ΝΠ | Δοκίμια

Φούγκα του θανάτου

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Λίγα ζητήματα έχουν τη δυνατότητα να αναδεικνύουν με τέτοια ευκρίνεια την γενικευμένη σύγχυση στην οποία οι δυτικές κοινωνίες βυθίζονται αργά αλλά σταθερά, σαν σε κινούμενη άμμο, όσο αυτό της δημογραφικής απίσχνανσής τους. Όποτε γίνεται λόγος για το «δημογραφικό πρόβλημα», το συντηρητικό στρατόπεδο αίφνης αναπτερώνεται, θεωρώντας ότι πρόκειται για ένα θέμα που του επιτρέπει να κερδίσει επιτέλους μερικούς εύκολους πόντους. Με το μνησίκακο μειδίαμα του δούλου, προσκομίζει τις σχετικές πτωτικές καμπύλες ως τεκμήρια του βαθμού εκφύλισης στον οποίο έχουν φτάσει οι δυτικές κοινωνίες. Υπαίτιοι για αυτήν την παρακμή δεν μπορεί, φυσικά, παρά να είναι η κυριαρχία της woke κουλτούρας, τα πολλά δικαιώματα, η διάλυση του θεσμού της οικογένειας (π.χ., μέσω της διεύρυνσής της ώστε να συμπεριλάβει και ομοφυλόφιλους) κ.ο.κ. Το συμπέρασμα σχετικά με το προτεινόμενο αντίδοτο συνάγεται σχεδόν αβίαστα: επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες.

Πρόκειται για ένα στρατήγημα που επιτρέπει στους θιασώτες του νεοσυντηρητισμού και της νεοαντίδρασης να παίζουν με επιδεξιότητα, έστω εν αγνοία τους (εδώ ο R. Trivers σίγουρα θα είχε μερικά σχόλια να κάνει πάνω στους μηχανισμούς αυτοεξαπάτησης που εμπλέκονται), το παιχνίδι στο οποίο υποτίθεται ότι αντιτίθενται. Την ίδια στιγμή που μπορεί να ψωμίζονται ως πάροχοι υπηρεσιών ή ως παραγωγοί διαδικτυακού περιεχομένου και να καταναλώνουν σαν να μην υπάρχει αύριο μέσα σε μια ελεύθερη αγορά, όπως και οποιοσδήποτε από τους αντιπάλους τους, ευαγγελίζονται αξίες ενός τρόπου ζωής που έχει εκλείψει προ πολλού.

Υπό άλλες συνθήκες, θα επρόκειτο για θνησιγενείς ρητορείες. Εντός της ελεύθερης αγοράς (μεταξύ άλλων, και) ταυτοτήτων όμως, ακόμα και αυτή του νεοπαραδοσιακού μπορεί να βρει μία θέση, δίπλα σε αυτή του φιλελεύθερου και του queer. Ωστόσο, η νεοπαραδοσιακή ρητορική έχει αντίκρισμα και στο πιο πρακτικό επίπεδο της πολιτικής διαχείρισης των πληθυσμών. Λειτουργεί ως μία δεύτερη, συμπληρωματική πηγή τροφοδότησης της σεξουαλικής αντεπανάστασης που έχει θέσει σε κίνηση ο νεο-πουριτανισμός του προοδευτικού στρατοπέδου, δημιουργώντας έτσι μία «τανάλια» (για να παραμείνουμε στη στρατιωτική ορολογία) γύρω από τα μυαλά των δυτικών υπηκόων.

Για τους ζηλωτές της προόδου τώρα, το δημογραφικό αποτελεί την καλύτερη αφορμή για να επιδοθούν σε τακτικές που έχουν αφομοιώσει τόσο καλά τις τελευταίες δεκαετίες ώστε να τους έχουν γίνει δεύτερη φύση: στην εθελοτυφλία και στον στρουθοκαμηλισμό. Ακόμα και η παραμικρή αναφορά σε δημογραφικά δεδομένα αρκεί για να ανακινήσει μέσα τους τυφλά αμυντικά αντανακλαστικά. Όποιος αναφέρεται σε γεννήσεις και θανάτους κατατάσσεται αυτόματα στους ακροδεξιούς· άρα, όπως υπονοείται δίχως να λέγεται ρητά, στις παθολογικά ανίατες περιπτώσεις. (περισσότερα…)

Είναι ο συμβολισμός το αντίθετο του ρεαλισμού;

*

Δεν είναι λίγα τα εγχειρίδια για τη θεωρία των λογοτεχνικών ρευμάτων που, στην προσπάθειά τους να ταξινομήσουν, να μελετήσουν και τελικά να ερμηνεύσουν τη λογοτεχνία, υποκύπτουν στην παρακάτω απόλυτη αντιδιαστολή: ο συμβολισμός είναι το αντίθετο του ρεαλισμού. Στα περισσότερα λήμματα που αφορούν στον ρεαλισμό επαναλαμβάνεται (είτε άμεσα είτε έμμεσα) η λέξη πραγματικότητα. Σε κείνα που αναφέρονται στον Συμβολισμό η γλώσσα γίνεται πιο εγκρατής και τελικά συμβιβάζεται: υποκειμενικότητα, ιδεατός κόσμος κ.ά. Συγχωρήστε με αν κάνω λάθος, αλλά νομίζω ότι ο όρος που κρύβεται εδώ, αν λάβουμε υπόψη και την παραπάνω αντίθεση, αυτό που θέλει να ειπωθεί, αλλά μάλλον μεταμφιέζεται, είναι η μη πραγματικότητα. Και είναι πολύ λογικό, όταν η εποχή που διανύουμε μας έχει πείσει ότι πραγματικό είναι μονάχα ό,τι μπορεί να εξηγηθεί και ν’ αποδειχθεί, ό,τι έχει μια κατανοητή, χειροπιαστή αιτία και τελικά γίνεται αντικείμενο των αισθήσεων. Η αλήθεια του υποκειμένου, η αλήθεια του ανθρώπου, έχει μάλλον παραγκωνιστεί από την αλήθεια του εργαλείου, της τεχνολογίας. Άραγε το εργαλείο δεν είναι και ένα αισθητήριο όργανο;

Όμως, το θέμα μας είναι ο συμβολισμός και το κατά πόσο είναι ορθό να ισχυριζόμαστε ότι αποτελεί το αντίθετο του ρεαλισμού. Μια διαμάχη αληθειών… Ας ξεκινήσουμε από το παρελθόν αυτού του δυϊσμού, γιατί πραγματικά μετράει αιώνες. Πλάτωνας και Αριστοτέλης. Ποιος λέει την αλήθεια; Έχει ένας από τους δύο δίκιο; Κι ο άλλος; Μήπως τόσος πόνος τόση ζωή / πήγαν στην άβυσσο / για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη; Χιλιετίες μετά δύο είναι ουσιαστικά οι πυρήνες της ανθρώπινης σκέψης: πλατωνισμός και αριστοτελισμός. Κι αν και η αφαιρετικότητα εδώ θα γίνει πολύ γαλαντόμα (όχι, όμως, και απλοϊκή), νομίζω ότι δικαίως θα μπορούσε κανείς να δει το έργο του Πλάτωνα ως μακρινό πρόγονο του συμβολισμού (αν και μάλλον δε θα τον χαροποιούσαν και πολύ οι στίχοι ενός Μπωντλαίρ ή ενός Ρεμπώ…) και τον Αριστοτέλη ως πρόγονο του ρεαλισμού (που μάλλον θα ήταν λίγο περισσότερο περήφανος για τα παιδιά του). Πέρα, όμως, από τους αστεϊσμούς, νομίζω ότι κανείς δε θα διαφωνούσε με την άποψη ότι και οι δύο σχολές σκέψης πρόσφεραν τα μέγιστα στον πολιτισμό, γιατί αμφότερες είναι όψεις της αλήθειας· είναι πραγματικότητες ή καλύτερα οι δύο κύριες εκπτύξεις της μίας πραγματικότητας. (περισσότερα…)

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Η γένεση των Ελεγειών και των Σονέτων

* 

της ΙΩΑΝΝΑΣ ΑΒΡΑΜΙΔΟΥ

Οι Ελεγείες του Ντουίνο και τα Σονέτα προς τον Ορφέα βρίσκουν τον Ρίλκε στο κέντρο της γλωσσικής κρίσης που είχε προαναγγείλει ο Χόφμαννσταλ στην Επιστολή του Λόρδου Τσάντος το 1902, όπου επισημαίνει τη ρήξη της ενότητας μεταξύ υποκειμένου και κόσμου. Η γλώσσα, το λυρικό λεξιλόγιο που εξωθήθηκε στο ακρότατο όριό της από την εποχή του Γκαίτε και του Νοβάλις, δεν επαρκεί πια να περιγράψει την αντικειμενική πραγματικότητα. Με τον νεορομαντισμό και τον συμβολισμό είχε επιτευχθεί το ακρότατο όριο των δυνατοτήτων της γλώσσας. Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι σε μεγάλη δυσαρμονία με τον εαυτό του, είναι διχασμένος ανάμεσα σε δυο δυνάμεις που διέπουν την συμπεριφορά και τις πράξεις του: Η μία τείνει προς το Είναι και η άλλη ορμά προς την άβυσσο, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει πότε είναι αληθινά.

Στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα και με την εξέλιξη της τεχνολογίας, ο άνθρωπος γίνεται ο μόνος κυρίαρχος ουρανού και Γης και θέτει την φύση στην υπηρεσία του ως κάτι ξένο προς αυτόν. Μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας της εποχής του αντανακλά την πεποίθηση πως οι μηχανές και η αχαλίνωτη τεχνολογία θα απελευθερώσουν τον άνθρωπο απ’ όλους τους περιορισμούς που είναι εγγενείς της ανθρώπινης κατάστασης και θα του επιτρέψουν να ασχοληθεί πια απερίσπαστος με το πνεύμα. Μαρτυρία αυτής της βίαιης ατμόσφαιρας, τόσο ξένης στον Ρίλκε, είναι η δήλωση του Γκόττφρηντ Μπεν ότι για την ανάδυση του νέου κόσμου, πρέπει να καταστραφεί η γλώσσα[1]. Η ποίηση του fin de siècle αποτελεί μάρτυρα της κρίσης ταυτότητας που περνούν οι καλλιτέχνες, αναζητώντας μια άλλη πραγματικότητα πέρα από την λογική, πέρα από τον υπολογισμό. Ο Μούζιλ για παράδειγμα στον νεαρό Τέρλες, θέτει ως προμετωπίδα του βιβλίου του ένα απόσπασμα του Μαίτερλινκ ο οποίος υπογραμμίζει την εγγενή εντροπία που υπάρχει σε κάθε είδους λόγο:

«Μόλις λέμε κάτι, όλως περιέργως το απαξιώνουμε. Πιστεύουμε ότι έχουμε βυθιστεί στα βάθη της αβύσσου και όταν αναδυόμαστε ξανά στην επιφάνεια, η σταγόνα νερού στα χλωμά μας ακροδάχτυλα δεν μοιάζει πια με τη θάλασσα από την οποία προήλθε. Νομίζουμε ότι έχουμε ανακαλύψει ένα υπόγειο θησαυροφυλάκιο γεμάτο υπέροχους θησαυρούς και όταν επιστρέφουμε στο φως της ημέρας διαπιστώνουμε ότι έχουμε μεταφέρει μόνο ψεύτικες πέτρες και θραύσματα από γυαλί, κι όμως ο θησαυρός λαμπυρίζει αναλλοίωτος στο σκοτάδι».

Το παθητικό απόθεμα της παραδοσιακής γλωσσικής ουσίας παραμένει συσσωρευμένο κάτω από τη γη και είναι ανεξάντλητο, «λαμπυρίζει αναλλοίωτο στο σκοτάδι» έτοιμο να το ανασύρει στην επιφάνεια αυτός που τείνει αυτί να ακούσει τον ψίθυρο των πραγμάτων. (περισσότερα…)

Το τέλος της Νεωτερικότητας

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ως λέξη η Νεωτερικότητα είναι φορτισμένη με ποικίλες, όχι πάντοτε συμβατές μεταξύ τους, έννοιες. Προσωπικά, προτιμώ τον όρο Νέοι Χρόνοι γιατί έχει το προτέρημα να μην κάνει διάκριση μεταξύ της διαφωτιστικής και της αμέσως πρότερης περιόδου. Τα περισσότερα γνωρίσματα της νεωτερικής εποχής, όπως η εκκοσμίκευση, η πρωτοκαθεδρία του Λόγου και ιδίως της επιστήμης, το ενιαίο, κεντρικά οργανωμένο κράτος, η επικράτηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, ακόμη και η πρώτη αποκρυστάλλωση των εθνικών μορφωμάτων έχουν τις καταβολές τους στην περίοδο που προηγήθηκε του Διαφωτισμού, ανατρέχουν στον όψιμο Μεσαίωνα. Από τότε έως τις μέρες μας επικρατεί χρονικό συνεχές.

Το συνεχές αυτό έχει βεβαίως σταθμούς, και ο Διαφωτισμός είναι ένας από αυτούς. Ωστόσο, δεν θα ήταν συνετό να τον υπερτιμούμε, αποδίδοντας στη διαπάλη των κοσμοεικόνων και των ιδεών αξία μεγαλύτερη εκείνης που πράγματι διαθέτει. Για να γίνω σαφέστερος, η βιομηχανική επανάσταση υπήρξε κατά την κρίση μου ιστορικό γεγονός σημαντικότερο της Γαλλικής Επανάστασης και του διαφωτιστικού κινήματος. Στον πλανήτη υπάρχουν σήμερα πολιτικές οντότητες –κράτη, κόμματα, κινήματα– που δεν συμμερίζονται τους θεσμούς και τα οργανωτικά σχήματα που η Επανάσταση του 1789 εγκαινίασε. Όμως δεν νοείται οργανωμένος συλλογικά βίος που να μην εξαρτάται από τη βιομηχανία και την τεχνική.

Εν προκειμένω, θα περιορίσω τις παρατηρήσεις μου στην περίοδο των τριών τελευταίων αιώνων, στην νεωτερικότητα επομένως υπό την στενή της έννοια. Φτάνει να συγκρατήσουμε ότι τα φαινόμενα για τα οποία μιλάμε έχουν παρελθόν κατά πολύ απώτερο. Το σημερινό χρηματοπιστωτικό σύστημα, λ.χ., ανατρέχει στην Τοσκάνη του 13ου αιώνα, στην επινόηση της λογιστικής και την ίδρυση ενός θεσμού που το κοσμοϊστορικό του βάρος επιβεβαιώνεται στην εποχή μας καθημερινά: των τραπεζών. (περισσότερα…)

Ἐμίλ Σιοράν, Ὁ σκεπτικιστής καί ὁ βάρβαρος

*

Ἐπιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

 

Ἄν μᾶς εἶναι εὔκολο νά φανταστοῦμε σύνολη τήν ἀνθρωπότητα νά συγκλονίζεται ἀπό σπασμούς ἤ, ἔστω, νά τή διαπερνᾶ ἕνα ρῖγος, ἀπό τήν ἄλλη, θά τῆς ἐπιδαψιλεύαμε ὑπερβολικά μεγάλες τιμές ἄν τή θεωρούσαμε ἱκανή νά ἀρθεῖ ὡς σύνολο στό ὕψος τῆς ἀμφιβολίας, ἡ θέση τῆς ὁποίας γενικά φυλάσσεται γιά λίγους ἐκλεκτούς παρίες. Ὡστόσο, τήν προσπελάζει σέ κάποιο βαθμό, σέ αὐτές τίς σπάνιες στιγμές ὅταν ἀλλάζει θεούς, ὅταν οἱ νόες τῶν ἀνθρώπων εἶναι γεμᾶτοι σύγχυση καί ἀντίφαση καί δέν ξέρουν ποιά ὑπόθεση νά ὑπερασπιστοῦν ἤ ποιά ἀλήθεια νά ἀκολουθήσουν. Ὅταν ὁ χριστιανισμός εἰσέβαλε στήν Ρώμη οἱ δοῦλοι τόν ἐγκολπώθηκαν ἀνενδοίαστα∙ οἱ πατρίκιοι ἐναντιώθηκαν ἀρχικά, τούς πῆρε κάποιο χρόνο μέχρι νά περάσουν ἀπό τήν ἐχθρότητα στήν περιέργεια, κι ἀπό ἐκεῖ στήν θέρμη τῆς προσευχῆς. Ἄς δοκιμάσουμε νά φέρουμε στόν νοῦ μας ἕναν ἀναγνώστη των Πυρρώνειων ὑποτυπώσεων πού ἔρχεται σέ ἐπαφή μέ τά Εὐαγγέλια. Τίνι τρόπῳ θά μποροῦσε νά συνταιριάξει, ὄχι δύο δόγματα, ἀλλά δύο ἐντελῶς ἀνόμοια σύμπαντα; Πῶς θά ἐνδιατρίψει στήν ἐξέταση αὐτῶν τῶν νερόβραστων παραβολῶν, ὅταν διαγωνίζεται στό μάθημα τῶν ἔσχατων ἀποριῶν τῆς διάνοιας; Οἱ πραγματεῖες, ἀρχές τοῦ 3ου αἰῶνα μ.Χ., στίς ὁποῖες ὁ Σέξτος Ἐμπειρικός ἀποδελτίωσε ὅλες τίς μαρτυρίες τῶν ἀρχαίων περί ἀμφιβολίας, συνιστοῦν ἕνα ἐξαντλητικό ἀπάνθισμα ἀπό τά πιό ἰλιγγιώδη, τά πιό ἀνυπόφορα, ἀλλά καί βαρετά πρέπει νά ποῦμε, πράγματα πού ἔχουν ποτέ γραφτεῖ. Πρόκειται γιά λεπτεπίλεπτες, ἰδιαίτερης δεξιότητας καί μεθοδικότητας, πραγματεῖες· συνεπῶς, εἶναι τέτοιας λογῆς πού δέν μποροῦν νά ἀνταγωνιστοῦν τίς νεοφερμένες δεισιδαιμονίες· ἀποτελοῦν τήν ἔκφραση ἑνός κόσμου πού ἔχει ὁριστικά ἐκπνεύσει, πού τό μέλλον δέν τοῦ ἀνήκει. Ἐν τούτοις, ὁ σκεπτικισμός, τίς προτάσεις τοῦ ὁποίου αὐτές οἱ πραγματεῖες εἶχαν κωδικοποιήσει, κατάφερε νά διατηρήσει γιά κάποιο διάστημα τή χαμένη θέση του, μέχρι τήν ἡμέρα που οἱ χριστιανοί καί οἱ βάρβαροι συντόνισαν τίς προσπάθειές τους γιά νά τόν συρρικνώσουν καί στό τέλος νά τόν καταργήσουν. (περισσότερα…)

Ηλίας Λάγιος, Ιούλιος Βερν


*

Το παρακάτω κείμενο του Ηλία Λάγιου, δημοσιεύτηκε στις «Επτά Ημέρες» της εφημερίδας Η Καθημερινή (Κυριακή, 12 Ιουνίου 2005) στο αφιέρωμα για τον Ιούλιο Βερν. Το αναδημοσιεύουμε εδώ για δύο λόγους. Ο απολύτως προφανής είναι για να τιμήσουμε την μνήμη του ποιητή († 5. 10. 2005), με ένα σχετικά άγνωστο-αδιάβαστο δοκιμιακό κείμενό του. Ο δεύτερος για να καταδείξουμε την άμεση ανάγκη για τη συγκέντρωση και έκδοση ―πέραν του σύνολου ποιητικού του έργου― του διασκορπισμένου δοκιμιακού του έργου. Ο Ηλίας Λάγιος δεν υπήρξε μόνον ένας δεινός αναγνώστης και ποιητής ξεχωριστός, μα, όπως φανερώνουν οι εισαγωγές του σε ποιητικά έργα (π. χ. Παλαμά, Γρυπάρη) ή έργα της παραλογοτεχνίας (Κόναν ο Βάρβαρος, Ταρζάν, Μικρός Ήρως, Ζορρό), οι βιβλιοκριτικές του, τα σκόρπια επικαιρικά ή μη γραπτά του, διέθετε ταυτόχρονα και τις σπάνιες αρετές ενός κοφτερού και πρωτότυπου κριτικού λόγου και στοχασμού.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

 ~.~

Ένας πατέρας χωρίς απογόνους

Ο 19ος αιώνας είναι αυτός της κατ’ ουσίαν διαμόρφωσης του Φανταστικού (όπως ο 20ός υπάρχει ως ο αιώνας της αποθέωσής του και ―πολύ φοβούμαι― ο 21ος  προώρισται να καταστεί ο αντίστοιχος της εκπτώσεως, ου μην και της πτώσεώς του). Είναι η εκατονταετία του «Φραγκεστάιν» της Μαίρης Σέλλεϋ και των ιστορικών του Ναθαναήλ Χώθορν· των γοτθικών μικρογραφιών, αλλά και της μυστηριακής νουβέλας «Οι θαλασσινές περιπέτειες του Αρθούρου Γόρδονος Πιμ», του Εδγάρδου Άλαν Πόε· της «Παράξενης υποθέσεως του Δόκτορος Τζέκυλ και του κυρίου Χάϋντ» του Ροβέρτου Λουδοβίκου Στήβενσον και του «Δράκουλα» του Στόουκερ. Είναι ο καιρός των ρομαντικών ποιητών, οι οποίοι, από τον Πέρσιο Μπυς Σέλλεϋ έως τον Βίκτωρα Ουγκώ και από τον Γκαίτε έως τον Σολωμό περιδιαβαίνουν με οικειότητα την επικράτεια του Υπερφυσικού, του Τρόμου, του Εξώκοσμου· αλλά, παράλληλα, και ο καιρός όπου ο Αλέξανδρος Δουμάς πατήρ, ο Ονώριος ντε Μπαλζάκ, ο Θεόδωρος Ντοστογιέφσκι και ο Γουλιέλμος ντε Μωπασάν θα περιπλανηθούν με θαυμασμό, έκπληξη, ελπίδα (ίσως και με απελπισία) τη χώρα του Φανταστικού. Είναι όμως, πρωτίστως, η εποχή κατά την οποία ο Ιούλιος Βερν (1828-1905) και ο, κατά πολύ νεώτερός του, Ε.(ρβέρτος) Γ.(εώργιος) Ουέλς (1866-19[4]6) θα διασταυρώσουν τα μυθιστορηματικά τους ξίφη σε μια μονομαχία, η οποία (με φυσικόν και αναγκαίο και αναμενόμενο νικητή τον δεύτερο) δια του αποτελέσματός της χάραξε οριστικό και αμετακλήτως τον ανάντη δρόμο του Φανταστικού. Όμως (να μην ξεχνιόμαστε) εδώ το θέμα μας είναι ο «Πατέρας της επιστημονικής Φαντασίας» κ. Ιούλιος. (περισσότερα…)

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Γλῶσσα καὶ κοινωνία

*

Τὸ πλῆρες πρόγραμμα τῶν εκδηλώσεων ἐδῶ

~.~

Lingua nova Greca inventa… «Ἀνεκαλύφθη νέα τις γλῶσσα καλουμένη Ἑλληνική· προσέχετε ἀπ᾿ αὐτῆς, ὅτι ὄργανον τυγχάνει μαγείας, ἀκολασίας καὶ πάσης μαγγανείας· πλήρης δὲ ἐστὶ βλασφημιῶν, καὶ οὐαὶ τῷ γινώσκοντι καὶ μίαν ἢ δύο ἐξ αὐτῆς λέξεις».

Ἱεροκήρυξ Γάλλος τοῦ ΙΓ´ αἰῶνος, διδάσκων ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος, ἔδιδεν εἰς τοὺς ἀκροατάς του τὰς ἀνωτέρω πληροφορίας. Καὶ τότε μὲν ἡ διδαχή του ἤχησεν εἰς τὰ ὦτα τοῦ ποιμνίου του ὡς ἐπίκαιρος νουθεσία· ἀλλὰ ποῦ νὰ ἤξευρεν, ὁ μακάριος, ὅτι ἔμελλε νὰ ἔλθῃ ποτὲ χρόνος ὁπότε καὶ προφητικήν τινα ἔννοιαν ἴσως θὰ προσελάμβανον οἱ λόγοι του.

Τότε μὲν εἰς τὸ Παρίσι εἶχεν ἀνακαλυφθῆ, ὡς φαίνεται, νέα γλῶσσα, Ἑλληνικὴ καλουμένη· σήμερον δέ, ὄχι μία, ἀλλὰ περισσότεραι ἑλληνικαὶ γλῶσσαι συγχρόνως ἔχουν ἐπινοηθῆ· ἄλλη μᾶς ἔρχεται ἀπὸ τὸ Παρίσι, καὶ ἄλλη ἐπιδημεῖ ἐνθρονισμένη ἐδῶ, εἰς τὰς Ἀθήνας· καὶ ὅλαι λαλούμεναι, γραφόμεναι, καὶ ἀναγινωσκόμεναι ἀνὰ Ἑλλάδα πᾶσαν καὶ τὴν ἄγλωσσον, ἠχοῦσιν ὡς «σύμμικτον εἶδος κἀποφώλιον τέρας». (περισσότερα…)

Αθηναϊκά μικροδράματα. Δοκίμιο για την νεοελληνική αλληλομαχία

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Καλοκαίρι, Αθήνα, είκοσι μέτρα κάτω απ’ τη γη. Σταθμός Αμπελοκήπων, ώρα αιχμής. Αλαφιασμένη κυρία φορτωμένη με κάθε λογής τσάντες αγωνίζεται να τρυπώσει στο βαγόνι. Ο αγώνας είναι άνισος, το πλήθος που στέκει εμπρός της πυκνό και απρόθυμο να την διευκολύνει. Η κυρία ιδρώνει προσπαθώντας να ισορροπήσει ακροβατικά στο κατώφλι της εισόδου, μετέωρη σχεδόν πάνω στην κόψη συρμού και αποβάθρας. Με ώμους, πλάτη, γοφούς, περιφέροντας τα ογκηρά υπάρχοντά της πιέζει την αδρανή σάρκινη μάζα πίσω της σε μια απόπειρα να κερδίζει τα ζωτικά εκατοστά που θα της επιτρέψουν να μείνει. Μάταια. Η αναδιευθέτηση, η νέα μοιρασιά των λίγων εκείνων τετραγωνικών αμέσως μετά τις πόρτες, αποδεικνύεται τελικά πολύ φιλόδοξο αίτημα. Η κυρία εγκαταλείπει την προσπάθεια. Ζαλωμένη τα ψώνια της, με τη γλώσσα στο στόμα, αναζητά άλλη είσοδο, άλλο βαγόνι, ολιγάνθρωπο.

Κι όμως, λίγα μόλις εκατοστά δεξιά και αριστερά του χώρου των ορθίων, στους διαδρόμους εμπρός στα καθίσματα, στο φυσερό που συνδέει τα βαγόνια, ο κόσμος δεν είναι τόσο πολύς. Μ’ ένα απλό βήμα ενός μέτρου, ένα ήπιο γλίστρημα του στοιβαγμένου χορού προς τα έσω, ο τόπος που μπορεί να εξοικονομηθεί για τους όψιμους επιβάτες, και τους πιο φορτωμένους ακόμη, θα ήταν αρκετός. Ωστόσο, αυτό το απλό βηματάκι κανείς δεν το κάνει. Ιδίως οι ακροβολισμένοι στις πόρτες είναι διατεθειμένοι να στριμωχτούν ώς εκεί που δεν παίρνει καλύτερα, παρά να θυσιάσουν την εγγύτητά τους στην έξοδο.

Τα ενδότερα του συρμού μοιάζει για όλους να είναι πεδίο ανεπιθύμητο. Εμπρός στους καινουργιοφερμένους οι «παλιοί» αντιδρούν σαν άτυποι σύμμαχοι, στυλώνουν τα πόδια, προτάσσουν τα στήθη σαν να λένε «Ε λοιπόν όχι, δεν το κουνάω από δω!» Νo pasarán! Οι πιο πίσω κάνουν ότι δεν κοιτούν, ότι η μάχη μπροστά δεν τους αφορά. Με τον τρόπο τους όμως περνούν το μήνυμα στους ακρίτες: κράτα τη θέση σου, μείνε όπου είσαι, αν εσύ υποχωρήσεις, μη νομίζεις ότι θα κερδίσεις σε βάρος μας τις σπιθαμές που σπατάλησες αλλού. (περισσότερα…)

Οἱ λογοτεχνικὲς μεταμορφώσεις τοῦ Ἰκάρου

*

«Ἂν ἡ τραγικὴ Ἀρχαιότητα ἔχει μέτρο της τὴ δύσκολη ἰσορροπία ἀνάμεσα στοὺς πόθους καὶ τὶς δυνατότητες τῆς ἀνθρώπινης φύσης, οἱ μεσσιανικοὶ Νέοι Χρόνοι αὐτὴ τὴ φύση ἐξαρχῆς τὴν ἀρνοῦνται. Ἡ ὑπέρβαση εἶναι τὸ ζητούμενο, ἡ τόλμη ἀνεξαρτήτως κόστους, ἡ ἀψήφηση κάθε εἴδους ὁρίων. Ὅ,τι γιὰ τὸν Ἀρχαῖο εἶναι ὕβρις, γιὰ τὸν Νεωτερικὸ ἄνθρωπο εἶναι ἀρετή. Οἱ λογοτεχνικὲς μεταμορφώσεις τοῦ Ἰκάρου ἀνὰ τοὺς αἰῶνες εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἐρεθιστικὰ τεκμήρια αὐτῆς τῆς κοσμοϊστορικῆς μετάβασης.

Μιὰ ἰχνηλάτηση τῶν πτήσεων τοῦ μυθικοῦ ἥρωα ἀπὸ τὸν Ὀβίδιο ὣς τὸν Γκόνγκορα καὶ ἀπὸ τὸν Μπωντλαὶρ ὣς τὴ Σέξτον.»

Ἀπὸ τὸ ὀπισθόφυλλο τοῦ βιβλίου Ἴκαροι. Ὁ φτερωτὸς ἥρωας καὶ τὰ πρόσωπά του μέσα στὸν χρόνο, Προλεγόμενα – Ἄνθολόγηση – Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης, ποὺ μόλις κυκλοφόρησε ἀπὸ τὶς Ἔκδόσεις Σμίλη. Τὸ ἐκτενέστερο ἀπόσπασμα ποὺ ἀκολουθεῖ εἶναι ἀπὸ τὰ Προλεγόμενα τοῦ συγγραφέα.

~.~

Ὁ πίνακας τοῦ Πίτερ Μπρέχελ τοῦ Πρεσβύτερου Τοπίο μὲ πτώση Ἰκάρου (π. 1555) ἀνήκει στοὺς πιὸ πολυσχολιασμένους τῆς εὐρωπαϊκῆς ζωγραφικῆς. Ἐπιπλέον, πολλοὶ ποιητὲς ἐμπνεύστηκαν ποιήματά τους ἀπὸ ἐκεῖνον. Τὸ μήνυμά του εἶναι ἁπλό: γιὰ τὴν ἀτομικὴ μοίρα τοῦ καθενός, ὁ κόσμος ἀδιαφορεῖ. Τὴν ὥρα ποὺ ὁ Ἴκαρος καταποντίζεται ἀνεπιστρεπτί, τριγύρω του χαίρει ἡ φύσις ὅλη, ἡ βλάστηση ὀργιάζει, οἱ ἄνθρωποι ἀπερίσπαστοι ἐπιδίδονται στὰ ἐπιούσια ἔργα τους.

Μὲ τὴ σύλληψή του αὐτὴ ὁ Κατωχωρίτης ζωγράφος γίνεται πρόδρομος τοῦ ντεϊσμοῦ, ἑνὸς φιλοσοφικοῦ ρεύματος τῶν Νέων Χρόνων, ἰδίως του Διαφωτισμοῦ, ποὺ πρέσβευε ὅτι ὁ Θεός, καίτοι ποιητὴς τῶν ὅλων, ἅπαξ καὶ ὁλοκληρώσει τὸ θεῖο του ἔργο, παύει νὰ ἀνακατεύεται πιὰ στὰ ἀνθρώπινα· ἀποκλεισμένος κατὰ κάποιον τρόπο ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴ Δημιουργία, δὲν παρεμβαίνει στὴ μοίρα ἑνὸς ἑκάστου, δίκαιη ἢ ἄδικη, σκληρὴ ἢ εὐμενῆ. Ἡ πάμφωτη, ἱλαρὴ Φύση τοῦ Μπρέχελ εἶναι ἡ εἰκαστικὴ μετωνυμία ἑνὸς τέτοιου, ἀμέτοχου στ’ ἀνθρώπινα, Θεοῦ. Ὁ Ἴκαρος τὴν ὥρα τῆς Πτώσεως εἶναι μόνος, ἕρμαιο τῆς εἱμαρμένης.

Δύσκολα θὰ μπορούσαμε νὰ βροῦμε ἀντίληψη ριζικότερα ἀντίθετη σ’ ἐκείνη τῆς κλασικῆς Ἀρχαιότητας. Στὸν ἑλληνικὸ μύθο καὶ στὸν ποιητὴ ποὺ κυρίως ἐνέπνευσε, τὸν Ὀβίδιο, ἡ φύση ὄχι μόνο δὲν ἀδιαφορεῖ, ἀλλὰ χαιρεκακεῖ κι ἀπὸ πάνω γιὰ τὴ συμφορὰ τοῦ Δαίδαλου. Στὶς Μεταμορφώσεις, ὁ Λατίνος ποιητὴς μνημονεύει μιὰ πέρδικα, πού, στὸ θέαμα τῆς ταφῆς τοῦ Ἰκάρου ἀπὸ τὸν πατέρα του τὸν Δαίδαλο, βγαίνει ἀπὸ τὴν κρυψώνα της καὶ φτεροκοπάει ἀπὸ χαρμονὴ καὶ ἱκανοποίηση:

Βγῆκε στὴ γῆ γιὰ νὰ τὸν θάψει ἑνὸς νησιοῦ
ποὺ ἀπὸ τότε τ’ ὀνομάζουν Ἰκαρία.
Ὅταν τοὺς εἶδε ἀπ’ τὴν κουφάλα ἑνὸς κορμοῦ
μιὰ πέρδικα κακάρισε ὅλο εὐφορία. (περισσότερα…)

Mario Andrea Rigoni, Μεταφυσική της ματαιότητας

*

Η ιστορία της ματαιότητας είναι η ιστορία του κόσμου. Η ίδια η δημιουργία δεν ήταν, σε όλη την έκταση και με όλες τις έννοιες του όρου, μια πράξη ύψιστης, απροσμέτρητης ματαιότητας; Ο Θεός δεν μπορούσε να δημιουργήσει τον κόσμο παρά μόνο έξω από τον εαυτό του, και ο κόσμος δεν μπορεί να υπάρχει παρά μόνο έξω από εκείνον και, εφόσον ο κόσμος δεν είναι και δεν θα είναι ποτέ Θεός, είναι και θα είναι πάντοτε μάταιος. Πώς θα μπορούσε να υπάρχει όχι μόνο το σύμπαν, μα κάθε ελάχιστο πράγμα, παρά μόνο μέσα στο κενό του Θεού; Πώς θα μπορούσε να ζει ο γάτος μου και πώς θα μπορούσα εγώ να είμαι διαφορετικός από αυτόν και να τον βλέπω να σκαρφαλώνει ανάμεσα στα φύλλα του σφενταμιού στον κήπο μου, παρά μόνο μέσα στο απόμακρο του Θεού;

Αν ο Θεός βρισκόταν πράγματι εδώ, αν εμείς βρισκόμασταν στην αγκαλιά του και εκείνος στη δική μας, δεν θα υπήρχε τίποτε άλλο παρά αυτός, μιας και το πεπερασμένο χάνεται στο άπειρο, το διαφορετικό στο όμοιο, με τον ίδιο τρόπο που ένα ξερό φύλλο εξαφανίζεται στη φωτιά. Μόνο στην απομάκρυνση βρίσκει χώρο το παιχνίδι του κόσμου και της γνώσης˙ αλλά, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, το παιχνίδι είναι επίσης αφοσιωμένο αιώνια στο ανεξήγητο. Οι Ωδές του Σολομώντος λένε πως δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθούν τα θαύματα της κτίσης γιατί όποιος θα μπορούσε να τα ερμηνεύσει, θα χανόταν και θα απόμενε μόνο η ερμηνεία. Είμαστε εκ φύσεως καταδικασμένοι στο άγνωστο, στο ψεύτικο και στο μάταιο. (περισσότερα…)

Τρίπτυχο για τον Μιχάλη Γκανά

*

Γεννημένος στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας το 1944, ο Μιχάλης Γκανάς, ποιητική φωνή κορυφαία της γλώσσας μας, γιορτάζει εφέτος τα 80 του χρόνια. Με αφορμή την επέτειο, αναδημοσιεύουμε εδώ τρία παλιότερα κείμενα του Κώστα Κουτσουρέλη αφιερωμένα στο έργο του, πρωτότυπο και μεταφραστικό.

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ι. Τα ποίηματα 1978-2012

Τους σημερινούς ποιητές, και δικαίως, το ευρύ κοινό τους έχει πάρει από στραβό μάτι. Τους θεωρεί στριφνούς, δύσκολους, ακατάδεκτους. Δύσκολα τους πιάνει στο χέρι του. Αλλά και οι ποιητές από τη μεριά τους, δεν σκοτίζονται και πολύ για αναγνώστες κι απήχηση, μόνη ευγενική φιλοδοξία που τρέφουν είναι να εκφράσουν το ακατάβλητό τους εγώ. Τόσο που και όταν ακόμη, μία στις τόσες, κάποιος από τη συντεχνία κατορθώνει να σπάσει τον κλοιό, να γίνει γνωστός, οι συνάδελφοί του δεν του το συγχωρούν.

Τη δημοτικότητα της Κικής Δημουλά, λ.χ., πολλοί ομότεχνοί της τη θεωρούν ύποπτη, δεν είναι λίγοι όσοι της κουνούν το δάχτυλο δημόσια ότι στα τελευταία της βιβλία έχει βάλει νερό στο κρασί της, ότι επαναλαμβάνεται, ότι αυτοπροβάλλεται υπέρμετρα κ.ο.κ., κ.ο.κ… Από την άλλη, υπάρχουν ποιητές που στους κύκλους των μυημένων θεωρούνται σπουδαίοι, αλλά το όνομά τους κυκλοφορεί λίγο πολύ σαν έγγραφο διαβαθμισμένο, απρόσιτο στους πολλούς. Ο Βύρων Λεοντάρης είναι, αλίμονο, η πιο εξέχουσα τέτοια περίπτωση.

Ο Μιχάλης Γκανάς δεν ανήκει ούτε στη μια ούτε στην άλλη κατηγορία. Το αργότερο από την Παραλογή (1993), αν όχι ήδη από τα Γυάλινα Γιάννενα (1989), έδωσε βιβλία που και διαβάστηκαν και θαυμάστηκαν πολύ, από αναγνώστες κάθε λογής, επαΐοντες και κοινούς. Του απονεμήθηκαν βραβεία και έπαθλα αλλά τραγουδήθηκε κι από χιλιάδες. Κατόρθωσε να γίνει περίοπτος τόσο εντός όσο και εκτός του κλειστού λογοτεχνικού περιβόλου. Ποιος από τους νεώτερους, τους συνηλικιώτες του έστω, μπορεί να ισχυριστεί κάτι αντίστοιχο; (περισσότερα…)

Ἐμίλ Σιοράν, Ὁ παλαιότερος ὅλων φόβος

*

Επιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

Σ χ ε τ ι κ ά   μ έ   τ ό ν   Τ ο λ σ τ ό ι

Ἡ φύση στάθηκε γενναιόδωρη μονάχα ἀπέναντι σέ ἐκείνους πού τούς ἀπάλλαξε ἀπό τήν σκέψη τοῦ θανάτου. Τούς λοιπούς ἀνθρώπους τούς παρέδωσε στόν πιό ἀρχαῖο καί διαβρωτικό φόβο, δίχως ὅμως καί νά τούς διαθέσει τα μέσα ἤ ἔστω νά τούς ὑποδείξει ἕναν τρόπο γιά νά τόν νικήσουν. Εἶναι φυσικό νά πεθαίνουμε, δέν εἶναι ὅμως φυσικό νά μένουμε προσκολλημένοι στόν θάνατο, νά τόν σκεφτόμαστε σέ κάθε εὐκαιρία. Ὁ ἄνθρωπος πού δέν βγάζει τόν θάνατο ἀπό τό μυαλό του εἶναι ματαιόδοξος καί ἐγωπαθής∙ ζῶντας ἀποκλειστικά σύμφωνα μέ τήν εἰκόνα πού οἱ ἄλλοι ἔχουν μορφώσει γι’ αὐτόν, ἀναστατώνεται στήν σκέψη καί μόνο ὅτι μιά μέρα θά φτάσει νά εἶναι ἕνα τίποτα∙ Καθώς ἡ λήθη εἶναι ὁ μόνιμος ἐφιάλτης του, ἐμφανίζεται ἐπιθετικός καί χολωμένος, βρίσκει ἀμέσως ἀφορμή γιά νά δείξει πόσο κακεντρεχής καί κακότροπος εἶναι. Δέν διακρίνουμε ἄραγε στόν φόβο τοῦ θανάτου μιά ὁρισμένη ἔλλειψη κομψότητας; Ὁ φόβος πού ἐμποιεῖ ὁ θάνατος πτοεῖ καί παραλύει τούς φιλόδοξους, ἀφήνει ὅμως ἀνεπηρέαστους τούς ἀπονήρευτους∙ τούς ἐγγίζει, ἀλλά δέν τούς κυριεύει. Οἱ ὑπόλοιποι τόν ὑπομένουν μέ αἴσθημα πικρίας καί θυμοῦ, καθώς καί μέ μιά ὑποβόσκουσα μνησικακία ἀπέναντι σέ ἐκείνους πού διόλου δέν ἀγριεύουν μέ τήν σκέψη του. Οὐδέποτε ἕνας Τολστόι θά συγχωροῦσε ἐκείνους πού γιά καλή τους τύχη δέν κυριεύτηκαν ἀπό τόν φόβο τοῦ θανάτου· θά τούς τιμωρήσει ἐμβάλλοντάς τους τόν τρόμο, περιγράφοντάς τον μέ μιά ἀκρίβεια πού τόν καθιστᾶ συνάμα ἀποκρουστικό καί μεταδοτικό. Ἡ τέχνη του ἔγκειται στό νά φτιάχνει ἀπό κάθε ξεχωριστή, ἐπί μέρους ἀγωνία, τήν ἀγωνία αὐτή καθ’ ἑαυτή, στό νά ὑποχρεώνει τόν κάθε ἀναγνώστη νά ἐπαναλαμβάνει πρός ἑαυτόν, ἐμβρόντητος καί γοητευμένος, τά ἀκόλουθα λόγια: «ὥστε ἔτσι, λοιπόν, πεθαίνουμε».

Στόν συμβατικό καί στερεότυπα ἐπαναλαμβανόμενο κόσμο ὅπου ζεῖ ὁ Ἰβάν Ἴλιτς, ἡ ἀσθένεια μπουκάρει ἀπρόσκλητη. Ἀρχικά νομίζει ὅτι πρόκειται γιά μιά προσωρινή ἀδιαθεσία, κάτι τό περαστικό καί ἀσήμαντο∙ στή συνέχεια, καθώς ὁ πόνος χειροτερεύει, γίνεται ὅλο καί πιό συγκεκριμένος καί ἀνυπόφορος, ὁ Ἰβάν Ἴλιτς ἀρχίζει νά ἀντιλαμβάνεται τή σοβαρότητα τῆς κατάστασης, ὥσπου στό τέλος ἀποκαρδιώνεται ἐντελῶς. «Κάποιες στιγμές, μετά ἀπό πολύωρους πόνους, ὅσο κι ἄν ντρεπόταν νά τό ὁμολογήσει, πάνω ἀπ’ ὅλα ἤθελε νά τόν λυπηθεῖ κάποιος σάν νά ἦταν ἕνα ἄρρωστο παιδί. Ἤθελε νά τόν κανακεύουν, νά τόν φιλᾶνε, νά κλαῖνε γι’ αὐτόν, ὅπως χαϊδεύουν καί παρηγοροῦν τά παιδιά. Ἤξερε ὅτι εἶναι ἕνας σοβαρός δικαστής μέ γκρίζα γενειάδα, καί ἀκριβῶς γι’ αὐτόν τόν λόγο ἦταν ἀδύνατο νά γίνει ἕνα τέτοιο πρᾶγμα. Ἔλα ὅμως πού τό ἀποζητοῦσε».[*] (περισσότερα…)