Λουίτζι Πιραντέλλο, Το τραίνο σφύριξε


*

 

Παραληρούσε.

Αποτέλεσμα εγκεφαλικού πυρετού, είχαν πει οι γιατροί. Και το επαναλάμβαναν όλοι οι συνάδελφοι απ’ το γραφείο που επέστρεφαν δυο-δυο, τρεις-τρεις, από το νοσοκομείο όπου είχαν πάει να τον επισκεφτούν. Ήταν κάπως σαν να απολάμβαναν να το ανακοινώνουν με επιστημονικούς όρους που είχαν μόλις μάθει από τους γιατρούς, σε κάποιον συνάδελφο που είχε αργήσει και τον συναντούσαν στον δρόμο: Φρενίτις, φρενίτις. Εγκεφαλίτις.

Φλεγμονή της μεμβράνης.

Εγκεφαλικός πυρετός.

Ήθελαν να δείχνουν θλιμμένοι, αλλά κατά βάθος ήταν ευχαριστημένοι που είχαν επιτελέσει το καθήκον τους. Υγιέστατοι οι ίδιοι, έβγαιναν από το στενάχωρο νοσοκομείο στο χαρούμενο γαλάζιο χρώμα του χειμωνιάτικου πρωινού.

Θα πεθάνει; Θα τρελαθεί; Ποιός ξέρει! Να πεθάνει, μάλλον όχι… Μα τι λέτε; Τι λέτε; Πάντα τα ίδια. Παραληρεί… Τον καημένο τον Μπελλούκα!

Δεν περνούσε από κανενός το μυαλό, δεδομένων των ειδικών συνθηκών στις οποίες αυτός ο δυστυχής ζούσε εδώ και τόσα χρόνια, ότι η περίπτωσή του μπορούσε να είναι απολύτως φυσιολογική. Και ότι αυτά που έλεγε ο Μπελλούκα και φαίνονταν σαν παραλήρημα σε όλους, σαν σύμπτωμα φρενίτιδος, ότι μπορούσαν να είναι η πιο απλή εξήγηση της δικής του απολύτως φυσιολογικής περίπτωσης.

Πράγματι, το γεγονός ότι ο Μπελλούκα, το προηγούμενο βράδυ, είχε υπερηφάνως εξεγερθεί κατά του προϊσταμένου του, και όταν εκείνος τον επέπληξε για την συμπεριφορά του, λίγο έλειψε να του χιμήξει, αυτό και μόνο αποτελούσε σοβαρό επιχείρημα ώστε να υποθέσει κανείς ότι επρόκειτο για πραγματική ψυχική νόσο. Διότι δεν γινόταν να φανταστεί κανείς άνθρωπο πιο πράο και πιο υπομονητικό από τον Μπελλούκα.

Κλειστός χαρακτήρας… ναι, ποιός τον είχε αποκαλέσει έτσι; Κάποιος από τους συναδέλφους στο γραφείο. Κλειστός ήταν ο καημένος ο Μπελλούκα, περιχαρακωμένος μέσα στα στενότατα όρια της στεγνής δουλειάς του λογιστή, χωρίς να ’χει τίποτα άλλο να θυμάται εκτός από ποσά χρεωστούμενα, από ποσά εξοφλημένα, έσοδα, έξοδα, από αφαιρέσεις, προσθέσεις, επιστροφές, ισολογισμούς. Από καρτέλες, βιβλία, φακέλους, αντίγραφα και ούτω καθ’ εξής.

Ένα κινητό αρχείο ή μάλλον ένας γέρικος γάιδαρος που έσερνε ήσυχα, με το ίδιο βήμα, πάντοτε στον ίδιο δρόμο, το κάρο, φορώντας παρωπίδες. Με λίγα λόγια, εκατό φορές τον είχαν μαστιγώσει αυτόν τον γέρο γάιδαρο, τον είχαν δείρει χωρίς έλεος, έτσι μόνο για να γελάσουν, για να δουν αν μπορούσαν να τον εκνευρίσουν λιγάκι, να τον κάνουν τουλάχιστον να κουνήσει τα δαρμένα του αυτιά, ή ίσως να δείξει πως είχε την πρόθεση να σηκώσει το πόδι του και να τραβήξει καμμιά κλωτσιά. Τίποτα απολύτως! Δεχόταν τις άδικες καμτσικιές και τις βίαιες τσιμπιές απόλυτα γαλήνιος, πάντα, χωρίς ούτε κάν να βαριανασαίνει, λες και τον άγγιζαν απλώς ή ούτε καν, λες και δεν τις ένοιωθε έτσι όπως είχε συνηθίσει χρόνια και χρόνια στα συνεχή βαρύτατα χτυπήματα από το καμτσίκι της μοίρας. Ήταν λοιπόν αδιανόητη πραγματικά μια εξέγερση εκ μέρους του, μπορούσε να εξηγηθεί μόνο ως ξαφνική εκδήλωση ψυχικής ασθένειας.

Για να μην πούμε δηλαδή ότι το προηγούμενο βράδυ, του άξιζε πραγματικά η επίπληξη. Είχε όντως δικαίωμα να την κάνει ο προϊστάμενός του. Από το πρωί είχε εμφανιστεί με ύφος καινούριο, ασυνήθιστο. Κάτι που ήταν σημαντικό, που θα μπορούσε να συγκριθεί, τι να πω, με φούρνο που γκρεμίστηκε, καθώς είχε έρθει με μισή ώρα καθυστέρηση. Το πρόσωπό του έμοιαζε να ’χει γίνει πιο μεγάλο, σαν να ’χαν φύγει ξαφνικά οι παρωπίδες, και του είχε αποκαλυφθεί αιφνιδιαστικά γύρω του όλο το θέαμα της ζωής. Λες και για πρώτη φορά είχαν ανοίξει τα αυτιά του και άκουγαν φωνές και ήχους που ώς τότε δεν τους γνώριζε. Έτσι χαρούμενος, με μια ιλαρότητα γεμάτη απορία, εμφανίστηκε στο γραφείο. Και όλη τη μέρα δεν δούλεψε καθόλου. Το βράδυ ο προϊστάμενος, μπαίνοντας στο γραφείο του, εξέτασε τα αρχεία και τις καρτέλες. Πώς έτσι; Τι έκανες σήμερα όλη μέρα; Ο Μπελλούκα τον είχε κοιτάξει χαμογελώντας, με ένα ύφος σχεδόν προκλητικό και είχε τεντώσει τα χέρια. Τι σημαίνει αυτό; φώναξε τότε ο προϊστάμενος πλησιάζοντάς τον, αρπάζοντάς τον από τον ώμο και τραντάζοντάς τον. Ε, Μπελλούκα; Τίποτα, είχε απαντήσει ο Μπελλούκα, πάντα με το ίδιο χαμόγελο στα χείλη, με κάτι μεταξύ αναίδειας και ανοησίας. Το τραίνο κύριε Καβαλιέρε. Το τραίνο; Ποιό τραίνο; Σφύριξε. Μα τι στο διάβολο μου λες; Τη νύχτα κύριε Καβαλιέρε. Σφύριξε. Το άκουσα να σφυρίζει. Το τραίνο; Μάλιστα κύριε.

Και αν ξέρατε ώς πού έφτασα! Μέχρι την Σιβηρία… και ακόμα… μέχρι τα δάση του Κογκό… Μέσα σ’ ένα λεπτό μονάχα, κύριε Καβαλιέρε!

Ακούγοντας τις φωνές του εξαγριωμένου προϊσταμένου, οι άλλοι υπάλληλοι είχαν έρθει στο γραφείο και ακούγοντας τον Μπελλούκα να λέει όλ’ αυτά, γελούσαν σαν τρελοί. Τότε ο προϊστάμενος, του οποίου η κακή διάθεση πρέπει να οξύνθηκε από αυτά τα γέλια, εξοργίστηκε τόσο που σφυροκόπησε το ήρεμο θύμα με διάφορα άσχημα αστεία. Όμως αυτή τη φορά, το θύμα προς κατάπληξη και σχεδόν τρόμο όλων, εξεγέρθηκε, φάνηκε επιθετικό, φωνάζοντας πάντα τις ίδιες ανοησίες για το τραίνο που είχε σφυρίξει, και, μα τον Θεό, τώρα πια όχι, τώρα που είχε ακούσει το τραίνο να σφυρίζει, δεν γινόταν πλέον, δεν ήθελε να τον μεταχειρίζονται άλλο κατ’ αυτόν τον τρόπο. Τον πήραν δια της βίας, τον έδεσαν και τον έσυραν ώς το φρενοκομείο.

Εξακολουθούσε κι εκεί να μιλάει γι’ αυτό το τραίνο. Μιμείτο το σφύριγμά του. Ήταν ένα σφύριγμα κάπως παραπονεμένο, μακρινό, μέσα στη νύχτα, πικραμένο. Και αμέσως μετά πρόσθετε: Ξεκινάμε, ξεκινάμε… Κύριοι, για πού; Για πού; Και τους κοιτούσε όλους με κάτι μάτια που δεν ήταν πλέον δικά του. Αυτά τα μάτια, συνήθως θαμπά, χωρίς λάμψη, σκοτεινά, τώρα γελούσαν λαμπερά, σαν τα μάτια ενός παιδιού ή ενός ευτυχισμένου ανθρώπου. Κι από το στόμα του έβγαιναν ακατάληπτες φράσεις. Πράγματα ανήκουστα, ποιητικές εκφράσεις, γεμάτες φαντασία, πληθωρικές, που προκαλούσαν κατάπληξη καθώς ήταν αδύνατον να εξηγήσει κανείς χάρη σε ποιό θαύμα έβγαιναν από το στόμα αυτού του ανθρώπου που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε ασχοληθεί με τίποτε άλλο εκτός από νούμερα, αρχεία, λίστες, ενός ανθρώπου που είχε μείνει σαν τυφλός και κουφός απέναντι στην ζωή, σαν μια συσκευή λογιστικών πράξεων. Τώρα μιλούσε για γαλανά μέτωπα πάνω σε χιονισμένα όρη που έφταναν ώς τον ουρανό. Μιλούσε για γλοιώδη και ογκώδη κήτη που στα βάθη των θαλασσών έφτιαχναν σημεία στίξεως με την ουρά τους. Πράγματα, επαναλαμβάνω, ανήκουστα. Όποιος ήρθε να μου τα προλάβει, μαζί με την είδηση της ξαφνικής ψυχικής ασθένειας, έμεινε δυσαρεστημένος, μην βλέποντας στο πρόσωπό μου απορία ή έστω μια ελαφριά έκπληξη.

Πράγματι εγώ δέχτηκα την είδηση σιωπηλά. Και η σιωπή μου ήταν γεμάτη πόνο. Κούνησα το κεφάλι, με τις άκρες των χειλιών μου πικρά στραμμένες προς τα κάτω, και είπα: Κύριοι, ο Μπελλούκα δεν τρελάθηκε. Να είστε σίγουροι ότι δεν τρελάθηκε. Κάτι πρέπει να του συνέβη, αλλά κάτι απολύτως φυσιολογικό. Κανείς δεν μπορεί να το εξηγήσει, γιατί κανείς δεν ξέρει πώς έζησε αυτός ο άνθρωπος μέχρι τώρα. Εγώ το ξέρω και είμαι σίγουρος ότι θα το εξηγήσω με την λογική μόλις τον δω και μιλήσω μαζί του.

Καθ’ οδόν προς το φρενοκομείο όπου νοσηλευόταν ο κακομοίρης, άρχισα να σκέφτομαι: «Για έναν άνθρωπο που έχει ζήσει όπως ζούσε μέχρι τώρα ο Μπελλούκα, δηλαδή μια ζωή των αδυνάτων αδύνατη, ακόμα και το πιο εμφανές πράγμα, το πιο συνηθισμένο γεγονός, το παραμικρό ασήμαντο, απρόοπτο εμπόδιο, ας πούμε ένα χαλίκι στην πορεία του, μπορεί να έχει έναν φοβερό αντίκτυπο, κάτι που δεν θα μπορεί κανείς να εξηγήσει, αν δεν σκεφτεί ότι η ζωή αυτού του ανθρώπου υπήρξε των αδυνάτων αδύνατη. Πρέπει να οδηγήσουμε την ερμηνεία προς τα εκεί, να την ξανασυνδέσουμε με εκείνες τις συνθήκες της αδύνατης αυτής ζωής ώστε να φανεί απλούστατη και ξεκάθαρη. Όποιος βλέπει μόνο μια ουρά, χωρίς να φαντάζεται το τέρας στο οποίο ανήκει, μπορεί να την θεωρήσει από μόνη της τερατώδη. Χρειάζεται, όμως, να την επανασυνδέσει με το τέρας και τότε δεν θα του φαίνεται πια έτσι, αλλά όπως πρέπει να είναι όταν ανήκει σ’ εκείνο το τέρας. Μια απολύτως φυσιολογική ουρά». Δεν είχα δει ποτέ μου άνθρωπο να ζει έτσι όπως ζούσε ο Μπελλούκα. Ήμουν γείτονάς του και όχι μόνο εγώ, αλλά όλοι οι ένοικοι του κτιρίου αναρωτιούνταν όπως κι εγώ πώς γινόταν ν’ αντιστέκεται αυτός ο άνθρωπος σε τέτοιες συνθήκες ζωής. Έμενε μαζί με τρεις τυφλές, την γυναίκα του, την πεθερά του και την αδελφή της πεθεράς του. Οι δυο τελευταίες, πολύ γριές, είχαν τυφλωθεί από καταρράκτη. Η τρίτη, η γυναίκα του, χωρίς καταρράκτη, κανονική τυφλή, με βλέφαρα κλειστά. Και οι τρεις είχαν ανάγκη από φροντίδα. Φώναζαν απ’ το πρωί ώς το βράδυ γιατί δεν τις φρόντιζε κανείς. Οι δυο κόρες ήταν χήρες, τις είχαν φέρει στο σπίτι μετά τον θάνατο των συζύγων τους, η μία είχε τέσσερα, η άλλη τρία παιδιά, οπότε δεν είχαν ποτέ χρόνο ούτε όρεξη να τις περιποιηθούν. Αν τυχόν το έκαναν, φρόντιζαν μόνο τη μητέρα τους. Με τον πενιχρό μισθό του λογιστάκου γινόταν να ταΐζει ο Μπελλούκα όλα αυτά τα στόματα; Είχε βρει και άλλη δουλειά για το βράδυ στο σπίτι: αντέγραφε καρτέλες. Και τις αντέγραφε μέσα στο πανδαιμόνιο των κραυγών από πέντε γυναίκες και επτά παιδιά που όλοι τους, και οι δώδεκα, δεν έβρισκαν χώρο να κοιμηθούν στα τρία μοναδικά κρεββάτια του σπιτιού. Τα κρεββάτια ήταν φαρδιά, διπλά μεν αλλά μόνο τρία.

Καυγάδες, οργή, κυνηγητό, αναποδογυρισμένα έπιπλα, σπασμένα πιατικά, κλάματα, ουρλιαχτά, πτώσεις, καθώς μέσα στο σκοτάδι κάποιο από τα παιδιά ξέφευγε και πήγαινε να κρυφτεί ανάμεσα στις τρεις τυφλές γριές που κοιμούνταν σε ένα κρεββάτι χωριστά και που κάθε βράδυ μάλωναν κι αυτές μεταξύ τους γιατί καμμιά τους δεν ήθελε να κοιμηθεί στη μέση και επαναστατούσε κάθε φορά που ερχόταν η σειρά της. Στο τέλος έπεφτε σιωπή και ο Μπελλούκα συνέχιζε ν’ αντιγράφει μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, μέχρι να του πέσει η πέννα από το χέρι και τα μάτια του να βαρύνουν και να κλείσουν. Τότε πήγαινε και ξάπλωνε, συνήθως με τα ρούχα, σ’ ένα ξεχαρβαλωμένο ντιβανάκι, και βυθιζόταν αμέσως σε ύπνο βαθύ, από τον οποίο κάθε πρωί σηκωνόταν με το ζόρι, πιο αποβλακωμένος παρά ποτέ.

Ε λοιπόν, κύριοι, στον Μπελλούκα υπό αυτές τις συνθήκες, συνέβη κάτι απολύτως φυσιολογικό. Όταν πήγα να τον βρω στο φρενοκομείο, μου τα διηγήθηκε ο ίδιος με το νι και με το σίγμα. Ναι, ήταν ακόμα λίγο αναστατωμένος, αλλά απολύτως φυσιολογικά μετά απ’ αυτό που του είχε συμβεί. Κορόιδευε τους γιατρούς, τους νοσοκόμους και όλους τους συναδέλφους του που πίστευαν ότι είχε τρελαθεί. Μακάρι, έλεγε, μακάρι να ’ταν έτσι!

Κύριοι, ο Μπελλούκα είχε ξεχάσει εδώ και πολλά χρόνια, πραγματικά είχε ξεχάσει ότι υπήρχε ο έξω κόσμος. Απορροφημένος από το διαρκές βασανιστήριο της δυστυχισμένης του ύπαρξης, απορροφημένος όλη μέρα από τους λογαριασμούς στο γραφείο του, χωρίς να μπορεί να πάρει ανάσα ούτε στιγμή, σαν αλυσοδεμένο ζώο, ζεμένο σε ένα αλέτρι ή σ’ έναν μύλο, μάλιστα κύριοι, είχε ξεχάσει εδώ και χρόνια πραγματικά ότι υπήρχε ο έξω κόσμος. Πριν από δυο βράδια, καθώς πλάγιασε εξουθενωμένος σ’ εκείνο το παλιοντίβανο, ίσως λόγω της υπερβολικής κούρασης, δεν κατάφερε, πράγμα ασυνήθιστο, να αποικοιμηθεί αμέσως. Και ξαφνικά, μες στην βαθιά σιγή της νύχτας, είχε ακούσει από μακριά το σφύριγμα ενός τραίνου. Του φάνηκε ότι τα αυτιά του μετά από τόσα χρόνια, ποιός ξέρει πώς, είχαν ξεβουλώσει αιφνιδίως. Το σφύριγμα εκείνου του τραίνου του είχε ανοίξει την καρδιά και απρόσμενα είχε πάρει μακριά την μιζέρια απ’ όλες τις τρομερές του αγωνίες, και σαν να είχε βγει από τον τάφο, είχε βρεθεί να κινείται ελεύθερα, να ανασαίνει μέσα στο κενό, στον αέρα του κόσμου που ανοιγόταν τεράστιος ολόγυρά του. Κρατήθηκε από ένστικτο από τις κουβέρτες με τις οποίες σκεπαζόταν πρόχειρα κάθε βράδυ, και έτρεξε νοερά πίσω από εκείνο το τραίνο που απομακρυνόταν μέσα στη νύχτα. Υπήρχε, αχ ναι, υπήρχε πράγματι πέρα από εκείνο το απαίσιο σπίτι, πέρα από τα βάσανά του, υπήρχε ο κόσμος, πολύς, πάρα πολύς μακρινός κόσμος, και προς τα εκεί κατευθυνόταν το τραίνο… Φλωρεντία, Μπολόνια, Τορίνο, Βενετία… τόσες πόλεις που τις είχε επισκεφτεί όταν ήταν νέος και που σίγουρα ακόμα κι αυτή τη νύχτα έλαμπαν με τα φώτα τους πάνω στη γη. Ναι, ήξερε πώς ζούσαν εκεί! Τέτοια ζωή είχε κάνει κι εκείνος κάποτε σ’ αυτά τα μέρη! Αυτή η ζωή συνεχιζόταν πάντα όσο εκείνος εδώ, σαν αλυσοδεμένο ζώο, γύριζε τις μυλόπετρες. Δεν το σκεφτόταν καν! Ο κόσμος είχε κλείσει για’ κείνον, στο βασανιστήριο του σπιτιού του, στην στεγνή, άχαρη κατάσταση που δημιουργούσε η δουλειά του λογιστή… Μα νά που τώρα αυτή η ζωή, ξανάμπαινε, θαρρείς με βίαιη μετάγγιση, μέσα στο πνεύμα του. Η στιγμή που εκτοξεύθηκε γι’ αυτόν μέσα στην φυλακή του, τον έκανε να διαπεράσει σαν ηλεκτρικό ρίγος ολόκληρο τον κόσμο, κι εκείνος με την φαντασία του ξαφνικά αφυπνισμένη μπορούσε να ακολουθεί το τραίνο σε πόλεις γνωστές και άγνωστες, σε πεδιάδες, βουνά, σε δάση και θάλασσες… Ήταν το ίδιο ρίγος, το ίδιο χτυποκάρδι από τα παλιά χρόνια. Όσο εκείνος εδώ ζούσε αυτή την «αδύνατη» ζωή, υπήρχαν εκατομμύρια άνθρωποι σε όλη τη γη που ζούσαν διαφορετικά. Την ίδια στιγμή που εκείνος υπέφερε, υπήρχαν μοναχικά χιονισμένα βουνά που ύψωναν τις γαλάζιες κορφές τους στον νυχτερινό ουρανό… ναι, ναι, τα έβλεπε, μπορούσε να τα δει, τα έβλεπε έτσι ακριβώς… υπήρχαν ωκεανοί… δάση… Κι έτσι λοιπόν εκείνος, τώρα που ο κόσμος είχε ξαναμπεί μέσα στο πνεύμα του, μπορούσε κατά κάποιο τρόπο να παρηγορηθεί! Ναι, βγαίνοντας κάθε τόσο από το μαρτύριό του και παίρνοντας με την φαντασία του μια ανάσα στον κόσμο. Του ήταν αρκετό!

Όπως ήταν φυσικό, την πρώτη μέρα είχε υπερβάλει. Είχε μεθύσει. Όλος ο κόσμος μέσα σε μια στιγμή, ήταν κάτι κατακλυσμιαίο. Σιγά σιγά θα ξανάβρισκε την ισορροπία του. Ήταν ακόμα σε κατάσταση μέθης από τον τόσο πολύ αέρα, το αισθανόταν. Μόλις συνερχόταν εντελώς θα πήγαινε να ζητήσει συγγνώμη από τον προϊστάμενό του και θα συνέχιζε όπως πάντα την λογιστική του εργασία. Μόνο που τώρα ο προϊστάμενος δεν έπρεπε να απαιτεί πάρα πολλά από εκείνον όπως στο παρελθόν. Θα έπρεπε να του επιτρέπει πού και πού, ανάμεσα στην μια καρτέλα και στην επόμενη, να κάνει μια μικρή επίσκεψη στην Σιβηρία… ή ίσως στα δάση του Κογκό. Μόνο για ένα λεπτό, κύριε Καβαλιέρε μου. Τώρα που σφύριξε το τραίνο…

LUIGI PIRANDELLO
Aπό τα Διηγήματα για έναν χρόνο

Μετάφραση Λητώ Σεϊζάνη

*