ΝΠ | Δοκίμια

Συνέχειες / ασυνέχειες

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ποια σχέση έχει με το πρότερο εγώ του ο Γάλλος ή ο Γερμανός που προσχωρεί στον βουδισμό ή στο ισλάμ κι αλλάζει όνομα, χώρα διαμονής και βιοτροπία; Ο Κάσσιους Κλέυ και ο Μοχάμεντ Άλι, ο Λευκάδιος Χερν και ο Γιάκουμο Κοϊζούμι, ο Σαύλος και ο Παύλος είναι άλλα πρόσωπα; Ένας ληξίαρχος, ένας φυσιολόγος, ένας ψυχαναλυτής, ένας μυθιστοριογράφος θα χαμογελούσαν μάλλον με τον ισχυρισμό. Για το αστικό δίκαιο ή τα ταμεία ασθενείας, «άλλος» δεν γίνεται καν αυτός που αλλάζει φύλο στο χειρουργείο ή πάσχει από ολική αμνησία. Η περιουσία και τα χρέη του, το οικογενειακό δέντρο του, το DNA και το ιατρικό ιστορικό του, όλα τα κύρια νήματα που τον συνδέουν με το παρελθόν, παραμένουν άθικτα.

Σε πείσμα των σημερινών identity politics, που με τις παρδαλώνυμες θεωρίες τους έχουν βαλθεί να θεσμοποιήσουν την αυθαιρεσία της βούλησης, το «είσαι ό,τι δηλώσεις», η αυτοκατανόηση είναι ένα μόνο από τα στοιχεία της ταυτότητας ενός υποκειμένου, ατομικού ή συλλογικού – και όχι το κύριο. Αν μόνο η μια στις δέκα πράξεις ή αποφάσεις μας είναι όντως συνειδητή, όπως ισχυρίζονται σήμερα οι νευροεπιστήμονες, πόσο μπορούμε ενεπίγνωστα να επηρεάσουμε με τις πράξεις μας τον εαυτό μας; Και πόσο εντέλει η αυτοσυνειδησία μας, το όνομα ή η «δόξα» που επιλέγουμε να περιενδυθούμε, ρυθμίζει την βαθύτερη, ασύνειδη ζωή μας;

Είναι «άλλος» ο ελληνισμός της Aρχαιότητας λ.χ. απ’ αυτόν των Μέσων Χρόνων και της νεώτερης εποχής; Το ότι οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί του Βυζαντίου αποκαλούν τον εαυτό τους Ρωμαίο, βδελύσσονται την θρησκεία των προγόνων τους και γκρεμίζουν τα ιερά τους, για τους ίδιους προφανώς ήταν μια δραματική μεταβολή της αυτοκατανόησής τους, με ποικίλα κοινωνικά και ψυχικά επακόλουθα. Για τον υπόλοιπο κόσμο όμως, που είχε εμπρός του μια άλλη εικόνα, εκ των έξω άρα και σαφέστερη, προφανώς η θρησκευτική μεταστροφή των Ελλήνων ήταν φαινόμενο με σημασία πολύ πιο περιορισμένη. Γι’ αυτό και εξακολούθησε να αποκαλεί αδιάλειπτα τους Βυζαντινούς με τους όρους που μεταχειριζόταν για τους Έλληνες εδώ και αιώνες: Ίωνες οι εωθινοί μας γείτονες, Γραικούς οι εσπέριοι. Μα και για μας σήμερα μήπως μικρή σημασία δεν έχει αν οι Πέρσες αποκαλούν σήμερα το κράτος τους Ισλαμική Πολιτεία του Ιράν ή αν ο νυν διάδοχος του Οθωμανού σουλτάνου και χαλίφη της Κωνσταντινουπόλεως ακούει στον τίτλο Πρόεδρος, ηγείται ενός κοσμικού τύποις κράτους, εδρεύει στα υψίπεδα της Φρυγίας και γράφει το όνομά του με λατινικούς χαρακτήρες; Τα συλλογικά υποκείμενα δεν τα γεννούν οι λέξεις, αλλά η ιστορία. (περισσότερα…)

Σταγόνα στον ωκεανό

*

του HANS MAGNUS ENZENSBERGER

Ἐ­πει­δὴ τὰ ἀρχαῖα ἑλ­λη­νι­κά μου εἶ­ναι σκου­ρι­α­σμέ­να, χρει­ά­στη­κε νὰ συμ­βου­λευ­τῶ λε­ξι­κό. Φαί­νε­ται ὅ­τι «πρόβλημα» στὴν ἀρχὴ δὲν σήμαινε κά­τι ποὺ ἐξετάζουμε ἢ ἔ­στω ἀναζητοῦμε, ἀλ­λὰ μιὰ δο­κι­μα­σί­α ριγ­μέ­νη, τρό­πον τι­νά, μπρο­στὰ στὰ πό­δια μας· ἡ λέ­ξη προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ ρῆ­μα βάλ­λω ποὺ ση­μαί­νει ρί­χνω.

Ὅ­μως αὐ­τὸ εἶ­ναι ἡ μι­σὴ ἀ­λή­θει­α. Για­τὶ γιὰ κά­θε ἄν­θρω­πο ποὺ πε­ρι­μέ­νει νὰ λυ­θοῦν τὰ προ­βλή­μα­τα ἀ­πὸ μό­να τους, ποὺ τὰ θέτει κατὰ μέρος καὶ τὰ ἀ­φή­νει ἀνεξέταστα, ὑ­πάρ­χουν του­λά­χι­στον μιὰ ντου­ζί­να ἄλ­λοι οἱ ὁ­ποῖ­οι τὰ ἐπι­ζη­τοῦν, καὶ μά­λι­στα τό­σο πι­ὸ ἔν­το­να, ὅ­σο πι­ὸ δύ­σκο­λα εἶ­ναι. Καὶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο πε­δι­κλώ­νον­ται, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο πει­σμα­τώ­νουν γιὰ νὰ βροῦν τὴ λύ­ση. Ὁ κίν­δυ­νος τοῦ ἐθισμοῦ ποὺ καραδοκεῖ ἐδῶ, συ­χνὰ ὑ­πο­τι­μᾶ­ται, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὸ ἐ­ὰν πρό­κει­ται γιὰ παι­χνί­δι στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ ἢ γιὰ τὸ ζή­τη­μα τοῦ αἰ­ώ­να.

Κα­λὸ θὰ ἦ­ταν νὰ κά­νου­με τὴ δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα σὲ ἐ­πι­λύ­σι­μα καὶ σὲ ἀ­νε­πί­λυ­τα προ­βλή­μα­τα. Δυ­στυ­χῶς, πι­ὸ εὔ­κο­λα τὸ λέ­με πα­ρὰ τὸ κά­νου­με. Δι­ό­τι ὑ­πάρ­χουν ἁ­πλὲς ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως δο­κι­μα­σί­ες, οἱ ὁ­ποῖ­ες κα­τὰ κύ­ρι­ο λό­γο ἐ­πι­δέ­χον­ται λύ­ση, ὅ­μως τὸ κό­στος ποὺ ἀ­παι­τεῖ­ται γιὰ τὴν ἐ­πί­λυ­σή τους εἶ­ναι τό­σο ἀ­στρο­νο­μι­κὸ ποὺ εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα νὰ τὰ πα­ρα­τή­σει κα­νείς. Ἕ­να τέ­τοιο πρό­βλη­μα ἀν­τι­με­τω­πί­ζει ὁ ἐμ­πο­ρι­κὸς ἀν­τι­πρό­σω­πος ποὺ πρέ­πει νὰ ἐ­πι­σκε­φτεῖ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­ριθ­μὸ πε­λα­τῶν. Ση­μει­ώ­νει λοι­πὸν τὸν τό­πο δι­α­μο­νῆς τους πά­νω στὸ χάρ­τη του. Καὶ τώ­ρα σκέ­φτε­ται ποιός εἶ­ναι ὁ συν­το­μό­τε­ρος τρόπος γιὰ νὰ ὑ­πο­βά­λει τὰ σέ­βη του σὲ κά­θε πε­λά­τη. Καὶ τρα­βά­ει τὰ μαλ­λιά του μό­λις δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν πι­θα­νῶν δι­α­δρο­μῶν αὐ­ξά­νε­ται ὑπέρμετρα κάθε φορά ποὺ ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν προ­ο­ρι­σμῶν του αὐξάνει. Ἦδη μὲ εἴ­κο­σι μόνο πε­λά­τες θὰ εἶ­χε νὰ ἀποφασίσει ἀ­νά­με­σα σὲ τρι­σε­κα­τομ­μύ­ρι­α δυνατὲς έπιλογές. Ἂν ἤ­θε­λε νὰ τὶς δο­κι­μά­σει ὅ­λες, ὄ­χι μό­νο θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πα­ρα­τή­σει τὸ ἐ­πάγ­γελ­μά του, ἀλ­λὰ καὶ νὰ ζή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα χρό­νι­α ἀ­πὸ τὸν πλα­νή­τη Γῆ. (περισσότερα…)

“στάζοντας μύρα μελανά” (ένα ταξίδι ελληνικό του «Μεθυσμένου καραβιού»)

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Κάπου στο μακρινό ’78, εκεί στο γύρισμα από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο, μας αγόρασε (με γραμμάτια) ο πατέρας μου, από ένα πλανόδιο πλασιέ, την 20τομη Εγκυκλοπαίδεια του Γιοβάνη, καθώς η Αντιγόνη Μεταξά είχε προ πολλού εξαντλήσει τις δυνατότητές της. Έπεσα λοιπόν πάνω της και ξεκίνησα να την καταβροχθίζω, όχι αλφαβητικά, όπως αυξάνουν κι οι τόμοι, ούτε θεματικά ή άλλως πως αλλά όπως λάχαινε κάθε φορά. Άλλοτε στην τύχη κι άλλοτε, από αφορμή ένα λήμμα, ξεστράτιζα σε δρόμους άλλους κι από εκεί αλλού, μέχρι να κουραστώ. Σε κάποιαν από τις αδηφάγες περιπλανήσεις μου, έπεσα επάνω και στο λήμμα για τον Αρθούρο Ρεμπώ (τ. 18, σ. 83). Μου εντυπώθηκε ο πίνακας του Φαντέν-Λατούρ αλλά ακόμη περισσότερο αιχμαλωτίστηκε για τα μελλούμενα χρόνια ο νους μου από το Μεθυσμένο καράβι.

Τόσο πολύ χαράχτηκε μέσα μου που το είχα σχεδόν αποστηθίσει ολάκερο. Το σφρίγος κι εικονοποιητική ζωντάνια του Μεθυσμένου καραβιού με βρήκανε σε μια στιγμή που η ψυχή μου είχε ήδη ποντιστεί βαθιά μέσα στον λυρισμό. Είχα δε μείνει για καιρό με την ακλόνητη σιγουριά ότι αυτό ήταν όλο κι όλο το ποίημα, πλώρη-πρύμνη, ως την 14η στροφή, όπως την είχε η ανώνυμη μετάφραση της εγκυκλοπαίδειας. Έφτασα πια στο τέλος των λυκειακών χρόνων για να μάθω πως το μυθικό καράβι δεν ήταν τελικά τόσο μικρό, αλλά είχε εικοσιπέντε –αντί για δεκατέσσερα– τετράστιχα. Τότε ήταν κι η εποχή που διάβασα τον Ρεμπώ αλλά και τον αγάπησα περισσότερο. Αν κι ίσως βέβαια ν’ αγάπησα πάνω απ’ όλα τον μύθο που ’σερνε τ’ όνομά του, καθώς λευκή τ’ αφρού γραμμή, κυματιστή, που αφήνουν πίσω τους τα πλοία. Τώρα που ξανακοιτάζω πάλι εκείνη τη σελίδα της παλιωμένης μα ιλλουστρασιόν εγκυκλοπαίδειας, διαβάζω σαν σε φθαρμένη αρχαία επιγραφή και τις λέξεις: τυχοδιωκτικές περιπέτειες… πρωτόγονου αισθησιασμού, κι αναρωτιέμαι τι αχνάρι μπορεί και ν’ άφησαν στον εφηβικό μου ψυχισμό, τι αποτύπωμα μελλοντικό. Ας είναι…

Τα ποιήματα του Ρεμπώ συμπορεύονταν πλέον πλάϊ-πλάϊ με το αίνιγμά του, τις επιστολές και τις φωτογραφίες του, μα και την πεζή ζωή του σαν υπαλλήλου, (λαθρ)εμπόρου, εξερευνητή στην κοντινή μου Ανατολή. Και στα ταξίδια που ακολούθησαν, πάντα έψαχνα για τα ίχνη του, το καταγάλανο, φωτεινό του βλέμμα κάπου αφημένο, στου Άντεν τον ηλιοδαρμένο βράχο ή στου Χαράρ τα σοκάκια. Εκτός από του Γκάτσου όμως το μουσικό Καράβι, ψέλλιζε η μνήμη έντρομη και τις εικόνες τις οργιαστικά τρομακτικές, που κάποτε θωρούσα ως του Μεθυσμένου καραβιού την πρύμνη: (περισσότερα…)

Ένας δοκιμιογράφος: Κωστής Παπαγιώργης (1947-2014)

*

Στις 21 Μαρτίου 2024 συμπληρώνονται δέκα χρόνια από την εκδημία του Κωστή Παπαγιώργη (1947-2014). To Νέο Πλανόδιον του είχε αφιερώσει το πρώτο τεύχος του (χειμώνας 2013-2014), τον δε Μάιο του 2016 είχε διοργανώσει μια μεγάλη εκδήλωση όπου φίλοι και συνοδοιπόροι του Κωστή είχαν διαβάσει χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το έργο του. Από το έντυπο αφιέρωμα αναδημοσιεύουμε στη μνήμη του το κείμενο του Κώστα Κουτσουρέλη που ακολουθεί.

~.~

Ἕ­νας δο­κι­μι­ο­γρά­φος

Ὁ Κί­μων Νη­σι­ώ­της δὲν ἔ­γρα­ψε πολ­λά. Καμ­μι­ὰ εἰ­κο­σι­πεν­τα­ρι­ὰ ση­μει­ώ­μα­τα ὅ­λα κι ὅ­λα, κι αὐ­τὰ βρα­χύ­σω­μα, τῆς μιᾶς ἢ τῶν δύ­ο σε­λί­δων, κά­πο­τε καὶ μο­νό­στη­λα ἢ ἀ­κό­μη πι­ὸ σύν­το­μα, μοι­ρα­σμέ­να στὰ τρί­α τεύ­χη ἑ­νὸς πε­ρι­ο­δι­κοῦ ποὺ εἶ­χε ὅ­λα τὰ φόν­τα νὰ γί­νει θρυ­λι­κό – καὶ μὲ τὸν τρό­πο του τὰ κα­τά­φε­ρε. Ἐ­πὶ ἔ­ξι μῆ­νες, ἀ­πὸ τὸν Δε­κέμ­βρη τοῦ 1984 ὣς τὸν Ἰ­ού­νι­ο τοῦ 1985, ἀ­φοῦ τό­σο ἄν­τε­ξε ἐ­κεῖ­νο τὸ ἔν­τυ­πο ποὺ ὑ­πά­κου­ε προ­γραμ­μα­τι­κὰ στὸν τί­τλο Κρι­τι­κὴ καὶ κεί­με­να καὶ δι­ευ­θυ­νό­ταν ἀ­πὸ τε­τρά­δα νε­α­ρῶν τό­τε συγ­γρα­φέ­ων καὶ μου­σι­κῶν, ὁ Νη­σι­ώ­της ἀ­πο­τι­μᾶ τὴν ἐκ­δο­τι­κὴ κί­νη­ση, βι­βλί­α πε­ζο­γρα­φί­ας καὶ στο­χα­σμοῦ, μὲ μιὰ αἰχ­μη­ρό­τη­τα ποὺ ἀ­να­ζη­τᾶ τὸ ὅ­μοι­ό της κι ἕ­να ὕ­φος πού, ὅ­πως ὁ ἴ­διος θὰ ἔ­γρα­φε, «ἔ­χει τὸ χά­ρι­σμα νὰ μὴ ζεῖ τὴν κοι­νο­το­πί­α».

Καὶ τί δὲν ἀ­να­σύ­ρει ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς σπά­νι­ες σε­λί­δες; Κο­φτά, προ­κλη­τι­κὰ ἀ­ξι­ώ­μα­τα, με­γα­λό­φω­να ἐγ­κώ­μι­α, σκω­πτι­κὲς ἀ­πο­φάν­σεις, βα­ρει­ὲς κα­τα­δί­κες. Ἀ­πὸ τὸν φα­κὸ τοῦ Νη­σι­ώ­τη περ­νοῦν τραν­τα­χτὰ ὀ­νό­μα­τα τῆς ἐ­πο­χῆς καὶ κάμ­πο­σα ἄλ­λα ποὺ ἔ­μελ­λε νὰ συ­ζη­τη­θοῦν πο­λὺ τὰ ἑ­πό­με­να χρό­νι­α. Ὁ Στέ­λιος Ράμ­φος λ.χ.:

«Κω­μω­δὸς καὶ μάρ­τυ­ρας –ἀ­βρό­χοις πο­σί–, ὁ Ράμ­φος κα­τά­φε­ρε καὶ μὲ τὴ συγ­γρα­φι­κὴ πα­ρα­γω­γή του νὰ ἀ­πο­βεῖ κά­τι σὰν Πα­σκὰλ τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἀ­ρι­στε­ρᾶς. Κρά­μα εὐ­φυ­ΐ­ας καὶ ἀ­γο­ραί­ου πνεύ­μα­τος, ἡ σκέ­ψη του χρει­ά­στη­κε νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὸν Μὰρξ στὸν Χρι­στὸ καὶ ἀ­πὸ τὸ Κόμ­μα στὴν Ἐκ­κλη­σία γιὰ νὰ ἐ­πα­λη­θεύ­σει τὸ ἀ­σί­γα­στο πά­θος της γιὰ τὸν δογ­μα­τι­σμὸ καὶ τὴν τυ­ραν­νι­κὴ λα­τρεί­α τοῦ αὐ­το­νό­η­του».

Ὁ Πα­να­γι­ώ­της Κον­δύ­λης:

«ἱ­στο­ρι­κὸς τῆς φι­λο­σο­φί­ας μὲ τὴν καλ­λί­στη ἔν­νοι­α τοῦ ὅ­ρου. Γνώ­στης τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν γλωσ­σῶν –ζω­σῶν καὶ τε­θνε­ω­σῶν–, γνώ­στης ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ δυ­τι­κοῦ φι­λο­σο­φι­κοῦ ἀρ­χεί­ου, με­λε­τη­τὴς ἀ­πὸ πρό­γραμ­μα καὶ στο­χα­στὴς ἀ­πὸ φύ­ση».

Ὁ Κώ­στας Ζου­ρά­ρις:

«τέ­τοιο ἀ­να­κά­τω­μα ἀ­γο­ραί­ας ρη­το­ρεί­ας, λο­γι­ο­πα­θοῦς λε­ξι­μαρ­γί­ας καὶ θε­ω­ρη­τι­κῆς ἀ­συ­ναρ­τη­σί­ας εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ συ­ναν­τή­σει κα­νείς». (περισσότερα…)

Γιώργος Μπλάνας, Η ποίηση στην εποχή της παγκοσμιοποίησης

*

Βιώνουμε, για πολλοστή φορά στην ανθρώπινη Ιστορία, μια ταραγμένη εποχή. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, θα πρέπει να παραδεχθούμε πως δεν υπήρξαν μη ταραγμένες εποχές. Οι άνθρωποι είμαστε ζώα σε κρίση, συμπτώματα μιας πτώσης από το οικείο σκοτάδι της μήτρας, στην αφιλόξενη λάμψη του κόσμου και από το σκότος του χάους στο αιχμηρό φως του πολιτισμού. Την δική μας ταραγμένη εποχή την χαρακτηρίζουμε μεταμοντέρνα, μεταπολιτική, μεταβιομηχανική και κάμποσα άλλα «μετά»: προσαγορεύσεις οι οποίες καλύπτονται εν πολλοίς από τον εννοιολογικό πέπλο της Παγκοσμιοποίησης, μιας ακόμα φαντασιακής “στρατηγικής” επιβίωσης του ανθρώπου. Και επιπλέον μιας ακόμα υπερφίαλης προσπάθειας επιβολής του μοντέλου πνευματικής και υλικής ισχύος του επονομαζόμενου Δυτικού Πολιτισμού, εκείθεν του γεωγραφικού ορίζοντά του.

Αυτό που ονομάζουμε Παγκοσμιοποίηση είναι αρχικά ένα σύνολο λίγο ως πολύ συντονισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων, που ωστόσο δεν έχει την σχετικά συμπαγή οργάνωση των εθνικών οικονομικών μηχανισμών. Όπως είναι ευρύτατα γνωστό, η καπιταλιστική οικονομία αποτελεί δυναμικό σύστημα δραστηριοτήτων, οι οποίες στηρίζονται σε και στηρίζουν μια κοινωνική λογική με διαρκή τάση διεύρυνσης και ομογενοποίησης των κοινωνικών παραγόντων και λειτουργιών. Η σταθερή ανάπτυξη της παραγωγής απαιτεί αφενός όλο και ευρύτερες αγορές και αφετέρου όλο και εντατικότερο εξορθολογισμό των συνθηκών εμπορικής επικοινωνίας. Δεδομένου δε ότι η εμπορική επικοινωνία υφίσταται εντός της εν γένει κοινωνικής επικοινωνίας, η παραγωγή, διάθεση και κατανάλωση αγαθών απαιτεί την οργάνωση της δεύτερης κατά το πρότυπο της πρώτης ­­– απαίτηση η οποία ναι μεν δεν μπορεί να ικανοποιηθεί απόλυτα, κατορθώνει ωστόσο να αποσπά σημαντικές “νίκες” επί της απροσδιοριστίας της κοινωνικής δημιουργικότητας. (περισσότερα…)

Δεν απειλώ – ονειρεύομαι!

*

«Αφού ως και τ’ άχρηστα μυρμήγκια και τα κουνούπια
λένε πως έχουνε φαρμάκι, πώς ζητάς
χωρίς φαρμάκι και βρισιές ν’ αντιδικώ
μ’ αυτούς που με αδίκησαν; Μου λες να μουγγαθώ,
να μπουκωθώ χορτάρι ώσπου να σκάσω;»

Έτσι ακριβώς διατύπωσε την οδύνη του ανθρώπου, ο οποίος δεν αντέχει πια να δέχεται με στωικότητα ό,τι τον αναιρεί σαν ύπαρξη, ο υπέροχος εκείνος φτωχοδιάβολος ποιητής, ο Παλλάδας ο Αλεξανδρινός.

Βέβαια, ο Παλλάδας έζησε τον 4ο μ.Χ. αιώνα, σε μιαν εποχή από εκείνες που σκληραίνουν την γλώσσα. Η ανθρώπινη ψυχή είχε μείνει μόνη, με τα ένστικτα. Ωστόσο, ανάμεσα στον Όμηρο και τον Παλλάδα –κοντά 1200 χρόνια– η συνήθεια των ποιητών να καθυβρίζουν όποιον απεχθάνονταν, με πρώτους-πρώτους τους πολιτικούς, μεγαλούργησε. Αν ο Όμηρος μας παρουσίαζε λόγια άλλων, αν έστω του χρεώσουμε μια προσπάθεια να υπερβάλει σε όλα, προκειμένου να δημιουργήσει ήρωες, τι να πούμε για τη λυρική ποίηση, την προσωπική έκφραση; Η ατομική, άμεση, ποιητική φωνή, αναδύθηκε κρατώντας στο ένα χέρι τον έρωτα και στο άλλο την πολιτική έριδα. Η ειλικρινής έκφραση του έρωτα ήταν πραγματικά κάτι καινούργιο. Μέχρι τότε ακολουθούσε τις κοινωνικές συμβάσεις. Η πολιτική έριδα, όμως, συνέχιζε μια παράδοση.

Αυτή τη φορά ο ποιητής χρεωνόταν άμεσα τις συνέπειες των παθών του. Ο Αλκαίος εξορίστηκε και κακοποιήθηκε πολλές φορές, αλλά αυτό δεν φαίνεται να έκαμψε την υβριστική διάθεσή του απέναντι στους πολιτικούς αντιπάλους του. Τον λαϊκιστή Πιττακό τον χαρακτήρισε «Στραβάδι» και «Σκουντούφλη» και «Μπούρδα» και «Σαπιοκοιλιά» και «Κούτσαβλο» και «Λεχρίτη». Ο Θέογνις από τα Μέγαρα και ο Σόλων υπήρξαν πιο «κομψοί» στις βρισιές, αλλά ο Αρχίλοχος και ο Ιππώναξ ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Οι τραγικοί ποιητές, προφυλαγμένοι πίσω από τα προσωπεία μπορούσαν να καθυβρίζουν «συμβολικά» τους πολιτικούς άνδρες, συχνά διακινδυνεύοντας την ακεραιότητά τους. Όσο για τον Αριστοφάνη… Ο «επιφανής άνδρας», που θα επιχειρούσε να παρακολουθήσει παράσταση του κωμικού ποιητή, αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο να γίνει μέρος του θιάσου, στον χειρότερο ρόλο.

Δίχως πάθη δεν γίνεται ποίηση. Κάθε άνθρωπος που φλέγεται από πάθος, θέλει να το μοιραστεί με τους άλλους. Η ποίηση, η πολιτική και ο έρωτας μοιράζονται την ανεξέλεγκτη οργή απέναντι στη ματαίωση.

Ο Μπάιρον εξευτέλισε τον Λόρδο Έλγιν στο ποίημά του Η Κατάρα της Αθηνάς και πανηγύρισε με ένα σκωπτικό επίγραμμα την αυτοκτονία του διεφθαρμένου συντηρητικού πολιτικού Κάσλριτζ. Ο Σέλλεϋ χαρακτήρισε «χασάπηδες» τους Άγγλους συντηρητικούς και τους παρουσίασε σαν αιμοσταγείς δαίμονες στη Μάσκα της Αναρχίας. Ο Ρεμπώ φώναξε «πουτάνα» το Παρίσι στο Παρισινό Όργιο. Ο Οσίπ Μαντελστάμ παρομοίασε τα δάχτυλα του Στάλιν με δέκα παχιά σκουλήκια και τα μουστάκια του με κατσαρίδες. Ο Έζρα Πάουντ αποκάλεσε τους Αμερικανούς πολιτικούς «κωλομέρια», «σαύρες», «γυμνοσάλιαγκες», «σκουλήκια», «βρικόλακες», «πασαλειμμένους με σκατά». Ο Μαγιακόβσκη ξεκίνησε ένα ποιητικό αριστούργημα, το Σύννεφο με Παντελόνια, γράφοντας πως οι σκέψεις των ανέραστων και πολιτικά αντιδραστικών συμπατριωτών του «χάσκουν στη μούργα του μυαλού τους σαν λακέδες». Ο Άλεν Γκίνσμπεργκ είπε στην Αμερική «να πάει να γαμηθεί».

Στο πλαίσιο του σύγχρονου καπιταλισμού της γενικευμένης βαρβαρότητας, η πολιτική βρισιά έχει εξαφανιστεί από την ποίηση. Το άσχημο είναι πως μαζί της εξαφανίστηκε σχεδόν ολοκληρωτικά και το πάθος.

Νομίζω πως δικαιολογήθηκα αρκετά, ώστε να μπορώ να φωνάξω, χωρίς να χαρακτηριστώ βάρβαρος ή το λιγότερο λαϊκιστής…

Όχι, λοιπόν. δεν θα σας κάνω την χάρη. Εξάλλου τι νόημα έχει πια να βρίζεις ανθρώπους, που κάθε λόγος τους είναι βρισιά από μόνη της και κάθε πράξη τους αυτοεξευτελισμός.

Η τιμωρία σας είναι πως δεν θα καθίσετε ποτέ σούρουπο σ’ ένα παγκάκι ανάμεσα στην Αρχαία και την Ρωμαϊκή αγορά, ακούγοντας τις κρυστάλλινες φωνές των μικρών της κουκουβάγιας να καλούν την μητέρα τους. Γιατί κάτω από την Ακρόπολή υπάρχουν ακόμα κουκουβάγιες και το σούρουπο είναι μαγευτικό.

Ω, δεν απειλώ, δυστυχισμένα πλάσματα. Δεν απειλώ – ονειρεύομαι. Αυτό εγώ κι εκατομμύρια θύματά σας μπορούμε να το κάνουμε ακόμα.

Και δεν είμαστε καθόλου διατεθειμένοι να το εγκαταλείψουμε.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

*

*

Γέλια στη μοναξιά της Γκουνίλα

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Το φαινόμενο επαναλαμβάνεται πλέον με επικίνδυνη τακτικότητα.1 Για κακή σου τύχη, έχεις βρεθεί μια μέρα κάποιου θερινού μήνα σε παραλία «εξωτικής ομορφιάς». Το να καταφέρεις να φτάσεις μέχρι το νερό όμως δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Ελάχιστα τα ελεύθερα σημεία· εκτός από την άμμο, ακόμα και ο αέρας έχει καταληφθεί σχεδόν σε κάθε του σημείο. Οι νοητές γραμμές που ξεκινούν από τις κάμερες των κινητών και φτάνουν μέχρι τα αντικείμενα (ή τα αντικειμενοποιημένα υποκείμενα) που αυτές οι κάμερες επιχειρούν να απαθανατίσουν πλέκουν ένα τόσο πυκνό αόρατο δίκτυο ώστε όπου κι αν σταθείς όλο και κάποιο πλάνο θα χαλάσεις. Σαν διαρρήκτης που προσπαθεί να παρακάμψει κάποιο σύστημα ασφαλείας από τεμνόμενες ακτίνες λέιζερ, πρέπει να επιδοθείς σε μια κανονική χορογραφία, κοντοστέκοντας, πισωπατώντας, επιταχύνοντας απότομα, σκύβοντας, μήπως και καταφέρεις να φτάσεις στη δροσιά χωρίς να βρεθεί εν αγνοία σου κάποιο μέλος σου σε ξένη φωτογραφική συλλογή. Άλλη μια παρέα από ευειδείς νεαρούς και καλλίπυγες νεαρές καταφτάνει και τα μυδράλια των ψηφιακών τους κλείστρων δεν αργούν να ξεκινήσουν το κροτάλισμά τους. Μέσα στη σπηλιά, δίπλα από τη σπηλιά, πάνω από τη σπηλιά, σε όλες τις πόζες. Και μέσα στο νερό, φυσικά. Αλλά μέχρι το γόνατο. Περιμένεις υπομονετικά πότε θα καταλαγιάσει επιτέλους αυτή η φαινομενικά ακόρεστη δίψα τους για κατανάλωση της αυτοεικόνας τους ώστε να μπορείς να κουνηθείς κι εσύ λίγο πιο απερίσπαστος κι εκείνοι να απολαύσουν αυτό για το οποίο (νομίζεις ότι) ήρθαν. Όμως όχι. Αντί να παρατήσουν τα κινητά τους και να μπουν στο νερό, αυτοί κάθονται στις πετσέτες τους και μετά από λίγο μαζεύουν τα πράγματά τους και αποχωρούν. Χωρίς να κάνουν ούτε μία βουτιά. Άλλο ήταν το ζητούμενο, επομένως. Όχι η ανάλωση του εαυτού εντός μιας βιωματικής ροής με τις όποιες αμυχές και ουλές αυτή μπορεί να αφήσει πάνω του, αλλά η έκθεσή του. Για την ακρίβεια, η κατανάλωση μιας περιποιημένης και πεποιημένης εκδοχής του εαυτού, από ξένα μάτια σε απομακρυσμένες οθόνες. Όταν η περιφορά του εαυτού σε (ημί-)δημόσια θέα έχει γίνει σχεδόν αναγκαία συνθήκη για να μπορεί να υπάρχει και να επιβιώνει κανείς κοινωνικά (φαινόμενο που επιτάχυναν καταλυτικά τα ψηφιακά κοινωνικά δίκτυα), μοιραίο είναι η αξία της εμπειρίας να εκπίπτει, υποχωρώντας αθόρυβα πίσω από τη θαμπάδα ενός κάποιου φακού. Μοιάζει έτσι να επιβεβαιώνεται με εντυπωσιακό τρόπο ο Ντεμπόρ όταν έγραφε πριν από μισό αιώνα για την κυριαρχία της αναπαράστασης επί του βιώματος, καθώς ξεκινούσε την Κοινωνία του Θεάματος. (περισσότερα…)

Γιατί υπάρχει ζωή;

*

Από τα τρία Μεγάλα Ερωτήματαγιατί υπάρχει κόσμος; γιατί υπάρχει ζωή; γιατί υπάρχει συνείδηση;») μόνο το δεύτερο είναι πράγματι ενδιαφέρον. Το πρώτο («γιατί υπάρχει κόσμος;») δεν επιδέχεται απάντηση συμβατή με τις νοητικές μας δυνατότητες. Είτε ο κόσμος είναι κτιστός είτε άκτιστος, είτε γεννιέται από ένα Πρώτο Κινούν είτε από τους κόλπους του Μηδενός, στην ουσία κάθε απόκριση μας είναι ασύλληπτη – καταπώς η έννοια του θεού· η κοσμολογία καταλήγει αδήριτα στην θεολογία.

Το τρίτο ερώτημα («γιατί υπάρχει συνείδηση;») είναι το πιο εύκολα απαντήσιμο. Όπως δείχνει η επικράτηση του homo sapiens sapiens στον πλανήτη, υπό ορισμένες συνθήκες η συνείδηση είναι ασφαλώς εξελικτικό πλεονέκτημα – βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον, αυτά τα 200.000 χρόνια που υπάρχουμε εμείς, οι άμεσοι πρόδρομοι και οι κοντινότεροι συγγενείς μας. Όπως ακριβώς τα δυνατά νύχια στους δεινοσαύρους ή το ασπόνδυλο σώμα στους τριλοβίτες (είδη που κυριάρχησαν για διάστημα ασύγκριτα μεγαλύτερο απ’ ό,τι ώς σήμερα ο άνθρωπος). Ότι από τα ένα ώς τέσσερα δισεκατομμύρια έμβια είδη που έζησαν στην γη, ή απ’ τα εκατομμύρια που ενδεχομένως ζουν σήμερα, ο άνθρωπος φαίνεται να είναι το μόνο είδος που ανέπτυξε συνείδηση, μοιάζει να ευνοεί μιαν εξήγηση βασισμένη στην «ανθρωπική αρχή», την μοναδικότητα του ανθρώπου δηλαδή. Όμως είναι στο πλαίσιο της στατιστικής πιθανότητας. Αν μάλιστα το είδος μας με την συμπεριφορά του οδηγεί στην μαζική εξάλειψη του εαυτού του και γενικά της ζωής στον πλανήτη, όπως λένε οι βιολόγοι (ανθρωπόκαινο, έκτη μαζική εξάλειψη…), έχουμε ίσως μιαν απάντηση και στο ερώτημα γιατί δεν έχουμε ανακαλύψει κάποια άλλη νοήμονα ζωή στο σύμπαν: η συνείδηση είναι βιολογικό γνώρισμα αυτοκαταστροφικό. (Οι ποιητές, βέβαια, έχουν φτάσει στο ίδιο συμπέρασμα πολύ νωρίτερα.)

Το μόνο ερώτημα που μένει συνεπώς σημαντικό και επείγον είναι το μεσαίο: γιατί υπάρχει ζωή; Γιατί ο Κόσμος (ή τα συνώνυμά του: ο Θεός, ο Χρόνος, η Ενέργεια, η Ύλη, το κοσμογόνο Μηδέν) δεν αρκούνται στην φαντασμαγορία των ήλιων και των αστερισμών, στα περιδινούμενα πάλσαρ και ηλεκτρόνια, στους αέριους ή βραχώδεις πλανήτες, στην αλφαβήτα των χημικών στοιχείων, στις λάβες των ηφαιστείων και στους πάγους των κομητών, στην παγχρωμία του φωτός και στην τυφλότητα του διαστημικού σκότους, γιατί δεν επαναπαύονται στην άτρωτη αιωνιότητα των ακτινοβολιών και των εσχάτων σωματιδίων; (περισσότερα…)

Ένα λαθρογαμικό επεισόδιο

*

ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΜΕΝΑ

γράφει ο Ηρακλής Δ. Λογοθέτης

 

Στον καθρέφτη μίας ορισμένης λογοτεχνικής παράδοσης η λιποθυμική συγκατάθεση σε ανοίκειες και οπωσδήποτε απρόκλητες ερωτοπραξίες, αποτελεί την πλάγια πύλη εισόδου των κυριών στον κήπο της αμαρτίας. Ακριβολογώντας, μα πάντοτε στο πνεύμα της ίδιας μεταφοράς, δεν πρόκειται καν για πύλη που εύλογα θα προσέλκυε την αδόκητη κρούση, αλλά για παραπόρτι χρόνιας αχρησίας εντοιχισμένο στον ψηλό μαντρότοιχο. Κρυμμένο πλέον από οργιώδη βλάστηση και απρόσεκτα ξεκλείδωτο, παρέχει την πρόσβαση ελέω της οποίας η τύχη γονιμοποιεί την ευκαιρία προς όφελος του δράστη ενώ η προσωρινή απώλεια των αισθήσεων εξασφαλίζει τη διαθεσιμότητα της ατυχήσασας κυρίας. Ο εισβολέας παραμερίζει τα πέπλα της απαραίτητης υπό άλλες συνθήκες προλειάνσεως του ερωτικού διαβήματος και διανύει μ’ ένα άλμα την απαγορευτική απόσταση προς την απρόσιτη Δέσποινα. Ανοίγει με μια αποφασιστική χειρονομία τα σκέλη των εθιμικών συμβάσεων και σκίζοντας την ετικέτα της αλεξιγαμίας σμίγει με την παθούσα, ανέξοδα για τον ίδιο και ανεπίληπτα για κείνη, καθώς η απαγορευμένη σκηνή συντελείται στην ηθογεωγραφικά αόριστη ζώνη προνοιακής αμέλειας και μεθεόρτιας αφέσεως κάποιων απροσδιόριστων τύψεων.

Η αυλαία μάλιστα της, έως ένα βαθμό, ανυπαίτιας ενοχής, παραμένει διακριτικά κλειστή και μόνο μέσα από την πολύπαθη σχισμή της μπορεί να κατοπτεύσει κανείς την διανοιγόμενη προοπτική σε περιστάσεις έκτακτες, όπως αυτές που σκηνοθετεί ο Χάινριχ φον Κλάιστ στις αρχές του 19ου αιώνα με φόντο την κατάληψη μίας ιταλικής πόλεως από ρωσικά στρατεύματα, παράπλευρο θύμα της οποίας υπήρξε η κόρη του διοικητή, η Μαρκησία του Ο… που εδώ μας απασχολεί. Ο συγγραφέας πάντως ουδέποτε είχε επισκεφθεί τη χώρα όπου εκτυλίσσεται η υπόθεση του έργου και με την άνεση αυτής της απόστασης προϊδεάζει τον αναγνώστη για όσα παράδοξα θα ακολουθήσουν, παρατοποθετώντας το αληθινό, όπως ισχυρίζεται, περιστατικό στο οποίο βασίζεται η ιστορία του από το Βορρά στο Νότο — και παραβλέποντας, αν και ο ίδιος είχε χρηματίσει στρατιωτικός, το ότι ένας ρωσικός στρατός στην Ιταλία θα ήταν περισσότερο αξιοπερίεργος από τους ελέφαντες του Αννίβα στις Άλπεις! (περισσότερα…)

Ξενοζηλία καί ὑποτέλεια: Σκέψεις γιά τό παρόν καί τό μέλλον τῆς ἑλληνικῆς

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Σέ μιά πρώτη ματιά, ἡ σημερινή μας συνάντηση φαντάζει πράγμα ἀταίριαστο. Ἡ κρίση πού διέρχεται ἡ χώρα εἶναι ὁλοκληρωτική. Τίποτε δέν μαρτυρεῖ ὅτι θά ξεπεραστεῖ σύντομα. Τί θέλουν λοιπόν οἱ συζητήσεις γιά τά ἑλληνικά καί τήν ὀρθογραφία τους αὐτή τή στιγμή πού ἄλλα, στοιχειωδέστερα, διακυβεύονται;

Ἀπό τήν ἄλλη, ἡ συζήτησή μας μοιάζει, εἰδικά αὐτή τή στιγμή, ὡς ἀπολύτως προσήκουσα – θά ἔλεγε κανείς ἀναγκαία. Στό μέτρο πού τούς ἀναλογεῖ, οἱ περιπέτειες τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ἀποτελοῦν κι αὐτές μέρος τῆς γενικῆς κακοδαιμονίας μας, συνιστοῦν μιά ὄψη, μιά πλευρά τῆς πολυεδρικῆς μας κρίσης. Δίπλα στήν οἰκονομική καί τήν κοινωνική, δίπλα στή θεσμική καί τήν ἠθική, ὑπάρχει δηλαδή καί ἡ γλωσσική κρίση, καί αὐτή δέν εἶναι διόλου ἀμελητέα.

Μιλῶ γιά γλωσσική κρίση, προσοχή, ὄχι γιά γλωσσικό ζήτημα ἤ γλωσσικό πρόβλημα. Οἱ ὅροι αὐτοί, οἱ ἐπιβεβαρημένοι ἀπό τό παρελθόν, εἶναι παντελῶς ἀκατάλληλοι γιά νά περιγράψουν τή σημερινή μας κατάσταση. Συντελοῦν στή συσκότιση, ὄχι στόν φωτισμό της. Ὅταν φέρ’ εἰπεῖν κάνουμε λόγο γιά τίς τύχες τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας σήμερα, ειδικότερα τοῦ ἱστορικοῦ τονισμοῦ, καί ἐπιχειρηματολογοῦμε ὡσάν νά ἐπρόκειτο γιά συνέχεια τῆς διαμάχης μεταξύ καθαρολόγων καί δημοτικιστῶν, χάνουμε ἐντελῶς ἀπό τό ὀπτικό μας πεδίο τήν εἰδοποιό διαφορά τῆς σημερινῆς κρίσης ἀπό τά προβλήματα πού μᾶς ταλάνισαν κατά τό παρελθόν. Ὡστόσο, εἶναι σαφές. Ἡ δισχιλιετής ἔριδα ἀττικιστῶν καί ὀπαδῶν τῆς δημώδους ἔχει ὁριστικά λήξει. Ὅσοι τή διατηροῦν στή ζωή, ἀναρριπίζοντας σκουριασμένα ἐπιχειρήματα ἤ ἐφευρίσκοντας φανταστικούς ἀντιπάλους, λ.χ. τήν τάση τοῦ λεγόμενου «νεοκαθαρευουσιανισμοῦ», τό κάνουν συνήθως ἀπό κεκτημένη ταχύτητα – ἤ καί ὑπολογισμένη ἰδιοτέλεια. Βλέπετε, τό ἀντικείμενο τοῦ παλαιοῦ διαξιφισμοῦ ἐξέλιπε, μερικοί ὅμως ἀπό τούς πάλαι ποτέ ξιφομάχους μακροημερεύουν καί ἐξακολουθοῦν νά διεκδικοῦν τήν προσοχή τῆς δημοσιότητας.

Ἐπιπλέον, στό διχαστικό αὐτό σχῆμα πού κληρονομήσαμε ἔχει προστεθεῖ τελευταῖα καί ἕνα ἄλλο, εἰσαγόμενο καί ἐξίσου ἄσχετο, τό δίπολο ἐθνικιστῶν καί ἀντεθνικιστῶν. Κατά τή γνώμη τῶν πιό μονολιθικῶν ἀπ’ αὐτούς τούς δεύτερους, ὅποιος σήμερα διατυπώνει ἀνησυχία γιά τό μέλλον τῆς ἑλληνικῆς, εἶναι φανερός ἤ κρυφός θιασώτης τοῦ ἐθνικισμοῦ. Καί ἐνῷ οἱ ἴδιοι κόπτονται, καί ὀρθά, γιά τήν ἐξαφάνιση τῶν μειονοτικῶν γλωσσῶν καί ἰδιωμάτων, τούς κινδύνους πού ἀφοροῦν τίς ἐθνικές γλῶσσες τούς ἀποσιωποῦν. Τήν ἴδια στιγμή ἀντιμετωπίζουν τήν ἐπέλαση τῆς ἀγγλικῆς στήν καλύτερη περίπτωση μέ συγκαταβατική ἀπάθεια, ἄν ὄχι μέ διεθνιστική χαιρεκακία. Ὅσο γιά τούς πρώτους, τούς «ἐθνικόφρονες», γραφικοί καί ἀσόβαροι ὅπως εἶναι στήν πλειονότητά τους, μόνο στό νά κρατοῦν ζωντανή τήν κινδυνολογία καί τόν φανατισμό τῶν σταυροφόρων τοῦ ἀντεθνικισμοῦ χρησιμεύουν. (περισσότερα…)

Ποίηση και σκληρότητα

*

του ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Ὅταν φέρνομε στὸ νοῦ μας τὸν αἰσθητικὰ καλλιεργημένο ἄνθρωπο, τόσο τὸ δημιουργό, ποιητὴ ἢ καλλιτέχνη, ὅσο κι ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ἁπλὰ καὶ μόνο ἕνας εὐαίσθητος δέκτης τῶν δημιουργημάτων τῶν ἄλλων, τόνε φανταζόμαστε σὰν μιὰ φύση ἐκλεπτυσμένη, γεμάτη εὐγένεια καὶ καλοσύνη, ἀνίκανο νὰ κάμει τὸ κακό.

Ὅμως πόσο διαφορετική εἶναι ἡ ἀλήθεια!

Πρὶν ἀπὸ ἀρκετὰ  χρόνια εἶχα διαβάσει σὲ κάποια ἐφημερίδα τὴν περίπτωση ἑνὸς συνταγματάρχη τῶν  Ἒς Ἔς. Ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος ἤτανε διοικητὴς σὲ στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Ὅλο τὸ πρωὶ ὄχι μόνο ἔδινε διαταγές, μὰ καὶ παρακολουθοῦσε ὁ ἴδιος τὴν ἐχτέλεσή τους στὶς αἴθουσες τῶν βασανιστηρίων, στοὺς θαλάμους τῶν ἀερίων καὶ στὰ κρεματόρια. Καὶ σὰν ἐτέλειωνε ἀπὸ τούτη τὴ δουλειὰ γύριζε στὸ γραφεῖο του, ἔπαιρνε ἕναν τόμο μὲ ποιήματα τοῦ Ρίλκε, τοῦ πιὸ λεπταίσθητου ἴσως ποιητῆ πού ’γραψε στὴ γερμανικὴ γλῶσσα, καὶ βυθιζότανε στὸ διάβασμα. Θάλαμοι ἀερίων καὶ ποίηση!

Βέβαια, τούτη ἡ περίπτωση μπορεῖ νά ’ναι μιὰ ἐξαίρεση μὲ τὴν ἀνατριχιαστική της ἀντίθεση. Ἀλλὰ τὴν ἴδια οὐσιαστικὰ ἀντίθεση, λιγότερο χτυπητή, τὴ συναντοῦμε συχνὰ γύρω μας. Δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ βλέπομε κάποιον –συνήθως κάποια – διαβάζοντας ἕνα μυθιστόρημα ἢ βλέποντας ἕνα ἔργο στὸ θέατρο, στὸν κινηματογράφο ἢ στὴν τηλεόραση νὰ συγκινεῖται μέχρι δακρύων καὶ τὴν ἄλλη στιγμὴ νὰ μένει ὁλότελα ἀδιάφορος μπροστὰ στὴ ζωντανή, τὴ χειροπιαστὴ δυστυχία τοῦ διπλανοῦ του. Κάποτε μάλιστα νὰ μὴ διστάζει νὰ τόνε βλάψει, ἂν πρόκειται νὰ ὠφεληθεῖ ὁ ἴδιος. Πόσοι ἐξάλλου ἀπὸ τοὺς δημιουργοὺς ὁποιασδήποτε μορφῆς τῆς Τέχνης, στάθηκαν ἠθικὲς προσωπικότητες  -ὄχι μὲ τὴ στενή, τὴν πουριτανικὴ ἔννοια τῆς λέξης;  Κάθε λογῆς πάθη, κακίες καὶ μικρότητες χαρακτηρίζουν τὴ ζωὴ πολλῶν ἀπὸ τοὺς μεγάλους τῆς λογοτεχνίας, τῶν καλῶν τεχνῶν καὶ τῆς μουσικῆς.

Ἂς θυμηθοῦμε τὸ βαθὺ μίσος τοῦ Σολωμοῦ πρὸς τὸν ἑτεροθαλὴ ἀδερφό του Ἰωάννη Λιονταράκη καὶ τὶς μακροχρόνιες δίκες ἐναντίον του γιὰ τὴν πατρικὴ κληρονομιά. Τὸ χαρτοπαιχτικὸ πάθος τοῦ Ντοστογιέφσκη, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐρωτικὸ πάθος του γιὰ τὴν Ἀπολινάρια Σούσλοβα, μὲ τὴν ὁποία γύριζε ἀπὸ πόλη σὲ πόλη τῆς Εὐρώπης, ἔχοντας παρατήσει μόνη της στὴ Ρωσία τὴ βαριὰ ἄρρωστη γυναίκα του. Τὶς αἱμομικτικὲς σχέσεις τοῦ Μπάιρον μὲ τὴν ἑτεροθαλὴ ἀδερφή του Αὐγούστα, χωρὶς νὰ λογαριάσομε τὴ σκανδαλώδη στὴ συνέχεια ζωή του. Τὴν ἐπιπολαιότητα, τὴν ἀνευθυνότητα καὶ τὴν ἀναίδεια τοῦ νεαροῦ Μότσαρτ. Αὐτὴ ἡ ἠθικὴ ἐλαστικότητα γίνεται κάποτε ὁλοκληρωτικὴ ἀπουσία ἠθικῶν ἐνδοιασμῶν. Κι ἀποροῦμε ἐμεῖς οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι πῶς εἶναι δυνατὸν ἕνας καλλιτέχνης, ποὺ ἔχει δώσει δείγματα τέτοιας εὐαισθησίας μὲ τὸ ἔργο του, νὰ συμπεριφέρεται μὲ τόση «ἀναισθησία» πρὸς τοὺς συνανθρώπους του, ἀκόμη καὶ πρὸς τὴν ἴδια τὴν οἰκογένειά του; (περισσότερα…)

Πριν και μετά το τέλος του κόσμου

*

Για τη Δυνατότητα ενός νησιού του Μισέλ Ουελλμπέκ

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Αναπνέω, όπως εσείς […]. Κι όμως, δεν ανήκω πια στο ίδιο είδος. Σας αναγγέλλω μια νέα ανθρωπότητα […]. Από τις απαρχές του, το Σύμπαν αναμένει τη γέννηση ενός αιώνιου όντος, με το οποίο θα συνυπάρχει, για να αντικατοπτριστεί πάνω του σαν σε αληθινό καθρέφτη, που δεν έχουν σπιλώσει οι ακαθαρσίες του χρόνου. Αυτό το ον γεννήθηκε σήμερα, λίγο μετά τις πέντε το απόγευμα. Είμαι ο Παράκλητος, και η πραγματοποίηση της υπόσχεσης. Είμαι προς το παρόν μόνος, όμως η μοναξιά μου δεν θα διαρκέσει, γιατί σύντομα θα με ακολουθήσετε. Είστε οι πρώτοι σύντροφοί μου, τριακόσιοι δώδεκα τον αριθμό∙ είστε η πρώτη γενιά του νέου είδους που προορισμό έχει να αντικαταστήσει τον άνθρωπο∙ είστε οι πρώτοι νεοάνθρωποι. Είμαι το σημείο μηδέν, εσείς είστε το πρώτο κύμα. Σήμερα εισερχόμαστε σε μια άλλη εποχή, όπου το πέρασμα του χρόνου δεν θα έχει πλέον την ίδια έννοια. Σήμερα εισερχόμαστε στην αιώνια ζωή. Αυτή η στιγμή θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη.[1]

Ο Βενσάν, ο πρώτος νεοάνθρωπος, δίνει τον χρησμό: ο άνθρωπος, όπως τον ξέραμε, παύει να υπάρχει, αντικαθίσταται από τους μελλοντικούς ανθρώπους, τους νεοανθρώπους ― η θνητότητα δεν ταλαιπωρεί πλέον την ανθρωπότητα, οδεύουμε στην αιώνια ζωή. Το τέλος της θνητότητας παρασύρει και τις θεμελιακές έννοιες που διαχρονικά συνδέονται μαζί της: χώρος, χρόνος, θέση και σύλληψη του όντος, τα αντικείμενα της αντίληψης ― στον εσχατολογικό λόγο του Βενσάν περνάμε σε μια διαφορετική διάταξη της γνώσης, σε μιαν άλλη μεταφυσική. Η κατανόηση της ανθρωπότητας συμπίπτει εν προκειμένω με την αμφισβήτηση της ίδιας της προϋπόθεσης της ―του ανθρώπου―, γεγονός που ανοίγει τον δρόμο για το πέρασμα στη μετά-τον-άνθρωπο εποχή.[2] Ο Μισέλ Φουκώ ηχεί επίκαιρα:

Αν αυτή η διάταξη της γνώσης εξαφανιζόταν όπως εμφανίστηκε, αν κατέρρεε εξαιτίας κάποιου συμβάντος, του οποίου μάλιστα μπορούμε να προαισθανθούμε τη δυνατότητα, του οποίου όμως δεν γνωρίζουμε για την ώρα ούτε τη μορφή ούτε την υπόσχεση, όπως συνέβη στην καμπή του δέκατου όγδοου αιώνα με τις βάσεις της κλασικής σκέψης ― τότε μπορούμε όντως να στοιχηματίσουμε ότι ο άνθρωπος θα έσβηνε, όπως στο ακροθαλάσσι ένα πρόσωπο από άμμο.[3] (περισσότερα…)