*
Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
~.~
Λίγα γνωρίζουμε με βεβαιότητα για τον Girolamo Angeriano. Γεννημένος λίγο πριν το 1480 στην Καμπανία, γιος νομομαθούς, προσχωρεί νέος στον νεολατινικό λογοτεχνικό κύκλο που σχηματίζεται γύρω από τον Τζιοβάννι Ποντάνο στη Νάπολη. Ενδέχεται να πέρασε ένα διάστημα στη Ρώμη. Για τον συζυγικό και οικογενειακό του βίο μας λείπει οποιαδήποτε πληροφορία και γνωρίζουμε, τέλος, πως πέθανε το 1535. Η πενιχρότητα, πάντως, αυτή των βιογραφικών στοιχείων για τον Αντζεριάνο έρχεται σε εντυπωσιακή αντίθεση με το εύρος της επιρροής του στη λογοτεχνία του 16ου αιώνα.
Η επιρροή αυτή οφείλεται πρωτίστως στο αξιοθαύμαστο ποιητικό έργο που φέρει τον τίτλο Ἐρωτοπαίγνιον. Το έργο εκδόθηκε στη Φλωρεντία το 1512, και τόσο την αρχική έκδοση, όσο και τη δεύτερη έκδοση του 1520, πρέπει να τις επιμελήθηκε ο ίδιος ο Αντζεριάνο. Έκτοτε εκδόθηκε (επανειλημμένα) στο Παρίσι, και επίσης στη Βενετία, το Ντόρντρεχτ και τη Φρανκφούρτη. Πέρα από τις διαρκείς εκδόσεις, το έργο αποτέλεσε αντικείμενο εκτεταμένης μίμησης. Μέλη της «Πλειάδας» εμπνέονται από το Ἐρωτοπαίγνιον και το αξιοποιούν τόσο σε γαλλικές όσο και σε λατινικές ποιητικές συνθέσεις. Ομοίως εμπνέει ποιητές και συγγραφείς στην Ιταλία, την Ολλανδία, την Αγγλία και τη Γερμανία.
Το έργο αποτελείται από 199 επιγράμματα, γραμμένα όλα σε ελεγειακό δίστιχο. Σχεδόν αποκλειστικά, τα ποιήματα αφορούν μια γυναίκα, την «Καιλία». Δεν υπάρχει, φυσικά, λόγος να αναζητήσουμε την «πραγματική» γυναίκα πίσω από την ποιητική φυσιογνωμία της Καιλίας. Αφενός το ίδιο το έργο αντλεί εκτεταμένα από ελληνικές και ρωμαϊκές πηγές ─πρωτίστως από την Πλανούδεια Ανθολογία─ αφιερώνοντας στην Καιλία στίχους και αισθήματα ειπωμένα, αφετέρου δε, και κυρίως, η ίδια η πρωτοτυπία του Ἐρωτοπαιγνίου έγκειται, όπως μαρτυρεί και ο τίτλος, στον περιπαικτικά ινδαλματικό χαρακτήρα που πλάθεται για το ίδιο το ερωτικό αντικείμενο. Η υπερβολή αποτελεί το σήμα κατατεθέν κάθε στοιχείου που συνδέεται με την Καιλία, κι όμως αυτή άλλον σκοπό δεν έχει από την αναπτερωτική ιλαρότητα. Ο Αντζεριάνο είναι ένας δημιουργός που αγαπά θερμά την ελεγειακή παράδοση μα επιθυμεί ─και κατορθώνει─ ταυτόχρονα να παρωδήσει, να αναγελάσει, έντεχνα και ιδιοφυώς, την ίδια της την υπερβολή.
~.~
ΤΖΙΡΟΛΑΜΟ ΑΝΤΖΕΡΙΑΝΟ
Επιλογές από το Ἐρωτοπαίγνιον
- «Η αγανάκτηση του βιβλίου» [2]
Ποια Ερινύα σε στοίχειωσε κι όλο σε καταδιώκει;
Ντροπή δεν νιώθεις να μιλάς για όσα δεν μολογούνται;
Οι ποιητές, λέει ο λαός, είναι μωροί και χαύνοι,
Κι εύκολα μαρτυρώ εγώ: πλήρως απεχαυνώθης.
Γράφεις και σβήνεις διαρκώς, σβήνεις και ξαναγράφεις,
Κι ούτε κι οι στίχοι που κρατάς αξίζουν αναγνώστη.
Κι ούτε τα τέσσερα που παν, ιδέα καμιά δεν έχεις,
Όλη η ζωή σου ξεγλιστρά μες στην ανοησία,
Και δεν μπορεί να βρει ο νους στέρεο αποκούμπι.
Παραπονιέμαι δίκαια· μου μπήγεις τη λεπίδα,
Εγκαρτερώ σβησίματα, πληγές μου φέρνει η πένα.
Θαρρώ πως αγνοείς εσύ τι ’ναι παραφροσύνη·
Απολαμβάνεις, θα ’λεγα, σφοδρή, τυφλή, την τρέλα.
Ένα με θλίβει μόνο εμέ: αν βγω στο φως της μέρας,
Στον αναγνώστη τι θα πω; Τι άχαρη η γραφή σου!
Όπως και να το κάνουμε, δεν φταίω εγώ καθόλου,
Θα διαλαλήσω βροντερά «το κρίμα στον λαιμό σου»,
γιατί όλη στο κεφάλι σου πρέπει η ενοχή να πέσει.
Στους δρόμους θα φωνάζω εγώ: «καλοί μου αναγνώστες,
Να σας ευφράνω ήθελα, μα αδύνατον κατέστη,
Ερωτευμένος παλαβός έγραψε αυτούς τους στίχους!»
- «Στην Καιλία» [3]
Έρως πυρός τυλίγεται βαθιά μες στα μαλλιά σου,
Σε χείλη, φρύδια ευφραντικά λάμπει γλυκός ο Έρως.
Σε χέρια ο Έρως όμορφα, σε στήθη άσπρα στέκει·
Σαν τραγουδάς καλότεχνα, κει ξεπροβάλλει ο Έρως.
Συμφύεται ο Έρωτας με πόδια που βαδίζουν·
Ωσάν σκλαβάκι μιας κυράς, σου προσκολλάται ο Έρως.
Δεν είναι ένας μα πολλοί, Έρωτες στο κορμί σου,
Κάθε σου πράξη και προσόν, Έρως είναι, Θεά μου.
- «Το κέντρισμα της Καιλίας» [4]
Λαμπρή η Καιλία σεργιανά στους ανθισμένους κάμπους,
Όταν μια μέλισσα σκληρά της κέντησε το χέρι.
«Πώς», λέει, «μικρό πετούμενο τέτοια κραδαίνει βέλη,
Που απ’ την κεντιά ολόκληρο επρήστηκε το χέρι;».
«Μικρός, εγώ, κι ανάπαλος», της απαντά ο Έρως,
«Όμως με τις σαΐτες μου λυγίζω βράχια εδραία.
Κι εσύ που σ’ όψη με περνάς, τι δεν μπορείς, νομίζεις;
Τα χείλη και τα μάτια σου καίνε βουνά και πόντους».
- «Για την Καιλία και μια πεταλούδα» [5]
Το υπέρλαμπρο το πρόσωπο ζύγωνε της κυράς μου
(Στα τρυφερά της μάγουλα γλυκά φιλιά ν’ αρπάξει)
Μια πεταλούδα, ώσπου πληγή θανάσιμη τη βρήκε.
Μα πριν διαβεί στα σκοτεινά του Κάτω Κόσμου μέρη
Τα λόγια αυτά απηύθυνε σ’ ανήκοους νοτιάδες:
«Ανδρών χιλίων τις καρδιές κι άλλων θεών χιλίων
Όλες τις βάζει κάτω αυτή κι όλοι μιλούν για κείνη·
Τιμή για μένα ο θάνατος απ’ τα δικά της χέρια!»
- «Για τις σπουδές του» [6]
Ξέρω τι είναι λευτεριά· είν’ η γλυκιά η τέρψη
Να νυχτερεύει ο λύχνος μου κι εγώ να μελετάω.
Αυτή είν’ η χαρά μου, αυτή· κι όχι να καταντήσω
Ν’ αποθαυμάζω βασιλείς και τους λαμπρούς θριάμβους
Ή, πλούσιε βλάκα, να σταθώ μπρος στο ανάκλιντρό σου.
Ποιος άλλος πάρεξ ο τρελός μπορεί να σε υπομείνει;
Την ξιπασιά ας ανεχτούν όσοι Αυλές ζυγώνουν.
Εδώ έχω τη γαλήνη μου· τι κι αν λυσσά ο αγέρας,
Το τζάκι μου έχει ανάψει πια με τη μικρή φωτιά του.
Τη λύρα με τα δάχτυλα χτυπώ και τραγουδάω
Γλυκά τραγούδια που συχνά θεούς τους συγκινούνε.
Μα τη χαρά να μου χαλούν των ασθενών αρρώστιες,
Κι αντιδικίες ατέλειωτες στης αγοράς τον σάλο;
Κάλλιο εδώ παρά, λαέ, τη βρόμα σου ν’ αντέχω
Και με καρδιά γεμάτη οργή στο σπίτι να γυρίζω.
Μες σε πολέμου φάλαγγες να μπείτε εσείς οι άλλοι,
Δώστε τις μάχες σας εκεί, χτυπήστε τους εχθρούς σας.
Πιο ασφαλές το κάστρο αυτό, αίμα δεν το σιμώνει.
Μακριά η δόξα από ’δώ, μακριά η πλεονεξία,
Κι όσα ρυτίδες φέρνουνε, άγχη, θυμοί, μακριά μου.
Η καθαρή συνείδηση είν’ ο πιστός φρουρός μου,
Κι όσο δεν βλάπτω, τρόμος ποιος τα μέλη μου θα σείσει;
Όλος ας πέσει πάνω μου ο θόλος ─ δεν φοβάμαι.
Κι ας μου χιμήξουν κεραυνοί, εγώ θ’ αγαλλιάζω.
- «Για τη μεταμόρφωσή του» [7]
Ψηλά στο παραθύρι της σαν πρόβαλε η Καιλία,
Μίλησα εγώ στα μάτια μου κι είπα τα λόγια ετούτα:
«Χαρείτε όσο σας δίνεται το άστρο αυτό που φέγγει.
Μα τι μεγάλο χάρισμα θεά σωστή να βλέπεις!
Τι κι αν οπάλια και χρυσό τόσοι πολλοί θαυμάζουν·
Δεν λογαριάζω εγώ χρυσό, δεν λογαριάζω οπάλια.
Ευτύχησα και αγαπώ, κι έχω του Κροίσου πλούτη,
Και των Λυδών τα αγαθά, κι όλο το βιος του Κράσσου.
Δώστε της την ψυχή μου εσείς, δώστε της την καρδιά μου·
Βουλή θεάς θα προσκυνώ, δεν θέλω ελευθερία».
Κι όπως επήγαιναν, λοιπόν, τα μάτια να υπακούσουν,
Ρίζωσα εκεί και πέτρωσα, καρφώθηκα στο χώμα.
Δόξα μου χάρισε αυτό, αφού γραφή χαράχθη
Να τη διαβάζουν εσαεί όσοι περνούν διαβάτες:
Ερωτευμένος τρυφερός υπήρξε η πέτρα ετούτη.
- «Για την Καιλία και τον Ύπνο» [8]
Σαν είδε ο Ύπνος ξαπλωτό το σώμα της κυράς μου
Υπέροχο μες στα ψηλά χορτάρια, τη ζυγώνει,
Ποθεί να είναι πλάι της κι αυτά τα λόγια λέει:
«Είναι γλυκιά και όμορφη, τα μάτια το φωνάζουν·
Στενάζω κι όλος καίγομαι στου πάθους μου τη φλόγα.
Ευθύς θα ορμούσα πάνω της, μα ο φόβος μ’ αποδιώχνει,
Μήπως ξυπνήσει και μετά με δέσουν, με τσακίσουν.
Μακριά μου, φόβε, φύγε πια! Ο έρωτας νικάει.»
Αυτά ’πε, και τα χείλια της φιλά, κι η γλώσσα τρέμει,
Κι αρπάζει λαχανιάζοντας τους θείους θησαυρούς της.
Δεν χόρτασε· στην αγκαλιά σφιχτά πάλι την παίρνει,
Μα σαν το βάρος ένιωσε εκείνη της αγκάλης,
Τινάχτηκε έντρομη μακριά και φώναξε τις φίλες.
Ο Ύπνος φεύγει φτερωτός, σαν ελαφρύ αεράκι,
Κι όταν μακριά της βρέθηκε, γυρνά και της φωνάζει:
«Γείρε ξανά στον ίσκιο σου και μείνε αναπαυμένη.
Ο Ύπνος ήμουνα εγώ που ’σφιγγε το κορμί σου.
Μα συμβουλεύω, τώρα δα, να ζεις ευτυχισμένη.
Το αύριό σου αγνοείς. Δρέψε χαρές, κυλάνε.
Όπως με κάναν να χαθώ τα ανοιχτά σου μάτια,
Άκου, συ η ίδια θα χαθείς: αν μου ’χεις πίστη, αγάπα.»
- «Για την Καιλία που αναρρώνει» [9]
Έσβηνε το κορίτσι μου στου πυρετού την κάψα
Κι έλιωνε το λευκό κορμί σε πορφυρένια κλίνη·
Τότε ο ωχρός ο Θάνατος ζώνει φριχτή τη σπάθη
Και πάει στο σπίτι το χρυσό πυρά νεκρού να στήσει.
Ορμά, μα σαν αντίκρισε τα τέλεια τα στήθη
Και μάτια σαν της Αθηνάς που ’χει χρυσή την κόμη,
Μαρμάρωσε ολόκληρος, υποχωρεί και λέει:
«Δεν είν’ σωστό η κόρη αυτή τη Λήθη να διασχίσει».
Ρεζιλεμένος τράβηξε σε σκιές του κάτω κόσμου
Και ξεστομίζει θαρρετά μπρος στης Στυγός τον Δία:
«Τις υποχθόνιες αρχές όλες τις αρχοντεύεις,
Μόν’ την Καιλία απ’ τη θανή θέλω να τη γλιτώσεις».
Κι ο Πλούτων συγκατένευσε κι έγινε Θεία εκείνη,
Ευθύς τα νέφη φύγανε, κι ο ίδιος ο Απόλλων
─Ο μακρυμάλλης ο Θεός─ δίνει την έγκρισή του.
Κι αφού ο σκληρός ο Θάνατος σπλαγχνίσθη την Καιλία,
Ελπίζω τώρα, ως Θεά, ν’ ακούει τις προσευχές μου.
- «Για την Καιλία και το βιβλίο» [10]
Σαν η Καιλία διάβασε μες στον μικρό τον τόμο
Πώς ιστορώ τη φλόγα μου, «Τι ψεύτης», λέει, «είν’ τούτος!
Όμορφη τόσο κι ιδεατή, εγώ σαφώς δεν είμαι,
Κι αυτός τόσο δεν φλέγεται, κούφια λόγια σκορπίζει».
Και πιάνει το τομίδιο που ήταν ανοιγμένο,
Και το φυλλομετρά γοργά, σελίδα τη σελίδα·
Κινάει αυτό ως τρεις φορές ήχο ν’ αρθρώσει -μα όχι!
Το μόνο που κατάφερε ήταν να ξεφυσήξει
Τους στεναγμούς στον ουρανό, στον κούφιο τον αιθέρα.
Μετά σε στάχτες έλιωσε, μαζί με μένα εκάη.
- «Για το τραγούδι της Καιλίας» [11]
Γοητεύτηκα σαν άκουσα να τραγουδά η κυρά μου,
Γοητεύτηκα· μου φάνηκε τόσο όμορφη κι ωραία!
Ανέμελα πώς έπεφταν στους ώμους τα μαλλιά της,
Κι είχε στην όψη φλογερό χρώμα χωρίς φτιασίδι.
Πιο λυγερή, πιο όμορφη, πιο νόστιμη μου εφάνη,
Και βράχους θα τους σάλευε με το γλυκό τραγούδι.
Όμως ποτέ καμιά χαρά καιρό πολύ δεν μένει:
Έτυχε κι έστρεψε σ’ εμέ τα μάτια της και μ’ είδε,
Κι ευθύς την πήρε ταραχή που την παρατηρούσα.
Σώπασε η γλώσσα η λιγυρή, κι απέθεσε τη λύρα.
Θύμωσε και με έλουσε χίλιες βρισιές πριν φύγει.
Κι έμεινα έρμος, δύστυχος, με την καρδιά βγαλμένη,
Κι έπεσα, και σε θάνατο τα μάτια μου σφαλίζω.
Ξαναγυρνά εκεί αυτή το σώμα μου να κάψει,
Κι όταν τα κόκαλά μου πια τα ’χε μπροστά στα μάτια,
Τα μάζεψε και τα ’θαψε στη γη χωρίς κηδεία.
Δίχως μια στάλα λύπηση, η άπονη κοπέλα
Μόνο μια φειδωλή γραφή μου χάραξε στο μνήμα:
Εδώ αναπαύεται εραστής, γλυκιάς φωνής το θύμα.
- «Στην Καιλία» [12]
Αν δεν κυλούσαν δάκρυα, σε φλόγα θα ‘χα λιώσει,
Κι αν δεν υπήρχε η φλόγα μου, θα μ’ έπνιγε το δάκρυ.
Έτσι με σώζουν δάκρυα, έτσι με σώζει η φλόγα.
Φλόγα και δάκρυ ας τα δεχτώ, αφού ζωή μου δίνουν.
///
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Οι μεταφράσεις βασίζονται στην κριτική έκδοση του Wilson. Ιδ. G. Angeriano, The Erotopaegnion, edited and translated with commentary by A.M. Wilson, Νιούκοουπ, 1995.
[2] XXIV. «De Libelli Querela».
[3] XXVI. «Ad Caeliam».
[4] LI. «De Caeliae Vulnere». Πρβλ. [Θεόκριτος] Κηριοκλέπτης, Ειδ. 19.
[5] XCV. «De Caelia et Papilione». Πρβλ. Πετράρχης, Canz. 141.
[6] XCIX. «De Suis Studiis».
[7] CXXIII. «De Sua Metamorphosi».
[8] CXXXIII. «De Caelia et Somno».
[9] CLI. «De Caelia Convalescente». Πρβλ. Προπέρτιος, Eleg. 2, 28.
[10] CLXI. «De Caelia et Libello».
[11] CLXV. «De Caeliae Cantu».
[12] CLXIX. «Ad Caeliam».
///
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Germano, G., ‘Canzonieri latini nella Napoli aragonese tra il Regno e il Vice Regno (1450-1550)’, Revista de Cancioneros Impresos y Manuscritos, 13, 2024, 104-131.
Parker, H. N. ‘Renaissance Latin Elegy’, εις B. Gold (επιμ.), A Companion to Roman Love Elegy, Λονδίνο, 476-490.
White, P. Early Modern Latin Love Poetry, Λέιντεν, 2023.
*
**
