Περιπλανώμενο προσφυγάκι: Ναύπλιο, Άργος, Σύρα

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Η Ελισάβετ Β. Κονταξάκη, αμφιλεγόμενη διανοούμενη του 19ου αιώνα από την Κρήτη, έδρασε στην Αθήνα και θαυμάστηκε από Έλληνες και ξένους ως «κόσμημα του έθνους της». Όταν ώριμη επέστρεψε στην πατρίδα της, μισήθηκε με πάθος, λόγω της τουρκοφιλίας της. Πέθανε περιφρονημένη, μόνη και πάμπτωχη στην Κωνσταντινούπολη. Η επίσημη ελληνική Ιστορία την έχει αγνοήσει και διαγράψει. Με τη μυθιστορηματική βιογραφία της επιχειρώ, με βάση τις πηγές, να την προσεγγίσω ως ιστορικό πρόσωπο και ως άνθρωπο και να εξηγήσω, ή τουλάχιστον να καταλάβω, την όψιμη τουρκοφιλία της.

Η αγγλίδα Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ (η γνωστή νοσηλεύτρια κατά τον κριμαϊκό πόλεμο), την άνοιξη του 1850 έρχεται στην Αθήνα, επισκέπτεται τη σχολή των Χιλλ, όπου συναντιέται με τη συνομήλική της Ελισάβετ και συνδέονται με στενή φιλία. Στο προηγούμενο κεφάλαιο, κατά τη διάρκεια περιπάτου στον λόφο  του Κολωνού, τον Μάιο του 1850, η Ελισάβετ αφηγήθηκε στη συνομήλικη αγγλίδα φίλη της Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ τα δεινά του προσφυγικού ταξιδιού από το λιμανάκι του Λουτρού της νοτιοδυτικής Κρήτης μέχρι το κάστρο της Μονεμβασιάς, Πάσχα του 1824.

Στο σημερινό κεφάλαιο οι δυο φίλες βρίσκονται ακόμη μέσα στο εκκλησάκι της Αγίας Ελεούσας στον Κολωνό, όπου είχαν καταφύγει λόγω της ανοιξιάτικης μπόρας· η Ελισάβετ συνεχίζει να εξιστορεί τα δεινά της ατέλειωτης περιπλάνησης των προσφύγων από τη Μονεμβασιά μέχρι τη Σύρο, όπου θα ζήσει ως παιδί. (Α.Κ.)

~.~

— Είχε περάσει ο μισός Απρίλιος, Φλωρεντία, κι εμείς ήμασταν ακόμη στη Μονεμβασιά· ανεπιθύμητοι. Οι δημογέροντας παραπονέθηκαν επίσημα στην «Ὑπερτάτη Διοίκηση» ότι «ήλθον δύο φορές τα καράβια και ξεμπαρκάρησαν εδώ πάνω από δέκα χιλιάδες ψυχές Κρητικών, οι οποίοι είναι γυμνοί και τετραχηλισμένοι· και δεν ηξεύρομεν πώς θέλουν οικονομηθεί». Τελικά η Διοίκηση αποφάσισε να μεταφερθούμε οι περισσότεροι σε άλλα μέρη της Πελοποννήσου και λίγοι σε νησιά των Κυκλάδων.

— Εσείς που πήγατε,  Ελισάβετ; ρώτησε η Φλωρεντία.

— Αρχικά στο Ναύπλιο. Πώς φτάσαμε ως εκεί μη ρωτάς, δεν θυμούμαι… έχει διαγραφεί από τη μνήμη μου εκείνη η περιπέτεια. Η μητέρα μου δεν ήθελε να μιλάει για εκείνες τις πικρές μέρες του ταξιδιού· στο τέλος είχαμε χάσει και τον αδελφό μου, κανείς δεν ήξερε να πει πού μπορεί να βρισκόταν. Ξυπνήσαμε ένα πρωί κι ήταν άφαντος. Το καραβάνι ξεκίναγε, η μάνα μου έκλαιγε για τον Νικόλα μας, έκλαιγα κι εγώ μαζί της. Φύγαμε δίχως του, με την ελπίδα ότι κάπου θα τονε βρούμε…

»Και στον καινούργιο ξένο τόπο συνέχισαν να φτάνουν στ’ αυτιά μας φωνές απόγνωσης, παρακάλια για ένα κομμάτι ψωμί, για ένα ρούχο, ψίθυροι για ανθρώπους που πέθαναν αβοήθητοι, κλάματα και θρήνοι και διαμαρτυρίες εναντίον των αντιπροσώπων της Κρήτης.

» Οι πρόσφυγες καθημερινά τους παραπονιούνταν πως δεν μας φροντίζουν· “πιέστε τον πρόεδρο να μας πέψουν αλλού, δεν αντέχομε εδώ, πεινάμε” φώναζαν.  Κάποιοι ξεστόμιζαν βαριές κατηγορίες “εσείς καλά περνάτε στα σπίτια σας, δεν νοιάζεστε για μας, τους συμπατριώτες σας, μας έχετε εγκαταλείψει, δεν κάνετε το χρέος σας…”

»Στην επαναστατημένη Ελλάδα είχε φουντώσει ο εμφύλιος μεταξύ Μωραϊτών και Ρουμελιωτών για το ποιος θα αρχηγεύει· όμως ο εμφύλιος τσακωμός, Φλωρεντία, δεν ενδιέφερε καθόλου τους πρόσφυγες, που νοιάζονταν μόνο για την επιβίωσή τους· κι όσο μαθαίνανε ότι οι ‘μεγάλοι’ τρώγονταν για αρχηγιλίκια, τόσο πιο έντονες ήταν οι διαμαρτυρίες τους προς τους αντιπροσώπους μας· ώσπου κάποτε βγήκε ένας από αυτούς και τους είπε μαλακά: “Έχετε δίκιο, συμπατριώτες, που διαμαρτύρεσθε· υποφέρετε, το γνωρίζομε, αλλά δεν σας έχομε παραμελήσει, έχομε ήσυχη τη συνείδησή μας. Δεν μπορούμε πια εμείς να κάνομε τίποτα άλλο. Θα αναφέρομε το θέμα με έγγραφο εις το Σεβαστόν Νομοτελεστικόν και θα ζητήσομε να πράξει τα δέοντα”.

»Αυτά βέβαια τα έμαθα, όταν άρχισα να ρωτώ για εκείνα τα πικρά και δύστυχα χρόνια της προσφυγιάς. Τότε μου είπαν ότι ο αντιπρόσωπος που είχε βγάλει τον λόγο ήταν ο Εμμανουήλ Αντωνιάδης, ο εκδότης της εφημερίδας Ἀθηνᾶ που διαβάζομε στο σπίτι ακόμη· και λέγανε πως ό,τι έκανε τότε δεν ήταν αυτό που απαιτούσαν οι πρόσφυγες.

— Γιατί, Ελισάβετ, τι απαιτούσαν;

— Δεν ξέρω, ίσως να είχαν άδικο· πάντως, ενώ κόντευε να τελειώσει εκείνο το φοβερό καλοκαίρι του 1824, μας διέταξαν να μετακινηθούμε από το Ναύπλιο στο Άργος. Με τα παρακάλια επέτρεψαν να μη μετακινηθούν μόνο οι οικογένειες όσων πολεμούσαν στην Κρήτη, ώσπου να έλθουν οι προστάτες τους να τις φροντίσουν. Οι άλλοι υπακούσαμε αδιαμαρτύρητα και ξεκινήσαμε με ό,τι μας είχε απομείνει…

»Με τα βάσανά μας παρέα βαδίζαμε ώρες κάτω από το αυγουστιάτικο λιοπύρι. Κι ο ιδρώτας όλων έτρεχε ποτάμι· κι ο δικός μου ανακατευόταν με τα δάκρυά μου για τον χαμένο αδελφό μου… Είναι φορές, Φλωρεντία, που νιώθω ακόμη εκείνη τη γεύση της αλμύρας του ιδρώτα και των δακρύων, λες κι έχει στοιχειώσει τη ζωή μου αντάμα με την εικόνα της θλιμμένης έκφρασης της μητέρας μου και τους πνιχτούς οδυρμούς της· προσπαθώ να τ’ αποδιώξω, αλλά μάταια…

»Κι όταν επιτέλους φτάσαμε στο Άργος, δεν ήταν καλύτερα· ούτε φαγητό, ούτε καν ξερό ψωμί μας πρόσφεραν, ούτε και καταλύματα για να μείνομε, αν και το είχαν υποσχεθεί. Οι ντόπιοι δεν μας έδιναν σπίτι, αν δεν πληρώναμε νοίκι· μας έδιωχναν κι από τα χωράφια τους, όπου είχαμε κατασκηνώσει. Μας σιχαίνονταν που ήμασταν σε άθλια κατάσταση, βρόμικοι κι ελεεινοί. Κι άκουγα τους μεγάλους να λένε ότι μας έδιωξαν από το Ναύπλιο, για να μας ξεφορτωθούν, να μην μας βλέπουν, να μη μας ακούνε, τους  ήμασταν εμπόδιο και βάρος.

»Κι έμαθα αργότερα ότι οι επαναστάτες είχαν τότε εστιάσει το ενδιαφέρον τους όχι μόνο στις πολιτικές συγκρούσεις και στον εμφύλιο, αλλά και στη διάθεση του αγγλικού δανείου, την κατασπατάλησή του δηλαδή· κι όταν τους περίσσευε χρόνος, μάχονταν και με τον εχθρό… Εμείς ήμασταν μια μικρή ασήμαντη λεπτομέρεια…

»Κι οι αντιπρόσωποι μας, για να φαίνεται ότι κάτι έκαναν, από τον Μάιο συνέχεια μας κατέγραφαν σε καταστάσεις, αλλά ποτέ τίποτε σπουδαίο δεν γινόταν για μας. Ο κόσμος δεν τους πίστευε πια, «είναι απάτη», έλεγαν, και δεν πήγαιναν να στηθούν στην ουρά να ξαναγραφτούν στο κατάστιχο.

»Η μητέρα μου θυμούμαι με πήρε από το χέρι μια μέρα και πήγαμε στην ουρά· περιμέναμε με τις ώρες να γραφτούμε, ελπίζοντας σε μια καλύτερη ζωή για μένα και για τον γιο που πίστευε ότι ο παντοδύναμος τον προστάτευε και κάποια στιγμή θα της τον έφερνε κοντά της.

»Όταν ήλθε η σειρά μας ακούω τον άνθρωπο που έγραφε να ρωτάει βιαστικά και ψυχρά τη μάνα μου: “από πού είσαι, πώς σε λένε, πόσοι είσαστε;” κι η μητέρα μου το ίδιο ψυχρά και με την ίδια ταχύτητα απάντησε· κι εκείνος κατέγραψε: “ἀληκιανού, Βασιλάκενα, 2”. Το θυμούμαι πολύ καλά, γιατί πετάχτηκα και τη διόρθωσα “τρεις, είμαστε, μαμά” κι εκείνη, χωρίς να πει τίποτε, σκούπισε με το μαντίλι τα μάτια της. Είχε χάσει το παιδί της και τον εαυτό της και τον κόσμο ολόκληρο· δεν είχε καν όνομα, ανήκε στον σκοτωμένο σύζυγό της, έτσι τη γνώριζαν κι έτσι την αναγνώριζαν. Και νόμιζα ότι έτσι θα ήταν για πάντα, ίσως τότε έτσι πίστευε κι εκείνη… Όμως, ευτυχώς, Φλωρεντία, και ο αδελφός μου βρέθηκε κι εκείνη πριν από λίγα χρόνια ξαναπαντρεύτηκε.

— Και τι έγινε μετά την καταγραφή σας, Ελισάβετ;

— Όταν τελείωσε η διαδιακασία της καταγραφής, είχε πια μπει ο Σεπτέμβρης του 1824 και πολλοί είχαν εν τω μεταξύ πεθάνει από αρρώστιες, από κακουχίες και πείνα. Η επιτροπή έστειλε στην κυβέρνηση το κατάστιχο με τα 545 ονόματα, αλλά υπήρχαν, έλεγαν, ακόμη τριακόσια άτομα περίπου που είχαν αρνηθεί να καταγραφούν.

»Το κατάστιχο συνοδευόταν κι από αναφορά, σε υστερόγραφο της οποίας,  όπως  έχω μάθει, διατυπώνουνταν παράπονα ότι «όσοι έφτασαν εις Άργος διά να λαμβάνουν εκ του επάρχου σιτηρέσια και καταλύματα κατά την διαταγήν της Σεβαστής Διοικήσεως, τίποτε εξ αυτών, δεν τους εδόθησαν».

— Είπες σε υστερόγραφο! Ίσως από ευγένεια ή από αξιοπρέπεια γράφτηκε σε υστερόγραφο το πιο σπουδαίο, μη φανούν επαίτες! Ίσως κι από διακριτικότητα… είναι κι αυτός, Ελισάβετ, ένας διπλωματικός τρόπος να πετύχει κανείς τα αυτονόητα.

— Το μόνο αυτονόητο, Φλωρεντία, διαπιστώσαμε πως ήταν να μας διώξουν και από το Άργος· κουρελιασμένοι, σχεδόν ανυπόδητοι, παντελώς ενδεείς  βαδίζαμε για ώρες προς τη θάλασσα, όπου μας περίμενε ένα καράβι…

— Για πού;

— Για το μακρινό άγνωστο. Μας άφησαν σε μια ολόγυμνη παραλία, χωρίς όνομα, στο νησί της Σύρου. Μη με ρωτάς ούτε πώς ούτε πότε ακριβώς, δεν θυμούμαι, κι ούτε η μάνα μου μπόρεσε ή θέλησε να μου πει λεπτομέρειες και για εκείνο το οδυνηρό ταξίδι.

— Ξεχνάει κανείς, Ελισάβετ, τα πολύ δυσάρεστα και του μένει η ελπίδα της καλύτερης ζωής.

— Ναι! έτσι και η μάνα μου, τα ξέχασε, αν και νομίζω πως προσποιούνταν πως τα ξέχασε. Μετά από μερικά χρόνια έμαθα ότι χίλιοι Κρητικοί πρόσφυγες βρεθήκαμε εκεί και ξέρεις γιατί; γιατί  ο Ανδρέας Κοσμάς, καπετάνιος από την Ύδρα και τότε πολιτάρχης του νησιού, αρχηγός της αστυνομίας δηλαδή, μας είχε προσκαλέσει να εγκατασταθούμε προσωρινά στην άγονη παραλία μαζί με τους άλλους φοβισμένους και πάμπτωχους πρόσφυγες, που ήδη είχαν καταφύγει εκεί, από άλλα επαναστημένα μέρη.

»Ούτε η μάνα μου, ούτε κανείς φανταζόταν πως ξεκίναγε για μας μια καινούργια περιπέτεια στην έρημη, άχαρη κι ανταριασμένη παραλία. Ούτε δέντρο, ούτε πηγή, ούτε πηγάδι· το νερό της βροχής μαζεύαμε… Κανείς δεν πίστευε τότε ότι θα γινόταν μόνιμος κάτοικος εκείνης της ερημιάς, όλοι νιώθαμε φιλοξενούμενοι, μέχρι να γλυτώσομε από τις αγριότητες των Τούρκων· γι’ αυτό και κανείς δεν έκτιζε κανονικό σπίτι, ένα προσωρινό καλυβάκι ήταν αρκετό να στεγάσει τους δικούς του και τη φτώχεια του.

»Εκεί περάσαμε αρκετό καιρό σε άθλιες συνθήκες. Δίπλα στη θάλασσα ζούσα εγώ που είχα μάθει να τρέχω στα βουνά, στα γυμνά βουνά των Σφακιών· εγώ που δεν ήξερα να περπατώ στην καυτή άμμο, που σιχαινόμουν τα βρύα και τα φύκια που ξέβραζε το κύμα· εγώ, ένα αγρίμι των βουνών, πώς να παίξω εκεί όπου φοβόμουν μη μ’ αρπάξει ο αφρισμένος γίγαντας των κυμάτων, που έβγαζε έναν τρομακτικό ήχο που δεν είχα ξανακούσει…

 

Με τις τελευταίες φράσεις η Ελισάβετ σηκώθηκε απότομα από το στασίδι της Αγίας Ελεούσας, άνοιξε τη θύρα και κοίταξε έξω.

— Μπορούμε να φύγομε, το μπουρίνι σταμάτησε, είπε  χαμηλόφωνα.

Η Φλωρεντία σηκώθηκε και βγήκαν μαζί έξω. Όμως η τρεμάμενη φωνή και τα υγρά μάτια τής φίλης της πρόδιδαν μεγάλη εσωτερική ταραχή. Για να την παρηγορήσει την αγκάλιασε και της είπε:

— Πρέπει να είσαι ευτυχής που όλα αυτά τα δεινά έχουν περάσει προ πολλού.

— Φαινομενικά έχουν περάσει, τα σημάδια τους όμως ανεξίτηλα υπάρχουν πολύ βαθιά και φοβούμαι μήπως κάποια στιγμή βγουν απειλητικά στην επιφάνεια… της απάντησε περίλυπη η Ελισάβετ.

Η Φλωρεντία την κοίταξε στα μάτια, της έσφιξε το χέρι, αλλά δεν της έβγαιναν λόγια. Βάδιζαν αργά σιωπηλές. Η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος αναμείχθηκε με τη λεπτή μυρωδιά των  αγρολούλουδων· η  άνοιξη έδειχνε ξανά την ακμή της κι εκείνες επανήλθαν στην πραγματικότητα του 1850.

— Πάμε πιο γρήγορα, να φτάσομε πριν μας πάρει η νύχτα, θα μας περιμένουν, είπε η Ελισάβετ.

— Όσο περπατάμε όμως, λέγε μου, αν θέλεις, Ελισάβετ, για τα πρώτα χρόνια που πέρασες σε εκείνη την παράξενη παραλία…

— Εκείνη η έρημη παραλία της σωτηρίας μας λέγεται πια Ερμούπολη.

— Α, έτσι! Έχω ακούσει ότι είναι μια ακμάζουσα πόλη, την οποία θα ήθελα να επισκεφτώ.

— Είναι ακμαιότατη για τη νεαρή ηλικία της… Πριν από έντεκα χρόνια είχαμε πάει για λίγες μέρες με τη μις Μπάλντγουιν για υπηρεσιακούς λόγους· μακάρι να ξαναπήγαινα, Φλωρεντία… Ξέρεις πόσο επιθυμώ να κάνω ένα προσκύνημα στον τόπο, που με είχε κάνει να ξεχάσω πως είμαι ένα ανυπεράσπιστο φτωχό προσφυγάκι…

— Μακάρι να πάμε μαζί! να μου δείξεις τα μέρη που έζησες…

— Δεν ξέρω αν καταφέρομε να πάμε, αλλά, αφού θέλεις, θα  σου πω λίγα για την πατρίδα της παιδικής μου ηλικίας…

»Η Ερμούπολη γεννήθηκε με την επανάσταση του 1821 και πήρε το όνομά της πέντε χρόνια αργότερα· ήμουν εκεί.

»Στην αρχή, λένε, τους πρόσφυγες που κατέφευγαν στη Σύρα τους φιλοξενούσαν οι  ρωμαιοκαθολικοί κάτοικοι της Άνω Σύρου. Εκεί έβρισκαν ασφάλεια και παρηγοριά. Το νησί δεν κινδύνευε από τους Τούρκους, αφού οι κάτοικοί του τηρούσαν ουδετερότητα και δεν επρόκειτο να σηκώσουν ποτέ μπαϊράκι.

»Ως καθολικοί είχαν τεθεί προ πολλού υπό γαλλική προστασία· στο μοναστήρι τους κυμάτιζε η γαλλική σημαία και στις λειτουργίες τους μνημονευόταν ο γάλλος βασιλιάς. Έτσι, οι Ανωσυριανοί όχι μόνο δεν έζησαν την καταπίεση των Τούρκων, αλλά έκαναν μαζί τους και εμπορικές συναλλαγές. Αυτό ωφελούσε την επανάσταση, γιατί ανενόχλητα την στήριζαν, με άλλον τρόπο· έστελναν στην Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος χρήματα από εράνους, εφοδίαζαν με στάρι και κρασί τους επαναστατημένους, φύλαγαν τα κειμήλια και ό,τι πολύτιμο είχαν οι επαναστάτες της πρώτης γραμμής. Και το σπουδαιότερο, υποδέχονταν απρόσκοπτα τους πρόσφυγες της επανάστασης, όπως σου είπα.

»Τα πρώτα χρόνια οι πρόσφυγες δεν ένιωθαν κάτοικοι, αλλά προσωρινοί πάροικοι, γι’ αυτό κατασκεύαζαν μικρές πρόχειρες ξύλινες παράγκες. Δημιουργήθηκε έτσι μια παραγκούπολη με απωθητική όψη, όπως την αντικρίσαμε εμείς, όταν φτάσαμε εκεί.

»Με τον καιρό οι πάροικοι πλήθαιναν, προόδευαν σε αυτά που μόνο μπορούσαν να κάνουν, για να επιβιώσουν, στο εμπόριο και στη ναυτιλία. Και τα έκαναν και τα δύο τόσο καλά που άρχισαν να κερδίζουν χρήματα· και τότε το πήραν απόφαση, εκεί θα έμεναν· για πάντα· κι άρχισαν να οικοδομούν πετρόκτιστα σπίτια.

»Κι έκτισαν, με δαπάνες τους, στην άκρη της παραλίας και την εκκλησία· και μετά θεώρησαν ότι ήταν καιρός να δώσουν όνομα στην πόλη που ήταν αποκλειστικό δημιούργημά τους. Ο σπουδαίος χιώτης μεγαλέμπορος Λουκάς Ράλλης πρότεινε το όνομα Ερμούπολις· κι οι πρόσφυγες το ψήφισαν, θα ζούσαν στην πόλη του κερδώου Ερμή!…

Με την τελευταία φράση της η Ελισάβετ κτυπούσε συγχρόνως και το ρόπτρο του σπιτιού. Μπήκαν στη μεγάλη αυλή· αποχαιρέτησε τη Φλωρεντία και αναζήτησε την κυρία Χιλλ· «είμαι πολύ κουρασμένη», της είπε ευγενικά και κοφτά  κι εκείνη της έδωσε άδεια να απουσιάσει από τη βραδυνή οικογενειακή σύναξη.

***

Άνοιξε φουριόζα την πόρτα του δωματίου της. Το μόνο που ήθελε ήταν να αναπολήσει τα χρόνια στην Ερμούπολη.

Έβγαλε από το κλειδωμένο συρτάρι το τετράδιο. Άρχισε να σκαλίζει την πληγωμένη μνήμη, να σκάβει στο παρελθόν των παιδικών χρόνων της και πήρε την πένα και ξεκίνησε να γράφει…

Ίσως το έδινε στη Φλωρεντία να διαβάσει όσα θα αποτύπωνε πάνω του το μαγιάτικο τούτο βράδυ του 1850.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

*