ΝΠ | Δοκίμια

Ἐμίλ Σιοράν, Ὁ παλαιότερος ὅλων φόβος

*

Επιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

Σ χ ε τ ι κ ά   μ έ   τ ό ν   Τ ο λ σ τ ό ι

Ἡ φύση στάθηκε γενναιόδωρη μονάχα ἀπέναντι σέ ἐκείνους πού τούς ἀπάλλαξε ἀπό τήν σκέψη τοῦ θανάτου. Τούς λοιπούς ἀνθρώπους τούς παρέδωσε στόν πιό ἀρχαῖο καί διαβρωτικό φόβο, δίχως ὅμως καί νά τούς διαθέσει τα μέσα ἤ ἔστω νά τούς ὑποδείξει ἕναν τρόπο γιά νά τόν νικήσουν. Εἶναι φυσικό νά πεθαίνουμε, δέν εἶναι ὅμως φυσικό νά μένουμε προσκολλημένοι στόν θάνατο, νά τόν σκεφτόμαστε σέ κάθε εὐκαιρία. Ὁ ἄνθρωπος πού δέν βγάζει τόν θάνατο ἀπό τό μυαλό του εἶναι ματαιόδοξος καί ἐγωπαθής∙ ζῶντας ἀποκλειστικά σύμφωνα μέ τήν εἰκόνα πού οἱ ἄλλοι ἔχουν μορφώσει γι’ αὐτόν, ἀναστατώνεται στήν σκέψη καί μόνο ὅτι μιά μέρα θά φτάσει νά εἶναι ἕνα τίποτα∙ Καθώς ἡ λήθη εἶναι ὁ μόνιμος ἐφιάλτης του, ἐμφανίζεται ἐπιθετικός καί χολωμένος, βρίσκει ἀμέσως ἀφορμή γιά νά δείξει πόσο κακεντρεχής καί κακότροπος εἶναι. Δέν διακρίνουμε ἄραγε στόν φόβο τοῦ θανάτου μιά ὁρισμένη ἔλλειψη κομψότητας; Ὁ φόβος πού ἐμποιεῖ ὁ θάνατος πτοεῖ καί παραλύει τούς φιλόδοξους, ἀφήνει ὅμως ἀνεπηρέαστους τούς ἀπονήρευτους∙ τούς ἐγγίζει, ἀλλά δέν τούς κυριεύει. Οἱ ὑπόλοιποι τόν ὑπομένουν μέ αἴσθημα πικρίας καί θυμοῦ, καθώς καί μέ μιά ὑποβόσκουσα μνησικακία ἀπέναντι σέ ἐκείνους πού διόλου δέν ἀγριεύουν μέ τήν σκέψη του. Οὐδέποτε ἕνας Τολστόι θά συγχωροῦσε ἐκείνους πού γιά καλή τους τύχη δέν κυριεύτηκαν ἀπό τόν φόβο τοῦ θανάτου· θά τούς τιμωρήσει ἐμβάλλοντάς τους τόν τρόμο, περιγράφοντάς τον μέ μιά ἀκρίβεια πού τόν καθιστᾶ συνάμα ἀποκρουστικό καί μεταδοτικό. Ἡ τέχνη του ἔγκειται στό νά φτιάχνει ἀπό κάθε ξεχωριστή, ἐπί μέρους ἀγωνία, τήν ἀγωνία αὐτή καθ’ ἑαυτή, στό νά ὑποχρεώνει τόν κάθε ἀναγνώστη νά ἐπαναλαμβάνει πρός ἑαυτόν, ἐμβρόντητος καί γοητευμένος, τά ἀκόλουθα λόγια: «ὥστε ἔτσι, λοιπόν, πεθαίνουμε».

Στόν συμβατικό καί στερεότυπα ἐπαναλαμβανόμενο κόσμο ὅπου ζεῖ ὁ Ἰβάν Ἴλιτς, ἡ ἀσθένεια μπουκάρει ἀπρόσκλητη. Ἀρχικά νομίζει ὅτι πρόκειται γιά μιά προσωρινή ἀδιαθεσία, κάτι τό περαστικό καί ἀσήμαντο∙ στή συνέχεια, καθώς ὁ πόνος χειροτερεύει, γίνεται ὅλο καί πιό συγκεκριμένος καί ἀνυπόφορος, ὁ Ἰβάν Ἴλιτς ἀρχίζει νά ἀντιλαμβάνεται τή σοβαρότητα τῆς κατάστασης, ὥσπου στό τέλος ἀποκαρδιώνεται ἐντελῶς. «Κάποιες στιγμές, μετά ἀπό πολύωρους πόνους, ὅσο κι ἄν ντρεπόταν νά τό ὁμολογήσει, πάνω ἀπ’ ὅλα ἤθελε νά τόν λυπηθεῖ κάποιος σάν νά ἦταν ἕνα ἄρρωστο παιδί. Ἤθελε νά τόν κανακεύουν, νά τόν φιλᾶνε, νά κλαῖνε γι’ αὐτόν, ὅπως χαϊδεύουν καί παρηγοροῦν τά παιδιά. Ἤξερε ὅτι εἶναι ἕνας σοβαρός δικαστής μέ γκρίζα γενειάδα, καί ἀκριβῶς γι’ αὐτόν τόν λόγο ἦταν ἀδύνατο νά γίνει ἕνα τέτοιο πρᾶγμα. Ἔλα ὅμως πού τό ἀποζητοῦσε».[*] (περισσότερα…)

Πεντάστερα ξενοδοχεία με οικογενειακούς βόθρους

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Πεντάστερα ξενοδοχεία με οικογενειακούς βόθρους

Τα βλαστάρια ολίγων οικογενειών με μεγάλο δόντι πιστεύουν από τα μικράτα τους ότι έχουν κληρονομικό δικαίωμα στην εξαγορασμένη ασυδοσία. Εξασφαλισμένη άνεση στη φοροκλοπή και ανοιχτή πρόσβαση στη δωροδοκία, εκβιαστική ατιμωρησία και ελευθερία στον βιασμό. Μια πεποίθηση διόλου αδικαιολόγητη αφού ως επιφανή καθάρματα δρουν με την ανοχή και κάποτε με την προστασία των οργάνων της ελληνικής Πολιτείας. Ενίοτε φυσικά το τείχος ραγίζει και άθλια συμβάντα, όπως αυτό της Θεσσαλονίκης, φέρνουν στην επικαιρότητα το καταραμένο τρίγωνο εξουσίας, σεξισμού και βίας. Η σκοτεινή συλλειτουργία των πλευρών αυτού του τριγώνου, στο οποίο η βία κρατά σταθερά τη θέση της υποτείνουσας, είναι έκδηλη σε μια σειρά συγγραφέων από τον Σαντ ως τον Ζενέ. Στη σεξουαλική κακοποίηση, αυτό που μετρά είναι περισσότερο η βία και λιγότερο το σεξ. Στόχος του επιτιθέμενου είναι η ενδυνάμωση της εξουσιαστικής σχέσης που τον συνδέει με το θύμα και η επιδίωξη της υποτέλειας του ανίσχυρου. Η δική του ηδονή αντλείται από την οδύνη του άλλου. Όταν ο δυνάστης γδύνει έναν μισοναρκωμένο άνθρωπο, δεν τον εξάπτει μόνο η θέαση του σώματός του αλλά, κυρίως, η ντροπή του. Η βασανιστική του αδυναμία ν’ αντιδράσει και ο εξαναγκασμός του σε μία ολοσχερώς αντιερωτική έκθεση. Ο εξουσιαστής δεν είναι πρωτίστως ηδονοβλεψίας αλλά οδυνοβλεψίας. Βιαστής που υποβιβάζει το δώρο της σεξουαλικότητας σε ταπεινό προσάναμμα του εγκλήματος. Όσο κι αν είναι ξαναμμένος ενεργεί εν ψυχρώ. Βαθιά ανηδονικός απέναντι σε ό,τι βρίσκεται έξω από την επικράτεια ενός θανάσιμου ζόφου, αποσκοπεί να προσβάλλει ως εξοντώσεως τη σεξουαλικότητα του θύματός του. Χαίρεται με την καταστροφή της χαράς του. Ανήκει στην κατηγορία των βασανιστών και μάλιστα του ειδεχθέστερου είδους, επειδή σχεδόν οποιαδήποτε σωματική πληγή επουλώνεται πιο γρήγορα από την πληγωμένη σεξουαλικότητα. Τα τιποτένια υποκείμενα ωστόσο που πρωταγωνιστούν σε τέτοιες υποθέσεις δεν πέφτουν από τον ουρανό, ανεβαίνουν από τον οχετό. Και μια δικαιοσύνη που θα ήθελε να χτυπήσει το κακό στη ρίζα του, θα ’πρεπε να στραφεί ερευνητικά και στις πλουσιάθλιες οικογένειες που τους έμαθαν τη χυδαιότητα από τα γεννοφάσκια τους.

~.~ (περισσότερα…)

Στὸ χῶρο τῆς τραγωδίας

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Μέσα ἀπὸ τὰ παρασκήνια ἀκούστηκε τὸ χτύπημα τοῦ γκόγκ. Μονομιᾶς ἡ χλαλοὴ ποὺ γέμιζε τὸ τεράστιο πέτρινο κύπελο τ’ ἀκουμπισμένο στὸ κοίλωμα τοῦ λόφου κατάπεσε. Ἡ σιωπὴ κατέβηκε κι ἅπλωσε τὶς φτεροῦγες της ἀπάνω ἀπὸ τὶς χιλιάδες τῶν ἀνθρώπων ποὺ κάθουνταν ἀραδιασμένοι στὶς ἀρχαῖες πέτρες, ζεστὲς ἀκόμη ἀπὸ τὸν καλοκαιριάτικο ἥλιο.[1]

Τὸ φῶς ἀπὸ τοὺς προβολεῖς, χλωμὸ κι ἀδύναμο, γιατὶ ἡ μέρα δὲν εἶχε φύγει ἀκόμη πίσω ἀπὸ τὰ βουνὰ τοῦ Ἀραχναίου,[2] χύθηκε ὣς κάτω στὴ στρογγυλὴ ὀρχήστρα καὶ σταμάτησε μπρὸς στὴν πόρτα τοῦ χωματόχρωμου παλατιοῦ. Ἐκεῖ σταμάτησε κι ἡ ματιά μας καὶ περίμενε.

Μὲ βήματα ἀργὰ μιὰ ἀντρικὴ φιγούρα βγαίνει ἀπὸ τὸ σκοτεινὸ ἄνοιγμα. Φαντάζει μικρή, ἀσήμαντη μέσα στὴν ἀπεραντοσύνη τῆς σκηνῆς.[3] Ἡ ἀπόσταση μόλις σ’ ἀφήνει νὰ ξεχωρίζεις τὰ χαρακτηριστικά της: Τὸ κοντὸ ξανθὸ γενάκι, τὰ μακριὰ μαλλιὰ στεφανωμένα μὲ κισσό, τὸ θύρσο[4] στὸ δεξὶ χέρι. Σιωπή.  Κι ἄξαφνα τινάζεται σὰ συντριβάνι ὁ Λόγος:

Ἦρθα σ’ ἐτούτη τῶν Θηβαίων τὴ χώρα
τοῦ Δία ὁ γιός, ὁ Διόνυσος , ἐγώ… [5]

Τὰ ρυθμικὰ κύματα τῶν στίχων πλημμυρίζουνε τὸ «κοῖλον», φτάνουν ὣς ἀπάνω στὶς τελευταῖες σειρὲς τῶν ἑδωλίων. Στὸ «λογεῖον» δὲν ὑπάρχει πιὰ τὸ ἀπογοητευτικὰ μικροκαμωμένο ἀνθρώπινο σχῆμα. Ἕνας θεὸς εἶναι ποὺ στέκει ἐκεῖ, δυνατὸς καὶ περήφανος κι ἐκδικητικός, σὰν ὅλους τοὺς θεοὺς ποὺ τολμήσανε νὰ τοὺς προσβάλλουνε θνητοί.  Κι ὅλο ψηλώνει παίρνοντας δύναμη ἀπὸ τὴν ποίηση ποὺ ρέει ἀπὸ τὸ στόμα του. (περισσότερα…)

Πώς βλέπουν οι σύγχρονοι έμμετροι ποιητές τον ελεύθερο στίχο

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Σε πρόσφατο άρθρο μου στο Νέο Πλανόδιον (μπορείτε να το διαβάσετε εδώ), προσπάθησα να καταγράψω τις βασικότερες στάσεις, υποκατηγορίες και αντιδράσεις των σημερινών ελευθερόστιχων ποιητών και ποιητριών έναντι της σύγχρονης έμμετρης ποίησης. Ορισμένα απαντητικά σχόλια κινήθηκαν (ελπίζω καλόπιστα) προς την κατεύθυνση της ενδεχόμενης μονομέρειας μιας τέτοιας προσέγγισης, μιας και δεν συμπεριλαμβάνει την ακριβώς αντίθετη πλευρά, εκείνη, δηλαδή, της οπτικής των έμμετρων ποιητών και ποιητριών απέναντι στον λεγόμενο «ελεύθερο στίχο». Παρόλο που πιστεύω πως κάποιος/-α ελευθερόστιχος ποιητής/-τρια θα ήταν καταλληλότερος/-η σε σχέση με εμένα για να τοποθετηθεί γι’ αυτό το ζήτημα, μιας και θα αποτελούσε τον ντε φάκτο δέκτη μιας τέτοιας οπτικής και συμπεριφοράς, παίρνω, εντούτοις, την πρωτοβουλία της συμπλήρωσης του προηγούμενου άρθρου, ελπίζοντας ειλικρινά σε διορθώσεις, ανταπαντήσεις και στην εξακολούθηση ενός (σε κάθε περίπτωση ανοιχτού και ειλικρινούς) διαλόγου.

Βγάζοντας τον εαυτό μας και τις (δεδομένες) θέσεις και αγκυλώσεις μας από το πεδίο, υποθέτωντας για τις ανάγκες του ερωτήματός μας ότι υφίσταται ένα σαφώς οριοθετημένο δίπολο (κάτι που εν μέρει αμφισβητείται) κι επιδιώκοντας μια συνολικότερη εποπτεία του επιστητού, μπορούμε να διακρίνουμε τις ακόλουθες στάσεις των σύγχρονων έμμετρων ποιητών και ποιητριών απέναντι στην ελευθερόστιχη παραγωγή:

->Η οπτική της πλήρους άρνησης: Όπως συμβαίνει και στην αντίστροφη περίπτωση που είχαμε εξετάσει, μακράν η πιο «ιακωβίνικη» οπτική ενός (μικρού αλλά υπαρκτού) τμήματος του έμμετρου ποιητικού χώρου είναι εκείνη που αρνείται συλλήβδην τον ελεύθερο στίχο και τις συναφείς μ’ εκείνον ποιητικές δημιουργίες, είτε υπό το πρίσμα της (φερόμενης ως) ευκολίας, προχειρογραφίας κι ακαλαισθησίας του είτε αντιμετωπίζοντάς τον ως μια εν γένει παρέκκλιση από την αισθητική κανονικότητα. Η οπτική αυτή συνοδεύεται συχνά από την εμφανέστατη και ανοιχτή υποτίμηση των ελευθερόστιχων ποιητών και ποιητριών (συχνότατα και των μοντέρνων καλλιτεχνών εν γένει) κι οδηγείται στις πιο ακραίες της απολήξεις ακόμα και στην άρνηση αποδοχής της καλλιτεχνικής τους ιδιότητας και στη μη συμπερίληψή τους στη χορεία των πνευματικών ομοτέχνων. Κάποιες φορές η οπτική αυτή φαίνεται πως συνυπάρχει και με εν γένει συντηρητικότερες ιδεολογικές πεποιθήσεις, δίχως να είναι, πάντως, απαραίτητα ταυτόσημη μαζί τους. (περισσότερα…)

Το κόμμα του αυτοσυντηρητισμού

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Η σύγκρουση στο εσωτερικό μιας ομάδας, λένε ψυχολογικές έρευνες, οδηγεί σε εξισορροπημένες συνθέσεις. Το ανάποδο ισχύει στο εσωτερικό των ομάδων που δηλώνουν στα θεμελιώδη ομόγνωμες: καθώς δεν έχουν έρμα, παρασύρονται από τα κύματα, τις ορμές της συγκυρίας, και εξοκέλλουν.

Οι ψυχολόγοι και τα πορίσματά τους επιβεβαιώνουν αυτό που εμπειρικά έχουμε βιώσει όλοι μας. Στην πολιτική, λ.χ., η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης έσπρωξε τις κοινωνίες της Δύσης προς τα άκρα. Καθώς η παράταξη της σοσιαλιστικής ουτοπίας στην Ευρώπη και την Αμερική αποδυναμώθηκε απότομα, η φιλελεύθερη ουτοπία έμεινε χωρίς αντίβαρο. Το γέννημα του ιστορικού συμβιβασμού τους, ο εξημερωμένος καπιταλισμός, αποχαλινώθηκε και πάλι. Και τα πολιτικά πάθη αντί να καταλαγιάσουν, καθώς υπόσχονταν οι νικητές του Ψυχρού Πολέμου, εξάρθηκαν, όπως οι ειδήσεις διαρκώς επιβεβαιώνουν στις μέρες μας.

Στην τέχνη έχουμε το ίδιο φαινόμενο. Ο Αριστοτέλης είχε παρατηρήσει ότι ένα ποικίλο στη σύνθεσή του ακροατήριο τείνει να εκτιμά ορθότερα την αξία ενός έργου τέχνης, μιας τραγωδίας λ.χ., απ’ ό,τι ένα κοινό ομοιόμορφο. Οι μεγάλοι κριτικοί των Νέων Χρόνων, με πρώτο ανάμεσά τους τον Σάμιουελ Τζόνσον, ήταν σ’ αυτό αριστοτελικοί. Tις ποιητικές δάφνες, έλεγε ο δόκτωρ Τζόνσον, πρέπει να τις απονέμουν οι πολλοί, όχι οι ειδήμονες ή οι ίδιοι οι ποιητές που βλέπουν τα πράγματα στενά. Η επικράτηση της γνώμης των «ειδημόνων» στα πράγματα της τέχνης μετά τον συμβολισμό και τους μοντερνισμούς οδήγησε στα γνωστά γραφικά και σεκταριστικά φαινόμενα που γνωρίζουμε σήμερα, στο διαζύγιο καλλιτεχνών και κοινού και στην κοινωνική περιθωριοποίηση της τέχνης. Το κενό έσπευσε να καλύψει η μαζική τέχνη, με προϊόντα συχνά απαράδεκτης ποιότητας. (περισσότερα…)

Ἐμίλ Σιοράν, Ἐπιθυμία καί φρίκη γιά τή δόξα

*

Επιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

Ἔστω ὅτι ὀμολογούσαμε τήν πιό κρυφή μας ἐπιθυμία, αὐτή πού λανθάνει σέ κάθε μας ἀποστολή καί οἰστρηλατεῖ τήν κάθε μας πράξη∙ θά λύναμε τότε τή σιωπή μας μέ τή φράση: «προσβλέπω στόν ἔπαινο». Κανείς ὅμως δέν θά ξανοιγόταν σέ ἐκμυστηρεύσεις τοῦ εἴδους αὐτοῦ, διότι εἶναι λιγότερο ἀτιμωτική ἡ διάπραξη μιᾶς κακοήθειας ἀπό τήν παραδοχή μιᾶς τόσο ἀξιοθρήνητης καί ταπεινωτικῆς ἀδυναμίας, γέννημα ἑνός αἰσθήματος μοναξιᾶς καί ἀνασφάλειας ἀπό τό ὁποῖο καταθλίβονται τόσο οἱ ἀπόκληροι τῆς τύχης ὅσο καί οἱ εὐνοηθέντες. Κανείς δέν εἶναι βέβαιος γιά τό ποιός εἶναι ἤ τί κάνει. Ὅσα χαρίσματα κι ἄν ἔχουμε, μᾶς κατατρώει ἡ ἀνησυχία, τό μόνο δέ πού ζητᾶμε γιά νά τήν ξεπεράσουμε εἶναι νά ἐξαπατηθοῦμε, νά μᾶς ἀπονείμουν ἕνα ὁποιοδήποτε βραβεῖο. Ὁ παρατηρητής ἐντοπίζει ἀμέσως μιά ἔκφραση θερμῆς παράκλησης στό βλέμμα ὁποιουδήποτε ἔχει ἤδη περατώσει ἕνα ἔργο ἤ ἔχει ἁπλῶς ἑτοιμαστεῖ νά λάβει μέρος σέ μιά ὁποιαδήποτε δραστηριότητα. Ἡ ἀνεπάρκεια εἶναι καθολική· ἄν ὁ Θεός ἐμφανίζεται ἀλώβητος, τό ὀφείλει στή δημιουργία, μετά τήν ἀποπεράτωση τῆς ὁποίας, ἐλλείψει μαρτύρων, δέν μποροῦσε νά ὑπολογίζει σέ ἐπαίνους. Θά τούς ἀπευθύνει ὁ ἴδιος στόν ἑαυτό του, στό τέλος τῆς κάθε ἡμέρας!

*

Κάθε ἄνθρωπος, προκειμένου νά δημιουργήσει μιά καλή φήμη, ἀνταγωνίζεται τούς ἄλλους. Κατά παρόμοιο τρόπο, ὅταν ὁ ἄνθρωπος πρωταρχίνιζε τή δράση του, πρέπει νά τοῦ γεννήθηκε ἡ ἀκαθόριστη ἐπιθυμία νά ἐπισκιάσει τά ζῶα, νά διαδραματίσει εἰς βάρος τους ἕναν πρωτεύοντα ρόλο, νά λάμψει πάσῃ θυσίᾳ. Μιά ἀναστάτωση, πηγή φιλοδοξίας, ἄν ὄχι ἐνέργειας, κατέστρεψε τήν ἠρεμία τῆς ζωτικῆς του οἰκονομίας· βρέθηκε ἔτσι σέ ἀνταγωνισμό μέ ὅλα τά ἔμβια ὄντα, εἰσερχόμενος μετ’ ὀλίγον καί σέ μιά ἀναμέτρηση μέ τόν ἑαυτό του παρακινούμενος ἀπό τούτη τήν ἄγρια τρέλα τῆς προσπέρασης τῶν πάντων, ἡ ὁποία βαίνοντας συνεχῶς ἐπί τά χείρω ἔμελλε νά ἀποτελέσει τό πιό δικό του χαρακτηριστικό γνώρισμα. Αὐτός μόνο στή φυσική κατάσταση θέλησε νά εἶναι σημαντικός, αὐτός μόνο, ἀνάμεσα στά ζῶα, πάσχισε νά βγεῖ ἀπό τήν ἀνωνυμία. Νά ἀξιοδοτείται, αὐτό πάντα ὀνειρευόταν. Δυσκολευόμαστε νά πιστέψουμε ὅτι θυσίασε τόν παράδεισο γιά τήν ἁπλή ἐπιθυμία νά γνωρίσει τό καλό καί τό κακό∙ ὅλως ἀντιθέτως, εὔκολα τόν φανταζόμαστε νά διακινδυνεύει τά πάντα γιά νά γίνει κάτι ξεχωριστό. Πρέπει, συνεπῶς, νά κάνουμε μιά διόρθωση στή Γένεση: ἄν ὁ ἄνθρωπος κατέστρεψε τήν ἀρχική εὐτυχία του, δέν τό ἔκανε ἀπό δίψα γιά γνώση, ἀλλά ἀπό τή βουλιμία του γιά τή δόξα. Ὅταν ὑπέκυψε στή γοητεία της, πέρασε στήν πλευρά τοῦ διαβόλου. Καί εἶναι πράγματι διαβολική τόσο καθαυτή ὅσο καί στίς ἄμεσες ἐκδηλώσεις της. Ἐξαιτίας της ὁ πιό προικισμένος ἀπό τούς ἀγγέλους κατέληξε τυχοδιώκτης καί πλείονες τοῦ ἑνός ἅγιοι ἔγιναν σαλτιμπάγκοι. Ὅσοι τή γεύτηκαν ἤ ἔστω λίγο ἔλειψε νά τήν ἀποκτήσουν, δέν τήν ἀφήνουν στιγμή· μάλιστα, δέν θά ἀποφύγουν καμιά κακοήθεια ἤ ἀχρειότητα προκειμένου νά παραμείνουν κοντά της. Ὅταν δέν μποροῦμε νά σώσουμε τήν ψυχή μας, ἐλπίζουμε τουλάχιστον στή διάσωση τοῦ ὀνόματός μας. Ἄραγε, τοῦτος ἐδῶ ὁ σφετεριστής, πού ἔπρεπε σώνει καί καλά νά ἐξασφαλίσει μιά προνομιακή θέση στό σύμπαν, θά τά κατάφερνε ποτέ χωρίς νά κατέχεται ἀπό τή ζωηρή ἐπιθυμία νά συζητεῖται τό ὄνομά του, χωρίς τήν μετά μανίας καί μετ’ ἐπιμονῆς ἐπιδίωξη διάκρισης; Ἄν τούτη ἡ μανία κατελάμβανε ἕνα ὁποιοδήποτε ζῶο, ὅσο «καθυστερημένο» κι ἄν ἦταν, αὐτό θά προχωροῦσε τόσο ἁλματωδῶς πού χωρίς μεγάλη καθυστέρηση θά προλάβαινε τόν ἄνθρωπο. (περισσότερα…)

Λεονάρντο Μπρούνι, Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας [2/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Kορυφαίο δείγμα αναγεννησιακής ρητορικής, και ταυτόχρονα ένα από τα σημαντικότερα σημεία αναφοράς του ρεπουμπλικανικού ανθρωπισμού, o Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας συντάσσεται περί το 1403, λίγο μετά τον θάνατο του φοβερού εχθρού της φλωρεντινής δημοκρατίας, Τζαν-Γκαλεάτσο Βισκόντι, δούκα του Μιλάνου. Για να τιμήσει τη συγκυρία, ο Λεονάρντο Μπρούνι, μαθητής του Μανουήλ Χρυσολωρά μα και ευνοούμενος και –μετέπειτα– διάδοχος του Κολούτσιο Σαλουτάτι στην Καγκελαρία, συντάσσει τον περίφημο Πανηγυρικό ακολουθώντας συνειδητά ένα αρχαιοελληνικό υπόδειγμα εγκωμιαστικού λόγου: τον Παναθηναϊκό του Αίλιου Αριστείδη. Αν και η μίμηση είναι πιστή, ο Μπρούνι καταλήγει να συντάξει ένα κείμενο που ξεπερνά από κάθε άποψη το υπόδειγμά του.

Για μια εισαγωγική ανάλυση του έργου, ο αναγνώστης παραπέμπεται στη χθεσινή ανάρτηση της 1ης Ιουλίου.

~.~

ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ ΜΠΡΟΥΝΙ

Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας

§§ 47-93

[47] Έχουν ειπωθεί αρκετά για τη λαμπρότητα της καταγωγής των Φλωρεντινών – ίσως περισσότερα από όσο χρειάζεται για πράγματα αυτόδηλα. Μένει τώρα να μιλήσουμε για την αρετή της πόλης, και πώς αυτή εκδηλώθηκε στις εξωτερικές και τις εσωτερικές υποθέσεις. Και τούτο θα το κάνω πολύ συνοπτικά, γιατί η σημερινή μου ομιλία δεν επιτρέπει μεγάλη συζήτηση για ιστορικά θέματα. Θα περιοριστώ αποκλειστικά σε διάσημα γεγονότα. Αλλά πριν ξεκινήσω, μου φαίνεται καλό και απαραίτητο να δηλώσω προκαταβολικά και να προειδοποιήσω να μην με κατηγορήσει κανείς, επηρεασμένος από μια ψευδή εντύπωση, για αναίδεια ή άγνοια. Η πρώτη οφείλεται στη μωρία και η δεύτερη στην ελαφρομυαλιά, αλλά και οι δύο πρέπει εξίσου να αποφεύγονται.

[48] Δεν έχω, όμως, καμία αμφιβολία ότι θα προκαλέσω σε κάποιους ανόητους την υποψία ότι με αυτόν τον έπαινό μου θέλω να εξασφαλίσω δημοφιλία ή καλοβουλία και να καταιχμαλωτίσω τον νου των ανθρώπων, ξεπερνώντας κατά πολύ τα όρια της αλήθειας, και κοσμώντας τον λόγο μου ανακατεύοντας την αλήθεια με το ψέμα. Και τώρα πρέπει εγώ να τους βοηθήσω να μάθουν –ή, μάλλον, να ξεμάθουν– πώς να σταματήσουν να τα σκέφτονται όλα αυτά και να εγκαταλείψουν κάθε τέτοια υποψία. Παρόλο που θέλω να είμαι αγαπητός και αποδεκτός από όλους –και ομολογώ ότι αυτό το επιθυμώ και το λαχταρώ πολύ–, ποτέ δεν πίεσα τον εαυτό μου να το κατορθώσει αυτό με καλοπιάσματα και κολακείες. Πάντα πίστευα ότι πρέπει κανείς να αγαπά τους ανθρώπους με αρετή, και όχι με κακία: και από αυτόν τον έπαινο δεν περιμένω ούτε αξιώνω καμία χάρη. Θα ήμουν πραγματικά ανεγκέφαλος αν πίστευα ότι από ένα τόσο μικρό έργο θα μπορούσα ποτέ να κερδίσω την εύνοια ενός τόσο μεγάλου πληθυσμού. Εγώ, βλέποντας αυτή την πανέμορφη πόλη, θαυμάζοντας πολύ την ανωτερότητά της, την αρχιτεκτονική της, την ευγένειά της, τα κάλλη, τη δόξα της, θέλησα να δοκιμάσω αν μπορώ με τα λόγια μου να περιγράψω όλη αυτήν την ομορφιά και τη λαμπρότητα. (περισσότερα…)

Λεονάρντο Μπρούνι, Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας [1/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ο Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας συντάσσεται περί το 1403, λίγο μετά τον θάνατο του φοβερού εχθρού της φλωρεντινής δημοκρατίας, Τζαν-Γκαλεάτσο Βισκόντι, δούκα του Μιλάνου. Για να τιμήσει τη συγκυρία, ο Λεονάρντο Μπρούνι, μαθητής του Μανουήλ Χρυσολωρά μα και ευνοούμενος και –μετέπειτα– διάδοχος του Κολούτσιο Σαλουτάτι στην Καγκελαρία, συντάσσει τον περίφημο Πανηγυρικό ακολουθώντας συνειδητά ένα αρχαιοελληνικό υπόδειγμα εγκωμιαστικού λόγου: τον Παναθηναϊκό του Αίλιου Αριστείδη. Αν και η μίμηση είναι πιστή, ο Μπρούνι καταλήγει να συντάξει ένα κείμενο που ξεπερνά από κάθε άποψη το υπόδειγμά του. Ο Πανηγυρικός του αποτελεί κορυφαίο δείγμα αναγεννησιακής ρητορικής, και ταυτόχρονα ένα από τα σημαντικότερα σημεία αναφοράς του ρεπουμπλικανικού ανθρωπισμού – της κυρίαρχης πολιτικής θεωρίας κατά την πρώιμη Αναγέννηση.

Το κείμενο χωρίζεται σε επτά ενότητες. Στο προοίμιο (§§ 1-4) ο Μπρούνι δηλώνει ανάξιος να αναλάβει το εγκώμιο της σπουδαιότερης πόλης του κόσμου, καθώς και ανέτοιμος να αποφασίσει από πού πρέπει να ξεκινήσει. Η δεύτερη ενότητα (§§ 5-29) αφιερώνεται στην ομορφιά και τη γεωγραφία της πόλης – τούτο αποτελεί τυπική ανθρωπιστική αφετηρία. Η τρίτη ενότητα (§§ 30-46) περιλαμβάνει ορισμένες από τις πιο πρωτότυπες συνεισφορές του Μπρούνι. Εδώ ο Μπρούνι θέλει να αποδείξει ότι η ίδρυση της Φλωρεντίας δεν ανάγεται στην αυτοκρατορική ρωμαϊκή εποχή, αλλά στην κλασική εποχή της respublica Romana. Περαιτέρω, θέλει να αναδείξει τη Φλωρεντία ως τον μοναδικό και γνήσιο βλαστό της αρχαίας ρεπουμπλικανικής παράδοσης που επιζεί στους νεότερους χρόνους, καθώς και ως τον φυσικό διάδοχο της κλασικής Ρώμης στην υπεράσπιση των φιλελεύθερων αρχών – και, μάλιστα, για λογαριασμό όλων των πόλεων της Ιταλίας. Στην τέταρτη ενότητα (§§ 47-52) ο Μπρούνι κάνει μια παρέκβαση υπερασπιζόμενος εαυτόν από πιθανές παρανοήσεις σχετικά με τις προθέσεις και τα κίνητρα που τον οδήγησαν στη σύνταξη του εγκωμιαστικού κειμένου. Στην πέμπτη ενότητα (§§ 53-75) αρτιώνει όλες τις αρετές που διέπουν τη Φλωρεντία, ιδίως στις εξωτερικές της υποθέσεις, παρέχοντας άφθονα παραδείγματα τα οποία αντλεί από την παλαιότερη αλλά και πρόσφατη ιστορία της. Στην έκτη ενότητα (§§ 76-89) περιγράφει τα κύρια χαρακτηριστικά μα και την ίδια τη φιλοσοφία του φλωρεντινού πολιτεύματος. Ακολουθεί ο επίλογος (§§ 90-93).

Ο Πανηγυρικός του Λεονάρντο Μπρούνι, εξαιτίας του μήκους του, θα δημοσιευτεί στο Νέο Πλανόδιον  σε δύο συναπτές αναρτήσεις: τη σημερινή της 1ης και την αυριανή της 2ας Ιουλίου.

~.~

ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ ΜΠΡΟΥΝΙ

Πανηγυρικός για την πόλη της Φλωρεντίας

§§ 1-46  [1]

[1] Μακάρι ο αθάνατος Θεός να μου χάριζε ευγλωττία αντάξια της πόλης της Φλωρεντίας, για την οποία πρόκειται να σας μιλήσω, ή έστω ανάλογη προς τον ζήλο και το πάθος που τρέφω για αυτήν. Όποιο χατίρι και αν μου γινόταν, τέτοια ευγλωττία θα μου επέτρεπε, νομίζω, να αναδείξω αφειδώλευτα τη μεγαλοσύνη και τη λαμπρότητά της. Γιατί, αφενός η Φλωρεντία είναι πόλη τόσο περίλαμπρη και θεσπέσια που δεν μπορεί να βρεθεί, σε ολόκληρη τη Γη, ούτε μία ικανή να συγκριθεί μαζί της. Και αφετέρου επειδή, και για αυτό είμαι απολύτως βέβαιος, ουδέποτε επιθύμησα κάτι με μεγαλύτερη ζέση σε όλη μου τη ζωή από το να μιλήσω για τη Φλωρεντία με την ευγλωττία που της αρμόζει. Δεν έχω, λοιπόν, καμία αμφιβολία ότι, όποια από τις δύο επιθυμίες μου και αν εκπληρωνόταν, θα ήμουν σε θέση να βρω τα λόγια για να υμνήσω με κομψότητα και αξιοσύνη τούτη την τόσο επιφανή και πανέμορφη πόλη. Όμως, επειδή τα πράγματα που επιθυμούμε δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκη με εκείνα τα οποία επιτρέπει η δεξιοσύνη μας να κατακτήσουμε, θα επιδιώξω ένα αποτέλεσμα συμβατό με τις δυνάμεις μου. Και έτσι, θα φανεί πως χωλαίνει όχι η επιθυμία μου, μα η ικανότητά μου. (περισσότερα…)

14 Ιουνίου 1986: Ο Μπόρχες πεθαίνει στη Γενεύη

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ονειρεύτηκε το ξίφος στον ιδεώδη τόπο του, τον στίχο.
ΜΠΟΡΧΕΣ, «Ονειρεύεται κάποιος»

Στις 14 Ιουνίου 1986, ο Χόρχε Λουΐς Μπόρχες πέθανε και τάφηκε στη Γενεύη (Cimitière de Plainpalais, 18 Ιουνίου). Πάνω απ’ τον τάφο του τοποθετήθηκε μια ολωσδιόλου ιδιαίτερη επιτύμβια πέτρα, αμφίπλευρα σκαλισμένη, από τον Αργεντινό γλύπτη Eduardo Longato. Στην μπροστινή της όψη, στο επάνω μέρος είναι χαραγμένο το όνομά του και κάτω αριστερά οι χρονολογίες γέννησης και θανάτου του (1899-1986) στο πλάι ενός ψηλόκορμου κέλτικου σταυρού. Στο κέντρο βρίσκεται σκαλισμένη μία σκηνή με πολεμιστές που υψώνουν σπαθιά και τσεκούρια, αντίγραφο μιας ταφόπλακας της μονής του Lindisfarne, που πιθανόν δημιουργήθηκε μετά την πρώτη επιδρομή των Βίκινγκ το 793. Ακριβώς κάτω από την ανάγλυφη σκηνή υπάρχει η επιγραφή: «and ne forhtedon nā».

Η φράση αυτή, που προέρχεται από το έπος Η μάχη του Μάλντον, της παλαιο-αγγλικής (αγγλοσαξονικής) γλώσσας, μεταφράζεται: «και να μη φοβούνται». Στην πίσω όψη της επιτύμβιας πλάκας είναι σκαλισμένο ένα καράβι των Βίκινγκ που με αναπεπταμένο το ιστίο πλέει στα κύματα και το επιστέφει η επιγραφή «Hann tekr sverthit Gram ok leggr i methal theira bert», ενώ ακριβώς αποκάτω του αναγράφεται «De Ulrica a Javier Otárola». Η φράση αυτή στα παλαιο-νορδικά είναι ένας στίχος από το 27ο κεφάλαιο της Völsunga saga. Ο Ζίγκουρντ, μεταμφιεσμένος στον σύζυγο της Βρουγχίλδης ξαπλώνει δίπλα της «παίρνει το ξίφος Γκραμ και γυμνό το βάζει ανάμεσά τους». [1]

Η ίδια ακριβώς αυτή φράση είναι το μότο του μπορχεσιανού αφηγήματος «Ουλρίκα» (στο Βιβλίο από άμμο) και η μνεία της εκεί συσχετίζει άμεσα το αφήγημα με την αναγραφή της στην ταφόπετρα. Η συγκεκριμένη ιστορία είναι η μόνη ερωτική ιστορία σε όλο το μπορχεσιανό corpus, όπως έχει ειπωθεί, όπου μνημονεύεται μία σεξουαλική συνεύρεση (ή ακριβέστερα: αφήνεται με ποιητική ευκρίνεια και σαφήνεια να εννοηθεί). Ενώ η ηρωίδα Ουλρίκα στην αρχή αρνείται «με ευγενική αποφασιστικότητα» στον αφηγητή Χαβιέ Οτάλορα την ερωτική επαφή, συγκατανεύει αργότερα στο πανδοχείο, όταν πια αυτή τον αποκαλεί Ζίγκουρντ κι εκείνος Βρουγχίλδη. Η ιστορία αυτή εξηγεί και τη συνοδευτική αφιέρωση στην πέτρα «από την Ουλρίκα στον Χαβιέ Οτάρολα» (παρά τη μετάθεση των υγρών ρ και λ). [2] (περισσότερα…)

Εὐρωπαῖοι, μὲ τὴν ἐθνική μας παράδοση

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Μὲ ἀφορμὴ τὶς διεξαγόμενες σήμερα ἐκλογὲς γιὰ τὸ Εὐρωπαϊκὸ Κοινοβούλιο, ἀναδημοσιεύουμε  τὴν ὁμιλία ποὺ ἐκφώνησε ὁ ποιητὴς Γιώργης Μανουσάκης πάνω στὸ ζήτημα τῆς εὐρωπαϊκῆς ὁλοκλήρωσης  καὶ τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς ταυτότητας στὶς 10 Δεκεμβρίου 2000 στοὺς Λάκκους  Κυδωνίας Χανίων. Πρώτη δημοσίευση: περιοδικὸ Ἐλλωτία, τόμος  9, Χανιὰ  2000-2001, σ. 123-138.  —  ΝΠ

~.~.~

Ἐπιλογὴ – Ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Τὸ 1974, μὲ τὴν πτώση τῆς ἑφτάχρονης δικτατορίας καὶ τὴν ἀποκατάσταση τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν, μιὰ γενικὴ εὐφορία, μιὰ αἰσιοδοξία κατέλαβε ὅλους τοὺς Ἕλληνες. Παραχωρήθηκαν ἐλευθερίες ποὺ ποτὲ ἄλλοτε δὲν εἶχε γνωρίσει ὁ τόπος, ἡ πολιτικὴ ζωὴ ὁμαλοποιήθηκε, ἔγιναν τολμηρὲς μεταρρυθμίσεις, ὁ λαὸς ἄρχισε νὰ διαδραματίζει σημαντικὸ ρόλο.

Μὲ τὸ πέρασμα ὅμως τῶν χρόνων τὶς λαμπρὲς προσδοκίες ἄρχισε νὰ διαδέχεται μιὰ ἀπογοήτευση. Τὰ προβλήματα τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς (Κυπριακό, σχέσεις μὲ τὴν Τουρκία καὶ τὴ FYROM) παράμεναν ἄλυτα. Νέα θέματα, ὅπως ἡ ἀποκατάσταση τῶν παλιννοστούντων Ἑλλήνων ἀπὸ τὶς ἀνατολικὲς χῶρες καὶ τὸ κῦμα τῶν λαθρομεταναστῶν, προστέθηκαν. Ἡ διοικητικὴ μηχανὴ δὲν φαινότανε ν’ ἀποβάλλει τὴ χρόνια ἀκαμψία της, ἡ ἀνεργία αὐξανότανε παρὰ τὴ βελτίωση τῆς οἰκονομίας, ἡ τσιμεντοποίηση τῶν πόλεων μὲ τὴ γενίκευση τῶν ἄχαρων πολυκατοικιῶν συνεχιζότανε, οἱ πυρκαγιὲς τῶν δασῶν κάθε καλοκαίρι κι ἡ συνακόλουθη οἰκοπεδοποίησή τους ὅλο καὶ πλήθαιναν, οἱ τιμὲς τῶν ἀγροτικῶν προϊόντων βρίσκονταν μόνιμα καθηλωμένες σὲ ὅρια πείνας, τὰ φαινόμενα διαφθορᾶς ἀκολουθοῦσαν ἀνοδικὴ πορεία.

Τώρα, εἰκοσιεφτὰ χρόνια μετὰ τὴ μεταπολίτευση, προσπαθοῦμε ἀκόμη νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὸ γνώριμο τέλμα, σὲ καιροὺς ποὺ οἱ ἀπαιτήσεις ἀλλαγῆς, τόσο στὸ ρυθμὸ καὶ στὴν ποιότητα ζωῆς ὅσο καὶ στὶς διεθνεῖς μας σχέσεις, μεγάλωσαν κι οἱ κίνδυνοι ποὺ  μᾶς ἀπειλοῦν ὡς ἔθνος γίνονται ὅλο καὶ πιὸ εὐδιάκριτοι.

«Καὶ τί μ’ αὐτό;» θὰ μᾶς ποῦν οἱ ἀθεράπευτα αἰσιόδοξοι. «Ἡ Ἑλλάδα πέρασε στὴν ἱστορία της τόσες δύσκολες ὧρες, ἀπειλήθηκε τόσες φορὲς ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξή της, καὶ πάντα κατάφερνε νὰ ὑπερνικήσει τὶς δυσκολίες καὶ νὰ ἐπιζήσει. Αὐτὸ θὰ γίνει καὶ τώρα».

Καλὴ εἶναι ἡ αἰσιοδοξία, ὅταν ὅμως στηρίζεται σὲ στέρεες βάσεις. Τὸ νὰ ἐπαναλαμβάνεις χαζοχαρούμενα τὴν ἐπωδὸ «Ἡ Ἑλλάδα ποτὲ δὲν πεθαίνει», σὲ μιὰν ἐποχὴ ποὺ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἀποτελοῦσαν παλιότερα τὰ θεμέλια τῆς ἐθνικῆς μας ὕπαρξης τραντάζονται καὶ σαλεύουν, εἶναι τὸ λιγότερο μιὰ ἐξωπραγματικὴ μακαριότητα. (περισσότερα…)

Πώς βλέπουν οι ελευθερόστιχοι ποιητές τον έμμετρο στίχο

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Στο συγκαιρινό μας χαώδες και πολυδαίδαλο ποιητικό τοπίο των διαρκών εναλλαγών και μεταβάσεων (που επιδιώκονται εν πολλοίς και προγραμματικά υπό το κράτος της αδυναμίας παροχής τόσο μιας συνεκτικής αφήγησης όσο και της συναφούς καλλιτεχνικής παραγωγής και θεωρητικής υποστήριξης που την συνέχουν) η σύγχρονη έμμετρη ποίηση, παρά τις αρκετές της εγγενείς διαφοροποιήσεις και ταλαντεύσεις, αποτελεί πιθανότατα την ευκρινέστερη ως προς την καταγραφή και την οριοθέτησή της τάση και κατηγορία. Πολλάκις, ετεροκαθοριζόμενη, θεωρείται πως αποτελεί και ένα «άκρο» του ποιητικού επιστητού, όντας ένα άτυπο terminus για τις επιμέρους διαφοροποιήσεις των ποιητικών φωνών και ρευμάτων από εκείνη, για τις τμηματικές και κατά το δοκούν δεξιώσεις της ή ακόμα και για την ολική της άρνηση. Διαπερνώντας εγκάρσια το σημερινό ελληνικό ποιητικό τοπίο, κρίνουμε πως μπορεί κανείς να καταγράψει σε ορισμένες κατηγορίες-ομπρέλα τις βασικές θέσεις των σύγχρονών μας ελευθερόστιχων ποιητών και ποιητριών (που προφανώς και δεν αποτελούν ένα σύνολο ενιαίο και αδιαίρετο) έναντι της έμμετρης ποίησης, παλεύοντας, παράλληλα, εν μέρει να τις ερμηνεύσει αλλά και να τις τοποθετήσει στα δεδομένα της εποχής μας και της ανάγκης ενδεχομένως υπέρβασής της.

->Η ανοιχτά επιθετική στάση: Η πιο ξεκάθαρη ως προς το στίγμα της, την ποιητική της πρακτική και την ιδεολογική της στόχευση κατηγορία αποτελείται από τους/τις δημιουργούς εκείνους/-νες που προγραμματικά πολεμούν κι εχθρεύονται τον έμμετρο λόγο υπό το πρίσμα του συντηρητισμού, της «παλαιοημερολογίτικης» οπισθοδρομικότητας και της εμμονής σε μια πρακτική που η ζωή και η τέχνη έχουν κατά την άποψή τους προ πολλού ξεπεράσει. (περισσότερα…)

25 Μαΐου 2011 – Δεκατρία χρόνια χαμένος

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ, 1955-2011
( έργο του Παναγιώτη Μητσομπόνου )

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

*

25 Μαΐου 2011 – Δεκατρία χρόνια χαμένος

Με τον ποιητή Γιάννη Βαρβέρη υπήρξαμε φίλοι, συνάδελφοι στην κριτική του θεάτρου και συμπαίκτες στη ρουλέτα. Ο Βαρβέρης γαλουχήθηκε στα χαρτοπαικτικά ήθη από μικρός, πέρασε ατέλειωτα βράδια στην ήπια παρακμή μισοξεχασμένων ελληνικών λουτροπόλεων, παρέα με χήρες στρατιωτικών και συζύγους μεσοαστών συμβολαιογράφων. Σύντομα έγινε μαιτρ σε όλων των ειδών τα παίγνια— απότοκο μάλιστα αυτής της ειδημοσύνης υπήρξε ο μικρός οδηγός χαρτοπαικτικής συμπεριφοράς με το εύγλωττο όνομα: Κόψε. Φιλάσθενος από πολύ ενωρίς και τα τελευταία χρόνια καταβασανισμένος από την επιδείνωση της υγείας του, δεν παραιτήθηκε ποτέ από τις απολαύσεις και (μεταξύ των κρίσεων που τον καθήλωναν στο σπίτι ή στο νοσοκομείο) έβγαινε για να τις αναζητήσει. Πάντοτε κομψός μα χωρίς ποτέ να ξεπέφτει στην επιτήδευση, λεπταίσθητος και οπλισμένος με το άσβεστο βιτριολικό του χιούμορ, νωχελής και αργοβάδιστος, παλαιότερα από ιδιοσυγκρασία και εσχάτως εξ ανάγκης. Και ήταν όντως χάρμα οφθαλμών να τον παρατηρείς να καταπλέει σάμπως σε δύσκολο λιμάνι, με ελιγμούς περίτεχνους, λεπτό προϋπολογισμό των εμποδίων και επιφύλαξη κινητική που φανέρωνε ιδιαίτερη σπουδή. Ορισμένα απ’ αυτά τα χαρακτηριστικά των σωματικών του αντιδράσεων μετέφεραν αυτούσιο το στίγμα τους και στην όλη συγκρότηση του Βαρβέρη, στη ζωή και στο παιχνίδι: μιλώ για τους στοχαστικούς ανάγυρους, την ακρίβεια και τη διαισθητική πρόνοια που τον διέκρινε στις εκτιμήσεις του. Στο καζίνο έπαιζε Black Jack και ρουλέτα με εξαιρετικές επιδόσεις — γιατί ήταν παίκτης ολκής ο Βαρβέρης. Προλάβαμε μαζί τις παλιές, αργοκύλιστες γαλλικές ρουλέτες (τότε που ανάμεσα στο Faites vos jeux και στο Rien ne va plus υπήρχε αρκετός χρόνος για την αποτίμηση της ροής των αποτελεσμάτων και τον σχεδιασμό της επόμενης κίνησης) και είχα πολλές ευκαιρίες να παρατηρήσω τη συμπεριφορά του στο τραπέζι του περιστροφικού ιλίγγου. Ως μεθοδικός παίκτης έδινε μεγάλη σημασία στην διαχείριση κεφαλαίου και επέλεγε στοιχηματικούς τύπους ισχυρών πιθανοτήτων. Η σκευή του η πολεμική, αμυντική εκ φύσεως, διέθετε και εντελώς αντίθετα όπλα: αιχμές αντί καμπυλών, ασωτία διαθέσεων έναντι σφιχτής λογιστικής τάξεως και αστραπιαίες αντεπιθέσεις με μεγάλη αίσθηση του ρίσκου. Ήταν προικισμένος δηλαδή με τον σπάνιο συνδυασμό σύνεσης υπολογιστικής και τόλμης αλματικής. Πλεονεκτήματα που άστραφταν και με τα οποία ο Γιάννης κέρδισε πολλές αναμετρήσεις που φαίνονταν χαμένες. Μα το παιχνίδι, κάθε παιχνίδι στη ζωή, κάποτε δυσκολεύει, παίζεις με μια τύχη απλή, η μπίλια πέφτει στο zero και χάνεις. (περισσότερα…)