Βαρλάμ Σαλάμοφ, Η ανάσταση της λάρικας

*

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας.

*

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΛΑΡΙΚΑΣ

Είμαστε δεισιδαίμονες. Απαιτούμε θαύματα. Επινοούμε για τον εαυτό μας σύμβολα και ζούμε με τα σύμβολα αυτά.

Ο άνθρωπος στον Αρκτικό Βορρά αναζητάει διέξοδο για τη συναισθηματικότητά του, που δεν καταστράφηκε, δεν δηλητηριάστηκε ολόκληρες δεκαετίες στην Κολιμά. Ο άνθρωπος στέλνει αεροπορικώς δέμα: δεν είναι βιβλία, ούτε φωτογραφίες, ούτε ποιήματα, αλλά ένα κλαράκι λάρικας, ένα νεκρό κλαράκι μιας ζωντανής φύσης.

Αυτό το παράξενο δώρο, ξεραμένο, ραπισμένο από τους αέρηδες των αεροπλάνων, μαραμένο, τσαλακωμένο στο ταχυδρομικό βαγόνι, ανοιχτό-καστανό, σκληρό, ροζιασμένο βόρειο κλαράκι βόρειου δέντρου, το βάζουν στο νερό.

Το τοποθετούν σε ένα γυάλινο βαζάκι από κονσέρβα, γεμάτο με κάκιστο, χλωριωμένο, αποστειρωμένο μοσχοβίτικο νερό της βρύσης, νερό που ίσως ευχαρίστως θα ξέραινε κάθε τι ζωντανό, μοσχοβίτικο, πεθαμένο νερό της βρύσης.

Η λάρικα είναι κάτι πιο σοβαρό από τα λουλούδια. Στο δωμάτιο αυτό υπάρχουν πολλά λουλούδια, πολύχρωμα λουλούδια. Εδώ βάζουν μπουκέτα αγριοκερασιάς ή μπουκέτα πασχαλιάς σε καυτό νερό, ξεχωρίζουν τα κλωνάρια και τα βουτάνε σε βραστό νερό.

Η λάρικα ζει σε κρύο νερό, ελαφρώς χλιαρό. Η λάρικα ζούσε πιο κοντά στο ποτάμι Τσιόρναγια από ό,τι όλα αυτά τα λουλούδια, όλα αυτά τα κλωνάρια της αγριοκερασιάς και της πασχαλιάς.

Αυτό το καταλαβαίνει και η οικοδέσποινα, το καταλαβαίνει και η λάρικα.

Υποτασσόμενο στην παθιασμένη ανθρώπινη βούληση, το κλαράκι μαζεύει όλες του τις δυνάμεις – υλικές και ψυχικές, καθώς το κλαράκι δεν μπορεί να αναστηθεί μόνο από τις υλικές δυνάμεις: τη μοσχοβίτικη ζέστη, το χλωριωμένο νερό, το αδιάφανο γυάλινο βαζάκι. Στο κλαράκι έχουν ξυπνήσει άλλες, μυστικές δυνάμεις.

Περνάνε τρεις μέρες και τρεις νύχτες, η οικοδέσποινα ξυπνάει από μια παράξενη, απροσδιόριστη μυρωδιά. Στη σκληρή ξύλινη επιδερμίδα άνοιξαν και βγήκαν φανερά στο φως καινούργιες, νεαρές, ζώσες, έντονα πράσινες μυτούλες φρέσκων μπουμπουκιών.

Η λάρικα είναι ζωντανή, η λάρικα είναι αθάνατη, δεν μπορεί παρά να είναι ένα θαύμα ανάστασης: η λάρικα, βλέπετε, τοποθετήθηκε στο βαζάκι με το νερό στην πρώτη επέτειο από τον θάνατο στην Κολιμά του άντρα της οικοδέσποινας, ποιητή.

Ακόμα κι αυτή η ανάμνηση για τον νεκρό συμμετέχει στην αναζωογόνηση, στην ανάσταση της λάρικας.

Αυτό το τρυφερό άρωμα, αυτό το εκτυφλωτικό πράσινο είναι σημαντικές βάσεις για τη ζωή. Αδύναμες αλλά ζωντανές, αναστημένες από κάποια μυστική ψυχική δύναμη, κρυμμένες στη λάρικα αλλά βγαίνοντας στο φως.

Το άρωμα της λάρικας ήταν ελαφρύ αλλά αισθητό και καμιά δύναμη στον κόσμο δεν θα το έπνιγε, δεν θα έσβηνε αυτό το πράσινο χρώμα και το λουλούδι.

Πόσα χρόνια, παραμορφωμένη από τους ανέμους και τις παγωνιές, συστρεφόμενη για να παρακολουθήσει τον ήλιο, η λάρικα, κάθε άνοιξη, άπλωνε προς τον ουρανό τα φρέσκα πράσινα μπουμπούκια της;

Πόσα χρόνια; Εκατό; Διακόσια; Εξακόσια; Η ωριμότητα της λάρικας έρχεται στα τριακόσια χρόνια.

Τριακόσια χρόνια! Η λάρικα, το κλωναράκι της οποίας ανέπνεε πάνω στο μοσχοβίτικο τραπέζι είναι συνομήλικη με τη Ναταλία Σερεμέτιεβα-Ντολγκορούκοβα και μπορεί να μας θυμίζει την τραγική μοίρα εκείνης: τις ανατροπές της ζωής, την αφοσίωση και τη σταθερότητα, τη στωικότητα, τα σωματικά και τα ψυχικά μαρτύρια, που δεν διαφέρουν από αυτά του τριάντα επτά, την άγρια φύση του Βορρά, που μισεί τους ανθρώπους, τον θανατηφόρο κίνδυνο της ανοιξιάτικης φουσκονεριάς και τις χειμερινές χιονοθύελλες, τις καταδόσεις, την άξεστη αυθαιρεσία των προϊσταμένων, τους θανάτους, τους διαμελισμούς και το δέσιμο στον τροχό του συζύγου, του αδελφού, του γιού, του πατέρα, που κατέδιδαν ο ένας τον άλλο, που πρόδιδαν ο ένας τον άλλο.

Μήπως δεν είναι αυτό ένα προαιώνιο ρωσικό θέμα;

Μετά τη ρητορική του ηθικολόγου Τολστόι και τη δαιμονισμένη εξομολόγηση του Ντοστογιέφσκι υπήρξαν πόλεμοι, επαναστάσεις, η Χιροσίμα και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι καταδόσεις, οι εκτελέσεις.

Η λάρικα έσβησε τα χρονικά μεγέθη, καταντρόπιασε την ανθρώπινη μνήμη, θύμισε το αξέχαστο.

Η λάρικα που είδε το θάνατο της Νατάλια Ντολγκορούκοβα και είδε εκατομμύρια πτωμάτων, αθάνατα, θαμμένα στους αιώνιους πάγους της Κολιμά, που είδε το θάνατο του Ρώσου ποιητή, η λάρικα που ζει κάπου στο Βορρά, για να βλέπει, να φωνάζει ότι τίποτα δεν άλλαξε στη Ρωσία – ούτε τα πεπρωμένα, ούτε η ανθρώπινη κακία, ούτε η αδιαφορία. Η Νατάλια Σερεμέτιεβα τα είπε όλα, τα κατέγραψε όλα με τη μελαγχολική της δύναμη και πίστη. Η λάρικα, το κλωναράκι της οποίας ζωντάνεψε πάνω στο μοσχοβίτικο τραπέζι, ζούσε ήδη όταν η Σερεμέτιεβα έκανε το θλιμμένο ταξίδι της στο Μπεριόζοβο, πέρα από τη θάλασσα Οχότσκ.

Η λάρικα διύλιζε, ακριβώς, διύλιζε το άρωμά της, σαν χυμό. Το άρωμα περνάει στο λουλούδι και μεταξύ τους δεν υπάρχει σύνορο.

Η λάρικα στο μοσχοβίτικο διαμέρισμα ανέπνεε, θυμίζοντας στους ανθρώπους το ανθρώπινο χρέος τους, ώστε να μην ξεχάσουν τα εκατομμύρια πτώματα, τους ανθρώπους που πέθαναν στην Κολιμά.

Ελαφρύ επίμονο άρωμα, ήταν η φωνή των νεκρών.

Εξ ονόματος αυτών των νεκρών η λάρικα πήρε το θάρρος να αναπνέει, να μιλάει, να ζει.

Για την ανάσταση χρειάζεται δύναμη και πίστη. Δεν αρκεί να χώσεις ένα κλωναράκι στο νερό. Κι εγώ έβαλα ένα κλαράκι λάρικας σε ένα βαζάκι με νερο: το κλαράκι ξεράθηκε, έμεινε χωρίς ζωή, εύθραυστο και γερμένο, η ζωή έφυγε από μέσα του. Το κλαράκι πέρασε στη λήθη, εξαφανίστηκε, δεν αναστήθηκε. Αλλά η λάρικα στο διαμέρισμα του ποιητή ζωντάνεψε μέσα σε ένα βαζάκι με νερό.

Ναι, υπάρχουν κλωνάρια αγριοκερασιάς, πασχαλιάς, υπάρχουν και σπαραξικάρδια ρομάντζα· η λάρικα δεν είναι αντικείμενο και θέμα για ρομάντζα.

Η λάρικα είναι ένα δέντρο πολύ σοβαρό. Είναι το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού – δεν είναι μηλιά, δεν είναι σημύδα! – το δέντρο που βρισκόταν στον κήπο του παραδείσου πριν την εκδίωξη του Αδάμ και της Εύας από τον παράδεισο.

Η λάρικα είναι δέντρο της Κολιμά, δέντρο των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Στην Κολιμά δεν κελαηδούν πουλιά. Τα λουλούδια της Κολιμά έχουν έντονα χρώματα, είναι βιαστικά, χοντροκομμένα, δεν έχουν άρωμα. Σύντομο καλοκαίρι- σε έναν παγωμένο, χωρίς ζωή αέρα -, ξερή ζέστη και τρομερό κρύο τη νύχτα.

Στην Κολιμά μυρίζουν μόνο οι αγριοτριανταφυλλιές, βαθυκόκκινα, σαν ρουμπίνια, λουλούδια. Δεν μυρίζει ούτε η ροζ, άκομψα σχηματισμένη καμπανούλα, ούτε οι τεράστιες, σχεδόν σαν γροθιές βιολέτες, ούτε το αγριοκυπάρισσο, ούτε το μονίμως πράσινο πεύκο-νάνος.

Μόνο η λάρικα κατακλύζει τα δάση με το αμυδρό ρετσινάτο άρωμά της. Στην αρχή νομίζεις ότι είναι η μυρωδιά της σήψης, η μυρωδιά των νεκρών. Αλλά μόλις εισπνεύσεις αυτό το άρωμα βαθύτερα, θα καταλάβεις ότι αυτό είναι το άρωμα της ζωής, το άρωμα της αντίστασης στο Βορρά, το άρωμα της νίκης.

Κι ύστερα – οι νεκροί στην Κολιμά δεν μυρίζουν – είναι υπερβολικά εξαντλημένοι, αναιμικοί, κι εξάλλου φυλάσσονται μέσα στους αιώνιους πάγους.

Όχι, η λάρικα είναι δέντρο ακατάλληλο για ρομάντζα, για το κλωνάρι αυτό δεν θα συνθέσεις τραγούδια, δεν θα γράψεις ρομάντζα. Εδώ η λέξη έχει άλλο βάθος, είναι διαφορετικό το ζύγι των ανθρώπινων συναισθημάτων.

Ένας άντρας στέλνει αεροπορικώς ένα κλωναράκι από την Κολιμά: δεν ήθελε να υπενθυμίσει την ύπαρξή του. Όχι τη θύμηση γι’ αυτόν συγκεκριμένα, αλλά τη μνήμη για εκείνα τα εκατομμύρια σκοτωμένων, βασανισμένων, που κείτονται σε ομαδικούς τάφους βορείως τον Μαγκαντάν.

Να βοηθήσει τους άλλους να θυμηθούν, να σηκώσουν από την ψυχή τους αυτό το βαρύ φορτίο: να βρουν την ανδρεία όχι να μιλήσουν, μα να θυμούνται. Ο άντρας και η γυναίκα του υιοθέτησαν ένα κοριτσάκι – ένα έγκλειστο κοριτσάκι που η μητέρα του πέθανε στο νοσοκομείο – έστω για να αναλάβουν, με τη δική τους έννοια, μια ευθύνη, να εκπληρώσουν ένα προσωπικό χρέος.

Να βοηθήσει τους συναδέλφους – εκείνους που έμειναν ζωντανοί μετά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στον Αρκτικό Βορρά…

Να στείλει αυτό το σκληρό, ευλύγιστο κλωναράκι στη Μόσχα.

Στέλνοντας το κλωναράκι ο άντρας δεν καταλάβαινε, δεν ήξερε, δεν σκεφτόταν ότι το κλωναράκι στη Μόσχα θα το ζωντανέψουν, ότι αυτό, καθώς θα ανασταινόταν, θα μύριζε Κολιμά, θα άνθιζε σε έναν μοσχοβίτικο δρόμο, ότι η λάρικα θα αποδείκνυε τη δύναμή της, την αθανασία της· πρακτικά, εξακόσια χρόνια ζωής της λάρικας είναι η αθανασία για τον άνθρωπο· ότι οι άνθρωποι στη Μόσχα θα αγγίζουν με τα χέρια τους αυτό το ροζιασμένο, σκληρό κλαρί, θα κοιτάνε τα εκτυφλωτικά πράσινα μάτια του, την αναγέννησή του, την ανάστασή του, θα μυρίζουν το άρωμά του, όχι ως ανάμνηση του παρελθόντος, αλλά ως ζώσα ζωή.

ΒΑΡΛΑΜ ΣΑΛΑΜΟΦ

Πηγή: Ιστορίες από την Κολιμά, Μετάφραση: Ελένη Μπακοπούλου, Ίνδικτος, Αθήνα 2011
Πίνακας: Σωτήρης Σόρογκας, Παπαρούνα σε πέτρες, 1970
Επιμέλεια ανάρτησης-ανθολόγηση: Ηλίας Αλεβίζος

*