Συντάκτης: L'apprendista

H ατελείωτη ιστορία ενός δωματίου

Μυρτώ Χμιελέφσκι
Ο πίσω τοίχος, ο ανεπίσημος
Αθήνα: Ενύπνιο 2021

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Στο δεύτερό της βιβλίο με τίτλο Ο πίσω τοίχος, ο ανεπίσημος, η ποιήτρια και εικαστικός Μυρτώ Χμιελέφσκι συνεχίζει τις αστικές περιπλανήσεις της, επιλέγοντας θραύσματα της καθημερινότητας και ανάγοντας τις παρατηρήσεις ανθρώπων και χώρων σε υλικό ποιητικού σχολιασμού και μετασχηματισμού της πραγματικότητας. Οι περιπλανήσεις στα κείμενα της Χμιελέφσκι γίνονται τρόποι για να δει κριτικά τις διαδρομές τις δικές της και των άλλων, χωρίς να ενδιαφέρεται να συγκροτήσει μια ενιαία εικόνα του αστικού τοπίου και των κατοίκων του. Αντίθετα, συναρμολογώντας τα σπαράγματα που διαπερνούν χώρους και ανθρώπους παραθέτει συμβάντα με τρόπους πολυφωνικούς. Η πολυφωνικότητα εδώ έχει την εκκίνησή της όχι μόνο από τις διαφορετικές φωνές που διατρέχουν το βιβλίο, αλλά και από όλες τις συνομιλίες μαζί τους. Η αλληλεπίδραση της ποιήτριας με όσα και όσους περιγράφει συνεχίζεται καθώς εξελίσσεται το βιβλίο και παρουσιάζονται τα συμβάντα και ο αντίκτυπός τους. Οι συνέπειες της ανθρώπινης κατάστασης γίνονται ύλη βιωματική, η οποία συνοδεύεται από μια διαρκή μνημονική αναζήτηση παρελθόντος-παρόντος. Πέρα από το να καταγράφει στιγμές του καθημερινού η Χμιελέφσκι αφήνει ανοιχτά τα ενδεχόμενα για τα όρια της οικειοποίησης και για το πού βρίσκονται οι δικές της ιστορίες μέσα σε αυτές των άλλων.

(περισσότερα…)

Γιώργος Παλαβράκης, Τρία σονέτα

Τρία σονέτα

Εκμυστήρευση
Σύντομος εσωτερικός μονόλογος με φανταστικό κοινό την Αθηνά

Μακάρι να μπορούσες, καλή μου Αθηνά,
να αισθανθείς τη λύπη που πάντα κουβαλώ,
να δεις πως τη ζωή μου η τύχη προσπερνά
και στα σκαλιά του βίου διαρκώς κατρακυλώ.

Τι φταίει πραγματικά που άλλαξε ο κόσμος
και πια κανείς δεν είναι λιγάκι προσηνής
σταμάτησα να ψάχνω, με κούρασε ο δρόμος·
απόμεινα υπηρέτης μιας τέχνης ταπεινής.

Φοβάμαι μήπως τώρα με παρεξηγήσεις,
μην φαίνεται πως πέφτω θύμα κάποιας πλάνης.
Οδύρομαι μονάχος, θέλω εξηγήσεις

που βρέθηκα αδίκως σε ιστό αράχνης.
Βαρέθηκα να βλέπω χέρια που αρπάζουν,
που στήνουνε καρτέρι και σοδειές ρημάζουν.

Σβηστές οθόνες
Στον Θάνο Γιαννούδη

Τους νέους μην υποτιμάς ποτέ σου, Θάνο,
τα μέτρα είναι στην ψυχή τους χαραγμένα.
Μην πας μακριά αλλά κοίταξε και δες εμένα·
παιδεύομαι πολύ μα το σονέτο φτιάνω.

Σ’ απελπισιάς καιρούς, στα δύσκολα επάνω
φαντάζουν όλα είδωλα θρυμματισμένα.
Τα σπίτια μένουν χαμηλά κι ερειπωμένα·
ωστόσο, τη σιγή διακόπτει ένα πιάνο.

Είν’ εύκολο μια ιδέα ποίημα να γίνει
αν, πράγματι, ακολουθήσεις τους κανόνες.
Το ζήτημα μονάχα είναι τι θα μείνει

σαν κάποτε μεμιάς παρέλθουν οι αιώνες
και καταλάβουμε πως πια το έργο φθίνει,
πως τέλειωσε νωρίς και σβήσαν οι οθόνες.

Εφιάλτης

Δεν κελαηδούνε τα πουλιά στην μπόρα,
τα σήμαντρα πια πένθιμα χτυπούνε,
περαστικοί αδιάλειπτα ρωτούνε
τι μέλλει να συμβεί κακό στη χώρα.

Η θύελλα ζυγώνει απ’ ώρα σ’ ώρα
τα δέντρα από τον άνεμο λυγούνε,
τα βήματα σαν κρόταλα ηχούνε
και πλησιάζουν τα παιδιά μας τώρα.

Βαριόμοιροι, περίτρομοι γυρνούμε
να περισώσουμε τα υπάρχοντά μας,
σε καταφύγια να προστατευτούμε

να μην ξοφλήσει αίφνης η γενιά μας.
Από εφιάλτη ζοφερό ξυπνούμε
μα ήδη έχουν σπάσει τα φτερά μας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΑΒΡΑΚΗΣ


Ο Γιώργος Παλαβράκης γεννήθηκε στα Τρίκαλα (Θεσσαλίας) το 1992. Σπούδασε Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Παράλληλα με τα φιλολογικά έχει εργαστεί αρκετά χρόνια ως μουσικός. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά.

Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Η μοίρα του εγκλωβισμένου ανθρώπου

Σταμάτης Πολενάκης
Η πάλη με τον άγγελο
Ενύπνιον, 2021

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Από το πρώτο του βιβλίο, Το χέρι του χρόνου, μέχρι και τη βραβευμένη με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (2017) ποιητική συλλογή Τα τριαντάφυλλα της Μερσέδες (Μικρή Άρκτος, 2016), ο Σταμάτης Πολενάκης έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα συμπαγές ποιητικό κόσμο με έντονο το ιστορικό, το υπαρξιακό και το πολιτικό υπόβαθρό. Το ίδιο ποιητικό σύμπαν διερευνάται και διευρύνεται με επιτυχία πεζογραφικά στο πρόσφατο μυθιστόρημά του Η πάλη με τον άγγελο (Ενύπνιο, 2020), στο οποίο ο αφηγητής-συγγραφέας ακολουθεί τον Ντοστογιέφσκι στη σύλληψη και τη γραφή των Δαιμονισμένων του, καταλήγοντας μέσα από την παταγώδη αποτυχία της ρωσσικής επαναστατικής ουτοπίας στον φανταστικό συγγραφέα Γιούρι Άιντελμαν, αλλά συνάμα αποκαλύπτοντας στην έξοδο του βιβλίου τη φοβερή εικόνα της ανθρωπότητας παγιδευμένης μέσα σ’ ένα αεροπλάνο τυλιγμένο στις φλόγες.

(περισσότερα…)

Το Mute του Γιώργου Χρυσοστόμου και οι βουβοί του συστήματος

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗ

Εκ πρώτης όψεως, το Mute είναι μια παράσταση διασκεδαστική, ένα one-man show το οποίο αντλεί από τη μιμητική και από την κληρονομιά μορφών υποκριτικής περισσότερο σωματικών. Ο ανώνυμος πρωταγωνιστής —ο εμπνευστής του έργου Γιώργος Χρυσοστόμου— είναι μια φιγούρα απολύτως βουβή η οποία πηγαινοέρχεται διαρκώς μέσα στο σκηνικό. Αυτό αποτελείται από μια σκαλωσιά η οποία διαιρείται σε διάφορα τμήματα ή “δωμάτια” ορθογώνιου σχήματος. Κατά το μεγαλύτερο μέρος του έργου παρακολουθούμε τον ήρωα να περνάει από το ένα τμήμα της σκαλωσιάς στο άλλο κινούμενος αριστερά-δεξιά ή πάνω-κάτω. Τούτη η συνεχής κίνηση του ήρωα εξελίσσεται σε ένα διασκεδαστικό θέαμα (δεν είναι τυχαίο ότι μες στο κοινό στο όμορφο Κηποθέατρο Παπάγου στις 31 Αυγ. ’21 βρέθηκαν αρκετοί έφηβοι και παιδιά). Κάθε φορά που ο βουβός ήρωας μπαίνει σε έναν νέο χώρο της σκαλωσιάς η κατάσταση αλλάζει – συχνά με ρυθμό φρενήρη. Στο ένα ορθογώνιο μπορεί να ακούγεται ζωηρό ροκ εν ρολ, στο άλλο μπορεί να χτυπάει επίμονα ένα τηλέφωνο, σε ένα άλλο ο ήρωας μπορεί να ερωτοτροπεί μελοδραματικά και ειρωνικά με μια… κούκλα του σεξ ενώ σε ένα άλλο μπορεί να φωτογραφίζει εγωπαθώς τα οπίσθιά του για ένα ποστ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τούτα τα στοιχεία ίσως οδηγήσουν κάποιον να δει απλώς μια διασκεδαστική παράσταση όπου ένας αεικίνητος παλιάτσος μάς εντυπωσιάζει με τις μούτες του και την ευελιξία του. Ωστόσο, το έργο επιζητά μια βαθύτερη ανάγνωση η οποία ίσως αναδείξει τι έχει αυτό να πει για την εποχή μας.

(περισσότερα…)

Φωτεινή Βασιλοπούλου, Παραμύθια χωρίς αύριο

Κόκκινη κλωστή

Κρεμόταν απ’ τον ουρανό
από μια κόκκινη κλωστή
από της Νύχτας το σπασμένο χέρι.

Πάνω απ’ το δάσος των ανθρώπων
χέρια κλαδιά και δόντια κοφτερά
αχ, και πώς την πεινούσαν!

Φεγγάρι από πάνω της δρεπάνι
χλωμό ξεματωμένο διψούσε για κορίτσι.
Ήθελε να το πιει και να χορτάσει
αίμα και παραμύθια

~.~

Μαγεμένη κουρούνα

Με μάγια τιμωρείται η ομορφιά.
Σκληρά. Με δυο μαύρα φτερά κουρούνας
κρωγμούς, αδακρυσιά.

Όνειρο μαύρο της φραγκοσυκιάς, ολημερίς φτεροκοπάς.
Σαν πέφτει ο ήλιος το πέταγμά σου βασιλεύει
και ξαναπαίρνεις την ανθρώπινη μορφή.

Νομίζεις σε λυπήθηκαν σαν είπαν:
Θέλεις τα μάγια να λυθούν;
Ρίξ’ τα φτερά σου στη φωτιά και κάψ’ τα!

Το έκανες. Και τώρα είσαι ελεύθερη.
Ελεύθερη να μην πετάς
το πριγκιπόπουλο να παντρευτείς
παιδιά να ταχταρίσεις.

Και κάθε μέρα στο παλάτι τριγυρνάς
τον περιμένεις ώς αργά το βράδυ
να επιστρέψει απ’ το κυνήγι.
Σκύβεις τού φέρνεις τις παντόφλες
προσφέρεις το ζεστό πρώην πουλιού κορμί
αίμα σε φλιτζανάκι του καφέ.
Πριγκίπισσα σωστή!

Μονάχα όταν σου πετάει στην ποδιά
μια δέσμη με πουλιά να ζεματίσεις
να μαδήσεις
σου πιάνεται η καρδιά.

Θρηνείς καθώς θυμάσαι τον απέραντο ουρανό
κλαις τις σφαγμένες πτήσεις
και νοσταλγείς την πρωινή δροσιά
που στα φτερά σου πια δε θα ξανακυλήσει.

~.~

Χωρίς Χέρια

Απλώνεις βλέμμα βελούδο απέραντο
ήχους κολυμπάς σιωπής
με τα μάτια ζυμώνεις ψωμί της ανάγκης
βράχια με τη γλώσσα σηκώνεις
δέντρα σκύβουν, σε ταΐζουν φρούτα της λύπης τους
στους κομμένους καρπούς σου δυο πέρδικες
αίμα θρόμβους ραμφίζουν δεν ξεδιψούν

τα κομμένα σου μέλη πεταμένα στο χώμα
περιστέρια μηνύματα ανεμπόδιστα στέλνουν
την αγάπη σου

καλοσύνη, η θλίψη σε κάνει πιο όμορφη

και βλασταίνει ζωή.

Πώς αγκαλιάζεις το μωρό σου, Χωρίς
Χέρια, κάθε μέρα πώς ντύνεσαι
τον καινούργιο σου θάνατο;

Εφτά ρούχα πληγές στο κορμί
κι εσύ διάφανη

Χωρίς Χέρια, επαίτης στη σκόνη της πόλης
πώς απλώνεις τα Χέρια Χωρίς
πώς τα μάτια καλύπτεις σε βλέμμα λεπίδες
με τι Χέρια τη μέρα σου σπρώχνεις Χωρίς
στο πηγάδι πώς ρίχνεις κουβά
πώς σφουγγίζεις τη νύχτα
πώς θερίζεις τις πίκρες με δρεπάνι στο στόμα;

Δείξε μου, Χωρίς Χέρια, δείξε μου πώς μπορείς!

~.~

Η γριά δούλα

Όταν τον πλησιάζει στο άσπλαχνο φως
καθρεφτίζονται στις φολίδες του τα χρόνια της.
Το αυλακωμένο με ρυτίδες πρόσωπο.
Τα σταχτιά μαλλιά, το γελοίο σαγόνι.

Πληγώνει η ασχήμια.

Πού πήγε το κορίτσι-λευκή καμέλια;
Αναμμένο νύχτες ολόκληρες
περίμενε να λιώσει στη φλόγα της ανάσας του.
Μ’ αυτός επέστρεφε κάθε φορά με νέο πλάσμα
που πότε τρώει πότε μαρμαρώνει και φυλά
στην κάμαρή του διπλοκλειδωμένο.

Με την απάτη, τα φιλιά τής ρούφηξε όλες τις χλωρασιές.
Ο έρωτάς του δηλητήριο στη φλέβα.
Τώρα κατάξερη ώς το μελούδι.
Το κατοικίδιο-γυναίκα εξημερώθηκε άγριο πολύ.
Παραμονεύει αθώα θύματα στις παρυφές του δάσους.
Σκυμμένη στη φωτιά τού ετοιμάζει φρέσκια σάρκα για το δείπνο
κρυφακούει πυρετικά πίσω απ’ την πόρτα
γλείφει τους ολονύχτιους τριγμούς απ’ τα σανίδια

χαϊδεύοντας του πύργου το κλειδί ανάμεσα στα στήθη.

~.~

Η γυναίκα του πρωτομάστορα

Αν τρέμουν τ’ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες

Λαχταρούσες το χάδι του.
Χέρια από την πέτρα όλο γκρίθια.
Πόθου στεναγμούς.
Μωρού κλάμα για το γάλα σου.
Μια ήσυχη ζωή λαχταρούσες.

Όχι. Ποτέ δεν πέρασαν από τον νου σου
καμάρες μονότοξες, δίτοξες
θρύλοι, τραγούδια, μοιρολόγια.
Κανείς να μη σ’ έκλαιγε. Ούτε ένα αχ.

Ποιος πρωτομάστορας σ’ έχτισε
και δεν άφησε απέξω ούτε ένα δάχτυλο ν’ αγγίζεις το μωρό σου
μια ίριδα να το βλέπεις να μεγαλώνει
μισή πατούσα να κουνάς την κούνια του
μισό στήθος να το θηλάζεις;

Ολόχτιστη.
Ποιό γιοφύρι στεριώνει τώρα το κορμί σου;

~.~

Η νέα κυρία Στάρκιν

Δεν ξέρω γιατί μ’ έφερε στο παλάτι του.
Είχε ήδη τη μικρή του πριγκίπισσα με
χείλη κεράσια, ενώ εγώ δυο λεπτές περισπωμένες
—χρώμα σκοτωμένο αίμα— γεμάτες απορίες.
Πώς να παραβγώ μαζί της;
Είχε χιονόδερμα. Είχα ρυτίδες.
Είχα κυτταρίτιδα. Είχε προζυμένιες γάμπες
όταν έβαζε το σκαμνάκι της
να πιάσει το βάζο με το γλυκό στο πάνω πάνω ράφι.
Της ζητούσε γλυκό κεράσι πρωί απόγευμα.
Είχε μάτια μόνο για κείνη.
Είχα μάτια σε προστάδιο καταρράχτη, ωχρά κηλίδα
αιμορραγία στα τριχοειδή. Προχωρημένη ουλίτιδα
και αλωπεκία. Εξού το μαύρο τουρμπάνι
τα σουβλερά δόντια, τα κόκκινα μάτια
σε όλες τις εικαστικές απεικονίσεις του παραμυθιού.
Ήταν ο γονιμοποιημένος του έρωτας.
Ήμουν η προσωποποίηση της αγονίας, της αγωνίας.
Όχι τόσο για την ομορφιά.
Η απόρριψή του μ’ ένοιαζε, η κατακραυγή της κοινωνίας.
Ήταν λάθος αυτός ο γάμος.
Πνιγόμουν απ’ τα στενά φορέματα, τους κορσέδες
το έντονο μακιγιάζ.
Λάθος ακόμα κι ο καθρέφτης μου
ραγισμένος, πολλαπλασιαστής ασχήμιας, δυσφορίας
σκονισμένος, αραχνιασμένος.
Πόσες φορές ήθελα να ξεκολλήσω το πιο αιχμηρό θραύσμα του
και να σκίσω τις φλέβες μου ή να της αφαιρέσω την καρδιά.
Όχι πως μ’ εκνεύριζαν τα καλά κορίτσια
αλλά ο ομοιοπαθητικός μού είχε συστήσει
συκώτι και καρδιά φρεσκοσφαγμένου κοριτσιού
για την προχωρημένη αναιμία μου.
Μα πώς θα καταπολεμούσα τον μεγαλύτερό μου τρόμο;
Την αιμοφοβία.

Γι’ αυτό κατέφυγα σε ασφυξία από κορσέ, σε δηλητηριασμένες χτένες, μήλα.

Για πες μου, έχω άδικο, καλέ μου υπηρέτη;
Μα έλα λιγάκι πιο κοντά και μίλα μου για μήλα.

ΦΩΤΕΙΝΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Κας Μούντε και η “κανονικοποίηση” της Άκρας Δεξιάς στον 21ο αιώνα

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Είναι δυνατό μια εξ ορισμού αντισυστημική πολιτική στάση, όπως αυτή της Άκρας Δεξιάς, να ενταχθεί στον κυρίαρχο λόγο; Αυτή ακριβώς την άποψη υποστηρίζει ο Ολλανδός πολιτικός επιστήμων και βραβευμένος ακαδημαϊκός, Κας Μούντε, στο τελευταίο του βιβλίο, από τις εκδόσεις Επίκεντρο, με τον τίτλο Η Ακροδεξιά σήμερα (The Far Right today, 2019), όπου αναφέρει ότι με το τέταρτο «κύμα» Ακροδεξιάς, το οποίο κάνει την παρουσία του αισθητή σήμερα, η Ακροδεξιά ουσιαστικά έγινε μέρος της κυρίαρχης τάσης στην Ευρώπη και σε διεθνές επίπεδο. Όταν ξεκίνησε να μελετά το φαινόμενο στο πανεπιστήμιο του Λάϊντεν, λέει ο Μούντε, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η Ακροδεξιά ανήκε ακόμη στο πολιτικό περιθώριο. Αντίθετα, μέχρι και την περίοδο ολοκλήρωσης της συγγραφής του παρόντος βιβλίου (Μάιος 2019), τρεις από τις πέντε πολυπληθέστερες χώρες του κόσμου (Βραζιλία, Ινδία και ΗΠΑ, καθώς εντάσσει και τον Τραμπ στην ίδια κατηγορία) έχουν έναν ακροδεξιό ηγέτη, δύο κυβερνήσεις ελέγχονται από ριζοσπάστες λαϊκιστές (Ουγγαρία, Πολωνία), σε άλλες τέσσερεις συμμετέχουν τέτοια κόμματα στη διακυβέρνηση (Βουλγαρία, Εσθονία, Ιταλία, Σλοβακία) και άλλες δύο στηρίζονται στην ψήφο τέτοιων κομμάτων (Ηνωμένο Βασίλειο, Δανία). Εξαιτίας της εισόδου της Ακροδεξιάς στη mainstream πολιτική αρένα, καθίσταται όλο και πιο δυσχερής η διάκριση ανάμεσα σε αυτή και την Κεντροδεξιά (ακόμη και την Αριστερά, λέει ο Μούντε, αναφερόμενος σε Τσεχική Δημοκρατία και Δανία), αφού και εκείνες υιοθετούν σε πολλές περιπτώσεις τη δική της agenda και φρασεολογία. Πώς όμως συντελέστηκε μια τέτοια μεταβολή; Σε αυτό ακριβώς το ερώτημα επιχειρεί να απαντήσει το παρόν βιβλίο. (περισσότερα…)

«Στη λογοτεχνία όλα μπορούν να συμβούν», φτάνει να το θελήσει ο συγγραφέας

Δημήτρη Καρακίτσου
Δον Υπαστυνόμος
Αθήνα, Αντίποδες, 2020

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Αποτελεί πλέον αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τα πεζά έργα του Καρακίτσου είναι, μεταξύ άλλων, παιγνιωδώς αλληγορικά, σουρεαλιστικά σατιρικά και βαθιά αυτοαναφορικά· φαινομενικά “περίεργα”. Εντούτοις, κατακτώντας την καθολικότητα (της ανθρώπινης περιέργειας, των συναισθηματικών εντάσεων, του χιούμορ, της παραδοχής, της ταύτισης, του καλλιτεχνικού συμβεβηκότος) τα ειδολογικά οριακά έργα του Καρακίτσου αφορούν κάθε αναγνώστη, ακόμα και αν αυτά πηγάζουν από τον ανδρικό ψυχισμό (του) και το βίωμα, κατ’ αντιστοιχία του όρου της γυναικείας γραφής ‒ όρου πολυσυζητημένου, πολυερμηνευμένου και πολυπαθούς και βεβαίως όχι ζητήματος που αφορά αυτό το σημείωμα. Αν όμως υπάρχει η γυναικεία γραφή, υπό την αποδεκτή έννοια της γραφής εκείνης που προκύπτει από τη γυναικεία (βιολογική και κοινωνική) εμπειρία και ψυχισμό, υπάρχει βεβαίως και η αντίστοιχης επιχειρηματολογίας ανδρική – θα μπορούσε κανείς εύκολα να σκεφτεί τα χαρακτηριστικά παραδείγματα του Πέτρου Τατσόπουλου και του Θανάση Χειμωνά μέχρι τα πιο πρόσφατα έργα του Άκη Παπαντώνη, του Ιάκωβου Ανυφαντάκη και του Χρίστου Κυθρεώτη. Στην περίπτωση του Καρακίτσου όμως συμβαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό· θα τολμούσαμε να πούμε ότι η πηγή είναι το στερεοτυπικά “αγορίστικο βίωμα”, που αντλείται εν προκειμένω από τη νοσταλγική εμπειρία των κόμικ, του Μπλεκ, της Περιπέτειας, των αστυνομικών νουάρ των ζεν πρεμιέ, του κυνηγητού, του κρυφτού, της αλάνας.

(περισσότερα…)

Παγώνα Ξενάκη, Επτά ποιήματα

~.~

Ο γιός ο καλογιός και το κοτσύφι

— Κάθου στου πεύκου τα ριζά, πριχού γυρίσεις πίσω!
οι στρατοκόποι δε περνούν, μόν’ τα πουλιά μονάχα.
Του δερβενιού την εμπασιά το βράδυ θα σφαλίσω,
σέρνουν χορό τ’ αερικά, μη δεν το ξέρεις τάχα;

— Μη με μαλώνεις βρε πουλί, κοντεύω ν’ αποκάμω,
μα στρώσε μου στη στράτα μου σιμιγδαλένιαν άμμο.
Καλός είμαι, περίκαλος, μη με μαυροκαρδίσεις
και δυο φτερούγες που δε θες, καλλιό να μου χαρίσεις.

— Τι θέλεις γιέ μου τα φτερά; τα πετεινά πουλάκια,
σουραύλι έχουν για κόκκαλα, κλαράκια που λυγίζουν.
Το χαμομήλι του βουνού γιά νυχοποδαράκια,
σαν κλωσταράκια του άνηθου, δυο δράμια να ζυγίζουν…

— Μα, έχω της φτέρης τη σκιά, πεσκέσι από τη πάχνη
τα μπιρσιμένια τα προυκιά, στον ύπνο σου δε τα ’χες!
Η αραχνούδα τα ’φαγε —αχ, η καλή μου αράχνη—
για να πετώ με την καρδιά, να δρασκελώ τις ράχες.

— Σαν είσαι γιός και καλογιός, κλεισούρι δε κλειδώνω,
θα το κεντήσω με πηγές, να ξαποσταίνεις μόνο.
Κωνσταντινάτα και φλουριά ο ήλιος θα πετάει,
μελένια κριθαρόψωμα να τα ’χεις για προσφάι.

~.~

Φως ανέλπιδα ελπιδοφόρο

Άστρα λαμπρά, σφραγίδες των Χρυσόβουλων,
κάποια από σας θα ’ναι καιρό θρυμματισμένα.
Με πείσμον φως που τρέχει ως Φειδιππίδης,
χρόνια πολλά μετά από τον χαμό σας.

Αστέρια αδημοσίευτα, καθώς,
άγνωστοι στίχοι σε νεκρού ποιητή συρτάρι.
Ένα φωσάκι που έτρεχε άκοπο,
άσχετο απ’ το πολύπαθο κορμί του.

Βουνά αυθέντες, τελετάρχες εποχές,
ατέρμονές μου κονταρίδες,
καημοί αγροδίαιτοι στον κάμπο με τα ψυχανθή
κι’ αφηρημένοι φαροφύλακες…

αχ, παλαζάκια στη ροζέτα τ’ ουρανού,
οσμή του δείπνου μου στο τέλμα του φωταγωγού,
αχ, μυστικά μου μες την τσέπη αρχαίων δέντρων,
γλυκύτατο το φως των αστεριών.

~.~ (περισσότερα…)

ΝΠ5 – Κώστας Κουτσουρέλης, Ο Παναγιώτης Κονδύλης και ο 21ος αιώνας

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κώστα Κουτσουρέλη, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Πλά­ι στοὺς πο­λυ­ά­ριθ­μους καὶ συ­νή­θως ὀγ­κώ­δεις τό­μους ποὺ συ­να­παρ­τί­ζουν τὸ ἱ­στο­ρι­κὸ καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Πα­να­γι­ώ­τη Κον­δύ­λη, τὰ καθ’ αὑ­τὸ πο­λι­τι­κά του κεί­με­να εἶ­ναι σχε­τι­κὰ λί­γα. Κα­τὰ κύ­ρι­ο λό­γο, οἱ 350 σε­λί­δες τῶν δύ­ο συ­να­γω­γῶν τῆς ἀρ­θρο­γρα­φί­ας του κα­τὰ τὴ σύν­το­μη πρώ­τη με­τα­ψυ­χρο­πο­λε­μι­κὴ δε­κα­ε­τί­α ποὺ ὁ ἴ­διος πρό­λα­βε, ἀ­πὸ τὸ 1991 ἕ­ως τὸ 1998: ἡ Πλα­νη­τι­κὴ πο­λι­τι­κὴ με­τὰ τὸν Ψυ­χρὸ Πό­λε­μο (1996) καὶ τὸ Ἀ­πὸ τὸν 20ὸ στὸν 21ο αἰ­ώ­να: Το­μὲς στὴν πλα­νη­τι­κὴ πο­λι­τι­κὴ πε­ρὶ τὸ 2000 (1998). Σ’ αὐ­τὰ πρέ­πει ἀ­σφα­λῶς νὰ προ­στε­θοῦν τὰ εἰ­δι­κοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος κεί­με­νά του ποὺ ἀ­νοί­γουν καὶ κλεί­νουν τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς ἐκ­δό­σεις τῆς Πα­ρακ­μῆς τοῦ ἀ­στι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ (1991) καὶ τῆς Θε­ω­ρί­ας τοῦ Πο­λέ­μου (1997) ἀν­τί­στοι­χα, κα­θὼς ἐ­πί­σης τὸ κεί­με­νό του γιὰ τὸν «Γερ­μα­νι­κὸ ξε­χω­ρι­στὸ δρό­μο» τοῦ 1993 ποὺ πε­ρι­ε­λή­φθη με­τὰ θά­να­τον στὸ Με­λαγ­χο­λί­α καὶ πο­λε­μι­κή, κα­θὼς ἐ­πί­σης κά­ποια ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πὸ τὶς συ­νεν­τεύ­ξεις του τῆς ἴ­διας ἐ­κεί­νης πε­ρι­ό­δου. Ἂν ἀ­να­λο­γι­στεῖ κα­νεὶς τὶς ἐ­κτε­νέ­στα­τες μο­νο­γρα­φί­ες τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ἀ­πὸ τὴ Γέ­νε­ση τῆς δι­α­λε­κτι­κῆς ὣς τὴν Κοι­νω­νι­κὴ ὀν­το­λο­γί­α, πο­σο­τι­κὰ ὁ ἀ­πο­λο­γι­σμὸς δὲν εἶ­ναι ἐν­τυ­πω­σι­α­κός. Ὡ­στό­σο, καὶ μι­λών­τας γιὰ τὴν Ἑλ­λά­δα, ἡ ἀ­πή­χη­ση τῆς πο­λι­τι­κῆς ἀρ­θρο­γρα­φί­ας τοῦ Κον­δύ­λη στά­θη­κε ἤ­δη ἐ­ξαρ­χῆς καὶ πα­ρα­μέ­νει ἕ­ως σή­με­ρα κα­τα­φα­νῶς πλα­τύ­τε­ρη ἀ­πὸ ἐ­κεί­νην τῶν ἀ­μι­γῶς θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ ἱ­στο­ρι­κῶν με­λε­τῶν του. Ἀ­να­κί­νη­σε ἤ­δη στὸν και­ρό της ἔ­ρι­δες καὶ πο­λε­μι­κὲς ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σεις καὶ προ­κα­λεῖ ἕ­ως σή­με­ρα τὸ ἀ­δι­ά­λει­πτο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Ὥ­στε δὲν θὰ ἔ­κα­νε λά­θος κα­νεὶς νὰ ἰ­σχυ­ρι­στεῖ ὅ­τι ὁ Κον­δύ­λης εἶ­ναι γιὰ μᾶς σή­με­ρα πρω­τί­στως ὁ πο­λι­τι­κὸς Κον­δύ­λης, ὁ πο­λι­τι­κὸς ἀ­να­λυ­τὴς καὶ σχο­λι­ο­γρά­φος.

Ἡ ἐ­ξή­γη­ση γι’ αὐ­τὸ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον εἶ­ναι προ­φα­νής. Μὲ τὰ Αἴ­τι­α τῆς πα­ρακ­μῆς τῆς σύγ­χρο­νης Ἑλ­λά­δας, τί­τλο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο κυ­κλο­φό­ρη­σε αὐ­το­τε­λῶς τὸ 2011 ἡ εἰ­σα­γω­γὴ τῆς Πα­ρακ­μῆς τοῦ Ἀ­στι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, καὶ μὲ κεί­με­νά του ὅ­πως τὸ Προ­ϋ­πο­θέ­σεις, πα­ρά­με­τροι καὶ ψευ­δαι­σθή­σεις τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἐ­θνι­κῆς πο­λι­τι­κῆς (1992), ὁ Κον­δύ­λης προ­κα­τέ­λα­βε μὲ μο­να­δι­κὴ προ­γνω­στι­κή, κά­ποιοι τὴν χα­ρα­κτή­ρι­σαν προ­φη­τι­κή, ἀ­κρί­βει­α τὰ κα­θέ­κα­στα τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς κρί­σης. Μὲ τὸ κεί­με­νό του γιὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ρακ­μή, πρω­το­δη­μο­σι­ευ­μέ­νο θυ­μί­ζω τὸ μα­κρι­νὸ 1990, ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐ­ξέ­θε­σε μιὰ ἀ­νά­λυ­ση γιὰ τὴ φύ­ση καὶ τὰ αἴ­τι­α τοῦ με­τα­πο­λι­τευ­τι­κοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ πα­ρα­σι­τι­κοῦ κα­τα­να­λω­τι­σμοῦ, ὅ­πως τὸν ἀ­πο­κά­λε­σε, προ­χώ­ρη­σε σὲ μιὰ γε­νι­κὴ δι­ά­γνω­ση τῆς κα­χε­ξί­ας τοῦ ἀ­στι­κοῦ στοι­χεί­ου στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ δι­α­τύ­πω­σε συγ­κε­κρι­μέ­νες προ­βλέ­ψεις γιὰ τὸ προ­σε­χὲς μέλ­λον.

Γρά­φον­τας τὴν ἐ­παύ­ρι­ο τῆς πτώ­σης τοῦ Τεί­χους τοῦ Βε­ρο­λί­νου, ἀλ­λὰ καὶ στὴ δι­άρ­κει­α τῆς τα­ρα­χώ­δους πο­λι­τι­κὰ δι­ε­τί­ας 1989-1990, ποὺ με­τα­ξὺ ἄλ­λων εἶ­χε ση­μα­δευ­τεῖ ἀ­πὸ μιὰ ἔν­το­νη δη­μο­σι­ο­νο­μι­κὴ κρί­ση, τὴν πρώ­τη με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά, ὁ Κον­δύ­λης ὑ­πο­στή­ρι­ξε ὅ­τι ἡ εἰ­κο­νι­κὴ εὐ­η­με­ρί­α ποὺ ἡ Ἑλ­λά­δα ἀ­πο­λάμ­βα­νε εἶ­χε ἡ­με­ρο­μη­νί­α λή­ξε­ως. Προ­ϊ­ὸν τῶν εἰ­δι­κῶν συν­θη­κῶν τοῦ Ψυ­χροῦ Πο­λέ­μου, βα­σι­ζό­ταν στὴν ἐν­τυ­πω­σι­α­κὴ ρο­ὴ δα­νει­α­κῶν καὶ ἄλ­λων με­τα­βι­βά­σε­ων πρὸς τὴ χώ­ρα ἀ­πὸ τοὺς ἑ­ταί­ρους της. Ὅ­μως μὲ τὸ τέ­λος τοῦ Ψυ­χροῦ Πο­λέ­μου, ὁ ρό­λος τῆς Ἑλ­λά­δας στοὺς κόλ­πους τῆς Δύ­σης ἦ­ταν ἀ­να­πό­φευ­κτο νὰ ὑ­πο­βαθ­μι­στεῖ. Ἡ ὄ­ξυν­ση τοῦ πο­λι­τι­κοῦ καὶ ἄλ­λου ἀν­τα­γω­νι­σμοῦ, θὰ ὁ­δη­γοῦ­σε ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα τοὺς ἑ­ταί­ρους μας, ἀ­φε­νὸς μέν, στὴν ἄρ­νη­ση

νὰ χρη­μα­το­δο­τή­σουν πε­ραι­τέ­ρω τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ πα­ρα­σι­τι­κὸ κα­τα­να­λω­τι­σμό, ἐ­πι­βάλ­λον­τας στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α αὐ­στη­ρὴ δί­αι­τα ἐ­ξυ­γι­άν­σε­ως καὶ ἐ­πα­να­φέ­ρον­τας τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ βι­ο­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο στὸ ὕ­ψος ποὺ ἐ­πι­τρέ­πουν οἱ δυ­να­τό­τη­τές της.

Ἀ­φε­τέ­ρου δέ, στὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ ἀ­γνο­ή­σουν

ὅ,­τι οἱ Ἕλ­λη­νες θε­ω­ροῦν ὡς ἐ­θνι­κά τους δί­και­α, υἱ­ο­θε­τών­τας στὰ ἀν­τί­στοι­χα ζη­τή­μα­τα εἴ­τε τὴ θέ­ση τῶν ἀν­τι­πά­λων τῆς Ἑλ­λά­δας εἴ­τε ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει θέ­ση σύμ­φω­νη μὲ τὰ δι­κά τους πε­ρι­φε­ρει­α­κὰ συμ­φέ­ρον­τα.

Μὲ τὸ Μνη­μό­νι­ο τῆς 8ης Μα­ΐ­ου 2010 καὶ τὰ ὅ­σα ἐ­πα­κο­λού­θη­σαν, τὸ πρῶ­το σκέ­λος τῆς πρό­βλε­ψης, ἡ ἔ­ξω­θεν ἐ­πι­βε­βλη­μέ­νη «αὐ­στη­ρὴ δί­αι­τα», ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε πλή­ρως. Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­ξε­λί­ξεις στὶς ἑλ­λη­νο­τουρ­κι­κὲς σχέ­σεις καὶ ἡ ἀ­κα­τά­σχε­τη ὑ­πο­χώ­ρη­ση τῆς Ἀ­θή­νας στὶς ἰ­τα­μὲς τουρ­κι­κὲς πι­έ­σεις ἐ­πα­να­φέ­ρουν στὴν ἐ­πι­και­ρό­τη­τα καὶ τὸ δεύ­τε­ρο σκέ­λος της. Ση­μει­ώ­νω ἐ­δῶ ὅ­τι ὁ Κον­δύ­λης θε­ω­ροῦ­σε πὼς ἡ θέ­ση τῆς Ἑλ­λά­δας στὴν Ἑ­νω­μέ­νη Εὐ­ρώ­πη δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου γε­ω­πο­λι­τι­κὰ ἐ­ξα­σφα­λι­σμέ­νη, ὅ­σο τὸ κρί­σι­μο ἐ­ρώ­τη­μα ἂν ἀ­πο­τε­λεῖ γι’ αὐ­τὴν «ἀ­να­πό­σπα­στο τμῆ­μα ἢ δι­α­πραγ­μα­τεύ­σι­μη ἐ­παρ­χί­α» πα­ρα­μέ­νει ἀ­να­πάν­τη­το. Τὰ δι­α­δρα­μα­τι­σθέν­τα τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 2010 ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὴν ἐ­κτί­μη­σή του. Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­πὸ τὸ 1960, καὶ μὲ τὴν ΕΕ νὰ κλυ­δω­νί­ζε­ται ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς ἐ­πι­κίν­δυ­να, ἡ χώ­ρα εἶ­ναι κα­τα­φα­νὲς ὅ­τι βρί­σκε­ται σὲ πο­ρεί­α ἀ­πό­κλι­σης ἀ­πὸ τοὺς βα­σι­κούς της ἑ­ταί­ρους.

[…]

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ


[Ἀπὸ τὸ ΝΠ5 ποὺ μόλις κυκλοφόρησε. Ἀναζητῆστε το!]

NΠ5 – Ιωάννα Τσιβάκου, Η ιδέα του έθνους στον Παναγιώτη Κονδύλη

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τῆς Ἰωάννας Τσιβάκου, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Εἰ­σα­γω­γι­κά

Σκο­πὸς τοῦ ἄρ­θρου εἶ­ναι νὰ ἐ­ξε­τά­σει κρι­τι­κὰ τὴν ἰ­δέ­α τοῦ ἔ­θνους ὅ­πως τὴν ἐ­πε­ξερ­γά­στη­κε σὲ δι­ά­φο­ρα κεί­με­νά του ὁ Πα­να­γι­ώ­της Κοδ­νύ­λης, καὶ ἰ­δί­ως στὸ ἔρ­γο του Ἡ Πλα­νη­τι­κὴ Πο­λι­τι­κὴ με­τὰ τὸν Ψυ­χρὸ Πό­λε­μο.1 Ἐ­πει­δὴ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ ν’ ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς γιὰ πολ­λὲς σύγ­χρο­νες πραγ­μα­τεῖ­ες, ἀ­ξί­ζει νὰ προ­σεγ­γί­σου­με τὴν πάν­τα ἐ­πί­και­ρη ἔν­νοι­α τοῦ ἔ­θνους, ὅ­πως προ­βάλ­λει μέ­σα ἀ­πὸ τὶς σε­λί­δες του.

Στὸ προ­α­να­φερ­θὲν ἔρ­γο, ὁ Κον­δύ­λης, ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς ἤ­δη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’90, λαμ­βά­νον­τας ὑπ’ ὄ­ψιν τὶς θε­με­λι­α­κὲς ἀλ­λα­γὲς ποὺ ἐ­πέ­φε­ρε ἡ ἀ­νεμ­πό­δι­στη δι­ά­χυ­ση τῶν ρο­ῶν τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας καὶ τῆς πλη­ρο­φο­ρί­ας σὲ παγ­κό­σμι­ο ἐ­πί­πε­δο, ἀ­να­λύ­ει δι­εισ­δυ­τι­κὰ τὴν πλα­νη­τι­κὴ πο­λι­τι­κὴ ποὺ ἀ­σκοῦν με­τὰ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τῆς Σο­βι­ε­τι­κῆς Ἕ­νω­σης καὶ τῶν ἐ­ξαρ­τη­μέ­νων ἀ­πὸ αὐ­τὴν χω­ρῶν τὰ κυ­ρί­αρ­χα τῆς ἐ­πο­χῆς δυ­τι­κὰ κρά­τη μὲ ὅ­πλο τὸν παγ­κό­σμι­ο χα­ρα­κτή­ρα τῶν ἀν­θρω­πί­νων δι­και­ω­μά­των. Πρό­κει­ται γιὰ πο­λύ­πλευ­ρη καὶ σύν­θε­τη πραγ­μά­τευ­ση φαι­νο­μέ­νων ποὺ θὰ ἄ­ξι­ζε κά­ποιος νὰ ἐ­ξε­τά­σει τὴν ἐ­πα­λή­θευ­ση καὶ τὶς συ­νέ­πει­ές τους σή­με­ρα, ὕ­στε­ρα δη­λα­δὴ ἀ­πὸ 30 σχε­δὸν χρό­νι­α ἀ­πὸ τὴ συγ­γρα­φή τους.

Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ἡ συ­ζή­τη­ση στὴν Ἑλ­λά­δα πά­νω στὰ θέ­μα­τα ποὺ ἔ­θε­τε τὸ ἐν λό­γῳ βι­βλί­ο προ­τί­μη­σε νὰ ἑ­στι­ά­σει τὴν προ­σο­χή της στὸ ἐ­πί­με­τρο τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἔκ­δο­σης, τὸ ἀ­να­φε­ρό­με­νο στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ἐ­θνι­κὴ πο­λι­τι­κή, καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο, τε­λι­κά, ὅ­πως ἔ­δει­ξαν τὰ πράγ­μα­τα, ἀ­πο­δεί­χθη­κε προ­φη­τι­κό. Τὸ 1992, ἔ­τος τῆς δη­μο­σί­ευ­σής του, λί­γο και­ρὸ με­τὰ τὴν ἕ­νω­ση τῆς Γερ­μα­νί­ας καὶ μὴν ἔ­χον­τας ἀ­κό­μη ἡ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ Ἕ­νω­ση δε­χθεῖ στοὺς κόλ­πους της ἀρ­κε­τὲς χῶ­ρες τοῦ πρώ­ην σο­βι­ε­τι­κοῦ στρα­το­πέ­δου, ὁ Κον­δύ­λης κρού­ει τὸν κώ­δω­να τοῦ κιν­δύ­νου γιὰ μιὰ κα­τα­χρε­ω­μέ­νη Ἑλ­λά­δα λό­γω τοῦ πα­ρα­σι­τι­κοῦ κα­τα­να­λω­τι­σμοῦ ποὺ ἔ­χει ἁ­λώ­σει τὶς συ­νει­δή­σεις τῶν πο­λι­τῶν της καὶ τῶν πε­λα­τει­α­κῶν σχέ­σε­ων τοῦ πο­λι­τι­κοῦ της συ­στή­μα­τος. Τὶς ἴ­διες σχε­δὸν κρί­σεις ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει τὸ 1997, στὸ ἐ­πί­με­τρο γιὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ἔκ­δο­ση τοῦ βι­βλί­ου τοῦ Θε­ω­ρί­α Πο­λέ­μου,2 ἐ­πι­κεν­τρώ­νον­τας αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὴν προ­σο­χή του στὴν ἀ­πί­σχναν­ση τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ γε­ω­πο­λι­τι­κοῦ δυ­να­μι­κοῦ ἐν σχέ­σει μά­λι­στα μὲ τὴν ὑ­πε­ρεκ­χεί­λι­ση τοῦ ἀν­τί­στοι­χου τουρ­κι­κοῦ καὶ τὴν προ­βλε­πό­με­νη ἐκ μέ­ρους του ἀ­να­ζή­τη­ση δι­ε­ξό­δου πρὸς τὰ ἔ­ξω, πρὸς εὐ­ρύ­τε­ρους γε­ω­γρα­φι­κοὺς χώ­ρους.

Τὸ εὔ­λο­γο ὡ­στό­σο ἐν­δι­α­φέ­ρον τῶν ἀ­να­γνω­στῶν ἀλ­λὰ καὶ τῆς κρι­τι­κῆς στὰ καθ’ ἡ­μᾶς, μᾶς ἐμ­πό­δι­σε νὰ δοῦ­με ὅ­τι ἡ προ­βλε­φθεῖ­σα τύ­χη τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας ἐ­πα­λη­θεύ­τη­κε δι­ό­τι στη­ρι­ζό­ταν κα­τὰ με­γά­λο μέ­ρος στὶς ὀρ­θὲς ἑρ­μη­νεῖ­ες τοῦ Κον­δύ­λη γιὰ τὴν πλα­νη­τι­κὴ ἐ­ξά­πλω­ση τοῦ ἀ­πο­κα­λού­με­νου ἀ­πὸ αὐ­τὸν «μα­ζι­κο­δη­μο­κρα­τι­κοὺ ἐκ­συγ­χρο­νι­σμοῦ» σὲ κά­θε μέ­ρος τοῦ πλα­νή­τη, ἀ­κό­μη καὶ ἐν­τὸς τῶν πα­ρα­δο­σι­α­κῶν κοι­νω­νι­ῶν τῆς Ἀ­σί­ας καὶ τῆς Ἀ­φρι­κῆς· ἕ­νας ἐκ­συγ­χρο­νι­σμὸς ἐμ­πνευ­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸ ἄ­νοιγ­μα τῶν παγ­κό­σμι­ων ἀ­γο­ρῶν καὶ στη­ριγ­μέ­νος στὴν κοι­νω­νι­κὴ ἰ­σο­πέ­δω­ση καὶ τὸν κα­τα­κερ­μα­τι­σμὸ τῶν κοι­νω­νι­ῶν σὲ ἄ­το­μα.3 Ἡ ὀ­πτι­κὴ αὐ­τὴ ὁ­δή­γη­σε τὸν Κον­δύ­λη στὸ νὰ δι­α­κρί­νει τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς βλέ­ψεις τοῦ συ­στή­μα­τος τῆς πο­λι­τι­κῆς ἐν σχέ­σει μὲ τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας καὶ νὰ μι­λή­σει γιὰ τὴ συ­ναρ­μο­γὴ τῶν δύ­ο συ­στη­μά­των, ὄ­χι ὅ­μως γιὰ τὴν ὑ­πο­τα­γὴ τοῦ πρώ­του στὸ δεύ­τε­ρο. Πα­ρό­τι ἡ ἴ­δια ἡ οἰ­κο­νο­μί­α μὲ τὴν ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρου ἢ τοῦ μα­ζι­κο­δη­μο­κρα­τι­κοῦ ὑ­πο­δείγ­μα­τος πί­στε­ψε ὅ­τι θὰ κυ­ρι­αρ­χή­σει ἐ­πὶ τῆς πο­λι­τι­κῆς, ἐν τού­τοις ἀ­πὸ τό­τε ὁ Κον­δύ­λης δι­α­τύ­πω­νε μὲ σθέ­νος τὴν ἄ­πο­ψη ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ συμ­βεῖ δι­ό­τι ἡ πο­λι­τι­κὴ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ξε­φύ­γει ἀ­πὸ τὴν πί­ε­ση τῶν μα­ζι­κο­δη­μο­κρα­τι­κῶν προσ­δο­κι­ῶν. Ἐ­πιπλέ­ον, πα­ρα­τη­ροῦ­σε, ὅ­τι «παρ’ ὅ­λες τὶς “ἰ­δι­ω­τι­κο­ποι­ή­σεις”, ὁ δη­μό­σι­ος το­μέ­ας θὰ πα­ρέ­με­νε πο­σο­τι­κά, καὶ συ­χνὰ ποι­ο­τι­κά, ὑ­πέρ­τε­ρος», μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα «ἡ «“νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη” μέ­θη» νὰ μὴν κα­τα­φέ­ρει νὰ τὸν πε­ρι­ο­ρί­σει ἢ νὰ τὸν ἀν­τι­κα­τα­στή­σει σὲ ση­μαν­τι­κὸ πο­σο­στό.4 Εἶ­ναι ἐν­τυ­πω­σι­α­κὸ πό­σο αὐ­τές του οἱ πα­ρα­τη­ρή­σεις ἐ­πα­λη­θεύ­τη­καν κα­τὰ τὴν κρί­ση τοῦ 2008, ὅ­ταν ἡ οἰ­κο­νο­μί­α προ­σέ­τρε­ξε στὴν πο­λι­τι­κὴ γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α της, ἐ­νῶ τὸ ἴ­διο συμ­βαί­νει καὶ σή­με­ρα μὲ τὴν κρί­ση τοῦ κο­ρω­νο­ϊ­οῦ, τὴν ὑ­πο­στο­λὴ τῶν οἰ­κο­νο­μι­κῶν δρα­στη­ρι­ο­τή­των καὶ τὴν ἄ­σκη­ση βι­ο­πο­λι­τι­κῆς ἀ­πὸ τὶς κυ­βε­νή­σεις.

Πέ­ραν τῶν ἄλ­λων, στὴν Πλα­νη­τι­κὴ Πο­λι­τι­κὴ ὁ Κον­δύ­λης πα­ρα­τη­ρεῖ ἕ­να φαι­νό­με­νο μὲ αἰ­σθη­τὴ πα­ρου­σί­α κα­τὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1990 στὶς πρώ­ην σο­σι­α­λι­στι­κὲς δη­μο­κρα­τί­ες, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­κτο­τε ἀ­να­δεί­χτη­κε σὲ ση­μαν­τι­κὸ ἑλ­κυ­στὴ τῆς σύγ­χρο­νης πλα­νη­τι­κῆς πο­λι­τι­κῆς· πρό­κει­ται γιὰ τὸ φαι­νό­με­νο τοῦ ἐ­θνι­κι­σμοῦ. Ἐ­ὰν θε­ω­ρή­σου­με τὴν πλα­νη­τι­κὴ πο­λι­τι­κὴ ὡς δυ­να­μι­κὸ σύ­στη­μα, τό­τε δι­α­πι­στώ­νου­με πὼς γιὰ τὸν Κον­δύ­λη ὁ ἐ­θνι­κι­σμὸς μοιά­ζει μὲ κα­τά­στα­ση ἱ­κα­νὴ νὰ προ­κα­λεῖ ἔν­το­νες δι­α­τα­ρα­χὲς στὸ σύ­στη­μα τῆς πλα­νη­τι­κῆς πο­λι­τι­κῆς τῶν ἰ­σχυ­ρῶν κρα­τῶν, πα­ρα­σύ­ρον­τάς το σὲ κι­νή­σεις ποὺ ἐκ­φεύ­γουν τοῦ μα­ζι­κο­δη­μο­κρα­τι­κοῦ του χα­ρα­κτή­ρα.

[…]

ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΙΒΑΚΟΥ

[Ἀπὸ τὸ ΝΠ5 ποὺ μόλις κυκλοφόρησε. Ἀναζητῆστε το!]

NΠ5 – Κώστας Ι. Μελάς, Η οικονομία στην προβληματική του Παναγιώτη Κονδύλη

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κώστα Ἰ. Μελᾶ, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Εἰ­σα­γω­γή

Ἡ ὅ­λη προ­βλη­μα­τι­κὴ τοῦ Παναγιώτη Κον­δύ­λη πα­ρέ­χει ση­μαν­τι­κὴ βο­ή­θει­α στὴν ἐ­πίρ­ρω­ση τῆς ἄ­πο­ψής μας πε­ρὶ τῆς πραγ­μα­τι­κῆς θέ­σης τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ὡς ἐ­ξαρ­τη­μέ­νου ὑ­πο­συ­στή­μα­τος τῆς κοι­νω­νί­ας. Πα­ράλ­λη­λα, μᾶς βο­η­θᾶ νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με ὅ­τι ἡ ἀ­παί­τη­ση νὰ συλ­λη­φθεῖ ὁ μη­χα­νι­σμὸς τῆς κοι­νω­νι­κῆς ζω­ῆς ἀ­πὸ τὴ σκο­πιὰ τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­πα­τη­λὴ ἐλ­πί­δα. Ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε ὅ­τι ἂν στὶς προ­κεί­με­νες ποὺ στη­ρί­ζουν τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ “ἐ­πι­στή­μη” εἰ­σα­χθεῖ ἡ ἰ­σχύς, κα­ταρ­ρέ­ει τὸ ἐ­πι­στη­μο­λο­γι­κὸ πλαί­σι­ο ποὺ ὑ­πο­βα­στά­ζει τὴν οἰ­κο­νο­μί­α. Ἡ κα­τάρ­ρευ­ση ὀ­φεί­λε­ται στὸ ὅ­τι ἡ Οἰ­κο­νο­μι­κὴ στη­ρί­ζε­ται ἀ­να­πό­δρα­στα στὴ θέ­ση “τῆς ἁρ­μο­νί­ας τῶν συμ­φε­ρόν­των” τῶν συμ­με­τε­χόν­των. Μὲ βά­ση τὰ πα­ρα­πά­νω ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται νὰ ἀ­να­λυ­θεῖ ἡ ἀν­τι­πο­λι­τι­κὴ σύλ­λη­ψη τῆς ἐ­νο­ποί­η­σης τῆς Ε.Ε. δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ἡ ὅ­λη δι­α­δι­κα­σί­α στη­ρί­ζε­ται σὲ δε­δο­μέ­νες οἰ­κο­νο­μι­στι­κὲς ἀν­τι­λή­ψεις.

[…]

(περισσότερα…)