Συντάκτης: L'apprendista

Τσέσλαφ Μίλος, Αφιέρωση

001

~.~

Ἕνα ἀναπάντητο ἐρώτημα καί ἕνας αἰνιγματικός στίχος

Μετάφραση-Σχολιασμός: ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἐσύ πού δέν κατάφερα νά σέ σώσω
Ἄκουσέ με.
Προσπάθησε νά κατανοήσεις αὐτόν τόν ἁπλό λόγο, θά ντρεπόμουν κάθε ἄλλον.
Ὁρκίζομαι: στό βάθος μου δέν σκαρφίζομαι μαγικά κόλπα μέ τίς λέξεις.
Σοῦ μιλῶ μέ σιωπή ὅπως ἕνα σύννεφο ἤ ἕνα δέντρο.

Ὅ,τι στάθηκε ἰσχύς γιά μένα, γιά σένα ἦταν θανάσιμο.
Mπέρδεψες τόν ἀποχαιρετισμό μιᾶς ἐποχῆς μέ τήν ἀρχή μιᾶς ἄλλης,
Τήν ἔμπνευση ἀπό μίσος μέ τή λυρική ὀμορφιά·
Τήν τυφλή δύναμη μέ τήν πραγματοποιημένη μορφή.

Ἐδῶ εἶναι μιά κοιλάδα ρηχῶν πολωνικῶν ποταμῶν. Καί μιά τεράστια γέφυρα
Πού βγάζει σέ λευκή ὁμίχλη. Ἐδῶ εἶναι μιά καταστραμμένη πόλη·
Κι ὁ ἄνεμος σκορπίζει τούς κρωγμούς τῶν γλάρων πάνω στόν τάφο σου
Ὅταν μιλάω μαζί σου.

Πρός τί μιά ποίηση πού δέν σώζει
Ἔθνη ἤ λαούς;
Συνέργεια μέ ἐπίσημα ψεύδη,
Τραγούδι μέθυσων πού τό λαρύγγι τους θά κλείσει σέ μιά στιγμή,
Ἀναγνώσεις σέ δευτεροετῆ κορίτσια.
Πώς ποθοῦσα  τήν καλή ποίηση χωρίς νά τήν γνωρίζω,
Πώς ἀνακάλυψα, ἀργοπορημένα, τόν σωτήριο σκοπό της,
Σ’ αὐτό καί μόνο σ’ αὐτό βρίσκω ἀπολύτρωση.

Στούς τάφους ἄλλοτε ἔριχναν κεχρί ἤ σπόρους παπαρούνας
Νά θρέψουν τούς νεκρούς πού ἴσως ἐπέστρεφαν μεταμφιεσμένοι σέ πουλιά.
Βάζω τοῦτο τό βιβλίο ἐδῶ γιά σένα, πού κάποτε ἔζησες
Γιά νά μήν χρειάζεται νά μᾶς ἐπισκέπτεσαι πιά.

Bαρσοβία 1945

.~.

~.~

Ἄν καί ποτέ δέν εἶναι κανείς ἐπακριβῶς σίγουρος γιατί, μιάν ὁρισμένη χρονική στιγμή στρέφεται σ’ ἕναν ποιητή ἤ θυμᾶται ἕναν συγγραφέα, εἶναι πιθανόν πώς ὅσα τραγικά συμβαίνουν ἐκ νέου στά σύνορα Λευκορωσίας-Πολωνίας, μέ ἔκαναν νά ἀνατρέξω στόν Μίλoς. Τό παραπάνω ποίημα του «Ἀφιέρωση» πού μετέφρασα ἀπό τή δική του μετάφραση στά ἀγγλικά, ἴσως εἶναι ἀπό τά πιό δημοφιλῆ του. Ἕνα ἐρώτημα πού μοιάζει παρωχημένο, ἐντούτοις παραμένει κρίσιμο ἀλλά ἀναπάντητο, καί μαζί ὁ καταληκτικός, ἀκατανόητος γιά μένα στίχος του, μέ ὤθησαν σέ μιά μικρή ἔρευνα. Τά ἀποτελέσματα ἐλπίζω νά εἶναι καί γιά τόν ἀναγνώστη ἐνδιαφέροντα. Ὁ ἰσχυρισμός πώς τό ποίημα τά λέει ὅλα, καί ἄρα κάθε περαιτέρω ἀναζήτηση δέν εἶναι περισσότερο ἀπό μιά, λίγο ἤ πολύ, αὐθαίρετη προσθήκη, δέν ἀποτελεῖ δογματικό κανόνα. Ἤδη στό κάθε μεταφραστικό ἐγχείρημα εἰσέρχονται ἐπιπλέον, ἄν ὄχι ξένα, στοιχεῖα. Τό θέμα τῆς ἑρμηνείας βρίσκεται πάντοτε ἐνώπιον τῶν ἐπιλογῶν μας.

Σ’ ἕνα δοκίμιο, λοιπόν, μέ τόν τίτλο: Ἡ ἐπιλογή τοῦ Μιλός· Μιά ἔρευνα γιά τήν Συναισθηματικότητα* ὁ συγγραφέας του Στῆβεν Ο’ Κόνορ ἔγραψε: «Ἕξι χρόνια Ναζιστικῆς κατοχῆς, αἱματηρή καταστολή τοῦ Πολωνικοῦ κινήματος ἀντίστασης στήν Βαρσοβία, ἡ ἐπακόλουθη ἔξοδος ἀπό τήν πόλη περισσότερων ἀπό ἕνα ἑκατομμύριο κατοίκων της, ἡ καταστροφή ὅλων τῶν κτιρίων πού εἶχαν ἀπομείνει ὄρθια, καί ἡ «ἀπελευθέρωση» ἀπό τήν Σοβιετική στρατιά… Κάτω ἀπό τέτοιες συνθῆκες γράφτηκε ἡ «Ἀφιέρωση». Εἶναι σ’αὐτό ἀκριβῶς τό ποίημα πού τίθεται τό ἐρώτημα γιά τό σωτηριῶδες ἤ ὄχι τῆς ποίησης γιά ἔθνη καί λαούς(!) ἀπό τόν Μίλος, ἕναν ἀπό τούς γίγαντες τῆς Πολωνικῆς λογοτεχνίας τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα. Ποιός ἦταν; Τί τόν βασάνισε; Πῶς ἔζησε;

Οἱ γονεῖς του, ἐξ αἰτίας τῶν πολιτικῶν ἀναταραχῶν στήν πατρίδα τους, κατέφυγαν στήν Seteiniai, τή σημερινή Λιθουανία, ὅπου καί γεννήθηκε. Πρωτοεμφανίστηκε στά πολωνικά γράμματα τό 1930 μέ δύο τόμους ποίησης. Τότε ἐργάσθηκε στό Ραδιόφωνο. Ἔζησε τόν Δεύτερο Παγκόσμιο στήν Βαρσοβία γράφοντας σέ παράνομα, Σαμιζντάτ, ἔντυπα. Στίς ἀρχές τοῦ 1945 ἐργαζόταν στή Διπλωματική Ὑπηρεσία, καί γιά νά ξεφύγει ἀπό τό κομμουνιστικό καθεστώς κατέφυγε στήν Γαλλία τό 1951, ὅπου ἔγραψε ἀρκετά βιβλία. Τό Πανεπιστήμιο τῆς Καλιφόρνιας τόν κάλεσε τό 1960, νά διδάξει ὡς Καθηγητής Σλαβικῶν Γλωσσῶν καί Λογοτεχνίας στό Μπέρκλεϋ, ὅπου ἐγκαταστάθηκε παραμένοντας ἐκεῖ μέχρι τήν ἀπελευθέρωση τῆς Πολωνίας τό 1989, ὁπότε καί ἐπέστρεψε στήν πατρίδα του. Πολλοί Πολωνοί διανοούμενοι, ἐξοργισμένοι μαζί του, ποτέ δέν τόν συγχώρησαν γιά τήν καταφυγή του στή Δύση, μέχρι τήν πτώση τοῦ Σιδηροῦ Παραπετάσματος. Μπορεῖ νά ὑπέθεταν πώς ὁ Σολτζενίτσιν, ὁ Μπρόντσκι ἤ ὁ Μίλος ἔνιωθαν ἰδιαιτέρως τυχεροί πού ἔγιναν δεκτοί στήν Ἀμερική. Ὅμως γιά τόν γεννημένο στήν Λιθουανία Μίλος, ἐπρόκειτο γιά ἐξορία. Ἡ ἀποξένωση ἀπό τούς δικούς του καί τό οἰκεῖο του περιβάλλον ἐπέτεινε τήν καταθλιπτική του φύση. Ὅταν βρισκόταν στό Παρίσι, σύμφωνα μέ τήν μαρτυρία τοῦ Andrzej Franaszek στήν βιογραφία τοῦ ποιητῆ, ὁ Μίλος ἔφτασε στά ὅρια τῆς πλήρους νευρικῆς κατάρρευσης καί τῆς αὐτοκτονίας. Εἶχε χάσει, μαζί μέ πολλούς συγγραφεῖς τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα (ἀνάμεσά τους ὁ Σολτζενίτσιν καί ὁ Μπρόντσκι), τήν ἀνταπόκριση πού ἔβρισκε στό ἀναγνωστικό του κοινό. Τά ἔργα αὐτῶν τῶν συγγραφέων, πολύ πρίν τίς ἐπίσημες ἀναγνωρίσεις, ὅπως τήν ἀπονομή τοῦ Νόμπελ, εἰσέδυαν στόν ἱστό τῆς κοινωνικοπολιτικῆς ζωῆς σέ πολλαπλά ἐπίπεδα, ἀνταποκρινόμενα στήν ἐξαπλωμένη πείνα γιά ἐλευθερία ἀνάμεσα σέ διαφορετικούς λαούς. Γιά τόν Μπρόντσκι τόν Σολτζενίτσιν, τόν Μίλος, καί πολλούς ἄλλους ἡ ἀποκοπή τους ἀπό τούς παραλῆπτες τῶν λόγων τους ἦταν καταβολή ὑψηλοῦ προσωπικοῦ κόστους: ὅπως συνέβη καί μέ τόν Σολντζενίτσιν, ἡ προσαρμογή στήν Ἀμερική ἦταν ἐξαιρετικά ὀδυνηρή. Καί οἱ δυό τους ἀπεχθάνονταν τόν ὑλισμό στήν καθημερινότητα τῆς Ἀμερικάνικης ζωῆς, τόν ἐθισμό στήν τηλεόραση καί τόν ἐθνικό ἐπαρχιώτικο πολιτισμό, ὅπως τόν ἐξελάμβαναν. Ὁ Μίλος συνέχιζε νά γράφει στά πολωνικά, ἄν καί κυρίως δημοσίευε σέ Εὐρωπαϊκά περιοδικά. Τό ἔργα του ἐμφανίστηκαν στήν Ἀμερική, μόνον ὅταν βρέθηκαν μεταφραστές. Συχνά ἀναλάμβανε ὁ ἴδιος τίς μεταφράσεις τῶν ἔργων του, κι ὅπως ἦταν ἀκούραστος συγγραφέας, τά δοκίμια, τά μυθιστορήματα καί τά ποιήματά του ἄρχισαν νά ἐκδίδονται. Αὐτό πού κυρίως τοῦ προσέφερε τό Νόμπελ στά 1980 ἦταν ἡ αὔξηση, διεθνῶς, τοῦ σεβασμοῦ τῶν φοιτητῶν Λογοτεχνίας. Ὅσο γιά τούς συγγραφεῖς, ἀνάμεσα σ’ ἐκείνους πού τούς προσέλκυσε συγκαταλέγονται ἡ Σούζαν Σόνταγκ, ὁ Τόμας Μέρτον καί ὁ Ἰρλανδός Σέημους Χήνυ (Νόμπελ 1995).

Ὁ Χήνυ ἔγραψε γι’ αὐτόν πώς ὡς «ποιητής σορρόπησε νάμεσα στόν Λυρισμό καί τήν Μαρτυρία». Ὁ ἴδιος ὁ Μίλος στό Μαρτυρία τς Ποίησης ἔγραψε πώς: «Μιά ἰδιαίτερη συγχώνευση τοῦ ἀτομικοῦ καί τοῦ ἱστορικοῦ συνέβη, πράγμα πού σημαίνει ὅτι γεγονότα βαρύνοντα στή ζωή μιᾶς ὁλόκληρης κοινότητας προσλαμβάνονται ἀπό τόν ποιητή μέ τόν πιό προσωπικό τρόπο ἀγγίζοντάς τον βαθιά. Τότε ἡ ποίηση παύει νά εἶναι ἀλλοτριωμένη».

~.~

.~.~

Ὁ Χήνυ ἀναφορικά μέ τήν ποιητική δύναμη τοῦ Μίλος διατύπωσε τό ἑξῆς συμπέρασμα: «,τι κτινοβολε στήν ποίησή του καί ἐπιβάλλεται στόν ναγνώστη εναι ποιότητα τς σοφίας […] φωνή εναι κείνη πού μεταφέρει τό κάθε τί καί προσφέρει ασθηση ἐγγύησης (γιά τό ἀληθές). κόμα καί στή μετάφραση, κόμα κι ταν γίνεται φανερή μιά διδακτική φλέβα του, καί τότε ἐξακολουθεῖ τό ασθημα τῆς ὕπαρξης ἑνός ὑπόγειου ρεύματος φωνῆς πού λέει, πώς τό ποίημα εναι ἕνα ἁλίευμα, κι χι πλς κουβεντολόι».

Θέτοντας ὅμως τό ἐρώτημα γιά τίς ἐπιλογές τοῦ Μίλος, ὁ Ο΄Κόνορ παρατηρεῖ πώς σ’ ὅλο τό ἔργο του λειτουργεῖ ἕνα εἴδος διπλοπροσωπίας: «ἀφ’ ἑνός ἡ βεβαιότητα γιά τό ἀνέφικτο, τό ἀπλησίαστο καί ἄφταστο, ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἀπελπισμένη ἐπιθυμία στέρεης κατανόησης τοῦ πραγματικοῦ. Τό μόνο πού συμβαίνει ἐντούτοις εἶναι τό καθόλικό ἀγκίστρωμα σέ ψευδαισθήσεις. Ἐδῶ ἀκριβῶς θεμελιώνει τήν τέχνη του». Μέ τά λόγια τοῦ ποιητῆ: «Ἀπό τήν ἴδια μας τήν αὐταπάτη γεννιέται ἡ ποίηση πού ὁμολογεῖ τό ψεγάδι της». Γι’ αὐτόν τό κάθε τί ἀποτελεῖ ἕνα Ὡς ἐάν (As If).

Σύμφωνα μέ τήν ἀνάλυση τοῦ Ο’ Κόνορ, παρά τήν πίστη του στή θεϊκή Παρουσία, συχνά στήν ποίησή του ἐκδηλωνόταν ἡ ἀπελπισία πώς τελικά θά κυριαρχοῦσε «ἡ ἀνυπαρξία», καί τό κατρακύλισμα τῶν πάντων στή λήθη. «Ἡ ἀπόγνωσή του εἶναι ψηλαφητή σ’ ὅλο τό ἔργο του· ἀποτελεῖ ἀντιστάθμισμα γιά κάθε τρεμόφεγγη στιγμή ὀμορφιᾶς καί χαρᾶς καί ὑφέρπει ὑποδηλώνοντας τόν τόνο πού κάνει τή γραφή του σπαρακτική καί πλούσια. Ἐντούτοις, ἐπιλέγει νά ἑστιάζει τήν προσοχή του στήν παράδοξη, ἀμφίσημη καί ἐφήμερη ἐπιμονή τοῦ ὡραίου καί τοῦ μή πραγματικοῦ».

Μέχρι τόν θάνατό του (2004) στό σπίτι του στήν Κρακοβία τίς νύχτες ἔγραφε ποιήματα. Μετέφραζε ἐπίσης στά πολωνικά τήν Βίβλο. Ὅμως στά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του ὁ σεβασμός ἀπέναντι στίς λογοτεχνικές του προσπάθειες ἔφθινε σταθερά. Γενιές νέων Πολωνῶν συνηθισμένων σέ διαρκῶς αὐξανόμενες συνθῆκες ἐλευθερίας καί εὐημερίας εἶχαν ἤδη ἀνδρωθεῖ. Καί μαζί τους, ποιητές ἀδιάφοροι πρός λογοτεχνικά ἐπιτεύγματα πού ἀπαίτησαν ὀδυνηρές ἐπιλογές καί προσωπικές θυσίες. Τά ἐρείπια ἀνθρώπινων ζωῶν μαζί καί πόλεων, ἡ πείνα γιά ἐλευθερία, δέν σπηρούνιζαν τήν ἀλλοτινή ἀγωνία. Τί ἀπήχηση μποροῦσε νά ἔχει ἕνα ἀκατανόητο σωτηριολογικό αἴτημα, ὅπως αὐτό πού ἐκφράζεται στήν «Ἀφιέρωση»; Πιθανόν, ἐκπηγάζοντας ἀρχικά ἀπό τή Μυστικιστική Ἀνάβλυση τοῦ Οὐίλλιαμ Μπλαίηκ, οἱ λεπτές φλέβες μιᾶς μυστικῆς πνευματικότητας μπορεῖ νά συνδέονται μέ τό ποιητικό ἰδεῶδες γιά τό ὁποῖο ἀναρωτιέται ἀλλά καί ποθεῖ: τήν ὕπαρξη σωτηριολογικῆς ἐπίγνωσης ἀπό πλευρᾶς ποιητῆ, καί τήν ἐκπλήρωσή της ἀπό τήν ποίησή του (καί τήν ποίηση γενικῶς). Ἡ ἀνάπτυξη τοῦ θέματος ὅμως ξεπερνᾶ κατά πολύ τά ὅρια τοῦ παρόντος σχολιασμοῦ. Τί ἀπήχηση ὅμως μποροῦσε νά ἔχει καί τότε καί, ἀκόμη περισσότερο, σήμερα τό ἐρώτημά του; Πρός τί μιά ποίηση πού δέν σώζει ἔθνη ἤ λαούς;

Παραμένει ὄντως ἀναπάντητο, ἀλλά ἐπιμένει ὡς διαρκής ἐκκρεμότητα γιά τίς ληθαργικές συνειδήσεις. Ἀπωθεῖται ὡς ἕνα νεκρό ἀντικείμενο. Ἀλλά τά νεκρά ἀντικείμενα δέν μένουν ποτέ ἀνενεργά**, οὔτε στά ἄπατα βάθη τοῦ συλλογικού ὅσο καί τοῦ προσωπικού ἀσυνειδήτου. Βάζοντας τό ἐρώτημα, μαζί μέ ὅλες τίς συνέπειές του στό κέντρο ἑνός ὑποθετικοῦ κάντρου, τό πλαίσιο καί τό πεδίο καθορίζονται τώρα ἀπό τά ἐγκλωβισμένα πλήθη διαφόρων ἐθνοτήτων καί λαῶν στά σύνορα Πολωνίας-Λευκορωσίας.

~.~

~.~

Τήν ἐξήγηση ὅμως τοῦ, ἀρχικά ἀκατανόητου, στίχου στό τέλος τῆς «Ἀφιέρωσης», τή βρῆκα καί ἡ ἀνακάλυψη εἶναι ὠφέλιμη, γιατί φωτίζει τό ποίημα, ἐκεῖ πού δέν μπορεῖ νά τά πεῖ ὅλα, σέ μή Πολωνούς πάντως. Ξαναγράφω τήν τελευταία στροφή, θυμίζω πώς μετέφρασα ἀπό τήν ἀγγλική μετάφραση τοῦ Μίλος, καί τονίζω τόν καταληκτικό στίχο:

Ἄλλοτε ἔριχναν στούς τάφους κεχρί ἤ σπόρους παπαρούνας
Νά θρέψουν τούς νεκρούς πού ἴσως γύριζαν μεταμφιεσμένοι πουλιά.
Βάζω τοῦτο τό βιβλίο ἐδῶ γιά σένα, πού κάποτε ἔζησες
Γιά νά μήν χρειάζεται νά μᾶς ἐπισκέπτεσαι πιά.

Ἡ σχέση τῶν Πολωνῶν μέ τούς νεκρούς προγόνους καί προπρογόνους μέχρι σήμερα, γιά λόγους ἱστορικούς ἀλλά καί μυθολογικούς εἶναι φορτισμένη μέ τό φόβο μιᾶς ἐπιστροφῆς τους, κατά τήν ὁποία θά διεκδικήσουν τήν ἐκ νέου ἐγκατάστασή τους στήν πατρώα γῆ.*** Μέ διαφορετικές μορφές ἐπιβιώνουν πολλά παγανιστικά κατάλοιπα καί σ’ αὐτά ριζώνει ἡ ἐπίσημα θεσμοθετημένη ἐτήσια ἑορτή τῆς 1ης Νοεμβρίου μέ τό ὄνομα Zaduszki. Ὁλόκληρη τή μέρα μέχρι ἀργά τό βράδυ, ἀπό παντοῦ συρρέουν στά κοιμητήρια πλῆθος συγγενῶν καί φίλων τῶν κεκοιμημένων, ταξιδεύοντας ἀκόμη καί ἀπό ἄλλες χῶρες, μέ σκοπό νά προσευχηθοῦν γιά τούς νεκρούς. Τά κοιμητήρια εἶναι φωταγωγημένα καί ὁ σκοπός τῆς ἑορτῆς εἶναι πρωτίστως ἀποτρεπτικός: νά τιμηθοῦν ὅλοι οἱ προπάτορες, νά μείνουν ἱκανοποιημένοι ἀπό τίς προσευχές καί προσφορές, ἀπό τόν σεβασμό στήν παρουσία τους ἀνάμεσα στούς ζῶντες, ἔτσι ὥστε νά μήν χρειάζεται νά ἐπιστρέψουν.

Τώρα ὁ στίχος εἶναι φανερός, τό κλειστό αἴνιγμα ἀνοίγει σάν ἀνοιξιάτικη παπαρούνα.

Τό ἀνάθημα τοῦ ποιητῆ δέν εἶναι σπόροι, ἀλλά ὁ πνευματικός ἄρτος τῆς γλώσσας, πού, χωρίς καταφυγή σέ μαγικά τερτίπια καί ξόρκια μέσα στήν ἁγνή προθετικότητα τοῦ ποιητῆ, ξεπερνᾶ τά σύνορα ζωῆς καί θανάτου τρέφοντας ζῶντες καί κεκοιμημένους· κυρίως ὅμως ἀποκαθιστᾶ τή σωτηριώδη λειτουργία τῆς ποίησης. Τά ζωτικά σύμβολα ἀναγεννῶνται στήν ψυχική ἐνδοχώρα καί τό ποιητικό γεγονός μεταμορφώνεται σέ πολύπλευρη ἀπολυτρωτική πράξη. Ἄλλωστε ὁ Μίλος «ἐκτός ἀπό πολύ σπάνιες στιγμές, ἐπέλεγε νά μήν συγκεντρώνει τήν προσοχή του (καί τή δική μας) στήν ἄβυσσο, ἀλλά, ἀντιθέτως, νά τήν ἑστιάζει σέ κεῖνες τίς περιπτώσεις τῶν ὁποίων ἡ ὕπαρξη, ἀκόμη καί ὡς αύταπάτη, λοιδωρεῖ τήν ἄβυσσο. Γιόρταζε μιά τέτοια αὐταπάτη. Τήν ἁποκαλοῦσε «πολύτιμη».****

~.~

~.~
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΠΙΝΑΚΕΣ
Zaduszki candle, photo: Jan Morek / Forum
Powązki Cemetery in Warsaw, photo: Jacek Marczewski / AG
John Nash – Ironbridge, Shropshire,1956
https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/1/10/Destroyed_Warsaw%2C_capital_of_Poland%2C_January_1945_-_version_2.jpg
Marion Adnams, «Spring in the Cemetery» (1956)
~.~
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
*https://www.stephenoconnor.net/milosz_s_choice__an_investigation_of_sentimentality_86842.htm
** Δημήτρης Α. Κυριαζής, Ἡ Διεργασία τοῦ «ψυχικοῦ θανάτου» στήν Κλινική Ψυχανάλυση. Σύναξη 158 (2021), σσ. 39-48.
***https://culture.pl/en/article/powazki-cemetery-warsaw-sculpture-gallery
**** Ὁ ἀναγνώστης πού θά ἤθελε νά γνωρίσει βαθύτερα ἕναν ποιητή μέ τό προνόμιο τῆς ἐποπτείας σέ ὅλο τό πανόραμα τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, μπορεῖ νά ἀνατρέξει στό ἀφιέρωμα μέ ἐπιλεγμένες ἐργασίες γιά τά ἑκατόχρονά του, ἐδῶ :
http://pamietnik-literacki.pl/wp-content/uploads/2017/02/Mi%C5%82osz-in-Pami%C4%99tnik-Literacki-Literary-Memoir.pdf

Ένας πλους που περιπλέει τον θάνατο

Δήμητρα Χριστοδούλου
ευγενής ναυσιπλοΐα
Μελάνι, 2021

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Η ευγενής ναυσιπλοΐα είναι το 15ο ποιητικό βιβλίο της Δήμητρας Χριστοδούλου. Πενήντα ποιήματα γραμμένα όλα σε είκοσι-τέσσερις στίχους. Η αυστηρή οικονομία του στίχου και η συνύπαρξη μιας στέρεας νοητικής κατασκευής με τη ρίζα του υπαρξιακού απελπισμού αλλά και της συμπάθειας είναι ένας μόνιμος και γοητευτικός τρόπος στην Χριστοδούλου, Εδώ πρυτανεύει ο κομψός, ώριμος και βέβαιος ποιητικά πλους στη διπλή ζωή της συνείδησης που αδρανεί, ενώ ο νεκρός της περιφέρεται στις χαμένες δυνατότητες ή στις ανείπωτες διαστάσεις του υπαρκτού. Η εγκατοίκηση του φαινομενικά ακίνδυνου, τετριμμένα καθημερινού από τον εφιάλτη του, την εκκρεμότητά του, την ειρωνική διπλοτυπία του, η διεμβόλιση της προφάνειας με εκείνη την ασταθή ύλη του αμφίσημου είναι τα υλικά και τα κέρδη μιας ανάγνωσης που αφήνει στιβαρό χνάρι στον νου της ψυχής. Ποιήματα γερά δομημένα στη ρυθμική, ειρωνικά αποστασιοποιημένη, ενίοτε αφοριστική φράση, συχνά σε ενεστωτική ρηματική διατύπωση, καταγράφουν δήθεν διαπιστωτικά και ψύχραιμα τη χασματική συνθήκη της ύπαρξης που τελείται ταυτόχρονα στα στιγμιότυπα του βίου και στην παράλληλη δράση της συνείδησης που επανεγγράφει αυτά τα συμβάντα οδηγώντας τα στην επικίνδυνη περιοχή μιας ανησυχαστικής διαύγειας ή, άλλες φορές, στην επίκληση μιας ουρανόθεν λύτρωσης. (περισσότερα…)

Για μια πρώτη περίπτωση κυπριακής queer ποίησης

Ηλίας Κωνσταντίνου
Ποιήματα
(Επιμέλεια-Επιλεγόμενα: Λευτέρης Παπαλεοντίου)
Αθήνα, Βακχικόν, 2020

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Με την επανέκδοση μεγάλου μέρους της ποιητικής παρακαταθήκης του πρόωρα χαμένου Κύπριου ποιητή Ηλία Κωνσταντίνου (1957-1995) σε επιμέλεια του ακαδημαϊκού φιλόλογου Λευτέρη Παπαλεοντίου ξεκινά μια απαραίτητη (και ενδεχομένως αναμενόμενη) συζήτηση για μια σημαντική ποιητική μορφή της Κύπρου. Το έργο του Κωνσταντίνου δεν προσέχθηκε ή, καλύτερα ίσως, δεν συζητήθηκε ευρέως όσο ο ίδιος ήταν εν ζωή, ενδεχομένως γιατί το πολιτικό, κοινωνικό και λογοτεχνικό έδαφος της νήσου δεν ήταν καθόλου πρόσφορο για ομοφυλόφιλη ποίηση. Τις πρώτες δύο τουλάχιστον δεκαετίες μετά το 1974 το κυρίαρχο έως και απόλυτο θέμα  το οποίο ήταν “αποδεκτό” στις τέχνες των γραμμάτων ήταν αναπόφευκτα το Κυπριακό: η εισβολή, η προσφυγιά, η απώλεια, η αδικία, η αναμονή, το τραύμα.

Ο Ηλίας Κωνσταντίνου εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή το 1984, με τίτλο Αρσενικός Χαλκός (Θεμέλιο, Κύπρος). Ακολούθησαν οι συλλογές Γράμματα της Ώρας (Θεμέλιο, Κύπρος, 1986) και Κυπριακές Ηθογραφίες (Λεμεσός, 1991). Μετά τον πρόωρο θάνατό του, το 1995, εκδόθηκαν Τα Αυτοκρατορικά  (Λεμεσός, 1996). Ελάχιστα είναι τα σημειώματα για την ποίηση του ενόσω ο ίδιος ήταν ακόμη εν ζωή,[1] γεγονός που επιβεβαιώνει, όπως αναφέρει και ο Λ. Παπαλεοντίου, τη μη ένδειξη προσοχής προς αυτήν ή την απαξίωση ίσως προς έναν ποιητή ο οποίος αφενός δεν κρύβει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, τον «έρωτα των αντρών» συγκεκριμένα, τον οποίο ιδιαζόντως καταθέτει με αντιεξουσιαστική διάθεση,[2] καυτηριάζει την παχύδερμη κυπριακή κουλτούρα αφετέρου.

Σε αντίθεση με τις περιπτώσεις, για παράδειγμα, του Ντίνου Χριστιανόπουλου, του Γιώργου Ιωάννου του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου, αυταπόδεικτων προγόνων του Κωνσταντίνου,[3] ακόμα και του Δημήτρη Ποταμίτη (περίπτωση η οποία επίσης αξίζει και πρέπει να μελετηθεί πλέον εκτενέστερα και εμβριθέστερα), με την οποία η ποίηση του Κωνσταντίνου έχει συνδεθεί επαρκέστερα,[4] η ομοφυλόφιλη ταυτότητα στον Κωνσταντίνου δηλώνεται ευθέως, δηλαδή διαμέσου του πόθου του ανδρικού σώματος για ένα άλλο ανδρικό σώμα και της επιθυμίας της σαρκικής ηδονής. Δεν υπάρχει συγκάλυψη, απόκρυψη, υπαινικτικότητα ή η καταπίεση του εγκλωβισμού στον Κωνσταντίνου. Η ποίησή του έχει συνδεθεί επίσης, διά των συγκλίσεων ή των αποκλίσεων, με εκείνην του Νίκου Σπάνια και του Ανδρέα Αγγελάκη, αντίστοιχα.[5] Η ποίηση του Κωνσταντίνου, που ουσιαστικά πρωτοεμφανίζεται στην Κύπρο δέκα μόλις χρόνια μετά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή, δίδοντας αιφνιδίως μεγαλύτερη ή έστω εξίσου μεγάλη βαρύτητα και σε “άλλες” θεματικές στοχεύσεις, δεν μπορεί παρά να είναι όντως τολμηρή και προκλητική, άσεμνη και ωμή. Και κυρίως, όπως οι μελετητές συμφωνούν, συνιστά ποίηση σωματοποιημένη ή σωματική,[6] με άλλα λόγια, κυριολεκτική:

ΕΡΩΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Στον Δήμο που φεύγει

Αφήνω σε
στα φιλιά μου, φίλε μου
σ’ ένα στρώμα διπλό
στα φιλιά μου φίλε μου
– για να ρίξω τα μαλλιά μου στην άκρη του κόσμου.
Για να ρίξω τα μαλλιά μου στην άκρη του κόσμου
κοιτάζω σταθερά
τον γαλανό αφαλό, του κορμιού σου
Για να ρίξω τα μαλλιά μου στην άκρη του κόσμου
ακολουθείς, μορφασμούς ηδονής
στου λαιμού μου την κίνηση.

Για να ρίξω τα μαλλιά μου στην άκρη του κόσμου
σκεπάζει το καυλωμένο σου βυζί
το ξυρισμένο μου μάγουλο.
Έτσι πλασμένοι
κι οι δυο σκεπασμένοι
τέλεια ίδιοι – πάντα αντίθετοι
μες σ’ τούντην ασφάλεια αφήνω σε φίλε μου
για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σήμερα.

Για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σήμερα
γλείφω πολλά – αναπνέω απαλά
στα ανοιχτά σου βλέφαρα.
Για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σήμερα
γεμώνεις μου τα δάχτυλα χύματα.
Για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σήμερα
πίνεις τα δικά μου
στου αφαλού μου το κύπελλο.

Για να ρίξω τα μαλλιά μου
στην άκρη του κόσμου
επιστρέφω
για να ρίξω τα μαλλιά μου στο σώμα σου
στη στρογγυλή άκρη του κόσμου
στο επάπειρο σήμερα.

(περισσότερα…)

Δύο κείμενα για την ανθολογική έκδοση «Χαίρε, ω χαίρε Ελευθεριά…» (2/2)

τοῦ ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Ἤδη ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 2019 καὶ μὲ ἀφορμὴ τὴν ἐπέτειο τῶν διακοσίων ἐτῶν ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, ὁ συγγραφέας Γιάννης Πατίλης, μέλος τοῦ ΔΣ τοῦ Ἱδρύματος Τάκης Σινόπουλος ‒ Σπουδαστήριο Νεοελληνικῆς Ποίησης, ἐμπνεύστηκε ἕναν ἀνθολογικὸ τόμο, ὁ ὁποῖος θὰ περιελάμβανε ποιήματα Ἑλλήνων καὶ ξένων συγγραφέων μὲ θέμα τὴν ἑλληνικὴ παλιγγενεσία. Πολὺ σύντομα, σύσσωμο τὸ ΔΣ τοῦ Ἱδρύματος, προεξάρχοντος τοῦ προέδρου του, Ξάνθου Μαϊντᾶ, ἀγκάλιασαν τὴν ἰδέα αὐτὴ καὶ ἔθεσαν σὲ ἐφαρμογὴ ἕνα πλάνο σύστασής της μὲ τὴν ἀρωγὴ τῆς Τράπεζας Πειραιῶς, ἡ ὁποία μὲ τὴ σειρά της ἐνέταξε τὸν τόμο αὐτὸν στὸ πρόγραμμα δράσεών της γιὰ τὸ 1821.

Ἡ ἀνθολογικὴ ἐπιμέλεια ἀνετέθη στὸν φιλόλογο καὶ κριτικὸ λογοτεχνίας, ὑποψήφιο διδάκτορα Μάνο Κουμῆ καὶ στὸν ὑποφαινόμενο, στὸν ὁποῖον πιστώνεται ἐπίσης ἡ φιλολογικὴ ἐπιμέλεια καὶ ἡ γενικότερη φροντίδα τοῦ τόμου. Τὸ ἐγχείρημα αὐτὸ ὑπῆρξε ἤδη ἀπὸ τὴ σύλληψή του παράτολμο. Ὁ ἔλεγχος τῶν κειμενικῶν τεκμηρίων ὄφειλε νὰ καλύψει περίπου δυόμιση αἰῶνες ποιητικῆς παραγωγῆς, ἐνῶ ἡ ἔρευνα δὲν γινόταν νὰ περιοριστεῖ μόνο στὰ γνωστὰ καὶ εὐκόλως ἐντοπίσιμα ἔργα, μὰ νὰ ἐπεκταθεῖ σὲ πηγὲς δευτερεύουσες, ἄγνωστες καὶ πολὺ συχνὰ δυσεύρετες.

Παρὰ ταῦτα, ἔπειτα ἀπὸ μῆνες ἀνάγνωσης, ἀποθησαύρισης καὶ ἀρχειοθέτησης, οἱ δύο ἀνθολόγοι ἔχοντας προσπελάσει περίπου 2.000 ποιητικὲς συλλογές, κατέληξαν σὲ ἕνα σῶμα εὑρεθέντων ποιημάτων ἐκ τῶν ὁποίων καλοῦνταν νὰ ἐπιλέξουν ποιά ἐπρόκειτο νὰ συμπεριληφθοῦν στὸ ἀνθολογικὸ corpus. Μιὰ διαδικασία ἂν ὄχι μακρὰ ὅσον ἀφορᾶ στὴ διάρκειά της, μιᾶς καὶ συνέβαινε ἀνὰ τακτὰ διαστήματα παράλληλα μὲ τὴν ἔρευνα καὶ τὸν ἐντοπισμὸ νέων ποιημάτων, σίγουρα ὅμως ἐπίπονη ἕως καὶ ψυχοφθόρα, δεδομένης τῆς σημασίας τοῦ ἔργου ποὺ φαινόταν νὰ σχηματίζεται.

Ἡ σύσταση μιᾶς ἀνθολογίας χαρακτηρίζεται στὶς πλεῖστες τῶν περιπτώσεων ἀπὸ δύο καθοριστικοὺς παράγοντες, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλοι ἀπὸ τὴν αἰσθητικὴ καὶ τὴν ἀντιπροσωπευτικότητα. Στὴν περίπτωση τοῦ τόμου Χαῖρε, ὢ χαῖρε Ἐλευθεριά!, πάρθηκε ἡ ἀπόφαση νὰ ὑπάρχουν ἑκατέρωθεν παραχωρήσεις ἐφόσον ἐξυπηρετεῖτο ὁ ἀπώτερος στόχος τοῦ ἔργου. Μ’ ἄλλα λόγια, τὸ ἰδανικὸ ποίημα ἦταν ἐκεῖνο ποὺ συνδύαζε ὑψηλὸ αἰσθητικό, λογοτεχνικὸ ἀποτύπωμα, ἀλλὰ καὶ πλούσιες ἀναφορὲς σὲ περιστατικὰ ἢ πρόσωπα τῆς Ἐπανάστασης. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ ἀρχικὴ συγκομιδὴ τῶν ποιημάτων μὲ ἀναφορὲς στὸ 1821 ἀπέδειξε ὅτι κάθε ἕνα ποίημα θὰ ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίζεται ὡς ἕνα ξεχωριστὸ σύμπαν καὶ βάσει αὐτοῦ νὰ κρίνεται ἐὰν θὰ συμπεριληφθεῖ στὸν τόμο μας ἢ ὄχι. Ἔτσι, προκρίθηκαν καὶ ποιήματα ποὺ ἐνδεχομένως ὑστεροῦσαν αἰσθητικὰ μπροστὰ στὸν Βαλαωρίτη, τὸν Σολωμὸ ἢ τὸν Κάλβο, περιελάμβαναν ὅμως ἀναφορὲς σὲ πρόσωπα, περιστατικὰ καὶ γεγονότα ποὺ ἐμφανίζονται πολλὲς φορὲς ἅπαξ στὴ λογοτεχνία μας, κι’ ὡς ἐκ τούτου δὲν γινόταν νὰ ἐξοβελιστοῦν ἀπὸ τὴν τελικὴ ἐπιλογή. Ὁπωσδήποτε ἡ συνθήκη τῆς ἀντιπροσωπευτικότητας ἐπεκτάθηκε καὶ σὲ ἄλλα πεδία, ὅπως λ.χ. στὴ συμπερίληψη ποιητῶν λιγότερο γνωστῶν ἢ προβεβλημένων, ποιημάτων ποὺ θεματοποιοῦν τὴ μη-ἡρωϊκὴ πλευρὰ τῆς Ἐπανάστασης ἢ/καὶ ποιημάτων ποὺ περιεῖχαν ἁπλὲς μνεῖες στὸ ’21, χρησιμοποιῶντας το ὡς μιὰ ἱστορικὴ ἀντικειμενικὴ συστοιχία μὲ τὸν πραγματολογικὸ περίγυρο τῆς ἐποχῆς ποὺ γράφτηκαν.

Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συνέβη καὶ μὲ τοὺς Ξένους συγγραφεῖς, συγκεντρώνοντας ποιήματα ἀπὸ τὴν Ἀγγλία, τὴν Γαλλία, τὴν Γερμανία, τὴν Ρωσσία, ἀκόμα κι’ ἀπὸ τὴ μακρινὴ Κούβα, ἀνθολογῶντας ποιητὲς γνωστοὺς σὲ ὅλους μας, ὅπως λ.χ. ὁ Λόρδος Βύρων, ὁ Βίκτωρ Οὑγκώ, ὁ Οὐλιέλμος Μύλλερ καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Πούσκιν, ἀλλὰ καὶ ἐλάσσονες φωνὲς ἄσημων ἀλλοδαπῶν συγγραφέων ποὺ ἐμπνεύστηκαν ἀπὸ τὰ γεγονότα τοῦ 1821.

Ὡστόσο, μιὰ ἀνθολόγηση ποιημάτων δὲν θὰ μποροῦσε ἀπὸ μόνη της νὰ ἀποδώσει τὸ βάρος τοῦ ἱστορικοῦ γεγονότος ποὺ κίνησε τὴ σύσταση αὐτῆς τῆς ἐργασίας. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν ἀποφασίστηκε τὰ ποιήματα νὰ παρουσιάζονται συνοδευόμενα ἀπὸ γλωσσικὰ καὶ πραγματολογικὰ ὑπομνήματα, παραθέτοντας κάθε φορὰ στὸ τέλος καθεμιᾶς ἑνότητας ἕνα σύντομο βιογραφικὸ σημείωμα τοῦ συγγραφέα καὶ τὶς βιβλιογραφικὲς πηγὲς ἀπ’ ὅπου ἀντλήθηκαν τὰ κείμενα. Ὅσον ἀφορᾶ στὰ ὑπομνήματα, τὸ μὲν γλωσσικὸ παρατηρεῖ κανεὶς ὅτι περιλαμβάνει τόσο λέξεις ἢ φράσεις ἐν πολλοῖς ἄγνωστες στὸ εὐρὺ κοινό, τουρκογενεῖς ἢ δυτικοφερμένες, ἢ πολλὲς φορὲς καὶ ἀνήκουσες στὴν ἀρχαΐζουσα ἢ τὴν καθαρεύουσα, ὅσο καὶ πιὸ κοινὲς λέξεις ποὺ χρησιμοποιοῦνται μέχρι σήμερα στὰ νέα ἑλληνικά. Ὁ λόγος τῆς συμπερίληψης ἐξαντλητικῶν γλωσσικῶν ὑπομνημάτων ὑπαγορεύθηκε ἀπὸ μιὰν ἀπώτερη στόχευση τοῦ τόμου αὐτοῦ ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν ἀπεύθυνσή του ὄχι μόνο στὸ ἐνήλικο ἐγγράμματο κοινὸ καὶ τοὺς ἐπαΐοντες, ἀλλὰ καὶ στὶς νεώτερες γενιές, πολλῷ δὲ μᾶλλον στοὺς Ἕλληνες τῆς Διασπορᾶς ποὺ ἐνδεχομένως χρειάζεται νὰ γνωρίζουν ὅτι τὸ «βόλι» εἶναι τὸ «βλῆμα πυροβόλου ὅπλου» ἢ ὅτι τὸ «τραγὶ» εἶναι τὸ «ἐνήλικο ἀρσενικὸ ἐρίφιο».

Στὰ δὲ πραγματολογικὰ ὑπομνήματα ποὺ ἀκολουθοῦν τὰ γλωσσικὰ κάτω ἀπὸ κάθε ποίημα, βρίσκονται πληροφορίες γιὰ πρόσωπα, καταστάσεις, γεγονότα, μάχες καὶ συνδηλώσεις ποὺ ἐντοπίζονται στοὺς στίχους τῶν ποιημάτων, καθιστῶντας εὐκολότερες τὴν κατανόηση καὶ τὴν ἑρμηνεία, βοηθῶντας παράλληλα τὴν ἱστορικὴ ἔνταξη τοῦ ἀναγνώστη στὰ νεώτερα ποιήματα ὅπου τὸ 1821 λειτουργεῖ ἀντιστικτικά.

Πέρα ὅμως ἀπὸ τὰ ποιήματα καὶ τὰ ὑπομνήματα ποὺ συνοδεύουν τὴν κειμενικὴ ὕλη τοῦ βιβλίου, ὁ τόμος αὐτὸς ἐπεκτάθηκε καὶ σὲ ἄλλα πεδία, ἐπιδιώκοντας νὰ καλύψει κατὰ τὸ δυνατὸν περισσότερες ὄψεις τῆς τέχνης ποὺ ἐνδύθηκε ἢ ἐνέδυσε τὴν Ἐπανάσταση. Τὸ εἰκαστικὸ κομμάτι, λοιπόν, χωρίστηκε σὲ δύο μέρη: ἀφ’ ἑνὸς στὴν εἰκονογράφηση τοῦ τόμου, ἡ ὁποία ἐπιλέχθηκε προσεκτικὰ προκειμένου νὰ ἀναδειχθεῖ τόσο ἡ ἀκαδημαϊκὴ ζωγραφικὴ ποὺ ἱστόρησε ἐπαναστατικὰ θέματα, ὅσο καὶ ἡ λαϊκὴ τέχνη ποὺ ἐμπνεόμενη ἀπὸ τὸν Ἀγῶνα δημιούργησε μὲ τὰ δικά της μέσα καὶ στὴ δική της κλίμακα σπουδαῖα ἔργα. Δὲν εἶναι μάλιστα λίγες οἱ φορὲς ποὺ τὰ εἰκαστικὰ ἔργα συνομιλοῦν μὲ τὰ ποιήματα, ἐξ οὗ καὶ ἡ στρατηγικὴ τοποθετησή τους στὶς σελίδες τοῦ τόμου. Στὴν οὐσία τὸ εἰκαστικὸ τμῆμα συνιστᾶ κι’ αὐτὸ μιὰν ἄτυπη ἀνθολογία περιλαμβάνοντας ὄχι μόνο ἀναγνωρίσιμα, ἀλλὰ καὶ ἀνεύρετα ἢ λιγότερο γνωστὰ ἔργα συνοδευόμενα πάντοτε ἀπὸ ἀναλυτικὲς λεζάντες.

Ἀφ’ ἑτέρου, τὶς σελίδες τοῦ τόμου διανθίζουν τυπογραφικὰ κοσμήματα τῆς Ἡρῶς Νικοπούλου, τὰ ὁποῖα σχεδιάστηκαν ἀποκλειστικὰ γιὰ αὐτὸν καὶ ἐπεξηγοῦνται ἀναλυτικὰ ἐντασσόμενα στὴν ἱστορική τους διάσταση σὲ εἰκονογραφικὸ παράρτημα στὸ τέλος τοῦ βιβλίου, ὅπου κάθε ἕνα κόσμημα συνοδεύεται ἀπὸ κείμενα ἐπιμελημένα ἀπὸ τὴν εἰκαστικὸ καὶ συγγραφέα συνεργάτιδα τῆς ἀνθολογίας. Πέραν τῆς σὲ λειτουργικὸ ἐπίπεδο ποικιλματικῆς χρήσης τῶν κοσμημάτων αὐτῶν, ἔχει ὑψηλὴ παιδευτικὴ σημασία ἡ ἀπεικόνιση ἀντικειμένων ἢ μεταφορικῶν μέσων ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν στεριανὸ ἢ θαλάσσιο ἔνοπλο ἀγῶνα, ἀλλὰ κι’ ἀπ’ τὸν κόσμο τῆς διανόησης ποὺ μὲ κάθε μέσο ὑποστήριξε τὸν ἐθνικοαπελευθερωτικὸ σκοπό. Ἔτσι, πλάι στὰ γιαταγάνια, τὶς κορβέτες καὶ τὰ καρυοφύλλια, βρίσκει κανεὶς ματογυάλια καὶ καλαμάρια, ἀποτίοντας φόρο τιμῆς σὲ ὅλους ὅσους ἐπιστράτευσαν τὸν νοῦ καὶ τὸ κοντύλι. Μεταξὺ ἄλλων, φιλοτεχνήθηκαν καὶ τμήματα ἢ ἐξαρτήματα τῆς παραδοσιακῆς ἐνδυμασίας. Ένισχύθηκε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ ἡ ἐγκυκλοπαιδικὴ διάσταση δίνοντας ὄψη στὰ συμπαρομαρτοῦντα τῆς προετοιμασίας καὶ τῆς περάτωσης τῆς Ἐπανάστασης.

~.~

Ὅλα τὰ παραπάνω, ἑπομένως, συνιστοῦν ἕνα σύνολο ποὺ μὲ τὶς τυπογραφικὲς χάριτες τῆς κας Μπαλῆ καὶ τοῦ Ἀναγράμματος κατόρθωσαν νὰ διαμορφώσουν τὸ ἀνὰ χεῖρας χαρτῶο ἄθροισμα τῆς Ἀνθολογίας μας ‒ μιὰ δουλειὰ ποὺ τύχῃ ἀγαθῇ θὰ μνημονεύεται. Πέραν ὅμως τῶν συντελεστῶν ποὺ ἐργάστηκαν γιὰ τὴν ἀνθολογία καὶ τὴν ἐπιμέλειά της, ὑπάρχουν κι’ ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ εἴτε ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ Ἱδρύματος, εἴτε ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς Τράπεζας Πειραιῶς συνέβαλαν στὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα ποὺ παρουσιάζεται σήμερα. Ἀναφέρθηκε σὲ ὅλους προηγουμένως ὁ πρόεδρος κ. Ξάνθος Μαϊντᾶς. Προσωπικὰ θὰ ἤθελα κι’ ἐγὼ ἀπὸ αὐτὸ τὸ βῆμα νὰ εὐχαριστήσω τὸν Δῆμο τῆς Νέας Ἰωνίας ποὺ ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια στηρίζει ἀπροϋπόθετα τὴ λειτουργία τοῦ Ἱδρύματος, καθιστῶντας ἕναν φαινομενικὰ μικρὸ ὀργανισμὸ μιὰ ἀπὸ τὶς πλέον ἀναγνωρίσιμες μῆτρες πολιτισμοῦ τῆς χώρας, μὲ δράσεις ποὺ συχνὰ ξεπερνοῦν καὶ τὰ ἑλληνικὰ σύνορα ‒ κάτι ἐξαιρετικὰ σημαντικὸ ἂν μοῦ ἐπιτρέπετε γιὰ ἕναν Δῆμο, ὁ ὁποῖος κατοικεῖται κατὰ κόρον ἀπὸ λαϊκὰ ἐργατικὰ στρώματα· αὐτοὺς δηλαδὴ ποὺ στὴ βάση τους στηρίζουν τόσο τὸ οἰκοδόμημα ὅσο καὶ τὸ ἐποικοδόμημα ἂν ἀναλογιστεῖ κανεὶς τὸ πλῆθος τῶν Ἰωνιωτῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων στὸν ἕναν αἰῶνα ζωῆς τῆς σπουδαίας προσφυγικῆς αὐτῆς συνοικίας. Σὲ ὅλους τοὺς παραπάνω, ἀξίζουν χάριτες ποὺ μὲ ὅλες τους τὶς δυνάμεις καὶ συμβολές τους περάτωσαν ἕνα τέτοιο ἔργο.

~.~

Καὶ οἱ χάριτες αὐτὲς ἀξίζουν ὄχι τόσο γιὰ τὴν ἔκδοση καθ’ αὑτή, ὅσο γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐν μέσῳ μιᾶς συγκυρίας ἡ ὁποία καθὲ ἄλλο παρὰ προσφερόταν γιὰ ἑορτασμούς, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔθεσαν τὶς δυνάμεις τους στὶς ὑπηρεσίες ἑνὸς σκοποῦ πρωτίστως παιδευτικοῦ καὶ ἀληθινοῦ ‒ ἀληθινοῦ, δηλαδὴ ἐθνικοῦ, γιὰ νὰ φέρουμε στὸν νοῦ μας τὸν Διονύσιο Σολωμό.

Τὸ περιεχόμενο τῆς ποιητικῆς ἀνθολογίας μας ἀποδεικνύει μὲ ἐναργῆ τρόπο ὅτι ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821 κινήθηκε τόσο ἀπὸ τὰ πάνω ὅσο κι’ ἀπὸ τὰ κάτω, συνιστῶντας ὄχι μόνο μιὰ ἐγχώρια, στενὰ πατριωτικὴ ὑπόθεση, ἀλλὰ τουναντίον, μιὰ εὐρωπαϊκῆς ἐμβέλειας πράξη κρατογένεσης ὁδηγῶντας σὲ σημαντικὲς ἀνακατατάξεις τὰ ἀποτελέσματα τῶν ὁποίων εἶναι ὀρατὰ ἀκόμα καὶ σήμερα. Ἡ θρυαλλίδα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης μετουσίωσε σὲ πράξη τὰ προτάγματα τοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ βασίστηκε σὲ πυλῶνες τοῦ ἑλληνισμοῦ ὅπως ἡ γλώσσα, ἡ ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη, ἀκόμα καὶ τὸ ἀρχαῖο κλέος, διαμορφώνοντας πρωτογενῶς τὸ τριαδικὸ σχῆμα τῆς ἑλληνικῆς συνέχειας. Οἱ μύθοι ποὺ πλαισιώνουν τὴν Ἐπανάσταση, οἱ ὁποῖοι πολὺ συχνὰ ἀναθεωροῦνται ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ ἔρευνα, κρύβουν στὸν πυρήνα τους μιὰ λαϊκὴ διάθεση ἀπόδοσης τιμῆς στοὺς πυλῶνες αὐτούς. Τὸ τουφέκι καὶ ἡ πάλα ἔχουν τὴν τιμητική τους, ὡστόσο δίχως ὅλους ἐκείνους ποὺ ὑποστήλωσαν τὸν Ἀγῶνα ἠθικά, πνευματικὰ καὶ οἰκονομικά, ὁ τελευταῖος ἐνδέχεται νὰ εἶχε τὴν κατάληξη ὅλων τῶν προεπαναστατικῶν κινημάτων. Οἱ δύο αὐτὲς ροὲς εἶναι μεταξύ τους ἀλληλένδετες καὶ σχηματίζουν ἕνα σύμπαν, ἕνα ἡρωϊκὸ πάνθεον ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν γίνεται νὰ λείπει ὁ μύθος.

Συνάμα, στὴν ἀνθολογία μας οὐκ ὀλίγες ἀναφορὲς γίνονται στὴν ἄλλη ὄψη τῆς Ἐπανάστασης· αὐτὴ τῶν διχασμῶν, τῶν αὐτομολήσεων καὶ τῶν “καπακιῶν”, ἐνδεχομένως καὶ ὁρισμένων κοινῶς παραδεκτῶν θηριωδιῶν. Ποιός ὅμως δὲν συμφωνεῖ ὅτι στὴν ἐπίτευξη ἑνὸς ἐπαναστατικοῦ σκοποῦ δὲν συμβάλλουν μόνον οἱ ἄγγελοι, ἀλλὰ κι’ οἱ δαίμονες τῆς ἀνθρώπινης φύσεως; Ἡ λαϊκὴ ἐξίσωση —ἂν μοῦ ἐπιτρέπετε— τῶν ἀβγῶν καὶ τῆς ὀμελέτας δὲν γίνεται νὰ λείπει κι’ ἐν προκειμένῳ ‒ ἡ οἰκονομία μιᾶς πορείας ἀπαιτεῖ ὅλα τὰ ἐμπόδια ποὺ τελικὰ τὴν καθιστοῦν ἄξια καὶ λάμπουσα ἀνάμεσα σὲ πολλὲς ἄλλες. Ἡ λογοτεχνία δὲν τέρπει μόνο, ἀλλὰ καὶ φρονηματίζει, παραδειγματίζει, διδάσκει. Ἡ συμπερίληψη καί τέτοιων ποιημάτων κινήθηκε πρὸς αὐτή, τὴ “σωφρονιστικὴ” —ἂν θέλετε— κατέυθυνση. Ἄλλωστε, πλεῖστοι ὅσοι θεωρητικοὶ καὶ πολιτικοὶ ἐπιστήμονες κάνουν λόγο γιὰ βία καὶ ἀντι-βία. Πῶς μπορεῖ, ἑπομένως, νὰ κατηγορηθεῖ ἡ ἑλληνικὴ πλευρὰ γιὰ βίαιη κατάληψη τῆς Τρίπολης, ὅταν τὰ ὀξυμένα πνεύματα τετρακοσίων ἐτῶν ἁπλῶς συσσώρευσαν τὴν ὀργή τους σὲ μιὰ πράξη ἀντι-βίας; Τὸ παράδειγμα αὐτό, κι’ ἄλλα παρόμοια, μπορεῖ κανεὶς νὰ τὰ ἐντοπίσει σὲ ποιήματα ποὺ βρίσκονται στὸν ὀγκηρὸ αὐτὸν τόμο.

~.~

Διακόσια χρόνια μετὰ καὶ ἡ νεοελληνικὴ ἱστορία ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχει πάντοτε στραμμένο τὸ βλέμμα της στὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Πῶς ὄχι, ἄλλωστε, ὅταν αὐτὴ ἡ ἴδια στέκει ὡς φάρος, ὡς παράδειγμα λαμπρὸ καὶ φωτεινὸ μονοπάτι τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους ποὺ παρὰ τὶς διαρκεῖς προκλήσεις ἐξακολουθεῖ νὰ ἐπιβιώνει ἄλλοτε μὲ λιγότερες κι’ ἄλλοτε μὲ περισσότερες ἀπώλειες; Τὸ κυανέρυθρο αὐτὸ φῶς τοῦ φάρου, κυανὸ καθὼς ἑλληνικό, ἐρυθρὸ καθὼς καθημαγμένο, προσπαθήσαμε κι’ ἐμεῖς μὲ τὶς ὅποιες δυνάμεις μας νὰ τιμήσουμε, βάζοντας ἕνα μικρὸ λιθαράκι ποὺ πέρα ἀπὸ τὴ συγχρονία, τὸ παρόν, εὐχόμαστε νὰ ἀποτελέσει διαχρονικὴ παρακαταθήκη γιὰ τὸ μέλλον ‒ τὶς νέες γενιὲς Ἑλλήνων, τὶς νέες γενιὲς ἐλεύθερων ἀνθρώπων.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

Νέα Ἰωνία, 13 Ὀκτωβρίου 2021

Δύο κείμενα για την ανθολογική έκδοση «Χαίρε, ω χαίρε Ελευθεριά!…» (1/2)

του ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ

Το να συνεορτάσουμε τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 χωρίς καμία επίμονη ματιά στη σημερινή κοινωνία μας, μόνο ως φολκλόρ και γελοιότητα μπορεί να ακουστεί. Αν και αυτό δεν απέχει πολύ από παλαιότερες αλλά και σημερινές κυβερνητικές επιλογές.

Δεν έχουν περάσει πολλές δεκαετίες που οι εορταστικές εκδηλώσεις της 25ης Μαρτίου είχαν αποκλειστικά τον χαρακτήρα της εθνοπατριωτικής υποκρισίας, όπου οι μετεμφυλιοπολεμικοί ηγέτες του τόπου στις βροντώδεις ανοησίες τους μαγάριζαν, όταν έπιαναν στο στόμα τους, καί το Έθνος των Ελλήνων καί την πτωχή Πατρίδα. Και φυσικά το άλλο άκρο καιροφυλακτούσε. Στα χρόνια της μεταπολίτευσης και της ευτυχισμένης μας ένταξης στην Ευρώπη, με την υπόσχεση της καταναλωτικής ευμάρειας , ήρθαμε αντιμέτωποι με το αντιδιαμετρικό αίσχος. Εθνοαποδόμηση αντί για εθνοπατριωτισμό. Στο σωρό της αποδομητικής επιχειρηματολογίας τους, το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο αλλά όχι το μόνο, εμφανίζεται με το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού και την ιδιαίτερη αναφορά του στο ’21. Αντί λοιπόν για κριτική σκέψη, αντί για συνεχή θεώρηση και αναθεώρηση, αντί για τίμια στάση απέναντι στο γεγονός μιας μεγάλης επανάστασης, είχαμε την ευκολία της αποδόμησης. Μαζί στην προσπάθεια αυτή υπήρξαν οι νεοφιλελεύθεροι μιμητές ό,τι ξένου και οι δήθεν προοδευτικοί του θολού διεθνισμού. Απόπειρα τελικά, μιας αεθνικής πολιτικής που έδειχνε να συγκλίνει με οτιδήποτε άνοιγε, χωρίς όρους και όρια, σύνορα και πόρτες στα επαχθέστερα των σύγχρονων συμφερόντων. Η Δημοκρατία αναιρούταν μέσα στην ίδια την Δημοκρατία. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, κάθε χρόνο γιορτάζαμε την ημέρα της Εθνικής Παλιγγενεσίας.

Ναι. Να συνεορτάσουμε και να τιμήσουμε όλοι οι Έλληνες τη Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση στη διακοσιοστή επέτειό της. Χωρίς όμως να κλείνουμε τα μάτια στη βαθύτατη παρακμή της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Πολλά τα δεινά που έχουμε να μετρήσουμε στην πορεία μας σήμερα. Πολιτικά είμαστε προσαρμοσμένοι, για την ακρίβεια δεμένοι, στην εξάρτηση. Μάλιστα οι κυρίαρχες πολιτικές ελίτ, με εντυπωσιακό εθελοντισμό, υπακούν σε μια τέτοια κατεύθυνση. Ο Ελληνισμός συρρικνώνεται, ακόμη και πολιτιστικά, εκεί όπου είχε μέχρι και πρόσφατα το πλεονέκτημα. Ο μιμητισμός του ευρωπαϊκού ή αμερικάνικου τρόπου πήρε τη θέση του παλαιού δημιουργικού κοσμοπολιτισμού των Ελλήνων της διασποράς. Και οι “ποικίλες δράσεις των στοχαστικών προσαρμογών”, ίδιον κατά τον Καβάφη του Ελληνισμού, εξαφανίστηκαν δίνοντας ό,τι πιο άχρωμο και άοσμο στον σημερινό κόσμο μας, τον νεοελληνικό του 21ου αιώνα. Συγχρόνως φέραμε βαρέως στις πλάτες μας και με κάθε τρόπο αρνηθήκαμε την παράδοσή μας, τη σημαντικότερη ίσως στον κόσμο. Έτσι βολευτήκαμε στη νωθρότητα και αγκαλιάσαμε σαν ξιπασμένοι επαρχιώτες ό,τι ξένο. Καμία δημιουργική στάση, καμία σύνθεση, μόνο μιμητισμός. Όμως η συρρίκνωση του Ελληνισμού γίνεται ακόμα πιο φανερή στις ημέρες μας, όταν δούμε τα δημογραφικά στοιχεία. Κάθε χρόνο μειωνόμαστε με τέτοιο τρόπο που ισοδυναμεί με την απώλεια μιας πόλης όπως η Καλαμάτα και δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε τι θα είναι αυτό που θα ανατρέψει μια τέτοια δημογραφική διολίσθηση, η οποία δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε τι θα επιφέρει σε πενήντα με ογδόντα χρόνια.

Μ’ αυτά τα δεδομένα, αλλά με γνώση και φρόνηση, με τα μάτια ανοιχτά και την ψυχή σε βρασμό, να εορτάσουμε και να συνεορτάσουμε την 25η Μαρτίου. Και ας αγκαλιάσουμε το μήνυμα που δίνει ένα από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά γεγονότα του 19ου αιώνα. Πως η Ελευθερία μόνο με την κόψη μετριέται του σπαθιού την τρομερή.

Το Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος ‒ Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης με την ευγενική χορηγία και συνεργασία της Τράπεζας Πειραιώς αποφάσισε τη συμμετοχή στον εορτασμό της εθνικής παλιγγενεσίας με την πραγμάτωση ανθολογίας ποιημάτων που έχουν ως πηγή έμπνευσης το 1821. Έτσι αξιωθήκαμε σήμερα να δώσουμε στο αναγνωστικό κοινό την ανθολογία μας που φέρει τον τίτλο : Χαίρε, ω χαίρε Ελευθεριά! Ο Αγώνας του 1821 στην Ελληνική και Ξένη Ποίηση.

Όμως ποιος είναι ο λόγος της ποίησης για ένα τόσο μεγάλο ιστορικό γεγονός, γιατί επελέγη από εμάς στην επετειακή μας κατάθεση, και τι μπορεί να αρθρώσει η ποίηση όταν στέκεται απέναντι στο 1821;

Βαθύτατη πεποίθησή μας είναι πως η ποίηση, μετά το μεγαλειώδες γεγονός της Ελληνικής Επανάστασης, μετράει και αποτυπώνει τον βαθύ πόθο της ελευθερίας με το ανάστημα του θανάτου, και τότε γίνεται γνήσια, αιχμηρή, παρηγορητική και απελευθερωτική. Γίνεται η έκφραση του αγωνιζόμενου έθνους αποκαλύπτοντας το τρομερό πρόσωπο του εξαίσιου εγχειρήματος. Η επιβεβαίωση έρχεται ήδη από τους πρώτους στίχους του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν»: «Σε γνωρίζω από την κόψη / του σπαθιού την τρομερή, / σε γνωρίζω από την όψη / που με βία μετράει τη γη».

Προς τον σκοπό αυτό, έγινε ανάθεση σε δύο εξαίρετους νέους φιλολόγους, οι οποίοι διερεύνησαν, με τη στήριξη όλων μας, τα ελληνικά και ξένα ποιητικά πράγματα και έκαναν την επιλογή, την καταγραφή και τον εκτεταμένο σχολιασμό του υλικού. Τα ευρεθέντα τεκμήρια —άλλοτε γνωστά ποιήματα της δημοτικής και λόγιας ελληνικής γραμματείας, άλλοτε σπάνια μικρά αριστουργήματα, σχεδόν χαμένα στα άδυτα του ποιητικού μας χρυσωρυχείου— καθώς και η ξένη ποίηση, έκφραση του φιλελληνικού κινήματος συνθέτουν τον παρόντα τόμο.

Ας μου επιτραπεί, χωρίς οι αμφιβολίες να βαραίνουν τον σχολιασμό μου, να εικάσω πως το βιβλίο μας, που αποτελεί ταπεινή απότιση φόρου τιμής στους ανθρώπους, Έλληνες και Ξένους, που αγωνίστηκαν για την Ελευθερία της Ελλάδας, θα μακροημερεύσει, θα το αγκαλιάσουν πολλά χέρια και πολλές ματιές, θα συγκινήσει μελλοντικές γενιές. Έτσι το χαρίζουμε σήμερα στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό με την ελπίδα πως έστω και λίγο μπορεί να προσφέρει στη σκέψη και να συγκλονίσει την ψυχή των συμπολιτών μας. Και ίσως κάτι να θυμίσει, που αν ξεχαστεί θα μας πονέσει.

Θα ήθελα από τη θέση αυτή να εκφράσω θερμές ευχαριστίες στην Τράπεζα Πειραιώς και ιδιαίτερα στον πρόεδρό της κ. Γιώργο Χατζηνικολάου. Σε όλα τα μέλη του ΔΣ του Ιδρύματος, κι ιδιαίτερα στον Γιάννη Πατίλη, που είχε την αρχική έμπνευση καθώς και σημαντικό μέρος του σχεδιασμού, στον Κώστα Κουτσουρέλη που στάθηκε καίριος στις κρίσιμες στιγμές της δημιουργίας του έργου μας, στις κυρίες Λίλιαν Αθυμαρίτου και Αναστασία Κλάρα , στον Γιώργο Ζεβελάκη και στον Στέλιο Χαραλαμπόπουλο, καταθέτω την ευγνωμοσύνη μου. Στην ποιήτρια και ζωγράφο Ηρώ Νικοπούλου για τα κοσμήματα , στην βιβλιοθηκονόμο μας κ. Νούλα Κουκίδου και στον Μάνο Κουμή τις ευχαριστίες όλων μας. Ευχαριστίες στον φιλόλογο και ποιητή Συμεών Σταμπουλού, και στον ηθοποιό και σκηνοθέτη Πολύκαρπο Πολυκάρπου για την πολύτιμη προσφορά τους. Ευχαριστίες στον Δήμο της Νέας Ιωνίας που εδώ και 25 χρόνια μας στηρίζει ηθικά και υλικά σε κάθε μας βήμα. Αφήνω στο τέλος τον φιλόλογο και ποιητή, ανθολόγο, επιμελητή και σχολιαστή. Είναι ο δημιουργός του παρόντος πονήματος, του βιβλίου μας. Ένα μεγάλο ευχαριστώ οφείλουμε στον ξεχωριστό φίλο και συνεργάτη μας Θανάση Γαλανάκη.

ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Νέα Ιωνία, 13 Οκτωβρίου 2021

Τό παράδειγμα τῆς Μαίρης Ὄλιβερ καί ἡ αἱμομεικτική κακοποίηση μικρῶν παιδιῶν στήν ποίηση

Εἰσαγωγή, Μετάφραση, Ἐπίμετρο, Νατάσα Κεσμέτη

Ἐπειδή τό θέμα τῶν ποιημάτων πού ἀκολουθοῦν εἶναι περισσότερο ἀπό ἀκανθῶδες, θεώρησα πώς πρέπει νά προηγηθοῦν οἱ λόγοι πού μέ ὁδήγησαν στό νά τά διαλέξω, καί κατόπιν νά ἀκολουθήσουν οἱ μεταφράσεις. Μπορῶ νά βεβαιώσω τόν ἀναγνώστη πώς οὔτε ἡ εἰλικρίνεια τῆς Ἀμερικανίδας ποιήτριας, οὔτε ἡ γενναιοδωρία τῆς καρδιᾶς της, οὔτε ἡ διακριτική λεπτότητα τῆς πνευματικότητάς της κινδυνεύουν νά θιγοῦν ἀπό τούτη τήν εἰσαγωγή. Οὔτε ἐπίσης θά χαθεῖ τό ξάφνιασμα πού μᾶς προκαλεῖ ἡ καλή ποίηση, μέ ὅποιο θέμα κι ἄν ἔχει νά κάνει. Καθώς ὅμως ἡ ἐλαφρότητα μέ τήν ὁποία προσεγγίζονται σήμερα, ἴσως ὅσο ποτέ ἄλλοτε, τά ζοφώδη μυστήρια τοῦ ἀνθρώπου, αἰσθάνομαι πώς ὀφείλω νά τονίσω πώς δέν εἶναι τοῦ καθενός νά προχωρεῖ στίς μεγάλες σκοτεινιές τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, πόσο μᾶλλον νά τίς ἐκθέτει γράφοντας γι’ αὐτές – καί δή ποιήματα!


Θεώρησα ἀκόμη πώς μποροῦν νά ἀποτελέσουν ὁδοδεῖκτες σ’ἕνα ἐπίφοβο καί κρημνῶδες μονοπάτι, πρωτίστως ἀποτρέποντας τούς ἀνέτοιμους καί ἀνώριμους νά τό πάρουν, μιμούμενοι, ἴσως, τό παράδειγμά της. Ἡ πρώτη ἀποτροπαϊκή λειτουργία ἀφορᾶ στήν προληπτική φροντίδα τοῦ ἀποπειρώμενου νά χειριστεῖ μοιραῖες πληγές ὡς ὑλικό ποίησης, κάτι ἐπισφαλές γιά τήν ψυχική του ἰσορροπία, ἰδιαίτερα στούς καιρούς μας. Ἡ δεύτερη ἀποτροπαϊκή προειδοποίηση ἔχει νά κάνει μέ τήν διασφάλιση τοῦ ποιητικοῦ γεγονότος – τήν ἴδια τήν ποιητική πράξη. Καί τοῦτο, ἐπειδή τά βογγητά τῆς ὀδύνης καί τοῦ μίσους μπορεῖ νά δίνουν μικρή ἀνακούφιση σέ ἐξόχως ἀλγεινά τραύματα, δέν δημιουργοῦν ὅμως ἀπό μόνα τους τέχνη. Μᾶλλον τήν καταστρέφουν. Τό διατύπωσε θαυμάσια ὁ Φρόστ. (περισσότερα…)

Στο κάτοπτρο του μύθου

Σχόλια πάνω στην ποιητική σύνθεση της Αυγής Λίλλη, Στην άκρη μια ουρά (Θράκα 2021)

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Με την τρίτη κατά σειρά ποιητική κατάθεσή της Στην άκρη μια ουρά, η Αυγή Λίλλη συγκροτεί έναν πολυσήμαντο ποιητικό χώρο, στον οποίο τα ήδη κατακτημένα όπλα μιας σπαρακτικής διακειμενικότητας, μιας ανατρεπτικής όρασης και κυρίως μιας βίαιης αποστακτικής επεξεργασίας του λόγου οξύνονται ακόμη περισσότερο. Όπως, καταδεικνύει τόσο ο τίτλος όσο και η καλαίσθητη εκδοτική της ανά χείρας συλλογής-συνθετικού ποιήματος, η Αυγή Λίλλη διαλέγεται δημιουργικά με τον γνωστό, σκοτεινό μύθο της μικρής γοργόνας του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Πιο συγκεκριμένα, ο διάλογος εντοπίζεται αφενός στον άνισο αγώνα με τον χρόνο που επιβάλλεται προοδευτικά, τραυματικά και αδιαπραγμάτευτα στην ύπαρξη και αφετέρου στον αρχέγονο έρωτα, ο οποίος αν και δρα προς στιγμήν εξισορροπητικά στην έντονη παρουσία του θανάτου, προβάλλει, εντούτοις, αντιθετικά και επίμονα από τη μια το τυραννικό δράμα του ανικανοποίητου, ανεκπλήρωτου κι από την άλλη το δράμα της αναπόφευκτης φθοράς του τελειωμένου. Το βιβλίο αυτό, με άλλα λόγια, αποτελεί, κατά την άποψή μου, μια σύνοψη ιδεών που αναπηδά από βιώματα έρωτα και απώλειας και συμπυκνώνει αισθητικά τη βιολογική, αλλά και ποιητική ωρίμανση της ποιήτριας, η οποία μοιάζει να εισέρχεται σε μια εποχή αποχαιρετισμού του έρωτα. (περισσότερα…)

Το Τρούμαν Σόου, η Αίγυπτος και οι δικτατορίες στον 21ο αιώνα

001

~.~

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Στη γνωστή και βραβευμένη ταινία The Truman show που σημείωσε θριαμβευτική υποδοχή όταν πρωτοπροβλήθηκε το 1998, ένας νεαρός ενήλικας, ο Τρούμαν, βρίσκεται εν αγνοία του σε μια αλλόκοτη κατάσταση: ολόκληρη η ζωή του, ακόμη και όταν τρώει, ντύνεται ή κοιμάται, είναι ένα ριάλιτι που παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο. Όλα όσα έζησε, ένιωσε και έκανε, οι φίλοι, οι έρωτες και τα παιδικά του χρόνια, δεν ήταν παρά ένα ψέμα, ένα σόου με σενάριο και τη σκηνοθεσία κάποιου φιλόδοξου και παρανοϊκού σκηνοθέτη. Ώσπου γνωρίζει την Σύλβια, μια κοπέλα που εμφανίζεται στην τεχνητή “ζωή” του αλλά προσπαθεί να του πει όλη την αλήθεια, οπότε την απομακρύνουν γρήγορα από κοντά του. Τελικά, εκείνη αποχωρεί από το ριάλιτι και γίνεται ακτιβίστρια μιας οργάνωσης που επιμένει πως ο Τρούμαν πρέπει να μάθει την αλήθεια, με το σύνθημα «ελευθερώστε τον Τρούμαν». Όταν ο Τρούμαν ανακαλύπτει (σταδιακά) τι του συμβαίνει, ο “σκηνοθέτης” επιχειρεί με κάθε τρόπο να τον πείσει να παραμείνει σε αυτό το σίριαλ, φτάνοντας μέχρι και στο σημείο να δημιουργήσει τεχνητή “θαλασσοταραχή”, ώστε να τον εκφοβίσει, ρισκάροντας ακόμη και την ίδια του τη ζωή (εξάλλου, του έχουν προκαλέσει υδροφοβία). Όταν τελικά βλέπουν ο ένας τον άλλον, ο σκηνοθέτης τον προτρέπει να μείνει μέσα στο τεχνητό και προστατευμένο περιβάλλον που του έχει φτιάξει, διότι είναι πολύ καλύτερο από τον πραγματικό κόσμο. Ωστόσο, ο Τρούμαν γνωρίζει και του είναι πια αδύνατο να έχει την παλιά του “αθωότητα”. Αν όμως ο Τρούμαν γνωρίζει, αυτό δεν σημαίνει ότι κατανοεί τον τρόπο που λειτουργεί ο πραγματικός κόσμος, ούτε ότι θα μπορούσε να ζήσει σε αυτόν. (περισσότερα…)

Ο θάνατος ως μετουσιωμένη παρουσία

~.~

Για τη ζωγραφική του Δημήτρη Εφέογλου: ο θάνατος ως μετουσιωμένη παρουσία

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Αν σκεφτούμε την παράδοση σαν μια σκυταλοδρομία στη διάρκεια της οποίας η προγενέστερη γενιά δίνει στην επόμενη τη σκυτάλη τότε ο Δημήτρης Εφέογλου εκθέτοντας τα έργα του στη γκαλερί Ζουμπουλάκης δεν μπορεί παρά να νιώθει μια κάποια ικανοποίηση. Αυτή η ικανοποίηση πυροδοτείται από την αναγνώριση ότι ο χώρος που φιλοξενεί μια έκθεση, δεν είναι ένας οποιοσδήποτε χώρος, προϊόν τυχαίας επιλογής, αλλά ένας παράγοντας ιδιαίτερα επιδραστικός στην πρόσληψη του έργου τέχνης. Στην προκειμένη περίπτωση, η γκαλερί Ζουμπουλάκης είναι ένας χώρος δονούμενος από τον παλμό της σύγχρονης δυτικής τέχνης: από τον Ντε Κίρικο, τον Μαξ Ερνστ και τον Ράουσενμπεργκ μέχρι τους δικούς μας, Φασιανό, Μόραλη και Ακριθάκη η γκαλερί Ζουμπουλάκης συστήνει στο ελληνικό κοινό έργα ντόπιων και ξένων ζωγράφων που δεν ακολουθούν πεπατημένες οδούς, αλλά υιοθετώντας καινοτόμα εκφραστικά μέσα ανατρέπουν παραδοσιακές συμβάσεις αναπαράστασης διανοίγωντάς μας —εμάς, τους θεατές— σε έναν ολοένα και πλατύτερο κόσμο οπτικών εμπειριών. Σε αυτή λοιπόν τη σκυταλοδρομία τελευταίος σταθμός είναι ο Δημήτρης Εφέογλου, η ατομική έκθεση του οποίου με τίτλο As I Came Through the Desert Thus It Was διήρκησε από τις 16 Σεπτεμβρίου μέχρι και τις 9 του Οκτώβρη.

Ο τίτλος της έκθεσης είναι απόλυτα χαρακτηριστικός αυτού που προσδιορίζει. Για την ακρίβεια, έχω την αίσθηση ότι τα έργα του Εφέογλου λειτουργούν ως ένα εικαστικά μορφοποιημένο ερμηνευτικό σχόλιο πάνω στον συγκεκριμένο τίτλο. As I Came Through the Desert Thus It Was λοιπόν ‒ σε ελεύθερη μετάφραση: όταν ήρθα από την έρημο έτσι ήταν. Αυτό το «thus it was» ορίζει ουσιαστικά την καλλιτεχνική πρόταση του Εφέογλου. Με τη διαφορά ότι το «έτσι ήταν» μετατρέπεται σε «έτσι είναι», αφού ο παρελθοντικός χρόνος μιας περασμένης εμπειρίας μέσω του έργου τέχνης παροντοποιείται, η απουσία μεστώνεται από την παρουσία: το «ήταν» της βιωμένης περασμένης εμπειρίας μέσω μνημονικών διεργασιών —τι είναι άραγε η τέχνη αν όχι μια άσκηση της μνήμης;— μετρέπεται σε «είναι» ‒ ένα «είναι» ζωντανό, ενσώματο, υλικά παρών, χειροπιαστά σαφές. Πώς είναι λοιπόν καθώς φτάσαμε από την έρημο; Ανοίγω εδώ μια παρένθεση: ο τίτλος της έκθεσης είναι δανεισμένος από το ποίημα του ρομαντικού ποιητή Τζαίημς Τόμσον, «The City of Dreadful Night», δημοσιευμένο το 1874. Το συγκεκριμένο ποίημα ξεχωρίζει για τον τρόπο που παρουσιάζεται το Λονδίνο του ύστερου 19ου αιώνα. Η πόλη-σύμβολο της Βιομηχανικής Επανάστασης, δεν είναι μια πόλη που προοιωνίζεται την πρόοδο, δεν είναι προάγγελος καιρών ξέγνοιαστων, απαλλαγμένων από τον κάματο της χαμηλά αμειβόμενης χειρωνακτικής εργασίας ‒ τουναντίον, το Λονδίνο απεικονίζεται σαν μια χοάνη, σαν ένα χωνευτήρι ψυχών, ένα σύμβολο απολύτως δηλωτικό της αστικής αποανθρωποποίησης που επιφέρει η πρόοδος της Βιομηχανικής Επανάστασης. Φέρνοντας το ποίημα του Τόμσον στην εικαστική του έκθεση, ο Εφέογλου διεκδικεί τη σύζευξη δυο διακριτών καλλιτεχνικών ιδιωμάτων: ποίηση και ζωγραφική, λεκτικές διεργασίες και οπτικοί όγκοι συνυφαίνονται, ώστε η αλήθεια που παράγεται από το έργο τέχνης να μην περιορίζεται στην επικράτεια της μιας ή της άλλης περιοχής αλλά να εξακτινώνεται και στις δύο ταυτόχρονα. Αλήθεια αδιαίρετη: το έργο διαβάζεται και βλέπεται ταυχρόνα.

Πώς το κατορθώνει όμως αυτό ο καλλιτέχνης; Βάσει ποιων μορφοπλαστικών διεργασιών και τι θέλει τελικά να πετύχει; Γιατί ασφαλώς και θέλει κάτι να πετύχει. Σκέφτομαι συχνά την τέχνη σαν ένα επιτραπέζιο παιχνίδι στρατηγικής: υπάρχουν μάχες, υπάρχουν εχθροί και φίλοι, ζώντες και τεθνεώτες. Υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο, στόχοι, υπάρχουν κανόνες και πρακτικές ικανές να οδηγήσουν στο τελικό αποτέλεσμα. Ποιος συγγραφέας άραγε, ποιος εικαστικός, ποιος μουσικός συνθέτει απροσχεδίαστα, παρακινούμενος αποκλειστικά από το ένστικτο, συνεπαρμένος από την αυθορμησία της στιγμής; Ακόμα και στις πιο ενστικτώδεις, παρορμητικές καλλιτεχνικές πράξεις —αίτημα που ο Αντρέ Μπρετόν, φερ’ ειπείν, πολύ θα το ήθελε να εφαρμόζεται στα σουρεαλιστικά έργα— είναι αδύνατον να υποστηρίξουμε ότι εκείνο που παράγεται είναι τελικά το αποτέλεσμα μιας αυθόρμητης, αδιαμεσολάβητης πράξης. Πάντα υπάρχει ένα μορφοποιητικό φίλτρο ‒ ή, καλύτερα, μια συνθεσιακή ικανότητα, χάρη στην οποία το αχανές, φυγόκεντρο υλικό της βιωμένης εμπειρίας τακτοποιείται, αξιοποιείται και εκφράζεται. Αυτή η υψηλής έντασης κεντρομόλος κίνηση, ικανή να συνθέτει αναπλάθοντας το υλικό της εμπειρίας, είναι ουσιαστικά μια από τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία του έργου τέχνης.

Ας επιστρέψουμε όμως στον Εφέογλου. Όλη η έκθεση χτίζεται σε αντιθέσεις, σε ένα διαρκές παιχνίδι μεταξύ φωτός και σκοταδιού, κρυπτότητας και επιφάνειας ‒ σε ένα παιχνίδι τελικά μεταξύ ζωής και θανάτου. Τα έργα που έχουμε μπροστά μας προϋποθέτουν ακριβώς αυτό το παιχνίδι. Καθόλου τυχαίο, εξάλλου, ότι ο επιμελητής της έκθεσης, Αποστόλης Αρτινός, αναφέρεται στο περιεχόμενο της έκθεσης με τα ακόλουθα λόγια: «Η σιωπή του κόσμου, αυτή η απόσυρση των εικόνων του, ο αποκλεισμός τους, η αδύνατη αναπαράστασή τους».1 Πιο απλά: υπάρχει κάτι που αντιστέκεται, κάτι, που σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, παραμένει ανεικόνιστο, το οποίο όμως παλεύει να ιδωθεί. Τις αντιστάσεις αυτής της διαφεύγουσας πραγματικότητας θα προσπαθήσει να κάμψει ο καλλιτέχνης. Η «σιωπή του κόσμου», για την οποία μιλά ο Αρτινός, ορίζει έναν ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα σε θάνατο και ζωή, ο οποίος όμως διεκδικεί να χαράξει τη δική του επικράτεια. Για αυτό και η σιωπή δεν είναι σιγή, αλλά, μετουσιωμένη στο έργο τέχνης, μετατρέπεται σε μια σιωπή απολύτως ενεργητική, εντελώς ενσώματη. Για να ιδωθεί ωστόσο, για να αποκτήσει μιλιά, πρέπει το σώμα του θεατή να τεθεί σε κίνηση ‒ πρέπει, με άλλα λόγια, το βλέμμα να σωματοποιηθεί. Αρκεί μια περασάδα, μια περασάδα με συχνές στάσεις, οι οποίες θα επιτρέψουν στο βλέμμα να επικεντρωθεί στον ενδιάμεσο εκείνο χώρο που διαγράφουν τα έργα του Εφέογλου. Η προσπάθεια αποκάλυψης ενός νοήματος εξακολουθητικά διαφεύγοντος, θα ήταν αδύνατον να στηθεί με καθαρές μορφές μιας παραστατικής (figurative) απεικόνισης με σαφείς υπαινιγμούς σε εγκόσμια αντικείμενα. Πρόκειται για μια ζωγραφική που παλεύει να απαγκιστρωθεί από τον εξωτερικό κόσμο, ώστε να τον διεκδικήσει εκ νέου, που αξιώνει, με άλλα λόγια, να κάνει πράξη την περίφημη φράση του Πάουλ Κλέε: «η ζωγραφική δεν αναπαράγει το ορατό. Καθιστά κάτι ορατό». Τι καθιστά ορατό, εν προκειμένω, η ζωγραφική του Εφέογλου;

Ο τίτλος της έκθεσης, As I Came Through the Desert Thus It Was, εξειδικεύεται σε μια σειρά έργων με το όνομα One Last Look, ένα τελευταίο βλέμμα, μια ύστατη ματιά πάνω σε κάτι. Πάνω σε τι; Εστιάζουμε αρχικά στο υλικό. Το παιχνίδι μεταξύ ζωής και θανάτου αντανακλάται αρχικά εδώ, στη σημειολογία της ύλης: ζωγραφικές επιφάνειες φτιαγμένες από μεγάλων διαστάσεων διάτρητα χαρτιά —υλικό εύπλαστο, ευάλωτο, τρύπιο, παραδομένο στη φθορά—, τα οποία στην πίσω τους πλευρά είναι επικολλημένα με αλουμινοταινία ‒ υλικό ανθεκτικό με υψηλή αντοχή στη διάβρωση. Ζωγραφισμένη είναι η εμπρόσθια όψη, η καμωμένη από το μη ανθεκτικό υλικό. Το ασημί φόντο καλύπτεται —κάποιος θα έλεγε μουτζουρώνεται— με ακανόνιστες μπλε, μαύρες κάθετες, πλάγιες και οριζόντιες καμπύλες και γραμμές, οι οποίες άλλοτε κυριαρχούν η μια εις βάρος της άλλης, και άλλοτε υποχωρούν από τη βαρυτική έλξη που τους ασκεί το ασημί φόντο. Η διαδρομή του επισκέπτη στη σειρά έργων με τίτλο One Last Look, ολοκληρώνεται —αν μπορεί να πει κανείς ότι μια έκθεση ποτέ ολοκληρώνεται— με την τελευταία ζωγραφική επιφάνεια, στην οποία βλέπουμε το μαύρο χρώμα να έχει κυριαρχήσει. Κατά τη γνώμη μου απολύτως συνειδητά: το ασημί φόντο είναι η περιοχή που εσωκλείει το φως, η φωτισμένη περιοχή στην επικράτεια της οποίας παλεύουν να κυριαρχήσουν το μπλε —χρώμα του καθαρού ουρανού, χρώμα που ξεκουράζει και, που, σύμφωνα με τον Γκαίτε, «υποχωρεί στο βλέμμα»—2 και το μαύρο, χρώμα που μαρτυρά απουσία φωτός. Η επικράτηση του μαύρου στο έργο που ολοκληρώνει την έκθεση θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν ένα σχόλιο πάνω στις μεγάλες αντινομίες που κατοικούν στην ανθρώπινη ύπαρξη: ζωή και φως, θάνατος και σκοτάδι. Στα έργα του Εφέογλου βλέπουμε μια προσπάθεια συνύφανσης: η ζωή και το φως δεν εμφανίζονται χωρίς την επίγνωση του θανάτού τους, χωρίς την ενδεχόμενη απουσία τους. Για αυτό και άλλοτε επικρατεί το ένα, άλλοτε το άλλο ‒ και αν στο τέλος αυτό που μένει είναι το μαύρο, αυτό συμβαίνει όχι γιατί ο θάνατος είναι η σιγή του κόσμου, ένα φαινόμενο το οποίο εκμηδενίζει όλα τα άλλα, αλλά γιατί η συγκεκριμένη επιλογή προϋποθέτει την βασανιστική επίγνωση: όλη μας η ύπαρξη είναι ένα «Είναι-προς-Θάνατον». Δηλαδή, και με πιο απλά λόγια: σύνολη η ζωή μας διαμορφώνεται από τη συνεχή παρουσία του θανάτου, από το ενδεχόμενο εμφάνισής του. Ο θάνατος, εν προκειμένω, είναι ο τελικός προορισμός ‒ είναι όμως και η αρχή, το κινούν νήμα. Σε αυτήν την προβολή προς το επικείμενο του θανάτου είναι που επικυρώνεται όμως, όπως λέει και ο Χάιντεγκερ, η υπέρτατη ελευθερία της «Εδωνά-είναι» (Dasein) ύπαρξής μας. Για αυτό και τα έργα του Εφέογλου με τις επιλογές των τίτλων, με τις διακαλλιτεχνικές τους αναφορές, με το στρατηγικό διάλεγμα των υλικών και των χρωμάτων, συνιστούν μια σπουδή στην απώλεια, μια σπουδή στην απώλεια που προϋποθέτει όμως τη δίψα για ζωή, ένα έργο αφιερωμένο στον θάνατο ως επικείμενο —αλλά όχι συντελεσμένο— γεγονός ‒ ένα One Last Look ως μετουσιωμένη, άρα και ένσαρκη, παρουσία.

ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗΣ ΝΙΚΟΣ


1 Βλ. το σχετικό σημείωμα στον κατάλογο της Έκθεσης.

2 Βλ.: Μωρίς Μερλώ-Ποντύ, Φαινομενολογία της αντίληψης, (μτφρ.: Κική Καψαμπέλη), Αθήνα, Νήσος, 2016, σ. 367.

Ο «ριζοσπαστικός αριστοκρατισμός» και η «Μεγάλη Πολιτική» στο έργο του Νίτσε

Μια προσπάθεια ολικής επισκόπησης του ύστερου έργου του

 του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΡΙΤΣΑ

1). Η πορεία προς τη «Θέληση για Δύναμη»

Το έργο του Νίτσε το οποίο προκάλεσε με την έκδοση  τόσο θετικά όσο και αρνητικά σχόλια, ήταν η Θέληση για Δύναμη. Αυτή η κατάσταση αμφιβολίας προέκυψε, επειδή η αδελφή του και μετέπειτα δεδηλωμένη «αντισημίτρια, εθνικίστρια και οπαδός του Χίτλερ» Ελίζαμπεθ Φαίρστερ-Νίτσε επιμελήθηκε να εκδοθούν αυτές οι σημειώσεις, από τη χρονική περίοδο 1883-1888, το 1901, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του αδελφού της. Η “καλοπροαίρετη” θέλησή της να αναδείξει βέβαια το έργο του αδερφού της συνδέθηκε με την επιθυμία της να αισθανθεί ότι βρίσκεται κάτω από την προστασία, πνευματική ή όχι, κάποιου —όχι, μόνο για να πάρει κάποια φήμη η ίδια— πράγμα που επεξηγεί τις μετέπειτα πολιτικές συμπορεύσεις της.[1]

(περισσότερα…)

Θωμάς Ιωάννου, Δύο ποιήματα

~.~

ΛΑΚΩΝΙΚΑ

Λακωνικά τα μάτια σου
Μου τα ’παν όλα εν ριπή
Τα βλέφαρά τους γέρνοντας στον ώμο μου
Τ’ όνειρο να σκουντήσουν

Πάει καιρός που ήταν άπιαστα
Και μήτε με τη θύμηση δε τα ’φτανα
Τις νύχτες που σημάδευα ψηλά
Τα σιδερένια τ’ ουρανού πουλιά
Να προσγειώσω πάνω μου

Μα τώρα πια σε μέρες γόνιμες
Στις κόγχες τους σαν μπαίνω
Να τα προλάβω ανοιχτά
Προτού ποτέ με κλάψουν
Ή των ομματιών τους πάρουνε
Φέγγουν οι κόρες μας σε πλήρη διαστολή
Σαν κόλπος πριν τη γέννα

Μια τρίχα άσπρη μια ρυτίδα
Κι αν δεν βρήκες πάνω μου
Μες στο κουβάρι των φλεβών
Άραγε είδες όσα έγιναν καπνός
Πίσσα και νικοτίνη στόμωσαν
Το σφυγμικό μου κύμα
Και τράτο πια δεν έχω

Μα με  συνοδηγό το βλέμμα σου
Φουλάρω πάλι την καρδιά

Μ’ ένα σκαρί αβέβαιο
Τέρμα Θεού να φτάσω

~.~

ΤΑΙΝΑΡΟ

Πήγα και ήρθα
Δυο και τρεις
Ως τον αγύριστο
Για να σε δω μια στάλα

Αλλά στο γυρισμό στιγμή δεν πάψανε
Να τρέχουν οι καθαριστήρες στο παρμπρίζ
Γυαλί να κάνουνε τα μάτια μου
Το πρόσωπό σου μη βραχεί
Απ’ του καιρού την μπόρα

Νύχτες σαν παίρνω το αμάξι μου ξανά
Με καρφωμένη την ταχύτητα στην πρώτη
Ν’ ανέβω του λαιμού την ανηφόρα σου
Τον Γολγοθά τόσης σιωπής
Τρεχάτος με τη γλώσσα έξω να διαβώ
Το σταυρουδάκι σου να σύρω
Που βαραίνει πάνω μου
Όσο με χίλιους όρκους

Απάτητο να μην αφήνω πόντο
Απ’ το δέρμα σου
Και ας στερέψει τ’ οξυγόνο μου
Στην πιο ψηλή του αίματός σου κορυφή
Άντρας με άντρα να λογαριαστώ
Με τον Ταΰγετο
Που από μικρή στα πόδια του σε έχει

Μονόπετρο να σου περάσω τον Μυστρά
Στο χώμα σου να μπω
Μέχρι το Ταίναρο

ΘΩΜΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ


Από το επερχόμενο ποιητικό βιβλίο του Θωμά Ιωάννου, Δρόμος ημιαντοχής.

~.~

Ο ψυχαναλυτής Όττο Ρανκ και το “τραύμα” της γέννησης ως αφετηρία του ανθρώπινου πολιτισμού

 

1

 

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Το κίνημα της ψυχανάλυσης είναι γνωστό και δεν χρειάζεται ειδικές συστάσεις: οι ρηξικέλευθες παρατηρήσεις του Φρόυντ για την παιδική σεξουαλικότητα, τα στάδιά της και τη γενικότερη επίδραση της λίμπιντο (σεξουαλική ενέργεια), συγκλόνισαν την πουριτανική βιεννέζικη κοινωνία των αρχών του 20ού αιώνα, καθώς και την υπόλοιπη Ευρώπη. Ωστόσο, ο ριζοσπαστισμός της ψυχανάλυσης δεν περιοριζόταν μονάχα στην κατάδειξη της σημασίας του σεξουαλικού ενστίκτου, που τότε εθεωρείτο “ταμπού”, αλλά σηματοδότησε και κάτι ακόμη: το ιδανικό του ορθολογικού, συγκροτημένου και πειθαρχημένου ατόμου, που υποτάσσει την άλογη φύση “εξαναγκάζοντάς” τη να του αποκαλύψει τα μυστικά της, υπέρ της βελτίωσης της ζωής του, δηλαδή το κύριο ιδεώδες του αστικού πολιτισμού των Νεώτερων Χρόνων, υπέστη ένα καίριο πλήγμα. Η διάκριση του ψυχισμού σε συνειδητό και ασυνείδητο, θεμελιώδης προϋπόθεση για την ψυχανάλυση, ήταν αρχικά μια εξευτελιστική επίγνωση που οι άνθρωποι δυσκολεύονταν ν’ αποδεχτούν. Σύμφωνα με τον Φρόυντ, μέσα στον ανθρώπινο ψυχισμό υπάρχει ένα μεγάλο άλογο τμήμα, το οποίο μας επηρεάζει σημαντικά εν αγνοία μας και εκδηλώνεται μέσα από τις γλωσσικές παραδρομές και τα όνειρα. Το μη συνειδητό διαιρείται με τη σειρά του σε δύο τμήματα: αυτό του ασυνειδήτου, που αδυνατεί από μόνο του να γίνει συνειδητό διότι υπέστη “απώθηση” από τον μηχανισμό της αντίστασης, και εκείνο του προσυνειδητού, που είναι απλώς ένα λανθάνον συνειδητό. Κάνοντας μία ακόμη διάκριση, ο Φρόυντ ονόμασε «Εγώ» το συνεκτικό πυρήνα που αντιπροσωπεύει τη λογική και προκαλεί τις απωθήσεις, ενώ αποκαλεί «Αυτό» (η έννοια αντλήθηκε από τον παθολόγο Γκέοργκ Γκρόντεκ, που την είχε δανειστεί με τη σειρά του από τον Νίτσε), το σκοτεινό τμήμα του ψυχισμού που αντιπροσωπεύει τα πάθη. Πάντως, το Αυτό, αντιπροσωπεύοντας τα πάθη, λειτουργεί με βάση την αρχή της ηδονής, σε αντίθεση με το Εγώ που λειτουργεί με την αρχή της πραγματικότητας. Βέβαια, τα όρια ανάμεσα στο Εγώ και το Αυτό είναι αρκετά ασαφή, αφού αυτά επικοινωνούν. (περισσότερα…)