Ελένη Χαϊμάνη, Ένας χρόνος

*

Μεγάλα σύννεφα, πελεκητά, περιδιαβαίνοντας τον κόσμο του Γενάρη ανασκαλεύουν ανθρώπινες ψυχές για τον Καινούργιο Κόσμο. Ένα παράξενο τετραδιάστατο λουλούδι ανοιγοκλείνει τα πέταλα κάτω απ’ την σκιά της θούγιας. Γεια σας κοπάδια γνώριμα, σύντροφοι της ζωής μας, εδώ που διαστέλλονται οι τρεις σας διαστάσεις, ποια μαθηματικά θα αρνηθούν τη γλύκα του μελιού πάνω στο μυ της γλώσσας; Στο μήκος σας, στο πλάτος σας, στο ύψος της Αξίας, ας προστεθεί ισάξια το τέταρτό σας Κύμα όσο μικρό κι αν φαίνεται, όσο βαθύ κι αν είναι.

Κάθε Φλεβάρη ο κουτσός καταριέται τον ουρανό για το μισό του πόδι. Αναθεματίζει όποιον τον ακούει ψηλά και γελά υστερικά μπροστά στο πρόσωπό Του. Πιστεύει βέβαια, πως όλο και Κάποιος τον ακούει, αλλά δεν του δίνει την απαιτούμενη προσοχή που ζητά κι αυτό τον κάνει να λυσσάει ακόμη πιο πολύ. Ψηλά, Αυτός που τον ακούει κάνει υπομονή και δεν δίνει σημασία. Κι έτσι για καιρό καμιά απάντηση δεν δίνεται σε κάθε βρίσιμό του. Κάθε τέσσερα χρόνια φτάνει η τιμωρία. Τότε ο κουτσός, παρακαλεί τον ουρανό, εκλιπαρεί θα έλεγε κανείς, να του ξεριζώσει από ψηλά τούτη την μία μέρα.

Τον Μάρτη, άγριες λυσσάρικες ψυχές που επαναστατούν, βγαίνουνε τα βουνά. Κάποιο αόρατο και υπερούσιο στόμα εκατόνταρχου με φάλαγγες και λεγεώνες, βλήματα και φέρετρα και παλιοσίδερα, τους είχε ομολογήσει πως γίγαντας είναι σ’ αυτή τη μάχη ο άνθρωπος. Και το ανέβασμά του όρια δε γνωρίζει, ενώ οι ψυχή τους δέχτηκε το Απόλυτο και το έτρεψε σ’ έναν υπέρτατο σκοπό. Η μοίρα νίκησε και τα συντρίμμια ανθίζουν. Είναι η στάση του παιδιού που υπομένει, γιατί δεν του έλειψε διόλου η δύναμη να ονειροπολεί, καθώς δεν ήξερε πολύ καιρό να σκύβει το κεφάλι.

Κάθε φορά, θ’ αφουγκραστούν τα ρυθμικά του βήματα. Ποτέ, άλλος μήνας, δεν συμμάχησε με την ζωή καλύτερα, εναντίον του θανάτου. Καταλαβαίνεις πως ο Απρίλης δεν συμβαίνει μοναχά κάτω στη γη, ούτε και φαίνεται στου καθενός τα μάτια. Είναι ο στα λευκά ντυμένος άγγελος που είδαν να στέκεται μπροστά στο μνήμα τ’ ανοιχτό του Ιησού οι γυναίκες. Γιατί κι αυτές, δεν πίστευαν πως θα ’χε αναστηθεί. Αλλά να! που ο Έξω Μέγας Ύπνος κι ο τάφος Του Χριστού μας οδηγήσανε στον τάφο τον δικό σας, στέκοντας σαν μεσολαβητές ανάμεσα στους κόσμους.

Οι προετοιμασίες των συναντήσεων συμβαίνουνε παντοτινά το Μάη, καθώς οι θηλυκές χελώνες γυαλίζουνε στου φεγγαριού την λάμψη το ασημί τους καύκαλο. Είναι μικρές, δεν έχουν ωριμάσει για το παιχνίδι της αναπαραγωγής και δεν γνωρίζουν πως αυτό προϋποθέτει στο όνομα του Έρωτα την γενετήσια πράξη. Οι αρσενικές ανδρώνονται πάνω στο μυ της γλώσσας σαν σάτυροι που ξέφυγαν στ’ αρκαδικά δάση και ζουν στην εποχή μας, με την πονετική ανάμνηση των παλαιών οργίων και λαχταρούν τη γέννα για λογαριασμό των άλλων, που θρηνούν.

Απ’ την άλλη, οι νόμοι που ρυθμίζουν την κίνηση των αστρικών σωμάτων μαρτυρούν πως ο Ιούνιος είναι η φλέβα της χαράς, από έναν πολύ μακρύ κι ονειρεμένο κόσμο. Μυθοποιοί και μυθολόγοι αποστρέφουνε το βλέμμα τους από τις άθλιες πόλεις, μα αναμνήσεις ένδοξες και σύγχρονη νέκρα να που αντανακλούν τον Μέλλοντα Καιρό! Τα άνθη της πέτρας που ήρθαν, τους μιλήσανε με σεβασμό για τόπους οπού το γαλανό παιδί, μες στον βυθό της Μάνας του χτενίζει περιμένοντας τα υγρά μαλλιά του, καθώς χωνεύεται στην αγκαλιά του απείρου, αλλάζοντας μορφές.

Το τεράστια πολυπλόκαμο όν, τον Ιούλιο εξορίζεται, πάντοτε, εκτός του Παραδείσου. Τριγυρνά έξω από κλεισμένες θύρες, ανεπιθύμητο· και δεν θα περάσει ποτέ την Παραδείσια πόρτα. Μα τι εικόνα ζωντανή, του όντος που κατάντησε με τα ίδια του τα χέρια να πνίξει μια-μια όλες τις ελπίδες του, τα όνειρα, τους πόθους του μέσα στην αδράνεια της απόγνωσης. Και θα καταραστεί τα όνειρα τα άπιστα, τα άπιαστα, τα ουρανοκλεμμένα, ενώ θα φτύνει θαύματα όταν αυτά δεν συνοδεύονται με μηνύματα ‒ και θα αγαπήσει κάθε μήνυμα χωρίς να φέρει δίπλα του, σαν φυλαχτό, το πιο μικρό του θαύμα.

Τον Αύγουστο η Σαπφώ, έχει την λύρα παντοτινό προσκέφαλό της ‒ και στον ύπνο της, σαν όνειρο, τρέχει καινούργιος πάντα αντίλαλος απ’ τα παλιά της πάθη. Η Δέσποινα Σελήνη, πάνω απ’ τα ονειροφάνταχτα νερά στήνει τ’ απόπλεκά της τα μαλλιά γυρεύοντάς της να διαβεί, μα αποκαμωμένη ησυχάζει ‒ και η ανάσα της βαραίνει απόκοσμα από του ύπνου την αχλή. Πιάνει την λύρα της με τις εφτά χορδές, κάθε χορδή και λέξη. Ή πρώτη το μαντήλι, δεύτερη η γοργόνα· κι ανάμεσά τους οι προσωπικές αντωνυμίες. Τέλος, η θάλασσα και το φιλί.

Ο Σεπτέμβρης είναι ο μήνας του Φονιά. Ειδικότερα οι τρεις του πρώτες μέρες. Έχουν έρθει και ακούν την άγρια μελωδία του χορού στα πέτρινα καθίσματα που αυστηρός και σοβαρός, κατά αρχαία συνήθεια προβαίνει κάνοντας ορθά τον γύρο του θανάτου. Δεν έχει γεννηθεί σε σπίτι και η γιγάντια κορμοστασιά του πώς ξεπερνά τ’ ανθρώπινο ανάστημα ήσυχη σαν την θανάσιμη Σιωπή, βαριά σαν πέρασε ξυστά από κοντά ο θεός, εξαφανίζεται στο βάθος κι όποιον λησμόνησε Αυτός παρακαλούν να μην τον έχουν φίλο. Τις εικόνες του ολέθρου, τις κομμένες γέφυρες και τα πνιγμένα μας παιδιά.

Πατρίδα, τον Οκτώβρη, τα σχήματα που ντύνεσαι, τα χρώματα που αλλάζεις, όλο και μας αμφισβητούν τους τόπους που κερδίζεις· εδώ μας συνθηκολογείς και στήνεις τις παράτες ‒ κι ύστερα αποσύρεσαι ευθύς, με όλα σου τα όπλα για μια τιμή κάποιας Ειρήνης. Την κουρασμένη μας ψυχή που αντανακλά τον Μέλλοντα Καιρό δεν συλλαμβάνουν οι αίσθησες ‒ κι ιδέα πώς να γίνει, ενώ εσύ μας κλαίγεσαι για τις γενιές που ξέμειναν στα πέλαγα, ενώ μας κυβερνούν ατάραχα χαρτομουτζουρωμένοι. Το Έπος πια αγκομαχεί, απ’ την ακμή στην παρακμή κι απ’ τ’ άνθισμα στο ξέφτι.

Ο Νοέμβρης είναι ο πιο βαρετός μήνας που βαστάει στα σπλάχνα του ο χρόνος. Αναποφάσιστος δεν έχει το μεγαλείο του προηγούμενου κι ούτε λίγη από την αίγλη εκείνου που ακολουθεί. Σαν τον Ορέστη τριγυρνά και ψάχνει, γυρεύει χώρους ιερούς, για να γλιτώσει απ’ το κυνήγι των Ερινυών. Έτσι, κάθε αποκαλούμενος πιστός ψάχνει να βρει τις εκκλησιές για να κάνει κάποια είδους συμφωνία με τον Θεό. Δεν ωφελεί. Γιατί Εκείνος ξέρει! Και είναι αληθινά καχύποπτος, μ’ αυτούς που δεν έχουν ακόμη αποφασίσει αν είναι άτιμοι, τίμιοι ή απλώς ατιμασμένοι. Η λύσσα της θεϊκής οργής ‒ η νέκρα της Σιγής.

Η πρώτη κατάκτηση του Δον Ζουάν ήταν η ίδια του η Μάνα και ήτανε Δεκέμβρης. Βέβαια, ύστερα κατέκτησε και όλες τις γυναίκες. Αλλά η Μάνα Του ήταν η πρώτη που κατάλαβε βαθιά μέσα στα στήθια πως το παιδί της υπήρξε χαρισματικό, όταν στην ποδιά της καθισμένος μελετούσε στα μάτια την αξία της Αγάπης, της άδολης Αγάπης ‒ εκείνη, που γνώριζε απ’ τα μελλούμενα και τα ψιθύριζε μοναχά σε κείνον, λέγοντάς του για μια Μαγδαληνή. Και μέχρι, μεγαλώνοντας, να κατακτήσει την Μαγδαληνή, κατάκτησε όλες τις γυναίκες. Και τους άντρες. Κι ολόκληρο τον κόσμο.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

*