Το Mute του Γιώργου Χρυσοστόμου και οι βουβοί του συστήματος

του ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗ

Εκ πρώτης όψεως, το Mute είναι μια παράσταση διασκεδαστική, ένα one-man show το οποίο αντλεί από τη μιμητική και από την κληρονομιά μορφών υποκριτικής περισσότερο σωματικών. Ο ανώνυμος πρωταγωνιστής —ο εμπνευστής του έργου Γιώργος Χρυσοστόμου— είναι μια φιγούρα απολύτως βουβή η οποία πηγαινοέρχεται διαρκώς μέσα στο σκηνικό. Αυτό αποτελείται από μια σκαλωσιά η οποία διαιρείται σε διάφορα τμήματα ή “δωμάτια” ορθογώνιου σχήματος. Κατά το μεγαλύτερο μέρος του έργου παρακολουθούμε τον ήρωα να περνάει από το ένα τμήμα της σκαλωσιάς στο άλλο κινούμενος αριστερά-δεξιά ή πάνω-κάτω. Τούτη η συνεχής κίνηση του ήρωα εξελίσσεται σε ένα διασκεδαστικό θέαμα (δεν είναι τυχαίο ότι μες στο κοινό στο όμορφο Κηποθέατρο Παπάγου στις 31 Αυγ. ’21 βρέθηκαν αρκετοί έφηβοι και παιδιά). Κάθε φορά που ο βουβός ήρωας μπαίνει σε έναν νέο χώρο της σκαλωσιάς η κατάσταση αλλάζει – συχνά με ρυθμό φρενήρη. Στο ένα ορθογώνιο μπορεί να ακούγεται ζωηρό ροκ εν ρολ, στο άλλο μπορεί να χτυπάει επίμονα ένα τηλέφωνο, σε ένα άλλο ο ήρωας μπορεί να ερωτοτροπεί μελοδραματικά και ειρωνικά με μια… κούκλα του σεξ ενώ σε ένα άλλο μπορεί να φωτογραφίζει εγωπαθώς τα οπίσθιά του για ένα ποστ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τούτα τα στοιχεία ίσως οδηγήσουν κάποιον να δει απλώς μια διασκεδαστική παράσταση όπου ένας αεικίνητος παλιάτσος μάς εντυπωσιάζει με τις μούτες του και την ευελιξία του. Ωστόσο, το έργο επιζητά μια βαθύτερη ανάγνωση η οποία ίσως αναδείξει τι έχει αυτό να πει για την εποχή μας.

Η περφόρμανς ανοίγει με τον βουβό ήρωα να κρατά ένα ραδιόφωνο το οποίο κάνει παράσιτα. Βαστώντας την κεραία του σε διάφορα σημεία προσπαθεί να πιάσει καλό σήμα και, μετά από κάμποση προσπάθεια, το αφήνει. Από αυτό το σημείο ξεκινά το κύριο μέρος του έργου. Ο ήρωας διαπιστώνει ότι κάθε φορά που αλλάζει χώρο μες στη σκαλωσιά της σκηνής αλλάζει μαζί και η μουσική ή συμβαίνει κάτι το καινούργιο. Τον παρακολουθούμε για αρκετή ώρα να πηγαινοέρχεται και να ανεβοκατεβαίνει “τεστάροντας” το τι συμβαίνει. Κάθε φορά που μπαίνει σε ένα νέο κομμάτι της σκαλωσιάς ακούγεται ένα τραγούδι, κάποια ομιλία, ο αχός του αέρα ή ακόμα και κάποια κραυγή. Ο πάντοτε βουβός ήρωας μορφάζει έντονα και χαρωπά. Αν, μάλιστα, ακούγονται ομιλίες ή τραγούδια, τότε συντονίζει τα χείλη του μαζί τους επιδεικνύοντας επιδεξιότητα και ενθουσιασμό. Και φαίνεται να επιδιώκει τούτη τη συνεχή ρευστότητα ρόλων και πράξεων. Έχουμε ενώπιόν μας μια μετανεωτερική συνθήκη όπου ο ήρωας περνά συνεχώς από τη μια φάση στην άλλη. Δείχνει μάλιστα να το απολαμβάνει.

Το 1991 στην Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού ο Παναγιώτης Κονδύλης έδωσε μια άκρως ακριβή περιγραφή αυτού που πολύ συμβατικά αποκαλούμε μετανεωτερική (ή μεταμοντέρνα) σκέψη και αισθητική. Εδώ επικρατεί ο “αναλυτικός-συνδυαστικός” τρόπος σκέψης και δημιουργίας, δηλαδή το σύνολο δεν αναπτύσσεται γύρω από έναν κεντρικό —αφηγηματικό ή άλλον— άξονα αλλά σχηματίζεται από διάφορα ψηφία ετερογενή μεταξύ τους. Το καθοριστικό στοιχείο για τούτο το πολύχρωμο μωσαϊκό είναι όχι η εγγενής αρμονία του όλου αλλά η δημιουργική δύναμη του καλλιτέχνη ο οποίος πλέον δεσπόζει ως “ο συνδυαστής”, ως αυτός που συνθέτει μεταξύ τους, κάπως άναρχα, τις ψηφίδες, τα χρώματα, τα κείμενα, τις ταυτότητες και τα λοιπά. Χάριν σαφήνειας, μπορούμε να σημειώσουμε ότι το, πασίγνωστο, έργο που συνόψισε κάμποσες από τις καλλιτεχνικές τάσεις του εικοστού αιώνα, η Έρημη Χώρα του Τόμας Έλιοτ, διακρίνεται ακριβώς από τούτη την “αναλυτική-συνδυαστική” αρμολόγηση. Και από το 1922, οπότε και εκδόθηκε το φιλόδοξο ποίημα του Έλιοτ, μέχρι σήμερα το συγκεκριμένο πρότυπο δημιουργίας και σκέψης έχει διαχυθεί παντού, από την υψηλή τέχνη ώς την ποπ κουλτούρα και τον ακαδημαϊκό κόσμο.

Πράγματι ο βουβός ήρωας του Mute διαγράφεται ως ένας τέτοιος συνδυαστής ρόλων, πλαισίων δράσης και πράξεων. Και το γεγονός ότι ο ίδιος μένει πάντοτε βουβός υπογραμμίζει ακριβώς αυτή του τη θέση: δεν παράγει αρθρωμένα σύνολα – συνδυάζει ψηφίδες. Κάπου εδώ όμως το πράγμα εκτροχιάζεται. Σταδιακά η εναλλαγή μουσικών, ήχων και καταστάσεων παύει να ακολουθεί το πηγαινέλα του ήρωα από ορθογώνιο σε ορθογώνιο. Πλέον, τα ηχοτοπία αλλάζουν τρελά σαν ασύρματος του οποίου η βελόνα χάλασε και γυρίζει άναρχα πίσω-μπρος. Ο ανώνυμος χαρακτήρας του Χρυσοστόμου αγωνίζεται τώρα να προλάβει. Αντί να έχει αυτός τον έλεγχο των εναλλαγών, τρέχει ξοπίσω τους πασχίζοντας να βρεθεί στο σωστό τετράγωνο τη σωστή στιγμή. Μετά από κάποιες προσπάθειες να ακολουθήσει τον καταιγισμό των αλλαγών, ο ήρωας καταφεύγει σε μια άλλη τακτική. Θέλοντας να αναλάβει ξανά τον ρόλο του “συνδυαστή” που ανέφερα παραπάνω, παίρνει την κεραία του ραδιοφώνου και τη χρησιμοποιεί σαν μπαγκέτα μαέστρου προσπαθώντας να συντονίσει το χάος των ηχητικών θραυσμάτων. Μετά από κάποιες αρκετά κωμικές προσπάθειες αποτυγχάνει και η κατάσταση φεύγει ξανά από τον έλεγχό του. Το κοινό γελά με το πάθημά του.

Το τέλος της περφόρμανς σημαδεύεται από μια μεταβολή. Όπως είδαμε, αρχικά ο ήρωας βρέθηκε βυθισμένος σε έναν σωρό θραυσμάτων τον οποίον αντιμετώπισε με ενδιαφέρον κι ενθουσιασμό νομίζοντας ότι τον έχει τιθασεύσει. Ωστόσο, σταδιακά έχασε τον έλεγχο και οι προσπάθειές του να συντονίσει το χάος σαν μαέστρος απέβησαν άκαρπες. Το τέλος του έργου επιφυλάσσει λοιπόν και κάτι ακόμα: η ποικιλομορφία των χαοτικών ήχων και διαθέσεων χάνεται και αυτή. Τώρα ο ήρωας μένει μόνος του στο προσκήνιο, μακριά από τη σκαλωσιά, απέναντι σε ένα και μόνο ηχητικό θραύσμα. Πρόκειται για την ανάκρισή ενός κακοποιού από δυο ευγενικές και τυπικές φωνές γραφειοκρατών (το ηχητικό θραύσμα είναι ξεσηκωμένο από τη Συμμορία των Έντεκα). Ο διάλογος διεξάγεται βέβαια στα αγγλικά. Οι ανακριτές ρωτούν τον κακοποιό ποιος ήταν ο λόγος που εγκλημάτησε και αν σκοπεύει να το ξανακάνει μιας και τους ενδιαφέρει η πιθανότητα υποτροπής. Εκείνος απαντά παιγνιωδώς ότι στο έγκλημα οδηγήθηκε επειδή τον παράτησε η γυναίκα του και ότι, δεδομένου ότι αυτό… δεν πρόκειται να συμβεί ξανά, δεν υπάρχει πιθανότητα υποτροπής. Ο βουβός ήρωας του Χρυσοστόμου συντονίζει τα χείλη του με τον ανακρινόμενο εγκληματία προσπαθώντας να πείσει τους ανακριτές του με την απαιτούμενη δόση ευθυμίας και ειρωνικού ύφους. Το ηχητικό κομμάτι φτάνει στο τέλος του και ο Χρυσοστόμου αποσύρεται. Τότε όμως αυτό ξεκινά πάλι από την αρχή – πανομοιότυπο. Ο ήρωας παίζει πάλι τον ρόλο του συντονίζοντας τη φωνή του και το ύφος του με τον άνθρωπο υπό ανάκριση. Το κομμάτι τελειώνει και πάλι. Ο ήρωας φεύγει. Αλλά το κομμάτι ξεκινά πάλι από την αρχή. Ο ήρωας παίζει πάλι τον ρόλο του. Τούτο γίνεται ξανά και ξανά. Κάθε φορά το ηθικό του συντρίβεται όλο και περισσότερο από την εφιαλτική επανάληψη της ανάκρισης. Κάποτε προσπαθεί να τιθασεύσει τις φωνές των ανακριτών του, σαν μαέστρος, χρησιμοποιώντας και πάλι τη μπαγκέτα-κεραία του, και άλλοτε τις κοροϊδεύει κάνοντας γκριμάτσες. Αλλά οι φωνές των γραφειοκρατών ανακριτών δεν σταματούν. Η —πάντοτε ευγενική και τυπική— ανάκριση φαίνεται να συνεχίζει καφκικά επ’ άπειρον κι η απελπισία του ήρωα μεγαλώνει. Κάπου εκεί η παράσταση κλείνει. Η ένταση του ήχου χαμηλώνει και ακούμε για πρώτη και τελευταία φορά τον βουβό —«mute»— άνθρωπο να μιλά στο κοινό απελπισμένος. Μας λέει ότι δεν έχει πολύ χρόνο να μας μιλήσει. Μας λέει φρενιασμένα ότι δεν ξέρει καν αγγλικά, μας λέει ότι οι προβολείς του θεάτρου τον τυφλώνουν. Σχολιάζει πικρά το κοινό και τις αντιδράσεις του την ώρα του έργου – και το κοινό για άλλη μια φορά γελά μαζί του. Και έτσι πέφτει η αυλαία.

Τι συνέβη; Γιατί κατέληξε έτσι η αρχικά χαρωπή περιδιάβαση του ήρωα μες στο σκηνικό; Πιστεύω ότι στην περφόρμανς του Γιώργου Χρυσοστόμου εγγράφεται —συνειδητά ή ασυνείδητα— μια βασική συνθήκη της μετανεωτερικής μας κατάστασης. Ο σύγχρονος άνθρωπος βομβαρδίζεται συνεχώς από πληροφορίες, είτε αυτές έχουν να κάνουν με τα τελευταία… ποστ στο Ίνσταγκραμ είτε με τα σχέδια των μεγάλων δυνάμεων για το Αφγανιστάν και την πολυπόθητη… ανάπτυξη. Απέναντι σε έναν τέτοιο καταιγισμό αντιφατικών, λειψών ή ακόμα και μαγειρεμένων πληροφοριών, ο άνθρωπος συχνά νιώθει παντελώς ανίσχυρος ή φτάνει στο σημείο να αποσυρθεί από τις “μεγάλες αφηγήσεις”, από τους θεσμούς, από τη συλλογικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι το τηλέφωνο το οποίο βρίσκεται επί σκηνής ο ήρωας ποτέ δεν το σηκώνει, όσες φορές και όσο επίμονα κι αν χτυπήσει. Δεν είναι τυχαίο ότι το όποιο ερωτικό του σκίρτημα είναι απλώς και μόνο μια ειρωνική ερωτοτροπία με μια κούκλα του σεξ: η ευθεία και βαθεία δέσμευση απέναντι σε ένα άλλο πραγματικό πρόσωπο δεν μπορεί να βιωθεί σε μια τέτοια συνθήκη θρυμματισμού. Τρόπον τινά η περφόρμανς παρουσιάζει, με τρόπο πιο προσβάσιμο και πιο διασκεδαστικό, κάτι που κατέγραψε η τέχνη του ύστερου εικοστού αιώνα. Αναφέρομαι στον συντριπτικό καταιγισμό της (μετα)νεωτερικότητας και την αδυναμία του ανθρώπου να “βγάλει νόημα” μέσα σ’ όλα αυτά. Ίσως το πιο εμβληματικό έργο του εικοστού αιώνα σχετικά με τούτο το ζήτημα είναι εκείνο του Αμερικανού πεζογράφου Τόμας Πύντσον, στο οποίο η δυσθεώρητη συνθετότητα της σύγχρονης ζωής, των θεσμών, των συστημάτων και το κεφαλαίου απολήγει σε τρομακτικές θεωρίες συνωμοσίας οι οποίες εκρήγνυνται παραμένοντας άλυτες και απολύτως παρανοϊκές. Κατά παρόμοιο τρόπο, η πολυχρωμία και η ζωηράδα της παράστασης καταλήγει στον ζόφο με τον ήρωα να έρχεται αντιμέτωπος με τον εφιάλτη μιας γραφειοκρατικής, επίμονης ανάκρισης και να συντρίβεται υπό το βάρος της προσπαθώντας απελπισμένος να βρει τη δική του φωνή. Αυτό που αποκαλύπτεται μπρος στα μάτια μας είναι ότι πίσω από τη φαντασμαγορία του εμπορεύματος, πίσω από το πολύχρωμο μωσαϊκό των εμπειριών, των ρόλων και των ταυτοτήτων, δεν παύει να υφέρπει το μακρύ χέρι της εξουσίας, το οποίο δεν διστάζει να δείξει το αληθινό του πρόσωπο όταν η κατάσταση το απαιτήσει. Ας θυμηθούμε τη μοίρα του Έντουαρντ Σνόουντεν, ο οποίος έδειξε με γενναιότητα ότι πίσω από τη γοητεία και την πολυχρωμία του διαδικτύου κρύβεται ένας μηχανισμός παρακολούθησης και, κατ’ επέκτασιν, πειθάρχησης.

Όταν ο βουβός ήρωας μιλά επιτέλους —έστω και φρενιασμένα, έστω και για λίγο— διατρανώνει ότι δεν ξέρει αγγλικά. Η όλη ανάκριση την οποία πέρασε ήταν στα αγγλικά, τα οποία έπρεπε να ακολουθήσει ως άλλος Τζορτζ Κλούνεϊ της Συμμορίας των Έντεκα. Κάπου εκεί συνειδητοποιούμε ότι όλα τα τραγούδια και οι ομιλίες που ακούγαμε καθ’ όλη την περφόρμανς ήταν σε γλώσσες ξένες (κυρίως στην αγγλική). Ο βουβός ήρωας όλη αυτή την ώρα συντόνιζε τα χείλη του ή και όλη την ύπαρξή του με έναν καταιγισμό πληροφορίας, θεάματος, ρόλων και ταυτοτήτων τον οποίον δεν κατανοούσε ούτε καν κατά τον πιο στοιχειώδη τρόπο. Απέναντι στην έξωθεν επιβολή της φαντασμαγορίας, ο ήρωας στάθηκε σε τελευταία ανάλυση ανίκανος να αντιτάξει κατιτίς το δικό του. Ας μη σπεύσουμε να σκεφτούμε αυτάρεσκα ότι ο βουβός, παρανοϊκός παλιάτσος πνίγεται σε μια κουταλιά νερό. Η πρόσφατη δημοσκόπηση της Κάπα Research για τον κορωνοϊό (Αύγουστος ’21) έδειξε ότι η φαινομενικά ακατανόητη εμμονή ορισμένων ενάντια στον εμβολιασμό πηγαίνει χέρι-χέρι με μια γενική και βαθιά δυσπιστία απέναντι στο πολιτικό σύστημα και τους θεσμούς. Ο σκεπτικισμός κι η αίσθηση της ανημπόριας απέναντι στον σύγχρονο κόσμο και τους μηχανισμούς του είναι περισσότερο κοντά μας απ’ ό,τι νομίζουμε – και το παρανοϊκό ξέσπασμα αποτελεί εγγενές στοιχείο της αντίδρασης. Το Mute φαίνεται πως σκιαγραφεί τούτο το τοπίο του καταιγισμού, του κορεσμού, της μόνωσης και της παράνοιας.

ΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ


Ο Νίκος Στρατηγάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1992. Είναι μεταφραστής και διορθωτής-επιμελητής εκδόσεων καθώς και υποψήφιος διδάκτορας των τμημάτων αγγλικής φιλολογίας του ΕΚΠΑ και του Université Paris Nanterre.