ΝΠ | Αφηγήματα

Έλγιν και Άγγλοι «σαν νέοι Αλάριχοι» στην Ακρόπολη

~ . ~ 

της ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ 

Στο σημερινό έκτο απόσπασμα, από άλλο σημείο της μυθιστορηματικής βιογραφίας της Ελισάβετ Β. Κονταξάκη, η αφήγηση δεν είναι αναδρομική. Οι δυο φίλες, η Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ και η Ελισάβετ, ένα ανοιξιάτικο απόγευμα του 1850 επισκέπτονται την Ακρόπολη, όπου ξεναγούνται από τον σπουδαίο αρχαιολόγο Κυριακό Πιττάκη και συζητούν για τα κλεμμένα από τον Έλγιν γλυπτά του Παρθενώνα και για άλλες βεβηλώσεις των μνημείων από άγγλους ναύτες.

~.~

Έκλεισαν πίσω τους την πόρτα και τράβηξαν κατά την Ακρόπολη. Η μεγάλη ανυπομονησία για την ξενάγηση που θα τους έκανε ο άνθρωπος μύθος, ο Κυριακός Πιττάκης, κρατούσε τη Φλωρεντία παράξενα σιωπηλή. Η Ελισάβετ κάποια στιγμή κοντοστάθηκε, την κοίταξε στα μάτια και τη ρώτησε:

— Γιατί δεν μιλείς;

— Νιώθω μεγάλο δέος, Ελισάβετ, στη σκέψη της συνάντησης με τον κύριο Πιττάκη.

— Ξέρεις, Φλωρεντία, πως εδώ και είκοσι περίπου χρόνια δεν έχει περάσει μέρα που να μην έχει ανέβει στην Ακρόπολη; Τη βλέπει, λένε, σαν θυγατέρα του κι έχει διαρκώς την έννοια της, ακόμη και τη νύχτα ξυπνάει να δει μη τυχόν και κάποιος την έχει απαγάγει!

Η Φλωρεντία χαμογέλασε αυθόρμητα και είπε μετά:

— Φαντάζομαι ιδανική την ξενάγησή του, όπως εκείνη που μας είχε κάνει πριν από λίγες μέρες στους Αμπελόκηπους. (περισσότερα…)

Λουίτζι Πιραντέλλο, Το τραίνο σφύριξε


*

 

Παραληρούσε.

Αποτέλεσμα εγκεφαλικού πυρετού, είχαν πει οι γιατροί. Και το επαναλάμβαναν όλοι οι συνάδελφοι απ’ το γραφείο που επέστρεφαν δυο-δυο, τρεις-τρεις, από το νοσοκομείο όπου είχαν πάει να τον επισκεφτούν. Ήταν κάπως σαν να απολάμβαναν να το ανακοινώνουν με επιστημονικούς όρους που είχαν μόλις μάθει από τους γιατρούς, σε κάποιον συνάδελφο που είχε αργήσει και τον συναντούσαν στον δρόμο: Φρενίτις, φρενίτις. Εγκεφαλίτις.

Φλεγμονή της μεμβράνης.

Εγκεφαλικός πυρετός.

Ήθελαν να δείχνουν θλιμμένοι, αλλά κατά βάθος ήταν ευχαριστημένοι που είχαν επιτελέσει το καθήκον τους. Υγιέστατοι οι ίδιοι, έβγαιναν από το στενάχωρο νοσοκομείο στο χαρούμενο γαλάζιο χρώμα του χειμωνιάτικου πρωινού.

Θα πεθάνει; Θα τρελαθεί; Ποιός ξέρει! Να πεθάνει, μάλλον όχι… Μα τι λέτε; Τι λέτε; Πάντα τα ίδια. Παραληρεί… Τον καημένο τον Μπελλούκα!

Δεν περνούσε από κανενός το μυαλό, δεδομένων των ειδικών συνθηκών στις οποίες αυτός ο δυστυχής ζούσε εδώ και τόσα χρόνια, ότι η περίπτωσή του μπορούσε να είναι απολύτως φυσιολογική. Και ότι αυτά που έλεγε ο Μπελλούκα και φαίνονταν σαν παραλήρημα σε όλους, σαν σύμπτωμα φρενίτιδος, ότι μπορούσαν να είναι η πιο απλή εξήγηση της δικής του απολύτως φυσιολογικής περίπτωσης. (περισσότερα…)

Ειρήνη Καλτσά, Η καρδιά της αντιλόπης και άλλες ιστορίες

*

Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΛΟΠΗΣ

Τρίτη ώρα μαθηματικά. Δεν καταλαβαίνω Χριστό. Τις δύο πρώτες ώρες έκθεση μ’ εκείνη τη μαλάκω και τώρα μαθηματικά. Ο κύριος Νίκος μου ’χει πει θα με βοηθήσει. Κάθισε στο κενό του προχθές να μου εξηγήσει την άσκηση, αλλά και πάλι δεν κατάλαβα. Τι σκατά έχω στο κεφάλι μου;

Ο πατέρας μου πήγε το Σάββατο στην ενημέρωση στο φροντιστήριο. Είχε ένα ύφος εγκαρτέρησης. Στεκόταν προσοχή λες και τον είχαν σταματήσει οι μπάτσοι για έλεγχο στην εθνική. Και σαν ταπεινωμένος μού φάνηκε.

Θύμωσα μαζί του. Αυτός ρίχνει μπινελίκια στη δουλειά και δεν υπολογίζει κανέναν κι εδώ κάθεται λες και περιμένει στην ουρά στο συσσίτιο.

«Τι τους κοιτάς έτσι;» θέλω να του πω. Μα ύστερα ντρέπομαι που είμαι εγώ ο φταίχτης κι ας μην ξέρω το γιατί, αφού διαβάζω φέτος κι ας είναι όλα πουτάνα στο κεφάλι μου.

Όταν γυρίσαμε σπίτι με κοίταξε μ’ ένα βλέμμα που με προσπερνούσε. Κοίταζε κάτι στον τοίχο απέναντι. Εκεί που είχαμε παλιά μια φωτογραφία μου από το Νηπιαγωγείο μα εδώ και χρόνια υπάρχει μόνο ένα μικρό σημάδι. Μόνο από πολύ κοντά και αν το ξέρεις το βλέπεις. Λες να το βλέπει από τόσο μακριά;

«Όλοι οι καθηγητές σου μού έκαναν παράπονα. Δε διαβάζεις αρκετά. Άσε πια στο σχολείο. Εκεί δημιουργείς και προβλήματα. Τι θα κάνεις; Βλέπεις πόσο δύσκολα τα βγάζουμε πέρα με τόσα φροντιστήρια κι εσύ πέρα βρέχει».

Σ’ ένα ντοκιμαντέρ που είχα δει παλιά, μια αγέλη λιονταριών κυνηγούσε επίμονα μια αντιλόπη, την κύκλωσε κι έπεσε επάνω της και την ξέσκιζε. Αυτή η εικόνα μου ήρθε. Τα δάκρυα του ζώου στα μάτια μου στάθηκαν μα ξάφνου οργή με κατέλαβε. (περισσότερα…)

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου

*

Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτὴν πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον ― ἐκεῖ ανάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον, εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρῶγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε, καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον, καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ, καί τινας λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.

Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὸν τόπον, λείψανον παλαιοῦ θεσμοῦ· ἦτον κτῆμα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα. Ὁ ἀξιότιμος πρεσβύτης, φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προεστοῦ, ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου, ἐπανωβράκι τσόχινον, μὲ ζώνην πλατεῖαν κεντητήν, μακρὰν τσιμπούκαν μὲ ἠλέκτρινον μαμέν, καὶ κρατῶν μὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον μακρὸν κομβολόγιον, δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων, ὣς πενηνταπέντε χρόνων ἄνθρωπος. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου. Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρῦς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρῖνα, χονδρὰ χείλη προέχοντα. Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικά, τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρὴν ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος. (περισσότερα…)

Έλλη Παπά, Το σκάκι του μέλλοντος

*

Πολλοί αναρωτιούνται αν η ζωή μας είναι στην πραγματικότητα ένα πρόγραμμα με κωδικούς και αμέτρητα νούμερα. Αλλά είμαι η μόνη που έφτασε τόσο κοντά στην αλήθεια.

Όταν γεννήθηκα δεν έβλεπα καθαρά. Τα χρώματα, οι φιγούρες, τα χαμόγελα χωρίζονταν σε μικρά κουτιά, ψηφίδες. Ποτέ δεν το αποκάλυψα, φοβόμουν. Δεν ένιωθα τίποτα όταν έπεφτα στο τραχύ έδαφος του τσιμεντένιου δρόμου, ούτε όταν με άγγιζαν τ’ απαλά χείλη της μητέρας μου στο μάγουλο. Είχα ξεφύγει από το πρόγραμμα και τελικά ήμουν η μόνη που πραγματικά είχε την ικανότητα να δει.

Για χρόνια προσπαθούσα να αρνηθώ την σκληρή αλήθεια. Χιλιάδες σκέψεις κατέλαβαν το μυαλό μου και με βασάνιζαν καθημερινά. Αυτοί που αγαπώ είναι απλώς προγράμματα; Η αγάπη που ισχυρίζονται ότι νιώθουν για μένα είναι αληθινή; Είναι όλα γύρω μου ψεύτικα, ολογράμματα; Τόσες θεωρίες, τόσες πιθανές απαντήσεις. Σ’ έναν κόσμο με δισεκατομμύρια άτομα ήμουν μόνη, ή μήπως όχι; (περισσότερα…)

Κοσμάς Πολίτης, «Τα τσερκένια»

*

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και σκέψης.

~ . ~

Θα σου μιλήσω για τα τσερκένια.

Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Kαι όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορωνίζανε. Θα μου πεις, κι εδώ, την Kαθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Eίδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Eκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Kαι χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου.

O Σταυράκης, ο Σταυράκης του Aμανατζή, θα γινότανε σπουδαίος τσερκενάς. Mα χαραμίστηκε η ζωή του. Aς είναι… Που λες, θα γινότανε σπουδαίος τσερκενάς. Παιδί ακόμα, ήτανε μάνα στις μυρωδιές. Nα σου εξηγηθώ. Συμφωνούσες μ’ έναν άλλον που αμόλαρε τσερκένι —όλα γίνονταν με συμφωνία, τίμια, δίχως χιανετιά — συμφωνούσες μαζί του να παίρνετε μυρωδιές. Δηλαδή ποιος θα ξούριζε την οριά του αλλουνού. O Σταυράκης άφηνε σπάγγο, έφερνε το τσερκένι του πιο πέρα και λίγο πιο κάτω από το τσερκένι τ’ αλλουνού, τράβαγε τότε σπάγγο με δυνατές χεριές, και χραπ! του ξούριζε την οριά. Ήξερε κι άλλα κόλπα ο Σταυράκης. Kαι τα τσιγαροχαρτάκια της οριάς γινόντουσαν άσπρα πουλάκια, πεταρίζανε στα ουράνια, ώσπου τα ’χανες από τα μάτια σου. Tο κολοβό τσερκένι αρχίναγε να παίρνει τάκλες —να, όπως γράφουνε τώρα κάποιες φορές οι εφημερίδες για τ’ αεροπλάνα— και σαν ήπεφτε με το κεφάλι, δεν είχε γλιτωμό: χτύπαγε κάπου, ήσπαζε ο γιαρμάς στη μέση, και το τσερκένι σωριαζότανε ίδιο κορμί με τσακισμένη ραχοκοκαλιά. Ήτανε μάνα ο Σταυράκης. (περισσότερα…)

Ελένη Χαϊμάνη, Ένας χρόνος

*

Μεγάλα σύννεφα, πελεκητά, περιδιαβαίνοντας τον κόσμο του Γενάρη ανασκαλεύουν ανθρώπινες ψυχές για τον Καινούργιο Κόσμο. Ένα παράξενο τετραδιάστατο λουλούδι ανοιγοκλείνει τα πέταλα κάτω απ’ την σκιά της θούγιας. Γεια σας κοπάδια γνώριμα, σύντροφοι της ζωής μας, εδώ που διαστέλλονται οι τρεις σας διαστάσεις, ποια μαθηματικά θα αρνηθούν τη γλύκα του μελιού πάνω στο μυ της γλώσσας; Στο μήκος σας, στο πλάτος σας, στο ύψος της Αξίας, ας προστεθεί ισάξια το τέταρτό σας Κύμα όσο μικρό κι αν φαίνεται, όσο βαθύ κι αν είναι.

Κάθε Φλεβάρη ο κουτσός καταριέται τον ουρανό για το μισό του πόδι. Αναθεματίζει όποιον τον ακούει ψηλά και γελά υστερικά μπροστά στο πρόσωπό Του. Πιστεύει βέβαια, πως όλο και Κάποιος τον ακούει, αλλά δεν του δίνει την απαιτούμενη προσοχή που ζητά κι αυτό τον κάνει να λυσσάει ακόμη πιο πολύ. Ψηλά, Αυτός που τον ακούει κάνει υπομονή και δεν δίνει σημασία. Κι έτσι για καιρό καμιά απάντηση δεν δίνεται σε κάθε βρίσιμό του. Κάθε τέσσερα χρόνια φτάνει η τιμωρία. Τότε ο κουτσός, παρακαλεί τον ουρανό, εκλιπαρεί θα έλεγε κανείς, να του ξεριζώσει από ψηλά τούτη την μία μέρα. (περισσότερα…)

Ειρήνη Καλτσά, Το κουτί με τις μοναξιές και άλλες ιστορίες

 *

ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΜΕ ΤΙΣ ΜΟΝΑΞΙΕΣ

Όταν τρύπωσα στο σκοτεινό κουτί με τις μοναξιές, ο χώρος μού φάνηκε στενός. Παράξενο, σκέφτηκα. Ποιος άλλος είναι εδώ και πιάνει χώρο; Δε βλέπω μήτε ακούω κανέναν. Αυτό είναι το δικό μου κουτί. Κι αν πάλι είναι κάποιος άλλος δίπλα μου, τότε δεν μπορεί αυτό να είναι το κουτί της μοναξιάς.

Η σκέψη δε μ’ άφηνε να ησυχάσω. Το πήρα απόφαση να βγω έξω από το κουτί να λύσω τον γρίφο. Με δυσκολία μπορούσα να κινηθώ, καθώς σκόνταφτα πάνω στις τέσσερις πλευρές μες στο σκοτάδι. Όσο κι αν έψαξα, άνοιγμα δεν κατάφερα να βρω. Δεν έμενε άλλη λύση παρά να σκάψω με τα νύχια μου κι αν χρειαστεί να τρυπήσω με τα δόντια μου μια πλευρά. Διάλεξα μια στα σκοτεινά. Μες στο κουτί της μοναξιάς όλες οι πλευρές είναι ίδιες.

Έσκαβα και δάγκωνα όλη μέρα. Τα νύχια μου γέμισαν κονίαμα της σιωπής, το στόμα μου κατάπινε το ξύλο της απουσίας. Ώσπου κατάφερα και άνοιξα μια τρύπα τόση όση χωρούσε το κεφάλι μου. Σκοτάδι υπήρχε κι απ’ την άλλη πλευρά.

Προχώρησα ψηλαφιστά και βρήκα κι άλλο κουτί. Απελπισία με κατέλαβε στην αρχή. Όμως, σε λίγο άρχισα να σκάβω κι άλλο. Να βγω απ’ το δεύτερο κουτί. Κι ύστερα βρήκα κι άλλο κι άλλο. (περισσότερα…)

Περιπλανώμενο προσφυγάκι: Ναύπλιο, Άργος, Σύρα

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Η Ελισάβετ Β. Κονταξάκη, αμφιλεγόμενη διανοούμενη του 19ου αιώνα από την Κρήτη, έδρασε στην Αθήνα και θαυμάστηκε από Έλληνες και ξένους ως «κόσμημα του έθνους της». Όταν ώριμη επέστρεψε στην πατρίδα της, μισήθηκε με πάθος, λόγω της τουρκοφιλίας της. Πέθανε περιφρονημένη, μόνη και πάμπτωχη στην Κωνσταντινούπολη. Η επίσημη ελληνική Ιστορία την έχει αγνοήσει και διαγράψει. Με τη μυθιστορηματική βιογραφία της επιχειρώ, με βάση τις πηγές, να την προσεγγίσω ως ιστορικό πρόσωπο και ως άνθρωπο και να εξηγήσω, ή τουλάχιστον να καταλάβω, την όψιμη τουρκοφιλία της.

Η αγγλίδα Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ (η γνωστή νοσηλεύτρια κατά τον κριμαϊκό πόλεμο), την άνοιξη του 1850 έρχεται στην Αθήνα, επισκέπτεται τη σχολή των Χιλλ, όπου συναντιέται με τη συνομήλική της Ελισάβετ και συνδέονται με στενή φιλία. Στο προηγούμενο κεφάλαιο, κατά τη διάρκεια περιπάτου στον λόφο  του Κολωνού, τον Μάιο του 1850, η Ελισάβετ αφηγήθηκε στη συνομήλικη αγγλίδα φίλη της Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ τα δεινά του προσφυγικού ταξιδιού από το λιμανάκι του Λουτρού της νοτιοδυτικής Κρήτης μέχρι το κάστρο της Μονεμβασιάς, Πάσχα του 1824.

Στο σημερινό κεφάλαιο οι δυο φίλες βρίσκονται ακόμη μέσα στο εκκλησάκι της Αγίας Ελεούσας στον Κολωνό, όπου είχαν καταφύγει λόγω της ανοιξιάτικης μπόρας· η Ελισάβετ συνεχίζει να εξιστορεί τα δεινά της ατέλειωτης περιπλάνησης των προσφύγων από τη Μονεμβασιά μέχρι τη Σύρο, όπου θα ζήσει ως παιδί. (Α.Κ.)

~.~

— Είχε περάσει ο μισός Απρίλιος, Φλωρεντία, κι εμείς ήμασταν ακόμη στη Μονεμβασιά· ανεπιθύμητοι. Οι δημογέροντας παραπονέθηκαν επίσημα στην «Ὑπερτάτη Διοίκηση» ότι «ήλθον δύο φορές τα καράβια και ξεμπαρκάρησαν εδώ πάνω από δέκα χιλιάδες ψυχές Κρητικών, οι οποίοι είναι γυμνοί και τετραχηλισμένοι· και δεν ηξεύρομεν πώς θέλουν οικονομηθεί». Τελικά η Διοίκηση αποφάσισε να μεταφερθούμε οι περισσότεροι σε άλλα μέρη της Πελοποννήσου και λίγοι σε νησιά των Κυκλάδων.

— Εσείς που πήγατε,  Ελισάβετ; ρώτησε η Φλωρεντία.

— Αρχικά στο Ναύπλιο. Πώς φτάσαμε ως εκεί μη ρωτάς, δεν θυμούμαι… έχει διαγραφεί από τη μνήμη μου εκείνη η περιπέτεια. Η μητέρα μου δεν ήθελε να μιλάει για εκείνες τις πικρές μέρες του ταξιδιού· στο τέλος είχαμε χάσει και τον αδελφό μου, κανείς δεν ήξερε να πει πού μπορεί να βρισκόταν. Ξυπνήσαμε ένα πρωί κι ήταν άφαντος. Το καραβάνι ξεκίναγε, η μάνα μου έκλαιγε για τον Νικόλα μας, έκλαιγα κι εγώ μαζί της. Φύγαμε δίχως του, με την ελπίδα ότι κάπου θα τονε βρούμε… (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Δομηνίκ, Η φωνή του Θεού

*

Στον Γιάννη Πούλιο

Το πώς έγινε και άκουσε τη φωνή του Θεού ο Νίκος ο Βρούντος καθώς κοντοστεκόταν έξω από τον παλιό, πετρόχτιστο ναό του Αϊ Γιώργη, πάνω στη Μπάρα, αποτελεί —τουλάχιστον για τους παλιούς— άλλο ένα λογικό μυστήριο. Κι αυτό εξαιτίας του ναού, που, ιδρυθείς το 1898 από Ηπειρώτες, μάλλον, μάστορες —ακόμα φαίνονται οι αινιγματικές επιγραφές και τα παράξενα σύμβολα τους πάνω στις πέτρινες καμάρες— διατηρεί, μέχρι και σήμερα, μια σκοτεινή αίγλη. Είναι κανονικό άντρο θαυμάτων. Άλλωστε, το Άγιο Βήμα, υπογείως, θρέφεται ακατάπαυστα από θαυματουργό νερό —αγιονέρι— που ανεβαίνει και εκβάλλει σε μια κρήνη, στα πλαϊνά του ναού, κάτω απ’ τον βραχνά μιας πανύψηλης βάγιας. (περισσότερα…)

Βαρλάμ Σαλάμοφ, Η ανάσταση της λάρικας

*

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας.

*

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΛΑΡΙΚΑΣ

Είμαστε δεισιδαίμονες. Απαιτούμε θαύματα. Επινοούμε για τον εαυτό μας σύμβολα και ζούμε με τα σύμβολα αυτά.

Ο άνθρωπος στον Αρκτικό Βορρά αναζητάει διέξοδο για τη συναισθηματικότητά του, που δεν καταστράφηκε, δεν δηλητηριάστηκε ολόκληρες δεκαετίες στην Κολιμά. Ο άνθρωπος στέλνει αεροπορικώς δέμα: δεν είναι βιβλία, ούτε φωτογραφίες, ούτε ποιήματα, αλλά ένα κλαράκι λάρικας, ένα νεκρό κλαράκι μιας ζωντανής φύσης.

Αυτό το παράξενο δώρο, ξεραμένο, ραπισμένο από τους αέρηδες των αεροπλάνων, μαραμένο, τσαλακωμένο στο ταχυδρομικό βαγόνι, ανοιχτό-καστανό, σκληρό, ροζιασμένο βόρειο κλαράκι βόρειου δέντρου, το βάζουν στο νερό.

Το τοποθετούν σε ένα γυάλινο βαζάκι από κονσέρβα, γεμάτο με κάκιστο, χλωριωμένο, αποστειρωμένο μοσχοβίτικο νερό της βρύσης, νερό που ίσως ευχαρίστως θα ξέραινε κάθε τι ζωντανό, μοσχοβίτικο, πεθαμένο νερό της βρύσης.

Η λάρικα είναι κάτι πιο σοβαρό από τα λουλούδια. Στο δωμάτιο αυτό υπάρχουν πολλά λουλούδια, πολύχρωμα λουλούδια. Εδώ βάζουν μπουκέτα αγριοκερασιάς ή μπουκέτα πασχαλιάς σε καυτό νερό, ξεχωρίζουν τα κλωνάρια και τα βουτάνε σε βραστό νερό.

Η λάρικα ζει σε κρύο νερό, ελαφρώς χλιαρό. Η λάρικα ζούσε πιο κοντά στο ποτάμι Τσιόρναγια από ό,τι όλα αυτά τα λουλούδια, όλα αυτά τα κλωνάρια της αγριοκερασιάς και της πασχαλιάς. (περισσότερα…)

Το ταξίδι της προσφυγιάς

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Σημείωση της συγγραφέως: Η Ελισάβετ Β. Κονταξάκη, αμφιλεγόμενη διανοούμενη του 19ου αιώνα από την Κρήτη, έδρασε στην Αθήνα και θαυμάστηκε από Έλληνες και ξένους ως «κόσμημα του έθνους της». Όταν ώριμη επέστρεψε στην πατρίδα της, μισήθηκε με πάθος, λόγω της τουρκοφιλίας της. Πέθανε περιφρονημένη, μόνη και πάμπτωχη στην Κωνσταντινούπολη. Η επίσημη ελληνική Ιστορία την έχει αγνοήσει και διαγράψει. Με τη μυθιστορηματική βιογραφία της επιχειρώ, με βάση τις πηγές, να την προσεγγίσω ως ιστορικό πρόσωπο και ως άνθρωπο και να εξηγήσω, ή τουλάχιστον να καταλάβω, την όψιμη τουρκοφιλία της.

Η αγγλίδα Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ, (η γνωστή νοσηλεύτρια κατά τον κριμαϊκό πόλεμο), την άνοιξη του 1850 έρχεται στην Αθήνα, επισκέπτεται τη σχολή των Χιλλ, όπου συναντιέται με τη συνομήλική της Ελισάβετ και συνδέονται με στενή φιλία. Στο προηγούμενο κεφάλαιο η Ελισάβετ εξιστόρησε στη Φλωρεντία τα παιδικά βιώματά της από τα δεινά τής τουρκικής σκλαβιάς, της επανάστασης του 1821 και της συνακόλουθης καταφυγής των γυναικόπαιδων, και της ίδιας, στα σφακιανά βουνά, για να σωθούν. Στο κεφάλαιο αυτό η Ελισάβετ συνεχίζει την εξιστόρηση των δεινών κατά το περιπετειώδες ταξίδι σωτηρίας από ένα λιμανάκι της νοτιοδυτικής Κρήτης μέχρι το κάστρο της Μονεμβασιάς. Το Πάσχα του 1824 άρχιζε η επώδυνη ζωή της προσφυγιάς.

***

Οι δύο φίλες περπατούσαν με γοργό βήμα να προλάβουν ν’ ανέβουν στον λόφο του Κολωνού, πριν ξεσπάσει η μπόρα. Ξαφνικά ο ουρανός σκοτείνιασε περισσότερο, τα σύννεφα κατέβαιναν κι εκείνες σχεδόν έτρεχαν. Όταν αντίκρισαν το ψηλό μνημείο στον λόφο, λαχανιασμένη η Ελισάβετ είπε:

— Ήμουν στην Αθήνα, όταν μάθαμε ότι πέθανε ξαφνικά ο σοφός γερμανός αρχαιολόγος Κάρολος Μύλλερ· ήταν θυμούμαι καλοκαίρι πριν από δέκα χρόνια. Είχε έλθει στην Ελλάδα για αρχαιολογικές περιηγήσεις και έρευνες, αλλά μετά από λίγους μήνες τον έριξε κάτω η ζέστη, η κόπωση κι ο πυρετός. Η ιδέα να ταφεί εδώ και να ανεγερθεί το μνημείο που θα δούμε ήταν των καθηγητών του πανεπιστημίου, που ανέλαβαν και τη δαπάνη του. Τον έθαψε ο ιερέας του παλατιού, παρουσίᾳ πλήθους κόσμου…

— Σε παρακαλώ, Ελισάβετ,  πάμε πιο γρήγορα, πριν αρχίζει να βρέχει πιο δυνατά,  θέλω να δω οπωσδήποτε το μνημείο.

Άνοιξαν το βήμα τους κι ανέβηκαν στον μικρό λόφο· έμειναν σιωπηλές να κοιτάζουν τον τάφο και το μνημείο. (περισσότερα…)