσο μικρές ή μεγάλες– όταν χωρίζει ένα ζευγάρι; Ε, όπως και να ‘χει, ο ένας οφείλει να σέβεται την επιθυμία του άλλου να φύγει κι ώς εκεί. Εφόσον η Βρετανία αποφάσισε να αποχωρίσει, δεν θα πρέπει να μας νοιάζει το αν αποσχιστούν από εκείνην η Σκωτία, η Ουαλία κλπ, ούτε αν θα γονατίσει οικονομικά, αλλά πώς εμείς θα προχωρήσουμε, χωρίς μάλιστα να φοβερίζουμε τα υπόλοιπα κράτη-μέλη με δυσβάσταχτες κυρώσεις. Η αρχή είναι απλή: τίποτε δεν γίνεται με το ζόρι. Όσοι θέλουν να φύγουν, ας φύγουν, κι όσοι θέλουν να μείνουν, ας μείνουν. Να ξέρουμε, μόνο, ποιοι είναι αυτοί. Με τον ίδιο τρόπο, δεν μπορούν να υποχρεώνονται οι Σκωτσέζοι (διαφορετικός λαός από τους Βρετανούς) να ονομάζονται Βρετανοί υπό τη σκέπη της (Μεγάλης) Βρετανίας, ούτε οι Καταλανοί να λέγονται Ισπανοί, αφού οι ίδιοι δεν βλέπουν τον εαυτό τους ως τέτοιους. Μπορείς να επιβάλεις σε κάποιον πώς να βλέπει τον εαυτό του και να λέγεσαι δημοκρατικός και προοδευτικός άνθρωπος;

Πέρα όμως από τα λόγια, που αυτές τις μέρες είναι και πολλά και ηχηρά και φορτισμένα, η Αλήθεια βρίσκεται στα σημεία (δεν επέλεγα τυχαία τη Σημειολογία ως μάθημα επιλογής στο πανεπιστήμιο). Στο δρόμο σήμερα για το Κοινοβούλιο, με καλημερίζει μια σημαία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πάντα με κεφαλαίο!) στο ρολόι στην πλατεία Λουξεμβούργου. «Μπα;» σκέφτομαι, «για δες! έβαλαν σημαία;» Πριν προλάβω να απορρίψω το ενδεχόμενο, σκεπτόμενη πως απλώς δεν την είχα προσέξει νωρίτερα,  τσουπ! κι άλλη σημαία, στη γυάλινη ημικυκλική οροφή! «Έχει γούστο!» ξανασκέφτηκα. Έμεινα με την απορία –μου φαινόταν τραβηγμένο– ώσπου, φεύγοντας το απόγευμα, αντίκρισα τη σημαία της Ευρώπης και στο τηλεοπτικό στούντιο! Όπως και με το τρομοκρατικό χτύπημα στο μετρό των Βρυξελλών πριν λίγους μήνες είχαν ξεφυτρώσει στα μπαλκόνια σημαίες του Βελγίου, έτσι ξεφύτρωσαν παντού στα ίδια τα ευρωπαϊκά όργανα οι σημαίες της Ενωμένης Ευρώπης. Φταίω εγώ μετά να το χαρακτηρίσω ‘τρομοκρατικό δημοψήφισμα’;

Θέλουμε, δεν θέλουμε, είτε μας αρέσει είτε όχι, την ηρακλείτεια φράση ζούμε: «τα πάντα ρει, τα πάντα χωρεί», όμως -ας μου επιτρέψει ο αρχαίος σοφός τον αντίλογο-, όλο και κάτι μένει: εσύ, ας πούμε, η φίλη μου, ενσαρκώτρια των υψηλών αξιών της φιλίας και της αγάπης. Τώρα μπορεί να μοιάζει παλιομοδίτικο -αν όχι μπαγιάτικο- και γλυκερό -αν όχι κιτς-, όμως όλα -τρομοκρατία, αποσχιστικά δημοψηφίσματα, μισαλλοδοξία, κρίση, προσφυγικό- στο ένα αυτό συγκλίνουν: όχι στο διάλογο και στην κατάστρωση σχεδίων που τόσο μα τόσο συχνά ακούμε στις αίθουσες εντός κι εκτός του Κοινοβουλίου, αλλά στην αγάπη, σε μια προσέγγιση ουμανιστική, απαραίτητη προϋπόθεση κάθε διαλόγου και κάθε σχεδίου. Άσε που αν υπήρχε αυτή, ούτε σχέδιο, αλλά ίσως ούτε καν διάλογος θα χρειαζόταν.

Πες μου, όμως, πώς έχουν τα πράγματα στην Ελλάδα του καλοκαιριού;

Σε φιλώ,

Έλενα

ΥΓ: Να μου φιλήσεις τα παιδιά. Αν τα ετοίμαζες για Αγγλία, μάθε τους κινέζικα.

*Κείμενο: Έλενα Σταγκουράκη

Δημήτρης Αγαθοκλής: Ο Ποιητής ως Αξίωμα

pic-1

♦♦♦

ΤΟ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΟΤΙ Η ΠΟΙΗΣΗ, και γενικώς η Τέχνη, έχει τον ένα ή τον άλλο σκοπό, λίγο θα ωφελήσει. Εάν δηλαδή στοχεύει στην ανάδειξη τού ιδανικώς Ωραίου αναπτύσσοντας την αισθητική ευαισθησία, ή στο να τέρπει τις αισθήσεις και να κάνει τον άνθρωπο να στοχάζεται ή ακόμα να βελτιώνει τις κοινωνικές σχέσεις που διέπουν την καθημερινότητά του· λίγο ενδιαφέρει.

Κανείς δεν διαβάζει έχοντας στο πίσω μέρος τού κεφαλιού του ότι με το πέρας τής ανάγνωσης θα πρέπει να έχει κερδίσει κάτι απτό, κάτι μετρήσιμο που να μπορεί να το βάλει δίπλα σε μιά σειρά από λοιπές «γνώσεις» για επίδειξη προς τρίτους, όπως για παράδειγμα όταν τοποθετούμε τα βιβλία μας στη βιβλιοθήκη ή όπως συνηθίζαμε μικροί να έχουμε τα στρατιωτάκια μας σε διάφορους σχηματισμούς, δείχνοντάς τα επαιρόμενοι σε φίλους. Όχι. Η Ποίηση είναι κάτι διαφορετικό. Δεν ποσοτικοποιείται, δεν έχει λαβές να την πιάσεις και να την σηκώσεις ψηλά για να δεις όλες της τις πλευρές· κάθε παραμικρή καμπύλη, ακμή, επιφάνεια ή κορυφή κάτω από άπλετο φως. Αν μάς επιτρέπεται η φανταστική μεταφορά, η Ποίηση ομοιάζει προς ένα τετραδιάστατο στερεό την μορφή τού οποίου αντιλαμβανόμαστε απ’ την προβολή τής σκιάς του στις διαστάσεις που γνωρίζουμε, ανάλογα με τον φωτισμό κάθε φορά. Όσο ικανώτερος ο ποιητής, τόσο πιο πλούσιες και ποικίλες οι προβολές τού (ιδεατού) ποιητικού στερεού. Διότι μη γελιόμαστε. Είμαστε (και θα παραμείνουμε) δέσμιοι των αισθήσεών μας. Μέσω αυτών αντιλαμβανόμαστε τον Κόσμο και δίνουμε νόημα στις ενέργειές μας. Είναι μια πικρή αλήθεια αυτή, πράγματι· ίσως και ήττα. Γι’ αυτό κι εν προκειμένω η Ποίηση έρχεται ως αρωγός (αλλά και παρηγορία). Όχι για να μάς υποδείξει πώς να ζήσουμε, όχι! Η Ποίηση δεν ξέρει τον τρόπο, δεν μπορεί να μάς δώσει καμμιά μονολεκτική απάντηση για την ανθρώπινη κατάσταση. Είναι όμως σε θέση (και οφείλει) να ξεσκεπάζει τα μεγάλα ερωτήματα τής Ζωής, τις μεγάλες αγωνίες. Κι αυτό μεν δεν αποτελεί ικανή συνθήκη· είναι όμως σίγουρα αναγκαία για να λέμε ότι έχουμε Ποίηση – τουλάχιστον το είδος που αξίζει μνείας και καλούμε σπουδαία.

ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ όσον αφορά στον ρόλο τού Ποιητή. Μερικοί υποστηρίζουν ότι πρέπει να είναι μεταρρυθμιστής, αναμορφωτής των μαζών, κοινωνικός καινοτόμος. Άλλοι, και δεν είναι λίγοι, ότι δεν πρέπει να είναι οπαδός τής «δράσης» αλλά αντιθέτως περισσότερο ιδεαλιστής, συγκεντρωμένος στα γραπτά του ανεξαρτήτως εάν αυτά, τελικώς, επηρεάσουν ή όχι τον κοινωνικό του περίγυρο. Η αλήθεια πιστεύουμε βρίσκεται, όπως συνήθως, κάπου στη μέση. Σίγουρα ο ποιητής δεν είναι επαναστάτης αλλά από την άλλη δεν είναι και επαίτης. Όπως δεν αρμόζει να ανεμίζει ποιητικές μπαντιέρες άλλο τόσο δεν αρμόζει και να παρακαλεί. Δεν είναι τής φύσης του να περπατά με σκυφτό κεφάλι στους δρόμους, μ’ ένα λουλούδι στο χέρι, ζητώντας συγκατάθεση για να το δωρίσει εδώ ή εκεί. Η ταπεινότητα δεν είναι γνώρισμά του. Αντιθέτως! Ο Ποιητής, που έχει επίγνωση τής θέσης του, κατεβαίνει στο πεζοδρόμιο όχι με τηλεβόα και συνθήματα αλλά με χαρτί και πέννα. Στέκεται καταμεσής τού πλήθους κι αρχίζει να κηρύττει, να κατηχεί τις καρδιές των συνανθρώπων του που μέσα στη ρεαλιστικά απροσδιόριστη καθημερινότητα που καλούμε Ζωή, άλλοτε αγωνιούν κι άλλοτε χαίρουν. Ζωή για την οποίαν έχει την πεποίθηση πως γνωρίζει αρκετά ώστε ν’ αξίζει να μιλήσει γι’ αυτήν σε μια γλώσσα πιο θελκτική ή προσιτή, σίγουρα πάντως εκλαϊκευμένη – απευθυνόμενη στους πολλούς και όχι στους ολίγους. Ο Ποιητής πρέπει να φέρει ερωτήματα στην επιφάνεια· να θέσει τα φλέγοντα ζητήματα τού καιρού του υπό τον τύπον των ήλων, να εγείρει παλαιά πάθη από την λήθη και να τα μελετήσει υπό νέον πρίσμα, κι όλα μαζί να τα ξαπλώσει σαν ασθενή επί τής χειρουργικής κλίνης να τ’ ανατάμει. Προσοχή όμως, να μην προτρέχουμε! Δεν είναι χρέος τού Ποιητή να προτείνει κάποια λύση, κάποια απάντηση να τού βρίσκεται – δεν είναι φιλόσοφος ή καλύτερα μάγος να εμφανίζει λαγούς μέσα από καπέλλα. Μην τού ζητούμε να ενδυθεί ένα ρούχο που τού είναι μεγάλο ή εκτός εποχής. Είναι όμως Κτίστης ο Ποιητής. Δημιουργός, Γεννήτωρ ενός Κόσμου που οφείλει να πλάσει απ’ το μηδέν. Να πάρει χώμα και να κάνει λάσπη –κι απ’ την λάσπη μετά πηλό!– αυτοβούλως θέτοντας τ’ Αξιώματα πάνω στα οποία θα οικοδομήσει τις Προτάσεις και τα Θεωρήματά του· ή αν θέλουμε αλλιώς, τους Ήρωες και τις Σχέσεις που διέπουν την προσωπική αισθητική του Σκηνή (όπως στο θέατρο). Αυτή είναι η προσφορά του. Δεν αποτελεί διέξοδο, ούτε όμως κι αδιέξοδο (δεν προσπαθεί ν’ αποδείξει κάτι). Δεν υπάρχει επιμύθιο ή happy end σε ό,τι μάς λέει. Γιατί δεν μπορεί να υποσχεθεί τίποτε παραπάνω από μια γνήσια μεταγραφή τής Αλήθειας σε όρους κατά τι πιο προσιτούς στα συνήθη γλωσσικά αισθητικά μας κριτήρια. Αυτό είναι ο Ποιητής. Μια υπερχορδή, ένα bing bang, μια πιθανότητα που θέτει τα πράγματα «στη μυστική κίνηση» ενώπιόν μας, βάσει των δικών του αξιωματικώς απολύτων Σταθερών. Κι αλλοίμονο σε εκείνον που αντί να ορίσει τις δικές του σταθερές, τις παίρνει έτοιμες και αρχίζει να κτίζει επ’ αυτών σαν να ήτανε δικές του! Τί πλάνη… Η ποίησή του είναι καταδικασμένη να καταρρεύσει, να χαθεί για πάντα – γιατί τα ποιητικά παραγώμενα θα είναι ξένα, όχι δικά του, και αναπόφευκτα θα παγιδευτεί στην προσπάθεια να δικαιολογεί αενάως τ’ αδικαιολόγητα· τον λόγο για τον οποίο χρησιμοποίησε αλλότρια Αξιώματα αντί τού να παραγάγει/ορίσει ο ίδιος νέα. Η ποίησή του δεν θα είναι ειλικρινής και ο τόνος του θα τείνει διδασκαλίστικος. Και φυσικά, κάτι τέτοιο δι’ όλου δεν αρμόζει στον ποιητικό Λόγο.

ΑΝ Ο ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ ΕΙΔΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ μονότονο και πεζό, αν ο Σεφέρης τον είδε χαλάσματα κι ο Ελύτης να πλέει σ’ ένα εκθαμβωτικό αιγαιοπελαγίτικο φως, και οι τρεις είχαν το θάρρος να ορίσουν καλώς τα Αξιώματα τής ποίησής τους επί των οποίων, αργά και μεθοδικά, όρθωσαν το (στέρεο) ποιητικό τους Σύμπαν με ειλικρίνεια και συνέπεια. Δεν προσπάθησαν να τον αλλάξουν ή χειρότερα να μάς «νουθετήσουν» να δεχτούμε την ορθότητα τής οπτικής τους. Κάτι τέτοιο θα αποδομούσε το ποιητικό τους εγχείρημα, θα αναιρούσε την ποιητική τους ενέργεια· που δεν ήταν άλλη απ’ το να θέσει ερωτήματα που λίγο-πολύ βρίσκονταν στα χείλη όλων εκείνη την εποχή, αλλά αδυνατούσαν να λάβουν νόημα και μορφή. Και δεν είναι περίεργο που οι παραπάνω ποιητές, αν και τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, πραγματεύονται πολλές φορές το ίδιο θέμα αλλά με τόσο ανόμοιο και συνάμα ξεχωριστό τρόπο. Γιατί κανείς τους δεν φοβήθηκε να μάς φανερώσει τί πίστευσε, τί είδε· με δικά του λόγια, με δική του φωνή. Αυτό που τόσο πολύ λείπει απ’ την Ποίηση σήμερα.

ΑΡΑΓΕ, ΠΟΤΕ ΟΙ ΝΕΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ θα τολμήσουν να μιλήσουν με αυτούσια δική τους φωνή και όχι δανεική; Να πάρουν τον ποιητικό τους λόγο έξω σε πλατείες και δρόμους, χωρίς φωνασκίες, χωρίς πομπώδη σχήματα και ρητορείες, αποθέτοντάς τον στα πόδια ενός τυχαίου περαστικού και να πουν: «Ορίστε, αυτά είναι τα  Αξιώματά μου, αυτός είναι ο Κόσμος μου – όχι κάποιου άλλου αλλά δικά μου, διότι αυτά μάς απασχολούν σήμερα, αυτά μάς καίνε τούτη την στιγμή, τώρα που μιλάμε και αναπνέουμε, εγώ κι εσύ· και οι στίχοι μου, αυτές οι ταπεινές γραμμές που βγήκαν με κόπο και που ίσως να μην αξίζουν τίποτα ή ίσως πάλι και να μη συμφωνείς με αυτές (έχεις κάθε δικαίωμα), είναι η Ζωή όπως την βλέπω εγώ –όμορφη ή άσχημη, ποιός θα το πει!– όμως γυμνή με κάθε της μέλος κι από ένα ερώτημα, που αυθαίρετα (και συγχώρεσέ με για το θάρρος) είπα να το θέσω εδώ, σε αυτήν την κοινή τράπεζα που καθόμαστε όλοι νύχτα-μέρα, για συζήτηση».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ
www.dagathoklis.com