Συντάκτης: L'apprendista

Ο δρόμος προς την ελευθερία της ύπαρξης

Εκδοχές ερμηνευτικής ανάγνωσης της ποιητικής συλλογής του Γιώργου Βέη: Βράχια

του ΚΟΣΜΑ ΚΟΨΑΡΗ

Αυτό που έχει ενδιαφέρον ως διασαφητικός δείκτης της ποιητικής συλλογής του Γιώργου Βέη: Βράχια, είναι να προσδιοριστεί ερμηνευτικά τι νοηματοδοτούν αυτά ως σύμβολα στο ποιητικό του σύμπαν. Αποτελούν ένα από τα πια στιβαρά στοιχεία του φυσικού κόσμου που δίνουν τη δυνατότητα στο ποιητικό υποκείμενο να τα χρησιμοποιήσει ως μέτρα της συμπαντικής νομοτέλειας. Είναι ουσιαστικά ένα ψυχικό αντιστύλι. Η αφετηρία ώστε να αντιμετωπιστούν οι βαθύτερες οντολογικές ανησυχίες σχετικά με τον εναγώνιο φόβο του ατόμου για τη φθορά και το θάνατο. Συνιστούν έναν σταθερό συνενωτικό αρμό με την παραδοσιακή ποίηση, όταν το ποιητικό έδαφος γονιμοποιείται στο έπακρο με θεματικούς άξονες εμπνευσμένους από την παντοδύναμη φύση. Οι διακειμενικές σχέσεις της συλλογής με τον Σολωμό και τον Παλαμά ενέχουν μια διττή λειτουργία.

Από τη μια, απηχούν την ανάγκη του δημιουργού να κατανοήσει με σύνεση τους βαθύτερους μηχανισμούς που διέπουν την κοσμική τάξη. Από την άλλη, εξαπολύουν ανιχνευτές εδάφους στο ποιητικό παρελθόν για να ενδυναμώσουν την πάγια πεποίθησή του ότι το κλειδί για την εσωτερική αρμονία είναι η αναζήτηση μιας ουσιαστικής σχέσης με τη φύση ως αντιστάθμισμα στην έσω αποδιοργάνωση. Είναι ο μόνος τρόπος για να αντιπαρέλθει κανείς την αίσθηση του εφήμερου αλλά και ένα αντίβαρο όταν βιώνουμε έναν αλλοτριωμένο κόσμο γύρω μας στις διάφορες εκφάνσεις του. Τα βράχια από ένα άγονο στοιχείο μεταμορφώνονται σε οδοδείκτες που βοηθούν τον άνθρωπο να επανακτήσει την ολιστική αντίληψη για τον κόσμο αντί θρυμματισμένων εικόνων του:

παλίμψηστο είναι
για να διαβάζουμε εκεί το παρελθόν
το καμένο μέλλον των βρύων
αλλά και του πλανήτη την τρελή τροχιά
όταν θα πέσει πάλι πάνω του κομήτης.[1]

Καθένας μέσα στην ποιητική δεξαμενή παύει να αισθάνεται αποσπασματικό-περιθωριοποιημένο στοιχείο της πραγματικότητας αλλά διεκδικεί εκ νέου τον κοινωνικό του ρόλο, καθώς και το ατομικό πεπρωμένο σε έναν κόσμο που μπορεί μέσω της αναθεωρητικής αυτής διαδικασίας να εκληφθεί ως αδιάλειπτη συνέχεια:

Πορτοκαλιές κατάφορτες να σκύβουν όλες μαζί
είδα ξανά στον ύπνο μου
το βελούδο των αγρών
πορτοκαλιές κατάφορτες να σκύβουν όλες μαζί
να μου πάρουν την ανάσα
να τη γυρίσουν σε χρυσάφι θέλουν […].[2]

Τα βράχια αποκτούν μέσω της ποίησης του Βέη υπόσταση. Γίνονται αρωγοί και συνοδοιπόροι του καθενός μας, όταν νιώθουμε πως ολισθαίνουμε αναπόφευκτα στη φθορά. Συνεπώς, χρειάζεται να εμπεδώσουμε την αναγκαιότητα του να γίνουμε ξανά περισσότερο ανθρώπινοι. Τότε, εκείνα που θεωρούμε ενδεχομένως ασήμαντα και ευτελή, μπορούν να φανούν περισσότερο από ποτέ χρήσιμα για έναν ολικό επαναπροσδιορισμό της ζωή μας:

Η ώρα τροχόσπιτο κολλημένο στη λάσπη
με τρύπια λάστιχα βλέπεις εικόνες στίγματα
ένα ακόμα οικόπεδο Χιροσίμα η γλώσσα μας
κακοφορμισμένο απόγευμα
κεφάλι που έγινε μπάλα στα πόδια της Κυριακής
διαστημόπλοιο χωρίς καύσιμα
οι αστροναύτες δεν έχουν πια γη να βλέπουν
αλλά σπασμένα αγγεία των θεών από κομήτες
ξεχασμένοι, γεμάτοι σκουπίδια του νου αυτοί
που ήμασταν κάποτε […].[3]

Η ριζική αλλαγή θεώρησης σχετίζεται με την γόνιμη επενέργεια του χρόνου, όταν δεν τον βλέπουμε πια ως απειλή που ανά πάσα στιγμή μπορεί να μάς συμπαρασύρει στο σημείο μηδέν της ύπαρξης. Για αυτό το λόγο, δεν θα πρέπει να αποφύγουμε τον αληθινό εαυτό μας, αλλά να βρούμε τη δύναμη να τον αντιμετωπίσουμε κατά μέτωπο, ώστε να βγούμε κερδισμένοι και πιο δυνατοί από αυτή την υπαρξιακή αναμέτρηση. Η συγκεκριμένη δοκιμασία συνιστά ανακλαστικό δείκτη της επιζητούμενης αλήθειας και της αυθεντικότητας:

Ο σκύλος επιστρέφει πάντα στον εμετό του
ακριβολογεί και αυτήν τη φορά η Βίβλος
όπως ακριβώς και εμείς δεν ξεχνάμε
κι επιστρέφουμε πάντα στις πληγές που μάς άνοιξαν,
όχι για να τις καθαρίσουμε
αλλά για να τις κάνουμε ακόμα βαθύτερες.
[4]

Ο ποιητής δεν χάνει την πίστη του στην ευοίωνη εξέλιξη των ανθρώπων, αρκεί να μην ξεχνούν να κοιτάζουν ψηλά, κάτι που πάντα αποτελούσε την βασική, αρχέγονη αποστολή τους:

Όχι, δεν θα μείνουμε απόκληροι στο τέλος
χωρίς αντίκρισμα των πόλεων οι νομάδες
η εμπιστοσύνη των άστρων
το άφθιτο σημάδι
πηδάλιο […].[5]

Η πίστη στο αύριο σηματοδοτεί για τον Βέη μια ιδιαίτερη αντίληψη του χρόνου. Διερευνώ το παρελθόν, για να ανακαλύψω εκεί τα μυστικά της συμπαντικής λειτουργίας, ώστε να απεγκλωβιστώ από την αίσθηση παροδικότητας διεκδικώντας ένα μέλλον με ευρύτερη προοπτική. Με τον τρόπο αυτό, αποκτώ την ανθεκτικότητα των βράχων που είναι σε θέση να ατενίζουν τον ατέρμονο ορίζοντα της θάλασσας. Από το αγέρωχο σημείο των βράχων αισθάνεται κανείς ότι δεν υπάρχει τέλος, τέλμα ή όριο, αλλά ότι είναι σε θέση πάντα να ταξιδεύει σε έναν τόπο με ανοιχτό ορίζοντα, ακολουθώντας τη διαδρομή των πουλιών που χάνονται στο βάθος του ωκεανού:

Εκεί που αρχίζει, τελειώνει κιόλας
εφήμερο καθώς το λένε
όλα στο μεταξύ του αντιστέκονται
μα εκείνο δεν παραιτείται ποτέ
το σημάδι του αγαθού
είσαι.[6]

Η ποίηση τότε μετατρέπεται σε μια «υπόσχεση διαρκείας» που «θέλει ν’ ακυρώσει το φθόνο της νύχτας».[7] Για το ποιητικό υποκείμενο, όποιος καταφέρει να ξεφύγει, έστω για λίγο, από την ενίοτε ανυπόφερτη και διαβρωτική καθημερινότητα, αφιερώνοντας λίγο χρόνο στο αντίκρισμα της θάλασσας γίνεται ο μεγάλος νικητής της ζωής. Η θάλασσα στον ποιητικό καμβά του Βέη αποδίδει την εσωτερική ελευθερία και τα βράχια τρέπονται σε βασικό εργαλείο κατάκτησής της:

Ας σταματήσουμε εδώ λοιπόν
στην άκρη των κυμάτων
άπληστοι, ακοίμητοι,
με το κεφάλι ψηλά
ως τάματα στη νίκη
ένα με τ’ άστρα των μηνυμάτων
ένα με τα κήτη που φτάνουν ως εδώ
ένα με το καλοκαίρι του νου
σελήνη στη μέση του λιμανιού.[8]

Αυτό είναι το σημαντικό φιλοσοφικό απόσταγμα αυτής της βαθυστόχαστης συλλογής. Στην ποίηση του Βέη η αυτοπραγμάτωση του οντολογικού είναι οδηγεί στη θάλασσα. Εκεί βρίσκεται ο δρόμος προς την ελευθερία της ύπαρξης.

ΚΟΣΜΑΣ ΚΟΨΑΡΗΣ


[1] «Η γέρικη γλυσίνα»: Γιώργος Βέης, Βράχια, ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2020, σ. 22.

[2] «Η πάλη», ό.π., σ. 27.

[3] «Μαθήματα ανθρωπολογίας», ό.π., σ. 28.

[4] «Επικαιρότητα», ό.π., σ. 29.

[5] «Κορυφογραμμές», ό.π., σ. 36.

[6] «Πίστη», ό.π., σ. 46.

[7] «Ειλικρίνεια», ό.π., σ. 49.

[8] «Με τους ψαράδες», ό.π., σ. 64.

ΝΠ5 – Κώστας Χατζηαντωνίου, Νευρωτική παραδοσιολατρεία και ευρωφιλικός παρασιτισμός

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κώστα Χατζηαντωνίου, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Κα­τὰ τοὺς δύ­ο αἰ­ῶ­νες ἐ­λεύ­θε­ρου ὑ­πὸ τὴν τυ­πι­κὴ ἔν­νοι­α πο­λι­τι­κοῦ βί­ου, ἡ Ἑλ­λά­δα ἀ­πο­κό­μι­σε ἐμ­πει­ρί­ες ποὺ εὔ­λο­γα γεν­νοῦ­σαν ἄλ­λο­τε ὑ­πε­ρή­φα­νες δι­α­κη­ρύ­ξεις καὶ ἄλ­λο­τε θρη­νη­τι­κὲς εἰ­κα­σί­ες. Πα­ρὰ ὡ­στό­σο τὴ δι­αρ­κῆ  ἀν­τι­μα­χί­α πα­ρά­δο­σης καὶ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας ποὺ σφρα­γί­ζει τὸν νε­ο­ελ­λη­νι­κὸ βί­ο ἐν συ­νό­λῳ, ἡ πο­λι­τι­κὴ ζω­ὴ καὶ ὁ πο­λι­τι­σμός μας ἐ­ξε­λίσ­σον­ταν καὶ ἡ χώ­ρα πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε, ἔ­στω μὲ βρα­δύ­τη­τα καὶ μὲ τρό­πο στρε­βλό, τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ δυ­τι­κοῦ κό­σμου, στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πὸ τὰ χρό­νι­α της Ἐ­πα­νά­στα­σης οἱ Ἕλ­λη­νες ἦ­ταν προ­σα­να­το­λι­σμέ­νοι. Αἴφ­νης, με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ μο­να­δι­κὴ στὴν ἱ­στο­ρί­α μας πε­ρί­ο­δο ὁ­μα­λοῦ πο­λι­τι­κοῦ βί­ου τεσ­σά­ρων δε­κα­ε­τι­ῶν, ξέ­σπα­σε ἡ κα­ται­γί­δα. Κρί­ση, πα­ρακ­μὴ ἢ κα­τάρ­ρευ­ση, ὅ­πως καὶ νὰ ὁ­ρί­σει κα­νεὶς αὐ­τὸ ποὺ συμ­βαί­νει στὶς ἡ­μέ­ρες μας, τὸ βέ­βαι­ον εἶ­ναι ὅ­τι γί­νε­ται πλέ­ον πα­σι­φα­νὴς ἡ πλή­ρης δι­ά­βρω­ση θε­σμῶν καὶ ἠ­θῶν κι ἡ γε­νι­κευ­μέ­νη ἀ­νο­μί­α ποὺ κα­θι­στᾶ τὴν ὅ­ποια ἐλ­πί­δα ἀ­νά­τα­ξης νὰ μοιά­ζει ἀ­δύ­να­τη. Τὸ φά­σμα τῆς κα­τα­στρο­φῆς ὑ­ψώ­νε­ται πιὰ γύ­ρω μας. (περισσότερα…)

ΝΠ5 – Γιάννης Κιουρτσάκης, Διορατικότητα καὶ Υπεροψία

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Γιάννη Κιουρτσάκη, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Ὅ­ποιος ἐ­πι­χει­ρεῖ τὸν ἀ­πο­λο­γι­σμὸ ἕ­ξι χρό­νων κα­τα­στρο­φῆς τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὴ θαυ­μά­σει τὴ δι­ο­ρα­τι­κὴ προ­ει­δο­ποί­η­ση τοῦ Πα­να­γι­ώ­τη Κον­δύ­λη στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’90: πὼς κά­ποια μέ­ρα οἱ ἑ­ταῖ­ροι μας στὴν Ε.Ε. θὰ ἀρ­νοῦν­ταν «νὰ χρη­μα­το­δο­τή­σουν […] τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ πα­ρα­σι­τι­κὸ κα­τα­να­λω­τι­σμὸ ἐ­πι­βάλ­λον­τας στὴν οἰ­κο­νο­μί­α [μας] αὐ­στη­ρὴ δί­αι­τα ἐ­ξυ­γι­άν­σε­ως καὶ ἐ­πα­να­φέ­ρον­τας τὸ βι­ο­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο στὸ ὕ­ψος ποὺ ἐ­πι­τρέ­πουν οἱ δυ­να­τό­τη­τές της».[i] Μπρο­στὰ στὴν ἀ­μεί­λι­κτη ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση αὐ­τοῦ τοῦ λό­γου, τί βα­ρύ­τη­τα μπο­ροῦν νὰ ἔ­χουν οἱ δι­αι­ω­νι­ζό­με­νοι δῆ­θεν ἰ­δε­ο­λο­γι­κοὶ κα­βγά­δες μας γιὰ τὸν κα­τα­με­ρι­σμὸ τῶν εὐ­θυ­νῶν; Ἀλ­λὰ ἂν ὁ Κον­δύ­λης ἔ­βλε­πε τό­σο κα­θα­ρὰ τὸ μέλ­λον, ἦ­ταν ἐ­πει­δὴ ἔ­βλε­πε βα­θι­ὰ στὸ πα­ρελ­θὸν τὰ δο­μι­κὰ αἴ­τι­α τῆς πα­ρακ­μῆς: τὴν ἀ­δυ­να­μί­α νὰ στε­ρι­ώ­σει στὴ νε­ό­τε­ρη Ἑλ­λά­δα ἀ­στι­κὸς πο­λι­τι­σμὸς ἱ­κα­νὸς νὰ οἰ­κο­δο­μή­σει εὔ­ρω­στη κοι­νω­νί­α τῶν πο­λι­τῶν καὶ σύγ­χρο­νο κρά­τος. Ἐ­ξοῦ μιὰ μό­νι­μη πνευ­μα­τι­κὴ κα­χε­ξί­α ποὺ δὲν ἄ­φη­σε νὰ ρι­ζώ­σουν στὸ συλ­λο­γι­κὸ σῶ­μα οἱ μεί­ζο­νες νε­ω­τε­ρι­κὲς ἰ­δε­ο­λο­γί­ες ―φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός, συν­τη­ρη­τι­σμός, σο­σι­α­λι­σμό­ς― πα­ρὰ μό­νο ὡς κομ­μα­τι­κὰ κα­κέ­κτυ­πα στὸ πλαί­σι­ο τῆς ἐγ­χώ­ρι­ας πε­λα­τει­ο­κρα­τί­ας. Ἄλ­λω­στε, πῶς θὰ ρί­ζω­ναν, ὅ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ Κον­δύ­λης δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι ἀ­παρ­χαι­ώ­νον­ταν στὴν ἴ­δια τὴν εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ κοι­τί­δα τους, χά­νον­τας προ­ο­δευ­τι­κὰ τὸ ἱ­στο­ρι­κό τους πε­ρι­ε­χό­με­νο;[ii]

(περισσότερα…)

Θανάσης Παπαθανασόπουλος (1937-2021)

Γεννημένος στὴν Περίστα Ναυπακτίας στὶς 20 Ὀκτωβρίου 1937, ὁ Θανάσης Παπαθανασόπουλος σπούδασε στὴ Νομικὴ Ἀθηνῶν καὶ θήτευσε στὸν δικαστικὸ κλάδο ὡς ἐφέτης ἀπὸ τὸ 1969. Ἤδη ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια ἔδειξε τὴν κλίση του στὰ γράμματα διατηρῶντας στενὴ σχέση μὲ τοὺς Γεώργιο Ἀθάνα καὶ Γ. Θ. Βαφόπουλο. Παράλληλα, τίμησε τὸν τόπο του ὑπογράφοντας ποικίλες συλλογὲς καὶ ἀπανθίσματα δημοτικῶν τραγουδιῶν, λαογραφικῶν καταγραφῶν καὶ μελετῶν, διατηρῶντας προσωπικὸ ἀρχεῖο κειμηλίων τῆς γενέτειράς του.

Ὁ λογοτέχνης Παπαθανασόπουλος ἄφησε πίσω του ἕνα ὀγκώδες καὶ πολυποίκιλο ἔργο. Τὸ ἔργο του ἀποτελεῖται ἀπὸ περισσότερους ἀπὸ δέκα τόμους ποιημάτων, πεζογραφήματα, δράματα, μελέτες, νομικοῦ, λαογραφικοῦ, λογοτεχνικοῦ καὶ εὐρύτερα πολιτιστικοῦ περιεχομένου δοκίμια, μεταφράσεις καὶ ὑβριδικὰ κείμενα ‒ ἀκόμα κι’ ἕνα ἔπος (Διγενῆς Ἀκρίτης, 25.000 δεκαπεντασύλλαβοι) γιὰ τὸ ὁποῖο τιμήθηκε ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν. Στὰ μελετήματά του ἀσχολήθηκε μὲ τὸν Καζαντζάκη, τὸν Ἀθάνα, τὸν Βαφόπουλο, τὸν Πάουντ, καθὼς ἐπίσης ἀνέδειξε ζητήματα σχετικὰ μὲ τὴ γλώσσα, τὸν δημοτικισμό, τὴ λαϊκὴ παράδοση καὶ τὴν ἱστορία. Ἡ ποίηση τοῦ Παπαθανασόπουλου ὑπῆρξε κατὰ κύριο λόγο ἐπηρεασμένη ἀπὸ τὰ δημοτικὰ τραγούδια καὶ τὸν Μεσοπόλεμο, ὡστόσο ἕνα σημαντικὸ τμῆμα τοῦ ἔργου του ὑπακούει τόσο τεχνοτροπικὰ ὅσο καὶ περιεχομενολογικὰ στὰ νεωτερικὰ προτάγματα τῆς ποίησης τοῦ καιροῦ του.

Παρὰ τὴν εὐρεία ἀναγνώριση τοῦ ἔργου του, ὁ Παπαθανασόπουλος οὐδέποτε ἐπεδίωξε τὴν προβολή του, ἐπιλέγοντας νὰ δημοσιεύει τὰ ἔργα του κατὰ μόνας κυρίως μέσῳ τῶν ἐκδόσεων Μελέαγρος. Ἂν καὶ ἡ στάση του αὐτὴ ὁδήγησε τὸ ἔργο του μοιραῖα καὶ σταδιακὰ στὴ σκιά, τὸ φαινόμενο-Παπαθανασόπουλος δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ τραβᾶ τὰ βλέμματα, ὄχι μόνο γιὰ τὸν ὄγκο του ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ πολύχρωμο περιεχόμενό του ποὺ συνιστᾶ —ἂν τὸ ἐξερευνήσει κανεὶς ἐνδελεχῶς— ἕναν διαρκῆ πειραματισμὸ πάνω σὲ ὅλες τὶς πιθανὲς δυνατότητες τοῦ λόγου. Δολιχοδρομῶντας ἀπὸ τὴν παράδοση, τὰ θέματα καὶ τὶς μορφές της, στὸ μοντέρνο καὶ τὶς ἔκκεντρες ἐξακτινώσεις του, ὁ Παπαθανασόπουλος ἄφησε πίσω του ἕνα ἔργο ποὺ —ὅπως ἀκριβῶς ἕνα ὀρυχεῖο— ἀναμένει ἐκείνους ποὺ θὰ σκάψουν ἐπίμοχθα γιὰ νὰ φέρουν στὸ φῶς τὰ πολύτιμα πετρώματα ποὺ κρύβει στὸν πυρήνα του.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

«Ο Απών, ο Παρών, ο Ερχόμενος»

«Ο Απών, ο Παρών, ο Ερχόμενος»: σχόλια στο συνθετικό ποίημα του Μιχάλη Παπαδόπουλου Πρώτα λόγια (Αραχτή Άρκτος, Λευκωσία 2021).

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Όπως όλες οι εμπειρίες αρχετυπικής φύσεως, η εμπειρία της γέννησης, και δη της γέννησης των εγγονιών, που όπως εύγλωττα αποτυπώνει η λαϊκή σοφία «είναι δκυο φορές παιδκιά μας», είναι κυρίως μια αμφίσημη και ταυτόχρονα αναγεννητική εμπειρία, αφού συντίθεται από την εναλλαγή ή τη συγχώνευση δύο αντίρροπων δυνάμεων και καταστάσεων. Της χαρμόσυνης γέννησης των παιδιών-εγγονιών από τη μια, η οποία διασφαλίζει την αδιάκοπη συνέχεια της γραμμής αίματός μας μέσα στον χρόνο, κι από την άλλη της τραγικής επίτασης της αναπόφευκτης εγγύτητάς μας στο τέρμα και στον θάνατο. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που το σημαίνον από πολλές απόψεις συνθετικό ποίημα του Μιχάλη Παπαδόπουλου Πρώτα λόγια αναπηδά από τα βαθύτερα εσωτερικά —αναζωογονητικά και αναγεννητικά— του βιώματα και προβάλλει ως εσωτερική αναγκαιότητα επαναπροσδιορισμού του εαυτού μπροστά στο θαύμα της ζωής και της γέννησης, αποτυπώνοντας όχι μόνο την ωρίμανση του ποιητή, αλλά και μια καίρια ιστορικοκοινωνική θέαση του πραγματικού.[1]

(περισσότερα…)

Ο Λεβινάς, ο ρατσισμός και η πρόκληση της πολυπολιτισμικότητας σήμερα

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Στο περίφημο θεατρικό μονόπρακτο του Σαρτρ με τον τίτλο Κεκλεισμένων των θυρών (1944), πρωταγωνιστές είναι τρεις άνθρωποι: ο λιποτάκτης Ζοζέφ Γκαρσέν, η ομοφυλόφιλη Ινέζ Σεράνο και η αριστοκράτισσα Εστέλ Ριζώ, μέσα σε ένα μυστηριώδες ξενοδοχείο, το οποίο φαίνεται να είναι η μεταθανάτια κόλαση. Καθώς αναπτύσσεται μια δυναμική ανάμεσα σε αυτά τα τρία πρόσωπα και αποκαλύπτεται το έγκλημα ή αμάρτημα που έκανε ο καθένας τους, ο Γκαρσέν καταλήγει στο συμπέρασμα πως η κόλαση δεν είναι ούτε οι φλόγες, ούτε οι δαίμονες, ούτε τα όργανα βασανισμού. Η κόλαση είναι οι άλλοι («L’ enfer, c’ est les autres»). Αυτή είναι η περίφημη σαρτρική ρήση, με την οποία ο Γάλλος υπαρξιστής φιλόσοφος ήθελε να δείξει, μέσα από το παράλογο, το πώς η ελευθερία των ανθρώπων τους οδηγεί στη σύγκρουση. Θεμελιώδης ιδέα στη σκέψη του Εμμανυέλ Λεβινάς (1906-1995) είναι η σχέση του Εγώ (δηλ. του ανθρώπινου υποκειμένου) με τον Άλλο (άνθρωπο), ο οποίος είναι μοναδικός και εντελώς διαφορετικός σε σχέση με το ίδιο (το εγώ), οπότε αδυνατεί να τον κατανοήσει. Ολόκληρη η σκέψη του Λεβινάς στηρίζεται στο θεμελιώδες ερώτημα του πώς μπορούμε να σκεφτούμε τον άλλο χωρίς να απαλείψουμε τη διαφορετικότητά του. Η σκέψη του Λεβινάς έχει διπλή αφόρμηση: στηρίζεται τόσο στη σκέψη άλλων φιλοσόφων (Πλάτων, Ντεκάρτ, Χούσερλ, Χάιντεγκερ), όσο και στα θρησκευτικά κείμενα (Αγία Γραφή). Μια ακόμη ισχυρή επιρροή στη φιλοσοφία του ήταν η πρώιμη επαφή με το λογοτεχνικό έργο του Ντοστογιέφσκι. Πραγματικά, η ιδέα που εκφράζεται στους Αδελφούς Καραμάζοβ ότι κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος για όλους τους άλλους άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη της στη σκέψη του. Ωστόσο, το μεγαλύτερο ίσως ρόλο στη διαμόρφωσή του, έπαιξε η αιχμαλωσία του, ως Εβραίου, σε γερμανικό ναζιστικό στρατόπεδο. Σύμφωνα με τον Λεβινάς, κάθε προσπάθεια κατανόησης του Άλλου (ανθρώπου), δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να τον ανάγει στο εγώ που προσπαθεί αν τον γνωρίσει. Όσο και αν προσπαθώ, δε μπορώ να γνωρίσω πλήρως τον άλλο. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σχετιστώ μαζί του. Μονάχα όταν σχετίζομαι με τον άλλο, εμφανίζεται μια διέξοδος από τον περιορισμό του εαυτού μου. Κύριο χαρακτηριστικό κάθε απόπειρα συσχετισμού με τον Άλλο, είναι η ευθύνη που ως άνθρωπος αισθάνομαι απέναντί του. Η ευθύνη αυτή, που για το Λεβινάς είναι άπειρη, δεν είναι αποτέλεσμα των κοινωνικών συνθηκών, αλλά αντίθετα κάθε ηθική διδασκαλία έχει εκείνη ως αφετηρία της. Στη σχέση μου με τον Άλλο ενδέχεται να προσπαθήσω να υποτάξω την ετερότητά του σε αυτό που είμαι εγώ ο ίδιος. Αυτό το κάνω ασκώντας βία. Το πιο ακραίο παράδειγμα τέτοιας βίας είναι ο φόνος, κατά τον οποίο αφαιρώ κάθε ετερότητα από το άλλο ανθρώπινο πρόσωπο, παραδεχόμενος ότι μου είναι αδύνατο να τον οικειοποιηθώ όπως θέλω. Πρόκειται για σύγκρουση ανάμεσα στη δική μου ελευθερία και την ελευθερία του άλλου, μια σύγκρουση που στην πραγματικότητα είναι η βάση κάθε πολεμικής σύρραξης. Σύμφωνα με τον Λεβινάς, κάθε ελευθερία τείνει διαλεκτικά να ξεπεράσει τα όρια του προσώπου που την κατέχει και να καταστεί τυραννική περιορίζοντας την ελευθερία των άλλων. Για να επιβιώσουν λοιπόν οι κοινωνίες, συνεχίζει, οι άνθρωποι έχουν κατασκευάσει γραπτούς νόμους που δεσμεύουν τους ανθρώπους σε αμοιβαίο περιορισμό ελευθεριών. Για να είναι όμως ελεύθεροι οι πολίτες, οφείλουν να υπακούν τους νόμους συνειδητά, δηλαδή μόνο εφόσον βλέπουν τη δική τους βούληση να αντικατοπτρίζεται σε αυτούς. Κάθε γνήσια υπακοή προϋποθέτει ελευθερία και αν δεν ισχύει κάτι τέτοιο, πρόκειται για καθεστώς ανελευθερίας. Ο πραγματικά ανελεύθερος άνθρωπος παραδίδεται από ευκολία στη βούληση των άλλων. Με αυτή την έννοια, ο ανελεύθερος άνθρωπος, λέει ο Λεβινάς, είναι αυτός που δε μπορεί να υπακούσει. Πέρα από τις κοινωνικοπολιτικές σχέσεις των ανθρώπων, ο Λεβινάς ξεκινά από την επαφή με τον άλλο για να καταλήξει σε μια άλλου είδους σχέση: τη σχέση με το Θεό. Ο μόνος τρόπος να φτάσουμε προς το Θεό είναι μέσα από την επαφή με τον άλλο άνθρωπο. Γίνεται φανερό βέβαια ότι ο Λιθουανός στοχαστής έχει ως κύριο παράδειγμα σχέσης την ερωτική σχέση, που από τη φύση της τείνει να κυμαίνεται ανάμεσα στα ακραία όρια της υποταγής και της κυριαρχίας. Με βάση την ερωτική σχέση, ο Λεβινάς προσδιορίζει θεμελιωδώς το περιεχόμενο κάθε ανθρώπινης σχέσης. Ενώ λοιπόν το Εγώ, για τους θεωρητικούς της ισχύος, προσπαθεί πρωτίστως να κυριαρχήσει έναντι των άλλων, σε μια συνεχή διαμάχη, για τον Λεβινάς είναι πιο θεμελιώδης η αναφορικότητά του, η ανάγκη του να σχετιστεί με κάποιο άλλο πρόσωπο. Η σκέψη του Λεβινάς επηρέασε αρκετά, και πέραν του χώρου της φιλοσοφίας.

Στο βιβλίο του Ο Άλλος, ο Πολωνός πολεμικός ανταποκριτής που ταξίδευε διεθνώς από το 1956, Ρίσαρντ Καπισίνσκι (1932-2007), εκφράζει τις ιδέες του για την πολυπολιτισμικότητα του σύγχρονου κόσμου. Σύμφωνα με τον ίδιο, η επικοινωνία των διαφορετικών πολιτισμών του κόσμου μας. Συγκεκριμένα, η επικοινωνία των ανθρώπων γνώρισε τρία στάδια: αυτό της εμπορικής επικοινωνίας, αυτό της αποικιοκρατίας και τέλος, εκείνο της ανεκτικότητας. Αυτό το τελευταίο στάδιο επικοινωνίας, στο οποίο βρισκόμαστε μέχρι σήμερα, είχε τρεις σημαντικούς σταθμούς: τον Γαλλικό Διαφωτισμό, τη φιλοσοφία του Ιμάνουελ Λεβινάς και τη, δεδομένη πλέον στις μέρες μας, πρόκληση της πολυπολιτισμικότητας. O Καπισίνσκι τονίζει ότι οι ευρωπαϊκοί λαοί ήταν που ταξίδεψαν και εξερεύνησαν ολόκληρη τη γη, αυτή τους όμως η πρωτοπορία ενείχε πάντα τον κίνδυνο του ευρωκεντρισμού, δηλαδή της περιφρόνησης για ό,τι δεν ανήκε στην επικράτεια του Δυτικού πολιτισμού. Στην καταπολέμηση του ευρωκεντρισμού κύριο ρόλο έπαιξαν οι ανακαλύψεις του Μαλινόφσκι στα νησιά του Ειρηνικού Ωκεανού, οι οποίες έθεσαν τις βάσεις για την επιστήμη της κοινωνικής ανθρωπολογίας.

Με τη σειρά του, ο Κλοντ Λεβί-Στρως (1908-2009), από τους επιφανέστερους εκπροσώπους της επιστήμης της κοινωνικής ανθρωπολογίας επιχειρεί ν’ αναδείξει γλαφυρά την ετερογένεια των αμέτρητων πολιτισμών του κόσμου μας. Συγκρουόμενος με ορισμένες βαθύτατα παγιωμένες προκαταλήψεις, ο Λεβί-Στρως δείχνει εδώ με συναρπαστικά παραδείγματα τις θεμελιώδεις ασυμμετρότητες στην πληθώρα των ανθρώπινων πολιτισμών, τονίζοντας συνάμα την εγγενή προδιάθεσή μας να παρατηρούμε τα άλλα πολιτισμικά συστήματα μέσα από το δικό μας (πχ έτσι εξηγείται ο ευρωκεντρισμός και το αρχαιοελληνικό ρητό «πας μη Έλλην βάρβαρος»), όπως ο παρατηρητής μέσα στο κινούμενο τρένο, κατά το νοητικό πείραμα της Σχετικότητας του Αϊνστάιν: η σχέση των πολιτισμών μεταξύ τους διέπεται από τη δική της «σχετικότητα», μας λέει ο Λεβί-Στρως. Σύμφωνα με τον Λεβί-Στρως, η ποικιλία των ανθρωπίνων πολιτισμών υπάρχει, στο παρόν και στο παρελθόν, πιο μεγάλη και πιο πλούσια απ’ ό,τι πρόκειται να μάθουμε ποτέ σχετικά με αυτή.

Οι πολιτισμοί της Βόρειας και της Νότιας Αμερικής είχαν μείνει εντελώς απομονωμένοι από ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο για μια περίοδο που κυμαίνεται μεταξύ δέκα και είκοσι πέντε χιλιάδες χρόνια. Ακόμη και οι σημερινές σχετικά απομονωμένες φυλές που θεωρούμε «πρωτόγονες», έχουν μεταβληθεί σημαντικά στη δομή τους, σε σχέση με αυτό που ήταν στα πολύ παλιότερα χρόνια. Οι διαφορές των πολιτισμών εξηγούνται συχνά από τις σχέσεις οι οποίες τους συνδέουν: πράγματι, ένας πολιτισμός υιοθετούσε πολλές φορές έθιμα και παραδόσεις όχι λόγω βαθιάς εσωτερικής ανάγκης αλλά μάλλον με κύριο στόχο να μη μείνει καθυστερημένος συγκριτικά με έναν άλλο, γειτονικό σε αυτόν, πολιτισμό ή κοινωνία. Ωστόσο, παρά την αυξημένη επαφή των διαφορετικών πολιτισμών σήμερα, ακόμη ο κίνδυνος της μισαλλοδοξίας και του ρατσισμού, ο οποίος εκδηλώνεται είτε με την εκούσια απομόνωση ενός λαού, είτε με έναν πόλεμο και μαζικές εκτελέσεις. Είναι γεγονός, υποστηρίζει και πάλι ο Καπισίνσκι, ότι η εποχή που ζούμε είναι πολυπολιτισμική, καθώς η αλματώδης τεχνολογική ανάπτυξη κατέστησε δυνατή την πύκνωση της επικοινωνίας και την υπέρβαση των αποστάσεων με εφευρέσεις όπως η τηλεόραση και το διαδίκτυο. Είναι λοιπόν στη διάθεσή μας να αποδεχτούμε τη διαφορετικότητα του Άλλου και να συνάψουμε μια σχέση μαζί του, μέσα σε κλίμα ανεκτικότητας και ειλικρίνειας ή διαφορετικά, να στραφούμε εναντίον του χτίζοντας συρματοπλέγματα ή και διεξάγοντας μάχη. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο Άλλος είναι μοναδικός και όπως έλεγε και ο Λεβινάς, η ευθύνη μας απέναντί του είναι πάντα άπειρη.

ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ

ΝΠ5 – Μανώλης Μπουζάκης, Ο Παναγιώτης Κονδύλης όπως τον γνώρισα

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἀνέκδοτη αὐτοβιογραφία τοῦ Μανώλη Μπουζάκη, ἱδρυτῆ καὶ διευθυντῆ τῶν ἱστορικῶν ἐκδόσεων «Γνώση», Ὁ δρόμος τοῦ Ποσειδώνη: ἀναμνήσεις ἑνὸς πλάνητα ὁδοιπόρου, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη μὲ τίτλο: «Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης ὅπως τὸν γνώρισα»)

[…]

Ἡ «Φι­λο­σο­φι­κὴ καὶ Πο­λι­τι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη» τῆς «γνώ­σης» ἔ­χει ἤ­δη κα­θι­ε­ρω­θεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα ὡς μιὰ ση­μαν­τι­κὴ ἐκ­δο­τι­κὴ πρω­το­βου­λί­α. Τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ Πα­νε­πι­στη­μο­νι­κά μας Ἱ­δρύ­μα­τα χρη­σι­μο­ποι­οῦν κάμ­πο­σα ἀ­πὸ τὰ βι­βλί­α μας ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ βο­η­θή­μα­τα. Ἕ­νας με­γά­λος ἀ­ριθ­μὸς «φι­λο­σό­φων», «συγ­γρα­φέ­ων», «κα­θη­γη­τῶν» ἀλ­λὰ καὶ κα­θη­γη­τῶν, με­λε­τη­τῶν, στο­χα­στῶν, ἐ­πι­σκέ­πτον­ται κα­θη­με­ρι­νὰ τὴ «γνώ­ση» καὶ ζη­τοῦν νὰ δεῖ ὁ «κύ­ρι­ος Κον­δύ­λης» τὰ ἔρ­γα τοὺς προ­κει­μέ­νου νὰ ἐν­τα­χθοῦν στὴ Φι­λο­σο­φι­κή μας Σει­ρά. Ὁ Κον­δύ­λης τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη ζοῦ­σε καὶ ἐρ­γα­ζό­ταν στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τέσ­σε­ρις ἕ­ως ἕ­ξι μῆ­νες κά­θε χρό­νο. Τὸν ὑ­πό­λοι­πο χρό­νο ἦ­ταν στὴν Ἀ­θή­να. Ἕ­να πρω­ὶ δέ­χο­μαι ἕ­να τη­λε­φώ­νη­μα ἀ­πὸ πε­ρι­ώ­νυ­μο Πρύ­τα­νη τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς με­γά­λου μας Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Συμ­φω­νή­σα­με ραν­τε­βοὺ τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς ἴ­διας μέ­ρας. Ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα τοῦ ὁ κύ­ρι­ος Κα­θη­γη­τὴς συ­νο­δευ­ό­με­νος ἀ­πὸ δύ­ο βο­η­θούς του. Κά­θι­σαν στὶς κα­ρέ­κλες ποὺ τοὺς πρό­σφε­ρα, δὲν ἤ­θε­λαν κα­φὲ οὔ­τε τσά­ι. Ὁ κύ­ρι­ος Κα­θη­γη­τὴς σο­βα­ρός, ψυ­χρός, ἀ­μί­λη­τος ζη­τὰ μὲ νό­η­μα ἀ­πὸ τοὺς βο­η­θούς του νὰ ξε­κι­νή­σουν. Ἀ­νέ­λα­βαν ἐ­κεῖ­νοι νὰ μοῦ πα­ρου­σιά­σουν τὸ ἔρ­γο τοῦ κυ­ρί­ου Κα­θη­γη­τῆ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε ὁ Συγ­γρα­φέ­ας του νὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὰ ὑ­πὸ ἔκ­δο­σιν βι­βλί­α τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης. Ὁ Κον­δύ­λης τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη ἦ­ταν στὴν Ἀ­θή­να. Τοὺς εἶ­πα ὅ­τι θὰ με­λε­τή­σει τὴν ἐρ­γα­σί­α ὁ Δι­ευ­θυν­τὴς τῆς Σει­ρᾶς μας καὶ θὰ τοὺς ἐ­νη­με­ρώ­σου­με σὲ ἕ­να πε­ρί­που μή­να. Μοῦ ἀ­πάν­τη­σαν οἱ βο­η­θοὶ ὅ­τι θὰ προ­τι­μοῦ­σαν μιὰ ἀ­πάν­τη­ση σὲ δε­κα­πέν­τε το πο­λὺ ἡ­μέ­ρες. Δὲν ἔ­χουν μου λέ­νε πε­ρι­θώ­ρι­ο γιὰ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­να­μο­νή. Εἶ­πα, «κα­λά, θὰ κά­νω ὅ,­τι εἶ­ναι δυ­να­τόν.» Μοῦ πα­ρέ­δω­σαν τὸ ἔρ­γο τους καὶ ἀ­πῆλ­θαν. Τὴν ἑ­πο­μέ­νη ἔ­δω­σα τὸ δα­κτυ­λό­γρα­φο στὸν Κον­δύ­λη. Σὲ μί­α ἑ­βδο­μά­δα μου τὸ ἐ­πέ­στρε­ψε. Τὸ ξε­φύλ­λι­σα. Θυ­μή­θη­κα τὶς δι­ορ­θω­μέ­νες μὲ κόκ­κι­νο στυ­λὸ κα­κὲς ἐκ­θέ­σεις τοῦ φι­λο­λό­γου μου στὸ γυ­μνά­σι­ο. Πα­ρα­θέ­τω μιὰ πα­ρα­τή­ρη­ση τοῦ κα­θη­γη­τῆ μας σὲ κα­κὴ ἔκ­θε­ση συμ­μα­θη­τή. «Ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σου­με τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι δὲν εἶ­χες πρό­λο­γο καὶ ἐ­πί­λο­γο καὶ ὅ­τι ἤ­σουν ἐ­κτὸς θέ­μα­τος, προ­σέ­τι ἡ ἔκ­θε­σίς σου βρί­θει γραμ­μα­τι­κῶν καὶ συν­τα­κτι­κῶν λα­θῶν. Ἕ­να (1)» (Μὲ ἄ­ρι­στά το 20).

Με­ρι­κὲς ἀ­πὸ τὶς πα­ρα­τη­ρή­σεις τοῦ Κον­δύ­λη ποὺ θυ­μᾶ­μαι γιὰ τὸ ἔρ­γο τοῦ κυ­ρί­ου κα­θη­γη­τῆ. «Ἀ­δό­κι­μη ἔκ­φρα­σις, βλ. ἔρ­γο… συγ­γρα­φέ­α… ἐκ­δό­σεις…», «πολ­λα­πλὴ ἐ­πα­νά­λη­ψις», «λα­θε­μέ­νη πα­ρά­θε­σις, βλ. ἔρ­γο… συγ­γρα­φέ­α… ἐκ­δό­σεις…», «δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι ὁ συγ­γρα­φέ­ας τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης προ­σέγ­γι­σης θὰ συμ­φω­νοῦ­σε μὲ τὴν πα­ροῦ­σα κα­τα­χώ­ρη­ση ἄ­νευ τῆς ἔγ­γρα­φης ἀ­δεί­ας του…», «αὐ­θαί­ρε­τη εἰ­κα­σί­α» κ.α. κ.α. κ.α… Τὸ δα­κτυ­λό­γρα­φο ὁ­λό­κλη­ρο κα­τα­κόκ­κι­νο. Στὴν πρώ­τη σε­λί­δα μὲ κόκ­κι­να κε­φα­λαί­α γράμ­μα­τα: «ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΝ!» Μοῦ ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­τρε­πτὸ τέ­τοια ἔρ­γα νὰ ἀ­πο­τε­λοῦν πα­νε­πι­στη­μι­α­κὰ συγ­γράμ­μα­τα. Τὸ μι­σὸ ἔρ­γο κλεμ­μέ­νο ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες ἑλ­λη­νι­κὲς καὶ ξέ­νες ἐκ­δό­σεις, ἀ­πα­ρά­δε­κτες πα­ρα­δο­χὲς καὶ πλῆ­θος ἀμ­πε­λο­φι­λο­σο­φι­ῶν. Εἶ­πα στὸν Κον­δύ­λη ὅ­τι θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τοῦ ἀ­παν­τή­σου­με πὼς τὸ ἔρ­γο δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐν­τα­χθεῖ στὴ Φι­λο­σο­φι­κή μας Σει­ρὰ χω­ρὶς κα­μι­ὰ πε­ραι­τέ­ρω ἐ­ξή­γη­ση καὶ δι­και­ο­λο­γί­α. Μοῦ ἀ­πάν­τη­σε κο­φτά: «ὁ κύ­ρι­ος Κα­θη­γη­τὴς πρέ­πει νὰ ξέ­ρει πὼς ἐ­μεῖς ξέ­ρου­με!»

[…]

ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΠΟΥΖΑΚΗΣ

[Ἀπὸ τὸ ΝΠ5 ποὺ μόλις κυκλοφόρησε. Ἀναζητῆστε το!]

Κυκλοφόρησε!

Ἀφιέρωμα: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ

Πολιτικὴ καὶ Φιλοσοφία

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α
‒ Παναγιώτης Κονδύλης, [Οἱ θεοὶ τοῦ Ὁμήρου καὶ ἡ ἠθική]
(ἀνέκδοτο σημείωμα ἀπὸ τὰ κατάλοιπα, μεταγραφή – ἐπιμέλεια: Κώστας Κουτσουρέλης)
‒ Παναγιώτης Κονδύλης, Φίλιππου Ἠλιοῦ ἐγκώμιον (τὸ τελευταῖο, ἀθησαύριστο στὶς κονδυλικὲς ἐκδόσεις, ἑλληνικὸ ἄρθρο τοῦ συγγραφέα)
‒ Μανώλης Μπουζάκης, Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης ὅπως τὸν γνώρισα
‒ Γιάννης Κιουρτσάκης, Διορατικότητα καὶ ὑπεροψία
‒ Κώστας Χατζηαντωνίου, Νευρωτικὴ παραδοσιολατρεία καὶ εὐρωφιλικὸς παρασιτισμός: Ἡ παρακμὴ ὡς ἐθνικὴ ἑνότητα
‒ Κώστας Ι. Μελᾶς, Ἡ οἰκονομία στὴν προβληματικὴ τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη: Ἡ περίπτωση τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης
‒ Ἰωάννα Τσιβάκου, Ἡ ἰδέα τοῦ ἔθνους στὸν Παναγιώτη Κονδύλη
‒ Κώστας Κουτσουρέλης, Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης καὶ ὁ 21ος αιώνας
‒ Παναγιώτα Βάσση, Στοχασμοὶ γιὰ τὴ μαζικὴ δημοκρατία στὸν Παναγιώτη Κονδύλη καὶ τὸν Κώστα Παπαϊωάννου
‒ Σωτήρης Γουνελᾶς, Ὁ Μάρξ, ὁ Κονδύλης καὶ ἡ Ἀρχαία Ἑλλάδα
‒ Γιῶργος Ξηροπαΐδης, Εἶναι πρὸς θάνατο: Κονδύλης καὶ Χάϊντεγγερ, μιὰ κριτικὴ θεώρηση
‒ π. Εὐάγγελος Γκανᾶς, Κράτος καὶ Ἐκκλησία, ἱστορία καὶ προοπτικὲς μιᾶς περίπλοκης σχέσης: Σχόλια ὑπὸ τὴν προοπτικὴ τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη
‒ Πέτρος Πολυμένης, Διαθλάσεις τοῦ ἡδονισμοῦ

Ἐπίσης:

Κ Ε Ι Μ Ε Ν Α

‒ Γιάννης Πατίλης, Σονέτα μὲ σημαία εὐκαιρίας
‒ W. H. Auden, Τέχνη ἡ συγγραφική [μτφρ. Ἕλενα Σταγκουράκη]
‒ Μαρίνος Πουργούρης, Ἡ ἐπίδραση τοῦ Ἀλμπὲρ Καμὺ στὴ διαμόρφωση τῆς θεωρίας τῶν ἀναλογιῶν τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη
‒ Δημήτρης Καρακίτσος, Ἀγριόχηνες
‒ Roberto Juarroz, Κατακόρυφη ποίηση. Ἑπτὰ ποιήματα καὶ ἕνα θραῦσμα [μτφρ. Γιῶργος Ἀποσκίτης]
‒ Θωμᾶς Ἰωάννου, Δύο ποιήματα
‒ Δήμητρα Δημητρίου, Τὸ τραγούδι τῆς πράσινης ἰτιᾶς
‒ Αὐγὴ Λίλλη, Πέντε ποιήματα
‒ Λάμπρος Λαρέλης, Λιμερίκια μπινελίκια
~.~
Α Ν Α Φ Ο Ρ Ε Σ
‒ Στιχάκιας, Δελτίο τύπου
‒ Φώτης Δοῦσος, Τὸ συγγραφικὸ ἀδιέξοδο τοῦ Στρατῆ Τσίρκα
‒ Μύρων Ζαχαράκης, Ὁ Λίππμαν, ὁ Μπέρνεϋς καὶ ἡ διαμόρφωση τῆς κοινῆς γνώμης στὶς σύγχρονες δημοκρατίες
‒ Εὐσταθία Δήμου, Ποιητικὴ περιπλάνηση σὲ ἀν(οίκειους) τόπους [Ζωῆς Σαμαρᾶ, Ἐν ξένῃ γῇ. Ἐπιλεγμένα ποιήματα]
‒ Θεώνη Κοτίνη, Ἀτέλειωτος πόλεμος [Φώτη Σταθόπουλου, Χάνονται στὸ χιόνι]
‒ Κωστούλα Μάκη, Γιὰ μιὰ λεωφόρο ταχείας κυκλοφορίας [Νικήτα Σινιόσογλου, Λεωφόρος Νάτο]
‒ Κωστούλα Μάκη, Μιὰ ἰσορροπημένη πληθωρικὴ βιογραφία [Nick Henck, Subcomandante MarcosΒιογραφία]
‒ Παναγιώτης Νικολαΐδης, Τὸ πληγωμένο πρόσωπο τῆς Μήδειας [Δήμητρας Κουβάτα, Καθαρὸ οἰνόπνευμα]
‒ Θανάσης Γαλανάκης, Εἰκοσικάτηδες-σακάτηδες μὲ μνημηγγίτιδα
‒ Στέφανος Γιονᾶς, Ἡ νύστα τοῦ Μαραμπού
~.~
Στοὺς Τ Ε Ν Ε Κ Ε Δ Ε Ν Ι Ο Υ Σ  Σ Ι Δ Η Ρ Ο Δ Ρ Ο Μ Ο Υ Σ, ὁ Ἠλίας Μαλεβίτης γράφει γιὰ τοὺς Κυκλῶνες τοῦ Καββαδία καὶ κάποιες ἄλλες, παλιὲς περιδινήσεις.

Οἱ διορθώσεις τοῦ τεύχους ἔγιναν ἀπὸ τοὺς Πάνο Γιαλελῆ καὶ Ἠλία Μαλεβίτη.

Νίκος Σγουρομάλλης, Αναπαριστώντας το ανεικόνιστο

Αναπαριστώντας το ανεικόνιστο: εμπόδια και δυνατότητες εκφοράς ενός λόγου για τον θάνατο

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

~.~

Ο θάνατος, όμως, είναι χαρά;
Μαργαρίτα Καραπάνου, Rien ne va plus

Η τέχνη δεν μου άρεσε καθόλου. Ξέρεις πως εμείς οι Συριανοί δεν αγαπούμε πολλά ανακατώματα με τους αποθαμένους και το βράδυ αλλογυρίζομεν για να μην περάσωμεν απ’ εμπρός από νεκροταφείο. Τες σαβανώτρες και τους νεκροθάπτες τους φέρνουμε όλους απ’ έξω, από τη Μύκονο ή τη Σαντορίνη, γιατί παρά να μαλάζη νεκροκρέββατα και κουφάρια θα προτιμούσε και ο πιο ξεπεσμένος Συριανός να μαζεύη καβαλλία. Εφοβόμουν μη με σιχαθή και η γυναίκα μου. […] Τον πρώτο καιρό υπέφερα πολύ. Σκάπτοντας τη μαύρη εκείνη γη του νεκροταφείου, τη γεμάτη κόκκαλα και σάπια σανίδια, δεν μπορούσα να μη θυμηθώ το κόκκινο κοτέτζι, τα γουρούνια και τ’ άλλα που ήτανε όλα δικά μου. Από νοικοκύρης, νεκροθάπτης. Άσχημη αλλαξιά![1]

~.~

(περισσότερα…)

Raphael Irmer, Μια περίληψη των κεφαλαίων του παλαμικού Δωδεκάλογου

www.kar.org.gr_2016-04-08_18-48-39_screenshot_86

Πρόσφατα λάβαμε μιὰ συνεργασία ποὺ ἕνεκα τοῦ παλαμικοῦ της χαρακτήρα, ἀλλὰ καί τῆς προέλευσής της, θεωρήσαμε ὅτι ἔπρεπε νὰ δημοσιευθεῖ. Ὁ Ραφαὴλ Ἴρμερ εἶναι Γερμανὸς μὲ ἑλληνικὲς ρίζες. Ἔχει σπουδάσει Νεοελληνικὰ (μεταπτυχιακό δίπλωμα) στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Ἁμβούργου. Τὸ παρακάτω κείμενο ἀποτελεῖ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν πτυχιακή του ἐργασία μὲ τίτλο «Der «Dodekalogos» und Zarathustra: Kreative Nietzsche-Rezeption bei Kostis Palamas» (Ὁ Δωδεκάλογος και ο Ζαρατούστρα: δημιουργική πρόσληψη στὸν Κωστῆ Παλαμᾶ), καὶ περιλαμβάνει περιλήψεις τῶν κεφαλαίων τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ καὶ πάντα ἐπίκαιρου ἔργου τοῦ Παλαμᾶ. Ἐνῷ τμήματα κλασικῶν σπουδῶν κλείνουν ἀνὰ τὸν κόσμο, εἶναι παραπάνω ἀπὸ ἐλπιδοφόρο νὰ βλέπουμε ὅτι ἀκόμα ἐπιβιώνουν τὰ τμήματα νεοελληνικῶν σπουδῶν.

ΝΠ

~.~ (περισσότερα…)

Νατάσα Κεσμέτη, ΑνθρωπόκΕνος;

Ἀνθρωπόκενος ;

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Σέ μιάν ἀπό τίς παραστατικά εὐφραδεῖς ἀφηγήσεις τοῦ Χρήστου Μποκόρου πού δημοσιεύθηκαν στό Νέο Πλανόδιον (προδημοσιεύσεις τοῦ βιβλίου του «eμερολόγιο ΙΙ», ἀκούει κανείς ἕναν παλιό καλό δάσκαλο, τόν θεῖο τοῦ καλλιτέχνη, νά ὁδηγεῖ τήν προσοχή τῶν μικρῶν μαθητῶν του ἀπό τό ἐλάχιστο καί συγκεκριμένο στό μέγιστο, ἕως καί ἀφηρημένο: ἀπό ἕνα ἀπομεινάρι, στό μωσαϊκό τῆς τάξης, σβησμένου σπίρτου στην συνεργατική ἀλληλεξάρτηση πουλιῶν καί δέντρων ­– κι ἀκόμη παρά πέρα…

Συναρπάζοντας τά παιδιά μέ τό γοητευτικό ξεδίπλωμα τῆς ἀφήγησής του, κατ’ οὐσίαν ὁ χαρισματικός δάσκαλος λέει πώς τίποτα δέν εἶναι τυχαῖο καί, κυρίως, πώς τίποτα δέν εἶναι ἀσήμαντο. Τά περιστέρια πού τσιμπολογοῦσαν στήν σχολική τους αὐλή ἔφεραν στόν νοῦ μου ἕνα ἄλλο μικρό φτερωτό, μιᾶς ποιήτριας πού ἔσκυβε εὐλαβικά πάνω στά «ἀσήμαντα»:

Κι ἔχω δεῖ
τήν αὐγή,
τόν κορυδαλλό
ν’ ἀναπηδᾶ ἀπό τό ψηλό χορτάρι
καί στόν ρόδινο ἀέρα –
τά φτερά του,
πού οὔτε πλατιά εἶναι
οὔτε πολύ δυνατά
 
νά φτερακίζουν –
 
μέ τόν θώρακα
σέ πάλη κι ἀναλαμπή
μονάχα γιά νά πάρει ὕψος –
 
καί τό τραγούδι
στό μεταξύ
νά πετιέται
ἀπό λαρύγγι κόκκινο.
Κι ὕστερα κατεβαίνει,
κι εἶναι λυπημένος.
Τό κεφαλάκι κρέμεται
ἡ ἀνάσα κομμένη
 
γιά λίγα λεπτά
ἀνάμεσα στά λυγισμένα
χόρτα τριζάτα καί ξερά,
ὅπου τήν περισσότερη ζωή περνᾶ,
 
κι ὕστερα κάτι πάλι τόν καλεῖ ψηλά
καί πάνω ἀνεβαίνει
οἱ ὦμοι του δουλεύουν,
τό σῶμα του ὅλο καταπέφτει
 
ὥς τίς ἄκριες πλέοντας τοῦ κόσμου.
Εἴμαστε συμβιβασμένοι, λέω,
μέ τό ὑπερβολικά πολύ.
Καλύτερα ὅπως τοῦτος, ἕνα πουλί –
 
Κόσμημα τοῦ αἰώνιου.
Ὅταν κατέβηκε στοῦ χόρτου τή φωλιά
«Τή μέρα ξόδεψε, μά σῶσε τήν ψυχή»,
Τόν ἄκουσα νά λέει μιά φορά.

Ἀπό τήν ἀναπαράσταση τοῦ λόγου τοῦ δασκάλου στήν γραφή τοῦ Χ. Μποκόρου γίνεται φανερό πώς ὁ σπόρος ἐκείνης τῆς ἱστορίας ρίζωσε γιά καλά στήν καρδιά τοῦ καλλιτέχνη. Σ’ ἐμένα πάλι προκλήθηκαν κάποιες σκέψεις καί ἐρωτήματα ὅπως τά ἀκόλουθα:

Σήμερα μπορεῖς νά διαβάσεις σοβαρές ἀναλύσεις καί ἐξαιρετικοῦ ἐνδιαφέροντος δοκίμια γιά τήν κατάσταση τοῦ κόσμου, ὅπως καί γι’ αὐτήν τῆς πατρίδας μας 200 χρόνια μετά τό πολύπαθο καί ἀπελευθερωτικό 1821. Γιατί ὅμως μιά διήγηση πού ἀπευθύνεται σέ παιδιά, πολλά χρόνια πρίν, ἔχει τήν χάρη νά μᾶς συγκινεῖ;

Ἡ πρώτη ἀπάντηση ἔχει νά κάνει μέ τήν διάκριση: ἄλλο ἡ διανοητική ἱκανοποίηση καί τό γνωσιακό ἅπλωμα τοῦ στοχασμοῦ ἐξ αἰτίας τῆς ἀνάλυσης καί σύνδεσης παραγόντων πού, καθώς ἐκτίθενται, κεντρίζουν τόν δικό μας ἀναστοχασμό, καί ἄλλο ἡ συγκίνηση.

Γιατί ἐπίσης ἡ φωτογραφία τοῦ παρατημένου καί παραδομένου στή σκουριά του φορτηγοῦ, ὅπως καί αὐτή τοῦ κάρου, φορτωμένου ξερά χόρτα σ’ ἕναν χωματόδρομο κάποτε προπολεμικά, κινεῖ ἀκόμα καί τά δάκρυα;

Μᾶς τροφοδοτεῖ ἀκόμα ἡ γῆ πού ἐγκαταλείφθηκε; Νομίζω πώς αὐτό ἀποκαλύπτουν οἱ σελίδες ἀπό τό e-μερολόγιο ΙΙ τοῦ Χ. Μποκόρου. Μ’ ἄλλα λόγια, συμβαίνει ἕνα παράδοξο: ἄν καί ἔχουμε πάψει πρό πολλοῦ νά εἴμαστε ἀγροτική χώρα, τά χωράφια, ἄκαρπα πλέον καί ἀκαλλιέργητα …μᾶς καλλιεργοῦν. Ἔτσι παραμένουν παρόντα καί μᾶς θρέφουν. Μοιάζει νά ἀντιστράφηκαν οἱ ὅροι, ἀλλά κατ’ οὐσίαν παραμένουν οἱ ἴδιοι: ἡ γῆ καί ὁ ἄνθρωπος.

Θά μπορούσαμε ἴσως νά μιλήσουμε γιά Καλλιτεχνία τῆς Ὑπαίθρου στήν ρίζα τῆς ἔμπνευσης τοῦ καλλιτέχνη; Θά μπορούσαμε, ἀκόμα περισσότερο, νά ἰχνηλατήσουμε στήν σκληρή παιδαγωγία τῆς ἀγροτικῆς ζωῆς τήν ἐξ ἀρχῆς προίκα τῆς πειθαρχίας τῶν μελλοντικῶν ἔργων του; Πόσες ποιότητες ἀφέθηκαν στίς ἄκριες τῶν ἀγρῶν, τῶν περιβολιῶν, στίς ἄκριες τῶν κοινοτήτων; Μποροῦμε νά διακρίνουμε, ἀνάμεσα στό πλῆθος τῶν συνέργων, τῶν μικροπραγμάτων πού ἀκόμα δέν χωνεύτηκαν ἐντελῶς στό χῶμα, τήν ὀξεία παρατηρητικότητα, τό μυστήριο τοῦ ἁπτοῦ, τήν ἀμηχανία μπροστά στό αἰφνιδιαστικά οἰκεῖο τοῦ ὁρατοῦ, τήν διεύρυνση τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς ὥς τήν στοχαστικότητα –αὐτή πού στούς προπάτορες ἐκφραζόταν ὡς θυμοσοφία;

Καμιά ἀνοησία ὡραιοποίησης δέν ἔχει θέση ἐδῶ. Ἀλλά τό αἴνιγμα παραμένει ὅπως καί τό ἐρώτημα:

Πόθεν ἡ συγκίνηση πού προκαλοῦν αὐτές οἱ ἀφηγήσεις;

Πιθανόν ὁ λόγος δ έ ν βρίσκεται στήν μεταποίηση ἤ μεταμόρφωση μιᾶς αὐτογενοῦς καλλιτεχνίας σέ μιάν ἔντεχνη ἄλλη, γιατί τότε ὑπάρχει μιά αὐξητική προσθήκη, αὐτή πού πραγματώνει ὁ καλλιτέχνης. Ὄχι, δέν μιλάω γι αὐτό· ἀλλά γιά τό τετελεσμένο μιᾶς ἀνεπίστροφης ἔλλειψης. Μιλάω γιά τήν ἔλλειψη τοῦ μέτρου στήν ζωή μας. Ὅσα γράφει ὅμως ὁ Χ. Μποκόρος ἀνακαλοῦν ἕνα αἴσθημα ἀσφάλειας, αἴσθημα πού γεννᾶ ἡ ἀπουσία τῆς ὑπερβολῆς, τοῦ κορεσμοῦ καί τοῦ ὑπερκορεσμοῦ. Κι ἀκόμα περισσότερο, στίς ἀφηγήσεις του ἐμφαίνεται ὁ ρυθμός. Ἕνας ρυθμός οἰκεῖος καί μαζί ἀναποκάλυπτος. Τοῦτο ὅμως ἐπιτείνει τήν ἀντίθεση πρός τό ἄγνωστο πού ἐγκυμονεῖ ὁ σημερινός καιρός. Τό ἐγκυμονεῖ ἤ βρίσκεται ἤδη ἐδῶ καί παντοῦ; Ὁπωσδήποτε εἶναι κάτι πού δέν κατανοοῦμε. Ἡ μή κατανόηση μᾶς συμπιέζει ἀνάμεσα στήν νωθρότητα καί τό πυρετῶδες τῆς ἄγνοιας. Καί ἡ ἔλλειψη χώνει τά νύχια της στήν ψυχή μας.

Ἀνησυχώντας πώς ἡ γλώσσα μου δέν εἶναι ἁπλή, ἐνῶ αὐτό πού μέ ἀπασχολεῖ εἶναι ἡ ἁπλότητα, θά προσπαθήσω νά ἀναδιατυπώσω τήν σκέψη μου:

Ὅσα γράφει ὁ ζωγράφος, καί ἀποτυπώνουν οἱ φωτογραφίες πού παραθέτει, εἶναι λυρικές πτήσεις. Ξεφεύγουν ἀπό τά ὅρια τῶν λέξεων καί τῶν εἰκόνων.

Οὔτε ἡ παραπάνω εἶναι ἐπαρκής ἐξήγηση στό «γιατί ἡ συγκίνηση;». Προκαλεῖ ὅμως νέα ἐρωτήματα:

Κλαίει βουβά μέσα μας ὁ ἀγρότης ἤ εὐρύτερα ὁ «Ὑπαίθριος Ἄνθρωπος» πού δέν θά συναντήσουμε ποτέ ξανά; Ἤ ἐπιμένει ἕνα πένθος πού δέν προλάβαμε νά πενθήσουμε; Τό πένθος τοῦ λώρου μέ τή γῆ πού κόπηκε; Ἄν πρόκειται γιά τό δεύτερο, τότε οἱ ἀφηγήσεις μᾶς συγκινοῦν γιατί ἀνεβάζουν σέ πρῶτο πλάνο, μέ ἕνα ζούμ, ὅσα λείπουν, ὅπως: τόν ρυθμό, τό μέτρο, τήν χαρά τῶν ἀναμονῶν καί τῶν αἰφνίδιων μεταβολῶν. Μ’ ἕναν λόγο τήν καλλιέργια ἑνός ἤθους ὑπομονῆς καί ἐμπιστοσύνης. Γι’ αὐτά, καί πολύ περισσότερα, δέν μίλησε ὁ Χάμσουν στήν «Εὐλογία τῆς Γῆς» -πού δέν ἐξαντλεῖται στό χώμα, ἀλλά ἀνοίγεται στήν διαφάνεια τοῦ κόσμου;

Στό μεταξύ, τό ἄγνωστο ἐρχόμενο σπέρνει διαρκῶς νέες ὑποψίες πώς οὔτε μᾶς θέλει, οὔτε… μᾶς χρειάζεται, καλύπτοντας ἔτσι τήν ζωή μας μέ πηχτή ἀδιαφάνεια.

Ἀλλά ἄν αὐτή ἡ περίοδος, πού ἔχει ἤδη ξεκινήσει, εὔστοχα ὀνομάζεται ἀνθρωπόκαινος, θέλοντας νά καταδείξει τήν εἰσβολή τοῦ ἀνθρώπου στούς ρυθμούς καί τήν τάξη τῆς φύσης, τότε ὅ,τι συνεισφέρει στό νά μή μεταβληθεῖ σέ ἀνθρωπόκενο μᾶς εἶναι οὐσιῶδες, φιλάνθρωπο, βιόφιλο, καί πολύτιμο.

Ἄραγε γι’ αὐτό πλῆθος λαμπηδόνες ἀνάβουν στά ὑλικά τοῦ Χρ. Μποκόρου;

Μιλώντας γιά πτήσεις τοῦ καλλιτέχνη, τίς ὁποῖες ὀνόμασα λυρικές, ἕνα ἄλλο λιτό ποίημα τῆς ἴδιας Ἀμερικανίδας ποιήτριας, θαρρῶ πώς ταιριάζει ὡς ἐπιμύθιο ἐδῶ:

Τόν εἴδατε, περιπλέοντα, ὅλη νύχτα, πάνω στόν μαῦρο ποταμό;
Τόν εἴδατε στό πρωϊνό, νά ὑψώνεται μέσα στόν ἀσημένιο ἀέρα-
Μιά ἀγκαλιά λευκά μπουμπούκια,
Μιά τέλεια συγκίνηση μεταξιοῦ καί λινοῦ, καθώς ἔκλινε
στή δουλεία τῶν φτερῶν του· χιονισμένη ἀκτή, ἀκτή κρίνων,
Τσιμπώντας μέ τό μαῦρο του ράμφος τόν ἀέρα;
Τόν ἀκούσατε, κυματίζοντας καί σφυρίζοντας
Μιά στριγγή σκοτεινή μουσική – σάν τήν βροχή πού ἐκτοξεύεται στά δέντρα, – σάν καταρράκτης
Χαράζοντας τίς μαῦρες πλαγιές τῶν βράχων;
Καί, τελικά, τόν εἴδατε, ἀκριβῶς κάτω ἀπ’ τά σύννεφα –
Ἕνας λευκός σταυρός Ρέοντας στό μῆκος τοῦ οὐρανοῦ, τά πόδια του
Σάν μαῦρα φύλλα, οἱ φτεροῦγες του Σάν τό ἁπλωμένο φῶς τοῦ ποταμοῦ;
Καί τό νιώσατε, στήν καρδιά σας, πῶς ἀνῆκε σέ ὅλα;
Κι ἀκόμα ἀνακαλύψατε ἐπιτέλους πρός τί ἡ ὀμορφιά;
Κι ἀλλάξατε ζωή;

ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ


Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ [και ἕνα μικρό σχόλιο]

1. https://neoplanodion.gr/2021/04/27/christos-bokoros-o-aderphos-tou-patera-mou/

2. https://neoplanodion.gr/2021/05/16/christos-bokoros-photographia/

3. Ὁ Κορυδαλλός τῆς Mary Oliver, ἀπό τήν ποιητική συλλογή της Thirst, μετάφραση Νατάσας Κεσμέτη.

4. Ὁ Κύκνος, τῆς Mary Oliver, ἀπό την ἴδια ποιητική συλλογή καί σέ μετάφραση Νατάσας Κεσμέτη. Γιά τόν τελευταῖο στίχο τοῦ Κύκνου, πού ἀνάγεται σέ αὐτόν τοῦ Ρίλκε, μπορεῖ νά παρατηρήσει κανείς πώς ἡ Oliver εὐθέως ρωτάει ἐκεῖ πού ὁ Σεφέρης μετά βεβαιότητος λέει «Κι ἀλλάξαμε ζωή» Ὁπωσδήποτε ὅλοι μέ διαφορετικές προσεγγίσεις καί διατυπώσεις δείχνουν πρός τό πλέον οὐσιῶδες καί διαρκές πρόταγμα: νά ἔλθουμε εἰς ἑαυτόν.

Ο ΜακΓκράθ, η ιστορία και το μέλλον του αθεϊσμού στη Δύση

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

«Ο άνθρωπος, με τη βοήθεια της επιστημονικής γνώσης και του ανθρωπισμού μπορεί να κυριαρχήσει στη φύση και να τη μεταχειριστεί με σωφροσύνη για να καταστεί ευδαίμων»: αυτό υπήρξε σε γενικές γραμμές το αστικό ιδανικό, όπως το έχει σκιαγραφήσει ο Παναγιώτης Κονδύλης. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, ο νεώτερος ευρωπαϊκός πολιτισμός έδινε στον Θεό ένα είδος “τιμητικής αποστρατείας”, μετατρέποντάς Τον σε εγγύηση της αστικής κοσμοεικόνας, αλλά και ωθώντας Τον διακριτικά στο περιθώριο, καθώς έδινε στο Άνθρωπο (με άλφα κεφαλαίο) την κεντρική σημασία. Σύμφωνα με μια έρευνα που έγινε το 1916 από το American Men of Science, σε ερωτηθέντες 1000 Αμερικανούς ερευνητές από τον χώρο της φυσικής, της βιολογίας και των μαθηματικών, ένα ποσοστό της τάξης του 42% πίστευε στον Θεό, περίπου ένα 42% δήλωνε άθεο, και το 17% δήλωνε πως δεν ήταν βέβαιο. Η έρευνα επαναλήφθηκε από το American Men of Science, ογδόντα χρόνια μετά, με τα αποτελέσματα να είναι χωρίς σοβαρή απόκλιση: το 39% εμφανιζόταν να πιστεύει στον Θεό, το 45% δήλωνε άθεο, και τέλος, το 15% ισχυριζόταν ότι δεν είχε κατασταλάξει σχετικά. Σύμφωνα πάλι με μια έρευνα του 2009, το 33% του συνόλου των επιστημόνων στις Η.Π.Α. εμφανιζόταν να πιστεύει στον Θεό, το 18% στην ύπαρξη μιας ανώτερης δύναμης, ενώ το 41% θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως άθεο. Σήμερα, οι δεδηλωμένοι άθεοι/αθεϊστές αποτελούν περίπου το 7% του παγκόσμιου πληθυσμού, με την Κίνα να βρίσκεται πρώτη στατιστικά (200 εκατομμύρια άνθρωποι). Παρά τις έντονες αμφισβητήσεις εναντίον των θρησκειών, αυτές δείχνουν να ανθίστανται. Πώς εξηγείται αυτό;

Στο βιβλίο του Το λυκόφως του αθεϊσμού (The Twilight of Atheism, 2004), ο Άλιστερ ΜακΓκράθ αναλαμβάνει το εγχείρημα να σκιαγραφήσει συνοπτικά και γλαφυρά, μέσα σε περίπου τετρακόσιες σελίδες, την ιστορία του αθεϊστικού κινήματος στην ευρωπαϊκή σκέψη, από την εποχή του γαλλικού Διαφωτισμού μέχρι και τον 20ό αιώνα. Ο (πρώην αθεϊστής και νυν Αγγλικανός κληρικός) ΜακΓκράθ, που πλέον ασπάζεται μιαν άποψη που είναι ευρύτερα γνωστή ως “θεολογικός κριτικός ρεαλισμός”, δεν αντικρούει τόσο τα διάφορα αθεϊστικά επιχειρήματα αλλά επιλέγει να απομυθοποιήσει την αίγλη του αθεϊσμού, απλώς προβάλλοντας τα ιστορικά σφάλματα και τις αδυναμίες του, με σκοπό να φανεί ότι τελικά δεν είναι βιώσιμη αντιπρόταση απέναντι στη θρησκευτικότητα, μια προσπάθεια που έχει εκτιμηθεί και από σύγχρονους άθεους διανοητές, όπως ο Τζούλιαν Μπαγκνίνι και ο Τζον Ν. Γκρέι. Το βιβλίο του χωρίζεται σε δυο μεγάλες ενότητες, το «Μεσουράνημα» και το «Λυκόφως». Ο συγγραφέας παρουσιάζει τις κυριότερες μορφές που έλαβε ο αθεϊσμός εκφραζόμενος από σημαντικές προσωπικότητες με ακτινοβολία, ενώ προβλέπει ότι το αθεϊστικό κίνημα στο μέλλον πρόκειται μάλλον να εκλείψει. (περισσότερα…)