Ρήγματα: Πανόραμα 250 ελληνικών διηγημάτων της περιόδου 1974-2024 [1/4]

του Π. EΝΙΓΟΥΕΪ

 ~.~

Στον Αχιλλέα Κυριακίδη,
για την έμμεση παρότρυνσή του

Με την παρούσα μελέτη επιχειρούμε μια πανοραμική ανασκόπηση της ελληνικής πεζογραφίας, εστιάζοντας σε δύο συγγενείς αλλά διακριτές μορφές του αφηγηματικού λόγου: το διήγημα και το μικροδιήγημα (διηγήματα κάτω των 700 λέξεων), και συγκροτώντας έτσι μια διπλή χαρτογράφηση 250 κειμένων κατά την πεντηκονταετία που ακολούθησε τη Μεταπολίτευση.

Η μελέτη βασίζεται σε μια τυπολογική ταξινόμηση εννέα κατηγοριών. Η κατάταξη αυτή δεν διεκδικεί οριστικότητα, καθώς οι υποκατηγορίες είναι άπειρες και τα κείμενα συχνά υβριδικά. Συνιστά περισσότερο ένα εργαλείο προσανατολισμού, αλλά και μια πρόσκληση για περαιτέρω αναγνώσεις στον ποικιλόμορφο κόσμο της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας.

Η παρούσα εργασία, που θα αναρτηθεί σε τέσσερις συνέχειες, αποτελεί εμπλουτισμό, επεξεργασία και την τελική σύνθεση μιας παρουσίασης ελληνικών διηγημάτων της περιόδου 1974-2024, όπως αυτή δημοσιεύτηκε στην bookpress: Μικρός οδηγός στο ελληνικό διήγημα 1974-2024: 50 αντιπροσωπευτικά διηγήματα όλων των κατηγοριών (16/5/2025) και Η ντοπιολαλιά στο ελληνικό διήγημα 1974 – 2020: Από τον Βαλτινό στον Κανελλόπουλο (5/9/2026), στον Αναγνώστη: Ελληνίδες διηγηματογράφοι 1975-2025 (13/1/2026) και στο Νέο Πλανόδιον: Το ελληνικό διήγημα 1974-2024: 50 επιλογες (11/9/2025).

///

Το ελληνικό διήγημα μετά τη Μεταπολίτευση γνωρίζει έναν εντυπωσιακό μετασχηματισμό, τόσο σε επίπεδο μορφής όσο και περιεχομένου. Η λογοτεχνική παραγωγή της περιόδου δεν περιορίζεται σε δύο τρεις αφηγηματικούς τύπους, αλλά εκτείνεται σε πλήθος μορφών και τεχνοτροπιών. Αν κάτι χαρακτηρίζει αυτή την εποχή είναι η ποικιλομορφία και η πολυγλωσσία.

Η γλώσσα των διηγημάτων παρεκκλίνει συχνά από τον «λογοτεχνικό κανόνα» καθώς εκτός από την καθημερινή συναντούμε ένα ευρύ φάσμα: λυρική, στομφώδης, ρεαλιστική, σκωπτική, αρχαιοπρεπής, ακατέργαστη, λαϊκή μέχρι βωμολοχική. Το ύφος κινείται μεταξύ τρυφερότητας και σαρκασμού, ρεαλισμού και αφαίρεσης, συναισθήματος και ειρωνείας. Ορισμένοι συγγραφείς υιοθετούν ένα δημοσιογραφικό, αποστασιοποιημένο ύφος, άλλοι πειραματίζονται με την ποιητικότητα και μερικοί με τον «ζωντανό» θεατρικό λόγο.

Θεματικά συναντάμε πολιτικά και ιστορικά τραύματα (Εμφύλιος, Μικρασιατική καταστροφή, Κατοχή, χούντα), αστικές-καθημερινές ιστορίες, υπαρξιακή αποξένωση, τύπους στο περιθώριο, τοπικές ιστορίες, φανταστικές αφηγήσεις, ακόμη και την ίδια την αφήγηση ως θέμα: μεταμυθοπλαστικές ιστορίες.

Η μελέτη επιχειρεί μια διαδρομή στον πυρήνα του ελληνικού διηγήματος της περιόδου 1974-2024, εστιάζοντας όχι μόνο σε ονόματα αναγνωρισμένα και καταξιωμένα, αλλά και σε φωνές λιγότερο προβεβλημένες, παρουσιάζοντας συνοπτικά, αλλά μεθοδικά, τις βασικές κατηγορίες και υποκατηγορίες και τα αντιπροσωπευτικά διηγήματα ανά κατηγορία.

 

Α΄ ΜΕΡΟΣ

1. ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ

Η μνήμη υπήρξε ένας από τους πλέον αγαπημένους άξονες του ελληνικού μεταπολιτευτικού διηγήματος.  Οι συγγραφείς δεν ανακαλούν το παρελθόν για να αφηγηθούν απλώς μια ιστορία, ή να αναπολήσουν περασμένες εποχές, αλλά για να κατανοήσουν το παρόν. Δεν αφηγούνται όσα συνέβησαν κάποτε, αλλά το λόγο που τα γεγονότα εξακολουθούν να τους επηρεάζουν σήμερα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Αντιμετωπίζουν το παρελθόν με νηφαλιότητα, με ειρωνεία, με λιτό ύφος αλλά και κριτική διάθεση.

Το «μικρό» και το «ασήμαντο» αποκτούν κεντρική θέση [1]. Το «διήγημα της μνήμης» δεν είναι απλώς αναδρομικό αλλά παροντικό και κριτικό. Αναμετριέται με το παρελθόν όχι για να το αναπαραστήσει, αλλά για να το ξανασκεφτεί και να αναδείξει τις αντιφάσεις της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.

Από το εξομολογητικό ύφος του Ιωάννου και τη νοσταλγία του Παπαδημητρακόπουλου έως τη δραματική ένταση του Μηλιώνη, τα διηγήματα αυτής της ενότητας συνθέτουν ένα παλίμψηστο μνήμης. Ένα αρχείο συναισθημάτων, αφανών ηρώων και «ασήμαντων» στιγμών που διεκδικούν τη δική τους θέση στη μικρή, τοπική ιστορία [2].

Ιστορία και μνήμη

Υποκατηγορία που συγκροτεί έναν από τους πιο δραματικά φορτισμένους πυρήνες του διηγήματος της περιόδου. Κοινό χαρακτηριστικό των διηγημάτων είναι η αποφυγή της ρητορικής και του μελοδραματισμού καθώς ακόμη και στις πιο ακραίες σκηνές βίας, η ένταση προκύπτει από την οικονομία και τη λιτότητα.

 

Γιώργος Ιωάννου, «Ψηλά στο Εσκί Ντελίκ»
[Η μόνη κληρονομιά, Ερμής, 1974, τώρα Κέδρος, 2024]

Διήγημα-χρονικό που μέσα από την ιστορία δύο οικογενειών προσφύγων αφηγείται την πορεία μιας ολόκληρης γενιάς: άφιξη στη Θεσσαλονίκη μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, μεσοπόλεμος, Κατοχή-Εμφύλιος, μετανάστευση στις δεκαετίες ’50 και ’60.

Ο Ιωάννου, με τον χαρακτηριστικό εξομολογητικό και παρατηρητικό τόνο, δεν εξιδανικεύει τους πρόσφυγες· δείχνει τα ελαττώματα, τη μικροπρέπεια, την κουτοπονηριά, αλλά και την αλληλεγγύη τους.

Γλώσσα λαϊκή, δίνει την αίσθηση ότι ακούμε μια γιαγιά ή έναν θείο.

 

Χριστόφορος Μηλιώνης, «Η αποκριά»
[Ακροκεραύνια, Κέδρος, 1976, τώρα Κίχλη, 2024]

Σκληρό αφήγημα εστιασμένο στον βαρύ χειμώνα του Εμφυλίου στην περιοχή των Ιωαννίνων.

Ένα παιδί  –πρόσφυγας ανάμεσα σε άλλους «συμμοριοπλήκτους»–, αφηγείται τις περιπέτειες της οικογένειάς του για ανεύρεση στέγης μετά την εκδίωξή τους από τα χωριά τους με απόφαση της κυβέρνησης. Έτσι γνωρίζει τον κυρ-Γιάννη, νεκροθάφτη με αριστερές ιδέες. Η κορύφωση έρχεται το τριήμερο της Αποκριάς όπου το γλέντι στην πλατεία της κωμόπολης διακόπτεται όταν δύο μεθυσμένοι στρατιώτες παρουσιάζουν ως λάφυρο το κομμένο κεφάλι ενός αντάρτη. Η σκηνή της αναγνώρισης του νεκρού αντάρτη –που είναι ο γιος του κυρ Γιάννη– από τον ίδιο τον πατέρα, είναι από τις πλέον τραγικές της ελληνικής διηγηματογραφίας.

Ο τόνος της αφήγησης αποφεύγει κάθε μελοδραματισμό. Ωστόσο ο συγγραφέας συμπάσχει άδηλα με τον ήρωα και με τους υπόλοιπους χωρικούς.

 

Τόλης Καζαντζής, «Ο διεθνής»
[Ενηλικίωση, Ερμής, 1980. Τώρα στο: Τόλης Καζαντζής, Η παρέλαση / Ενηλικίωση, Νεφέλη, 1995.]

Συγκινητικό και πολιτικά φορτισμένο σύντομο αφήγημα που συνδυάζει μια ποδοσφαιρόφιλη ιστορία με το κλίμα των πρώτων χρόνων της μετεμφυλιακής Ελλάδας.

Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Τσέλιος, ένα «φιντάνι» του ποδοσφαίρου, που από τα «τσαΐρια» της Δράμας φτάνει γρήγορα να γίνει βασικό στέλεχος της Εθνικής και να αποθεωθεί ως «Μακεδονική λαίλαψ».

Όμως ο Τσέλιος συλλαμβάνεται για πολιτική δράση, κατηγορείται ότι συμμετείχε σε παράνομη συγκέντρωση και βρίσκεται αντιμέτωπος με το στρατοδικείο και την εκτέλεση. Αρνούμενος να αποκηρύξει τις κομμουνιστικές του πεποιθήσεις οδηγείται, τελικά, σε ισόβια φυλάκιση, την ίδια στιγμή που παράγοντες και συνήγοροι προσπαθούν μάταια να τον σώσουν .

Όταν τελικά αποφυλακίζεται μετά από χρόνια κανείς δε θυμάται ούτε τον ίδιο ούτε την ιστορία του.

Η μνήμη του ποδοσφαίρου βραχεία, η αφήγηση του Τόλη Καζαντζή μακρά.

 

Πρόδρομος  Χ. Μάρκογλου, «Ταξίδι στο Νέστο»
[Διέφυγε το μοιραίον, Νεφέλη, 2003.]

Αφήγημα όπου μια προσωπική ιστορία διασταυρώνεται με την Ελλάδα στα χρόνια του Εμφυλίου.

Η αφήγηση ακολουθεί τον αφηγητή και την οικογένειά του σ’ ένα ταξίδι μετά τον ποταμό Νέστο, κοντά στους Τοξότες, όπου ντόπιοι ιερείς κερδοσκοπούν σ’ ένα καλοστημένο παιχνίδι με την, υποτιθέμενη, εμφάνιση της ίδιας της Παναγίας πάνω από ένα καραγάτσι.

Αίσθηση προκαλεί η αντίθεση ανάμεσα στον ορθολογισμό του αφηγητή και στη συλλογική πίστη των προσκυνητών. Η σκηνή δε της «θαυματουργής» τελετής οδηγεί το πλήθος σε κατάσταση υστερίας για λύτρωση και θεραπεία.

Η καταστροφική πυρκαγιά από κεραυνό στο τέλος του κειμένου διαλύει την τελετουργία και τις ψευδαισθήσεις, και οι άνθρωποι επιστρέφουν στην καθημερινότητά τους.

 

Αλμπέρτος Ναρ, «Σαλονικάϊ, δηλαδή Σαλονικιός»
[Σαλονικάϊ, δηλαδή Σαλονικιός, Νεφέλη, 1999]

Νοσταλγικό διήγημα όπου παρακολουθούμε τον Τζάκο Σουλέμα, έναν ηλικιωμένο Εβραίο της Θεσσαλονίκης, να επιστρέφει στην πόλη έπειτα από χρόνια, ως τουρίστας πλέον, από τη Χιλή.

Περιδιαβαίνοντας τους δρόμους της αγνώριστης Θεσσαλονίκης, ανακαλεί το παρελθόν του: τη φτώχεια της παιδικής ηλικίας, τη σκληρή εργασία, τον πόλεμο, τις διώξεις και την εξόντωση της εβραϊκής κοινότητας.

Αφήγηση αποσπασματική με εναλλαγές στο παρόν και στο παρελθόν καθώς ο ήρωας νιώθει διπλά αποξενωμένος: ξένος στη νέα του πατρίδα αλλά και σε αυτή των παιδικών του χρόνων, που δεν υπάρχει βέβαια. Έτσι, η επαναλαμβανόμενη φράση «Σαλονικάι, δηλαδή Σαλονικιός» αποκτά ειρωνικό χαρακτήρα.

 

Νίκος Μπακόλας, «Αυτό το αίμα είναι…»
[Το ταξίδι που πληγώνει και άλλα διηγήματα, Κέδρος, 2000. Πρώτη δημοσίευση: περ. Παραφυάδα, τχ. 5. 1989.]

Ο ήρωας της ιστορίας, μετά τη χρεοκοπία του εργοστασίου του, ανακαλεί το παρελθόν του ίδιου αλλά και της οικογένειάς του, κι έτσι ξεδιπλώνεται η ιστορία μιας ζωής σημαδεμένης από αγώνες, φτώχεια και πολιτικές διώξεις.

Μιλά για τα δύσκολα χρόνια μετά τον Εμφύλιο, και την προσπάθεια με τον αδελφό του να προκόψουν, αρχικά ως τεχνίτες, αργότερα ως μικροεπιχειρηματίες και κατόπιν φτιάχνοντας ένα εργοστάσιο. Η σύγκρουση όμως με τα συνδικάτα και τα δυσβάστακτα χρέη οδηγούν τελικά στην πτώση και στο κλείσιμο του εργοστασίου.

Πικρός, ειρωνικός, απολογισμός μιας γενιάς που ξεκίνησε με ιδανικά και συλλογικούς αγώνες, αλλά κατέληξε παγιδευμένη σε αντιφάσεις: οι ίδιοι άνθρωποι που κάποτε αγωνίζονταν για κοινωνική δικαιοσύνη βρίσκονται, σε δεύτερο χρόνο, αντιμέτωποι με όσα πρέσβευαν.

 

Τάσος Χατζητάτσης, «Απολυμένη Πέτρα»
[Ακροτελεύτιοι εσπερινοί, Πόλις, 2009]

Ο αφηγητής μάς ταξιδεύει σε διαφορετικές χρονικές περιόδους: μιλά για την παιδική του φιλία με τον Μίλτο και τη γοητευτική Μπέμπα στις μέρες της Κατοχής. Κατόπιν διαπερνά  τον Εμφύλιο, συνεχίζει με τη Δικτατορία και φτάνει ως τα τέλη του εικοστού αιώνα. Η αφήγηση παραθέτει στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής, ερωτικές σκηνές, οικογενειακές ιστορίες αλλά και πολιτικά γεγονότα δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό μωσαϊκό.

Η «Απολυμένη Πέτρα» –τόπος άλλοτε συνάντησης ανταρτών και τώρα τουριστικός ξενώνας– γίνεται σύμβολο του πώς ο τόπος και η μνήμη μεταμορφώνονται με το πέρασμα του χρόνου, χάνοντας την ιστορική τους αξία.

Η «μεγάλη εικόνα», η Ιστορία, και η «μικρή», η ερωτική επιθυμία των πρωταγωνιστών, συνταξιδεύουν, αφήνοντας εν τέλει μια γλυκόπικρη νοσταλγία και μια ειρωνική αποδοχή.

 

Γιώργος Ιωάννου, «Ο θείος Βαγγέλης»
[Η μόνη κληρονομιά, Ερμής, 1974, τώρα Κέδρος, 2024]

Ο θείος Βαγγέλης, έφεδρος αξιωματικός, πολεμά γενναία στον πόλεμο του ’40, αλλά στον εμφύλιο «πολύ αχαμνός, πολύ μαδημένος πια, για πολεμιστής», καταλήγει να εκφωνεί συνεχώς (τους ίδιους) επικήδειους λόγους για τους νεκρούς στρατιώτες.

Το επεισόδιο της Πρωτοχρονιάς στο σπίτι του αφηγητή, δίνει μια κωμικοτραγική διάσταση στην αφήγηση.

Η ιστορία κλείνει με την αρρώστια και τον πρόωρο θάνατο της γυναίκας του, που φέρνει τον θείο Βαγγέλη αντιμέτωπο με τον προσωπικό πόνο: «Αυτός που είχε θάψει και θάψει ξένους, ένιωθε στο πετσί του τον θάνατο. Λέξη δεν ήταν σε θέση να προφέρει.»

Ειρωνεία και πικρό, μαύρο χιούμορ που συνδυάζει το προσωπικό με το ιστορικό και δείχνει πόσο βαθιά και επώδυνα επηρεάζει ο πόλεμος την ανθρώπινη ψυχή.

 

Μαρία Κουγιουμτζή, «Ο βάλτος»
[Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα, Καστανιώτη, 2016]

Ένας νεαρός βοηθός γιατρού φτάνει στο χωριό Βαριά, έναν τόπο χτισμένο πάνω σε αποξηραμένο βάλτο, που κουβαλά τη μνήμη του Εμφυλίου. Ο γιατρός του χωριού τον στέλνει να επισκεφθεί τον γερο-Γαβρήλο, έναν παλιό «άρχοντα» του τόπου, ο οποίος του αφηγείται ιστορίες από του εμφύλιου σπαραγμού, αποκαλύπτοντας ότι είχε σκοτώσει ανθρώπους και τα σώματά τους τα είχε ρίξει στον βάλτο. Οι νεκροί επιστρέφουν ως φαντάσματα: η κόρη του, η γυναίκα του και οι σκοτωμένοι μοιάζουν να κατοικούν μέσα στο σπίτι.

Ρεαλισμός με γοτθική ατμόσφαιρα και στοιχεία μεταφυσικού τρόμου.

Γλώσσα πυρετική, γεμάτη εικόνες λάσπης, υγρασίας, και σήψης, δημιουργεί κλίμα ασφυξίας, σαν να βυθίζεται κάποιος σιγά-σιγά σε βάλτο.

 

Μικρές ζωές

Υποκατηγορία που το βλέμμα της στρέφεται από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα στις αφανείς ζωές. Η μνήμη εδώ αναφέρεται σε ένα κόσμο που σβήνει ή που έχει χαθεί: επαγγέλματα που εξαφανίζονται, γειτονιές που μεταμορφώνονται, έθιμα που έχουν ξεχαστεί.

Κοινό χαρακτηριστικό η προφορικότητα, η λαϊκή γλώσσα και η λιτότητα, όπου διακρίνεται μια υπαρξιακή αγωνία. Παράλληλα, κυριαρχεί μια τρυφερότητα, ενίοτε αναμεμειγμένη με χιούμορ ή ειρωνεία, που παρουσιάζει τους ήρωες των ιστοριών χωρίς εξιδανίκευση.

*

Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, «Ο Αμερικάνος»
[Ο οβολός και άλλα διηγήματα, Νεφέλη, 2004. Τώρα από Κίχλη, 2023.]

Διήγημα που συνδυάζει παιδική μνήμη, λαϊκή αφήγηση και νοσταλγία.

Ο αφηγητής θυμάται τον γείτονα-μετανάστη, που απουσίαζε χρόνια στην Αμερική, να επιστρέφει στο χωριό φορτωμένος με ιστορίες και παράξενα αντικείμενα, όπως ένα ραδιόφωνο: η σκηνή της παρουσίασής του, το βραχυκύκλωμα και η ανατίναξή του περιγράφονται με κωμικότητα αλλά και αρκετή δόση ματαιότητας.

Ο «Αμερικάνος» κουβαλάει έναν αέρα άλλου κόσμου, μια φιγούρα ανάμεσα στο εξωτικό και το τραγικό, που όμως τελικά καταλήγει μόνος, φτωχός, ξένος στην ίδια του τη γειτονιά.

Η ακροτελεύτια σκηνή του διηγήματος, όπου ο «Αμερικάνος» πεθαίνει στην Κατοχή από δηλητηρίαση, είναι από τις πιο συγκλονιστικές της ελληνικής διηγηματογραφίας.

 

Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, «Τα γαϊδούρια»
[Ο θησαυρός των αηδονιών, Γαβριηλίδης, 2009. Τώρα από Κίχλη 2024.]

Εμβληματικό μικροδιήγημα της «μνήμης» που συνδυάζει αριστοτεχνικά αφηγηματική οικονομία και ηθικό φορτίο.

Σε μόλις 180 λέξεις, το κείμενο μιλά για την παιδική εμπειρία, τη συλλογική μνήμη, την ενοχή και τη βία. Το θέμα –η θανάτωση των ζώων όταν αυτά παύουν να είναι «χρήσιμα»– χρησιμοποιείται ως μεταφορά για τη σκληρότητα απέναντι στην ανημποριά της τρίτης ηλικίας.

Η αδράνεια των κατοίκων μπροστά στη βία, καυστικό κοινωνικό σχόλιο για έναν χώρο που συνυπάρχει με τη φρίκη.

 

Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, «Θερμά θαλάσσια λουτρά»
[Θερμά θαλάσσια λουτρά, Εγνατία, 1980, τώρα από Κίχλη, 2021]

Ακόμη μία παιδική ανάμνηση του συγγραφέα, αυτή τη φορά για τα καλοκαίρια πριν από τον πόλεμο.

Κάθε καλοκαίρι η θεία του προετοιμάζεται τελετουργικά για τις διακοπές της στα θαλάσσια λουτρά σε παρακείμενη περιοχή. Η αφήγηση περιγράφει με λεπτομέρεια τον κόσμο  της εποχής: τον σιδηροδρομικό σταθμό, τον σταθμάρχη, το βαγόνι με τους λουόμενους, τις ξύλινες εγκαταστάσεις των λουτρών που προχωρούν μέσα στη θάλασσα.

Στο τελευταίο μέρος έρχεται η δραματική τροπή. Ένας Ρώσος πρόσφυγας, εξαιρετικός κολυμβητής, ανεβαίνει στη στέγη των λουτρών για μια θεαματική βουτιά από ψηλά, πλην όμως πέφτει σε έναν σπασμένο πάσσαλο και πεθαίνει, διακόπτοντας την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα.

Και εδώ ο Παπαδημητρακόπουλος δεν ενδιαφέρεται για την πλοκή, όσο για την αναβίωση μιας ολόκληρης εποχής που έχει πια εξαφανιστεί.

 

Μάρκος Μέσκος, «Οι καφέδες του μπαρμπα-Γιάννη»
[Μουχαρέμ, Νεφέλη, 1999]

Ο αφηγητής ανακαλεί τη μορφή ενός Μικρασιάτη μερακλή καφετζή, του μπαρμπα-Γιάννη. Μέσα στη φτωχή αλλά ζωντανή γειτονιά, ο μπαρμπα-Γιάννης κερδίζει την εκτίμηση όλων, καθώς φτιάχνει τον καφέ «στα μέτρα» του καθενός. Η φήμη του μεγαλώνει και αποκτά «τσιράκι» για να ανταποκρίνεται στις παραγγελίες. Ωστόσο, ένα αρνητικό σχόλιο ενός τραπεζικού υπάλληλου για την ποιότητα του καφέ του, τον συντρίβει, το παίρνει κατάκαρδα και αποπειράται να αυτοκτονήσει. Δεν τα καταφέρνει, σώζεται αλλά απομονώνεται από τους γύρω και πεθαίνει ξεχασμένος.

Ο μπαρμπα-Γιάννης δεν είναι απλώς ένας καφετζής, αλλά κάτι παραπάνω: ένας παθιασμένος με την –όποια– εργασία του, στην οποία βρίσκει νόημα αλλά και αναγνώριση. Η προσβολή που δέχεται δηλητηριάζει το ίδιο του το είναι.

Εν τέλει η αξιοπρέπεια –αρκετά εύθραυστη– εξαρτάται από την κοινωνική αναγνώριση.

 

Νατάσα Κεσμέτη, «Στης Μιμής με πόντους και την ξανθιά του Santé»
[Κήπος περίφρακτος, Πλανόδιον, 1992]

Με τόνο τρυφερό και χωρίς εξιδανίκευση, η αφήγηση ξεκινά από μια παπαδιαμαντική καταγραφή της παλιάς γειτονιάς στην περιοχή του Υμηττού. Στο επίκεντρο η Μιμή, μια μανταρίστρα, η οποία παρουσιάζεται στο χώρο εργασίας της με όλες τις μικρές της συνήθειες.

Το διήγημα όμως, δεν μένει στην ηθογραφία. Στη συνέχεια η αφηγήτρια μεταβαίνει στο παρόν, όταν επιστρέφει στη γειτονιά μετά από χρόνια και συναντά τυχαία, κατά τη διάρκεια  της βόλτας, τη Μιμή αλλαγμένη, «στο τιμόνι μιας απαστράπτουσας μεταλλιζέ Sierra, μέσα σε ωραίο μάλλινο καρό σακάκι με γούνινο γιακά, σούπερ σικ και σούπερ κυριλέ».

Η Μιμή όμως δεν την αναγνωρίζει. Η ηρωίδα της ιστορίας έχει αυτονομηθεί, έχει βγει από το κείμενο και υπάρχει στον κόσμο χωρίς τη συγγραφέα.

 

Γιώργος Γκόζης, «Η Δόξα στη Διαλογή»
[Ο νυχτερινός στο βάθος, Νεφέλη, 2002. Τώρα από Τύρφη, 2023.]

Σύντομο διήγημα κινηματογραφικού ρυθμού, ποιητικότητας και τραγικού ρεαλισμού.

Εντύπωση προκαλεί εξ αρχής η πρώτη καταιγιστική πρόταση 142 λέξεων, η οποία περιγράφει τη σκηνή ενός τροχαίου δυστυχήματος μέσα από μια σειρά κινήσεων που αναμειγνύουν το πραγματικό με το ονειρικό. Η λεπτομερής περιγραφή του αυτοκινήτου, των επιβατών και της περιοχής Διαλογή χτίζει ένα σκηνικό όπου η ιστορία ξεφεύγει από τον ρεαλισμό και εισέρχεται στο μεταφυσικό.

 

Ελένη Γούλα, «“Γεννηθείς το 1919”»
[Θειάφι και άλλα δαιμόνια, Ενύπνιο, 2021]

Ένας ηλικιωμένος άντρας ανακαλεί το παρελθόν του με αφορμή το παλιό του σπίτι. Με τη γλώσσα της γενιάς του και τον προφορικό του λόγο, μιλά όχι μόνο για προσωπικές εμπειρίες, αλλά και για το ιστορικό και κοινωνικό γίγνεσθαι στην Αθήνα κατά τη διάρκεια ολόκληρου σχεδόν του 20ού αιώνα: από τη μικροαστική ευμάρεια του Μεσοπολέμου, στην Κατοχή και τη φτώχεια και κατόπιν στη μεταπολεμική ανοικοδόμηση. Ο αφηγητής ανασυνθέτει ένα αστικό περιβάλλον που έχει εξαφανιστεί: τα δίπατα νεοκλασικά με τα πηγάδια και τις αυλές, τα κουζινικά, τον νερουλά που γεμίζει τις στάμνες, τον γιαουρτά, τον γαλατά, τον παγοπώλη.

 

Γιώργος Κυριακόπουλος, «Η Μπίστη»
[Η τρισέγγονη της Αραπίνας και άλλες ιστορίες, Εστία, 2017]

Ο αφηγητής, παιδί τότε, κρατά μια ανάμνηση μιας φίλης της γιαγιάς του.

Η Μπίστη, φιγούρα μισοξεχασμένη, επανέρχεται στη μνήμη μέσα από μικρές λεπτομέρειες: το χέρι του νεκρού με το ρουμπίνι, την εμμονή της για το φλιτζάνι, την προσδοκία ενός παιδιού που δεν ήρθε ποτέ.

Το ταξίδι του μέλιτος με τον Χαρίδημο, ιδιοκτήτη γραφείου κηδειών, αντί για ειδυλλιακό, μετατρέπεται σε μακάβριο, με το χέρι του νεκρού να ξεπροβάλλει από το φέρετρο.

Αφήγηση που συνδυάζει κωμικοτραγικό και τρυφερό, φρικιαστικό και αστείο.

 

Τόλης Καζαντζής, «Δέκα επεισόδια / #9»
[Ενηλικίωση, Ερμής, 1980. Τώρα: Καζαντζής Τόλης, Η παρέλαση / Ενηλικίωση, Νεφέλη, 1995.]

Πρόκειται για το 9ο επεισόδιο από μια σειρά μικροδιηγημάτων υπό τον γενικό τίτλο «Δέκα επεισόδια». Θέμα ο παραδοσιακός ηθικός κώδικας της παλιάς γενιάς, όπου ο «λόγος» ήταν ανώτερος από χαρτιά και υπογραφές.

Ο παππούς του αφηγητή διηγείται ένα περιστατικό με τον Μηνά, ο οποίος του δανείστηκε ένα σημαντικό ποσό, υποσχόμενος να τα επιστρέψει σε λίγες ημέρες. Η προθεσμία περνά και ο Μηνάς δεν εμφανίζεται, ο μπάρμπα-Δημητρός δίνει κι άλλη πίστωση χρόνου αλλά και πάλι ο Μηνάς δεν επιστρέφει το ποσό. Ο παππούς τον προειδοποιεί: αν δεν επιστρέψει τα χρήματα, θα τον ξεφτιλίσει μέσα στο μαγαζί του. Η απειλή αρκεί. Ο Μηνάς εμφανίζεται «σαν δαρμένο σκυλί».

Η αρχική φράση, «Σε μας αξία είχε ο λόγος», είναι το κλειδί της ιστορίας: ο «λόγος» αποτελεί δέσμευση και η αθέτησή του προσβολή. Γι’ αυτό και τότε δεν χρειάζονταν γραμμάτια, δικαστήρια και υπογραφές.

Η ιστορία κλείνει με την αποκατάσταση της φιλίας με έναν καφέ: μάθημα τιμής και μεγαλοψυχίας.

Ύφος δωρικό και λαϊκό.

 

Νίκος Παναγιωτόπουλος, «Βηματοδότης»
[Γραφικός χαρακτήρας, Μεταίχμιο, 2016]

Μικροδιήγημα που παρακολουθεί μια σκηνή εκταφής, όπου ο αφηγητής και η μητέρα του στέκονται μπροστά στο σκάμμα, αντικρίζοντας τα οστά του πατέρα και συζύγου. Η μητέρα γυρίζει το βλέμμα, ενώ ο γιος προσπαθεί να φανεί ψύχραιμος καπνίζοντας ένα τσιγάρο,  κοιτάζοντας «τάχα τον καπνό ν’ ανεβαίνει». Η σκηνή κορυφώνεται όταν ο εργάτης που καθαρίζει τα οστά βρίσκει τον βηματοδότη του νεκρού και, με ένα αφελές χαμόγελο, τους λέει ότι «δουλεύει ακόμα»: ειρωνικό σχόλιο της λειτουργίας των μηχανών έναντι του ανθρώπου.

 

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος, «Kolynos»
[Εφημερίδα Molonoti, 29-04-2017. Πηγή Ιστορίες Μπονζάι.]

Το μικροδιήγημα μιλά για τις συχνές επισκέψεις του αφηγητή στον τάφο του θείου του.

Παρουσιάζεται αναδρομικά η εμμονή του θείου με την καθαριότητα, ιδιαίτερα με του στόματος. Είναι ο λόγος που ο ανιψιός τοποθέτησε την οδοντόβουρτσα του θείου στο σακάκι του ενώ κάθε δύο βδομάδες αντικαθιστά μια οδοντόκρεμα Kolynos στον τάφο του.

Η αφήγηση κλείνει με την αποκάλυψη ότι ο θείος τις μέρες της Κατοχής είχε χάσει όλα του τα δόντια λόγω ασιτίας.

 

Γιώργος Χουλιάρας, «Ξέρω»
[Λεξικό αναμνήσεων, Μελάνι, 2013]

Νανοδιήγημα 18 λέξεων που μιλά για την αποξένωση από τις ρίζες και τα πάτρια εδάφη. Ο ηλικιωμένος δεν αρνείται να ταφεί στο χωριό από πρακτικό λόγο, αλλά επειδή  δεν γνωρίζει πια κανέναν εκεί.

Λιτό, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις.

 

Coming of age

Στα κείμενα αυτά η επιστροφή στο παρελθόν αποτελεί τρόπο κατανόησης του εαυτού, καθώς τα παιδικά βιώματα ή η εφηβική αθωότητα αντιπαραβάλλονται με τις επιλογές, τους φόβους και τις επιθυμίες του ίδιου ατόμου, ως ενήλικα πλέον. Κοινός άξονας η αθωότητα και η γνώση, καθώς το παιδί έρχεται αντιμέτωπο με τον κόσμο των ενηλίκων: τη σεξουαλικότητα, τη βία, τον θάνατο. Το παιδικό βλέμμα συνυπάρχει με τη νοσταλγία αλλά και τον αναστοχασμό.

 

Σωτήρης Δημητρίου, «Πάσχα τ’ Απρίλη»
[Η φλέβα του λαιμού, Πατάκη, 1999]

Νοσταλγική αναδρομή του αφηγητή στα παιδικά του χρόνια, όταν το Πάσχα στο χωριό ήταν συνδεδεμένο με έντονες εικόνες, μυρωδιές και συναισθήματα. Περιγράφεται το ταξίδι προς το χωριό στη Θεσπρωτία, η φύση, οι άνθρωποι του χωριού, η γιαγιά του, και η κοντινή Αλβανία που του εξάπτει τη φαντασία.

Μεγαλώνοντας, απομακρύνεται από το χωριό και τις ρίζες του και κλείνεται στην πόλη. Όταν, μετά από χρόνια, επιστρέφει, βρίσκει το χωριό έρημο και τη γιαγιά νεκρή.

Οι μυρωδιές, οι ήχοι και οι εικόνες των παιδικών χρόνων συμβολίζουν την αυθεντικότητα, η πόλη της ώριμης ηλικίας, την λήθη.

Η αξία των ανθρώπων και των εμπειριών αναγνωρίζεται μόνο όταν έχουν πια χαθεί, αφήνοντας ένα αίσθημα ενοχής.

 

Γιάννης Πατσώνης, «Παιχνίδια»
[Τα μάτια των περαστικών, Κέδρος, 1984]

Ο αφηγητής επιστρέφει στις αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας και θυμάται ένα κορίτσι της γειτονιάς, με το οποίο περνούσαν ώρες παίζοντας. Αναπαριστώντας σκηνές οικογενειακής ζωής, επινοώντας φανταστικά σενάρια και παίζοντας ρόλους, έρχονται αντιμέτωποι με τις έννοιες του θανάτου, της αρρώστιας, και της σεξουαλικότητας.

Διήγημα της πρώιμης περιόδου του συγγραφέα όπου η αθωότητα και η φαντασία της παιδικής ηλικίας έρχονται σε επαφή με τον κόσμο των ενηλίκων.

 

Μαρία Κουγιουμτζή, «Θυμός»
[Άγριο βελούδο, Καστανιώτης, 2009. Πρώτη δημοσίευση περ. Παρέμβαση, τ.χ. 140, 2007.]

Η αφηγήτρια ανακαλεί μια τραυματική εμπειρία της παιδικής της ηλικίας. Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από έναν φτωχό μετανάστη που νοίκιαζε ένα δωμάτιο στο σπίτι. Κάποια στιγμή ο μετανάστης της προσφέρει πρωινό και της μιλά για τον χαμό της κόρης του. Εκείνη τη στιγμή μπαίνει στο δωμάτιο η μητέρα και ξεσπά πάνω στον μετανάστη νομίζοντας ότι ήρθε σε επαφή με την κόρη της.

Αφήγηση για τον ψυχικό κόσμο των παιδιών, που συγκρούονται με την ηθική των ενηλίκων και βιώνουν την αδικία αλλά και την υποκρισία τους.

 

Μένης Κουμανταρέας, «Χρήστος»
[Σεραφείμ και Χερουβείμ, Κέδρος, 1981, τώρα 2014]

Ο αφηγητής θυμάται τα παιδικά του χρόνια σε ένα αστικό σπίτι της Αθήνας, και την υπηρέτρια Πηνελόπη, η οποία συγκρούεται συχνά με τη μητέρα του.

Η εμφάνιση του γιου της υπηρέτριας, Χρήστου, διαταράσσει ακόμη περισσότερο αυτή την «καθημερινότητα». Άξεστος και μυστηριώδης, γοητεύει αλλά και φοβίζει τον αφηγητή, ο οποίος νιώθει περιέργεια αλλά και θαυμασμό απέναντί του, μιας και προέρχεται από έναν «άλλο κόσμο», της νύχτας και της παραβατικότητας.

Ο Χρήστος ζει στο περιθώριο: δουλεύει υποτίθεται σε εργοστάσιο, αλλά περιφέρεται τις νύχτες, μπλέκει σε αδιευκρίνιστες δραστηριότητες και τελικά φεύγει για τον στρατό. Το σπίτι «ηρεμεί».

Χρόνια αργότερα, ο αφηγητής, ως φοιτητής πλέον, βλέπει σε ένα καφενείο της Ομόνοιας έναν φθαρμένο, μοναχικό άντρα, που ίσως είναι ο Χρήστος, ίσως όχι.

Αφήγηση που ανασυνθέτει έναν κόσμο ταξικών αντιθέσεων, όπου ο Χρήστος, ως πρόσωπο του περιθωρίου, ενσαρκώνει όλα όσα η τυπική αστική οικογένεια αποκλείει και φοβάται.

 

Νατάσα Κεσμέτη, «“Χαράς και Νυμφών”»
[Το αιώνιο ρολόι, Νεφέλη, 1987]

Ποιητική και συμβολική αφήγηση της παιδικής φαντασίας.

Η αφηγήτρια περιγράφει ένα καθοριστικό καλοκαίρι της παιδικής της ηλικίας και τη μυστηριακή γνωριμία με τον «Εκλαμπρότατο». Η εσωτερική ζωή του παιδιού παρουσιάζεται πλούσια, και ο παραθεριστικός οικισμός της Σκάλας ως πέρασμα από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση.

Η αναχώρηση του «Εκλαμπρότατου» και η εγκατάλειψη της Σκάλας συμβολίζουν την είσοδο του κοριτσιού στον κόσμο των «μεγάλων».

Η τελική σκηνή, με την ερώτηση της αφηγήτριας αν όλα αυτά ήταν αληθινά και την απάντηση της πρωταγωνίστριας «Αυτό που φανταζόμαστε, υπάρχει» είναι το κλειδί του έργου.

 

Νίκος Μητρογιαννόπουλος, «Τζαμάρισμα για τα 80’ς»
[Περ. Φαρφουλάς, τχ. 17, 2014]

Ο αφηγητής αναπολεί τα νεανικά του χρόνια στο Γουδή τη δεκαετία του ’80, και τους φίλους του που όλοι μαζί αναζητούν την ελευθερία και την εμπειρία χωρίς ποτέ να αποκοπούν από την ασφάλεια της μικροαστικής οικογένειας.

Βόλτες με μηχανές, καφενεία, μουσικές, ταξίδια, έρωτες και επικίνδυνες εμπειρίες αποτυπώνουν μια γενιά που ήθελε να «αλητέψει» αλλά τελικά παρέμεινε ανάμεσα σε δύο κόσμους: τον κόσμο των ονείρων και αυτόν της κανονικότητας. Η αφήγηση περιγράφει την ανεμελιά της νεότητας σε αντιπαράθεση με τη μετέπειτα διάψευση, όταν οι φίλοι σκορπίζουν και η ζωή οδηγεί, νομοτελειακά, στην καθημερινότητα γεμάτη συμβάσεις.

«Πέφτω σε βίους άλλων και ζηλεύω. Δεν ζούσαμε πολιτική καταπίεση ή ζυμώσεις ιδεολογικές, να έχουμε το κίνητρο για ένα μακροχρόνιο ταξίδι στο εξωτερικό, γυρνώντας την Ευρώπη πάνω κάτω. Να μείνουμε σε κοινόβια ή να αλλάζουμε διαμερίσματα ανάλογα με το πού μας έβγαζε ο δρόμος. Δεν είχαμε άλλοθι. Ήμαστε αυτό που έλεγαν οι γονείς μας: “α, εσείς τα έχετε όλα”».

 

Μετά τη βία

Εδώ η μνήμη μετατοπίζει το βάρος προς τη σκοτεινή πλευρά της αναπόλησης. Η μνήμη είναι τραύμα που επιστρέφει, διακόπτοντας την καθημερινότητα, ενίοτε και εξαιτίας της, για να ειπωθούν τραύματα του παρελθόντος. Κοινό χαρακτηριστικό είναι η βία —σωματική, ψυχική, ή έμφυλη— που επανέρχεται με αποσπασματικές εικόνες ή λεκτικές εκρήξεις. Η αφήγηση εδώ, με τόνο εξομολογητικό, αποκαλύπτει όλα όσα δεν έχουν ειπωθεί, ανοίγει πληγές και φέρνει στο φως ό,τι η οικογένεια ή η κοινωνία προσπάθησαν να κρύψουν. Πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στη λήθη και την αποκάλυψη.

 

Λένα Διβάνη, «Το σημάδι του θανάτου»
[Γιατί δε μιλάς για μένα;, Καστανιώτη, 1995, τώρα 2009. Πρώτη δημοσίευση περ. Πλανόδιον, τχ. 12, 1990.]

Συγκινητικό, εξομολογητικό διήγημα, όπου η αφηγήτρια περιγράφει, έπειτα από χρόνια, την τραυματική πορεία της μητέρας της που παγιδεύτηκε σε κοινωνικές καταστάσεις και πατριαρχικές καταπιέσεις.

Η Διβάνη, με λόγο φορτισμένο, σπάει το φράγμα της σιωπής των γυναικών της ελληνικής οικογένειας και δεν μιλά απλώς για την προσωπική της εμπειρία αλλά για μια παγιωμένη κατάσταση δεκαετιών.

Κείμενο-μανιφέστο υπέρ της γυναικείας φωνής.

 

Μαρία Μαραγκουδάκη, «Ο μεσημεράς»
[Μηδενική γωνία, Εύμαρος, 2017]

Η αφηγήτρια ταξιδεύει με πλοίο προς την Κρήτη και συναντά τον «μεσημερά», μια τραυματική φιγούρα από το παρελθόν.

Στα παιδικά χρόνια της αφηγήτριας ο μεσημεράς ήταν ένας σκληρός άνδρας, με τερατώδη χαρακτηριστικά που οι γονείς τον χρησιμοποιούσαν ως φόβητρο για τα παιδιά τους ώστε να μην κυκλοφορούν το μεσημέρι στο χωριό.

Αργότερα ο μεσημεράς θα παντρευόταν την ξαδέρφη της δεκατριάχρονης τότε ηρωίδας, όμως σε μια εκδρομή στη θάλασσα ο μεσημεράς χαϊδεύει μέσα στο νερό το αιδοίο της αφηγήτριας, ενώ της μαθαίνει κολύμπι, τη στιγμή που στα βαθιά πνίγεται η αρραβωνιαστικιά του.

Αξιολογότατη γραφή που δεν της έχει δοθεί η προσοχή που της αρμόζει.

 

Γιώργος Κυριακόπουλος, «Βικτώρια»
[Η τρισεγγονή της Αραπίνας και άλλες ιστορίες, Εστία, 2017]

Ιστορία μιας υπηρέτριας, της Βικτώριας, που ζει απομονωμένη στο ημιυπόγειο ενός αθηναϊκού αρχοντικού. Η αφήγηση δεν περιορίζεται μόνο στην προσωπική της μοίρα αλλά μιλά και για όλες τις υπηρέτριες της εποχής, που μεταφέρονταν από την επαρχία στην πόλη.

Το δικό της παρελθόν είναι μια ιστορία βιασμού, όταν ήταν έφηβη, εγκατάλειψης και  στιγματισμού, που την οδήγησε στη δολοφονία του βιαστή και του βρέφους. Κατόπιν μεταφέρεται μυστικά στο σπίτι του Υπουργού στο Κολωνάκι ως «διάσωση», αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για ισόβια απομόνωση.

Η κορύφωση του διηγήματος έρχεται με τη σκληρή φάρσα νεαρών, που αναπαριστούν τη φωνή του δολοφονημένου άντρα και της ξυπνούν μνήμες και τρόμο.

 

Κώστας Καβανόζης, «Οι νικητές»
[Το χαρτόκουτο, Πατάκη, 2015]

Διήγημα που, με ωμή προφορική γλώσσα, μιλά για την εφηβεία και τα ανδρικά στερεότυπα, με ήρωα ένα αγόρι το οποίο ανακαλύπτει τη σεξουαλικότητα μέσα σε ένα περιβάλλον ανδρικής πίεσης και επίδειξης.

Ο αφηγητής, στα δεκαεπτά του, επιδιώκει να έρθει σε επαφή με την Ιωάννα, επηρεασμένος από τους φίλους του, που αντιμετωπίζουν τη γυναίκα ως «κατάκτηση», αλλά τελικά παλινδρομεί και τα παρατά.

Τίτλος ειρωνικός, καθώς οι «νικητές», που επιβεβαιώνονται μέσω της κατάκτησης, κερδίζουν, εν τέλει, ένα «τρόπαιο» κενού περιεχομένου.

 

Γιάννης Ευσταθιάδης, Άτιτλο [«Να πλένεις πάντα τα χέρια σου…»]
[Με γεμάτο στόμα, Ύψιλον/βιβλία, 2002. Τώρα στο Μικρά πεζά, Μελάνι, 2022.]

Μικροδιήγημα που, με λιτότητα και οικονομία, μιλά για τη λεκτική πίεση που κρύβεται στην οικογένεια, παρουσιάζοντας έναν γονέα να δίνει ασταμάτητες οδηγίες στο παιδί του κατά τη διάρκεια του φαγητού: πώς να κρατά το πιρούνι, πού να τοποθετεί το ποτήρι, πώς να μασά, τι επιτρέπεται και τι όχι.

Το παιδί παραμένει βουβό, έως την τελική στιγμή που ο γονέας το ρωτά: «Κλαις; Γιατί κλαις;», ερώτηση που αποκαλύπτει την αδυναμία κατανόησης.

Λόγος καταιγιστικός, αυστηρός και επαναληπτικός, γεμάτος κανόνες συμπεριφοράς.

 

2. ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ

Το πολιτικό διήγημα της περιόδου (1974-2024) κινείται ανάμεσα στην ιδεολογία και την αμφισβήτηση, τη στράτευση και την ειρωνεία, την καταγγελία και τον στοχασμό. Δεν ενδιαφέρεται να αναπαραστήσει τα ίδια τα γεγονότα αλλά να μιλήσει για τον τρόπο με τον οποίο τα βίωσαν οι πρωταγωνιστές στο πετσί τους αλλά κυρίως για το τι άφησαν μέσα τους.

Οι συγγραφείς δεν δικαιώνουν ούτε καταδικάζουν ιδεολογίες ή παρατάξεις, αλλά μιλούν για την ανθρώπινη φθορά που άφησαν πίσω τους οι πολιτικές επιλογές. Η πολιτική στράτευση υποχωρεί και το κέντρο μετατοπίζεται στο άτομο, που προσπαθεί να συμφιλιωθεί με το παρελθόν του – αλλά και να προσαρμοστεί στο παρόν.

Ήδη από τη δεκαετία του ’70 ο Σπύρος Πλασκοβίτης και ο Δημήτρης Χατζής απομακρύνονται από ιδεολογίες και εστιάζουν στην εσωτερική διάλυση και την προσωπική ήττα. Η αναζωπύρωση του πολιτικού διηγήματος μετά την οικονομική κρίση του 2010 [3] συνοδεύτηκε από έντονη εκδοτική δραστηριότητα που χαρακτηρίζεται από μια αίσθηση αδιεξόδου – προσωπικού και συνολικού.

Εν κατακλείδι θα λέγαμε πως το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από το –αναπάντητο– «ποιος είχε δίκιο» στο σημαντικότερο «μετά τα γεγονότα, τι;». Το πολιτικό διήγημα γίνεται έτσι μια μορφή υπαρξιακής αφήγησης.

Πολιτικό τραύμα

Στην υποκατηγορία αυτή, η πολιτική δεν εμφανίζεται ως ιδεολογικό και θεωρητικό σύστημα αλλά ως βίαιη εμπειρία. Η φυλακή, η εξορία και οι διώξεις επεμβαίνουν στην προσωπική ζωή και τη διαβρώνουν σωματικά και ψυχικά. Η πολιτική δεν είναι πια υπόσχεση χειραφέτησης, αλλά δύναμη που φθείρει το άτομο.

 

Σπύρος Πλασκοβίτης, «Τα χρυσόψαρα»
[Το συρματόπλεγμα, Πλειάς, 1974]

Ο Παναγιώτης, ένας μεσήλικας πολιτικός κρατούμενος, ασχολείται εμμονικά με τη φροντίδα δύο μικρών ψαριών σε μια βρώμικη γούρνα αντί να συναναστρέφεται με τους υπόλοιπους κρατούμενους.

Την ημέρα πριν την αποφυλάκισή του είναι γεμάτος προσμονή και αυταπάτη, ενώ οι υπόλοιποι γνωρίζουν πως είναι βέβαιο ότι θα επιστρέψει σύντομα στη φυλακή.

Τα χρυσόψαρα, εγκλωβισμένα σε έναν περιορισμένο, βρόμικο χώρο, αντανακλούν την κατάσταση των κρατουμένων.

 

Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη, «Μάθημα ανάγνωσης»
[Μικροκύματα, 99+1 μικροδιηγήματα μελών της Εταιρείας Συγγραφέων, Η εφημερίδα των συντακτών, 2019]

Συνδυάζει την παιδική αθωότητα με την ιστορική φρίκη: το κλίμα του Εμφυλίου πολέμου ιδωμένο μέσα από το βλέμμα ενός παιδιού.

Το παιδί μαθαίνει να διαβάζει από μια εφημερίδα, αλλά το περιεχόμενο της ανάγνωσης δεν είναι παραμύθια ή ποιήματα αλλά κατάλογοι θανάτου, εκτελεσμένων πολιτικών κρατουμένων.

Η κορύφωση του μικροδιηγήματος έρχεται με την ανάγνωση του ίδιου του επιθέτου του παιδιού στον τελευταίο κατάλογο εκτελεσμένων∙ μια συγκλονιστική τελική στροφή που αφήνει τον αναγνώστη παγωμένο.

Ήρεμος αφηγηματικός τόνος που αντιπαραβάλλεται τραγικά με την ένταση των γεγονότων.

 

Βία και εξουσία

Στην υποκατηγορία αυτή οι ήρωες δεν είναι πολιτικά στρατευμένοι και η ιδεολογική τους θέση παραμένει σκόπιμα αδιευκρίνιστη. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έχουν εμπλακεί σε μια βίαιη πράξη και τώρα καλούνται να αντιμετωπίσουν τις συνέπειές της. Κοινό συμπέρασμα των ιστοριών είναι η διαπίστωση πως η βία δεν οδηγεί σε πολιτική χειραφέτηση ή ιστορική δικαίωση, αλλά σε κρίση ταυτότητας και απομόνωση.

 

Νίκος Κάσδαγλης, «Το θολάμι»
[Το θολάμι, Στιγμή, 1987, και στο Οι ελεήμονες, Κέδρος, 1990.]

Διήγημα που ακολουθεί με καταιγιστικό ρυθμό την πορεία ενός παράνομου ένοπλου, λίγες μόνο ώρες μετά από μια αποτυχημένη επιχείρηση και μια αιματηρή συμπλοκή με την αστυνομία. Η επιβίωση/διαφυγή του τρομοκράτη είναι το μόνο ζητούμενο. Η ατμόσφαιρα είναι πνιγηρή, με συνεχείς αναφορές στην πληγή από σφαίρα και τον φόβο μήπως οι αστυνομικές δυνάμεις τον εντοπίσουν. Όπως σημειώνει ο Σπύρος Τσακνιάς (1990), ο αφηγητής «Δεν αποκαλύπτει κανενός είδους συναισθηματική διάθεση απέναντι στον ήρωά του. Δεν ξέρουμε αν τον εγκρίνει ή τον αποδοκιμάζει, αν τον συμπαθεί ή τον αντιπαθεί. Η όποια στάση μας απέναντί του θα διαμορφωθεί χωρίς τη διαμεσολάβηση του αφηγητή».

 

Αλέξης Πανσέληνος, «Μαύρα μεσάνυχτα»
[Τέσσερις ελληνικοί φόνοι, Πόλις, 2004]

Noir υπαρξιακό αφήγημα σε κλειστοφοβικό περιβάλλον.

Το διήγημα εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια μιας νύχτας στο προσωρινό καταφύγιο του αφηγητή, ο οποίος ετοιμάζεται να διαφύγει στο εξωτερικό μετά από μια εγκληματική ενέργεια στην οποία συμμετείχε. Για να σπάσει την ένταση καλεί μια συνοδό και σταδιακά αποκαλύπτεται ότι έχει αλλάξει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του αλλά και το όνομα. Στο παιχνίδι ρόλων και ονομάτων με τη συνοδό, δείχνει αδυναμία να ξεκινήσει μια «νέα αρχή» καθώς η μνήμη, και ιδιαίτερα η ερωτική, επιστρέφει ξανά και ξανά, μιας και καμία μεταμόρφωση δεν μπορεί να απαλλάξει τον άνθρωπο από το παρελθόν του.

Το διήγημα κλείνει με τον πρωταγωνιστή να κατευθύνεται στο παράθυρο, σε μια στιγμή όπου η σύλληψη μοιάζει να πλησιάζει –εκ των έσω;

 

Διαψεύσεις

Εδώ τα κείμενα αποδομούν τη γλώσσα της πολιτικής και την στράτευση μετατρέποντας τες σε αντικείμενο στοχασμού και αμφισβήτησης. Οι συγγραφείς υπονομεύουν τις μεγαλόστομες αφηγήσεις, όπως την πίστη στην πρόοδο και την οργανωμένη ευτυχία, με ειρωνεία, αποσπασματικότητα και δοκιμιακό λόγο.

 

Δημήτρης Χατζής , «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ»
[Σπουδές, Κείμενα, 1976, τώρα Το ροδακιό, 2020.]

Στοχαστικό δοκιμιακό αφήγημα όπου ο αφηγητής διατυπώνει την προσωπική του θεωρία για τη γλυπτική και την καλλιτεχνική φύση γενικότερα και παράλληλα ασκεί έμμεση, πλην σαφή, κριτική προς δογματικές ιδέες.

Ένας φιλότεχνος εκθέτει τη δική του αντίληψη για τη γλυπτική ως «έλλογη οργάνωση μέσα στον άλογο χώρο» και αφηγείται τη γνωριμία του με τη γλύπτρια Ιζαμπέλα Μόλναρ. Τα έργα της τον εντυπωσιάζουν, καθώς αποπνέουν ισορροπία, αρμονία και μια αίσθηση ανθρώπινης νίκης απέναντι στο χάος, σε αντίθεση με την προσωπικότητά της που είναι αλλοπρόσαλλη. Όταν στη ζωή της εισέρχεται η τάξη μέσω ενός γάμου και μιας «κανονικής» κοινωνικής ζωής, η τέχνη της παρακμάζει αισθητά. Λίγο αργότερα σκοτώνει τον σύζυγό της, καταστρέφει τα πρόσφατα έργα της, φυλακίζεται και τελικά καταλήγει σε ψυχιατρικό ίδρυμα όπου πεθαίνει.

Το κείμενο λειτουργεί ως ιδιότυπο αφήγημα ποιητικής, όπου η γλυπτική παρουσιάζεται όχι ως μίμηση της φύσης αλλά ως αυτόνομη πράξη που επιβάλλει τάξη στο χάος. Κεντρικός άξονας είναι η ασυνέχεια ανάμεσα στο έργο και τον δημιουργό: η Ιζαμπέλα δημιουργεί έργα υψηλής αισθητικής, ενώ όταν η προσωπική της ζωή «εξομαλύνεται», η τέχνη της εκφυλίζεται. Όπως επισημαίνει η Α. Καστρινάκη (περ. Νέα Εστία, τχ, 1752, 2003), το διήγημα συνιστά μια έμμεση αλλά σαφή αποδόμηση του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Το ρεύμα αυτό πρεσβεύει την ενότητα της ζωής του καλλιτέχνη και έργου του, την ύπαρξη ιδεολογικής συνείδησης και τη λειτουργία της τέχνης προς όφελος της κοινωνίας. Ο Χατζής ανατρέπει όλες αυτές τις αρχές καθώς η ηρωίδα του δεν διαθέτει καμία από τις παραπάνω παραμέτρους: η ίδια δεν πιστεύει σε καμία ιδεολογία και τα έργα της δεν έχουν πολιτικό στόχο, αλλά παρ’ όλα αυτά, το έργο της έχει αξιόλογη αισθητική αξία.

 

Δημήτρης Νόλλας, «Νεράιδα της Αθήνας»
[Πρώτη έκδοση Άμστερνταμ, 1974. Τώρα από Καστανιώτη, 2004]

Αποσπασματικό, πολυφωνικό αφήγημα ξέφρενου κινηματογραφικού ρυθμού και ετερόκλητου μοντάζ, που ισορροπεί μεταξύ κοινωνικού σχόλιου και ψυχικού κόσμου του ήρωα.

Η αφήγηση μοιάζει χαοτική: σκηνές καθημερινότητας, συζητήσεις με φίλους, αναμνήσεις και πολιτικές συγκρούσεις εναλλάσσονται διαρκώς χωρίς γραμμική συνοχή. Αυτή όμως η αποσπασματικότητα αντανακλά την εικόνα της Αθήνας στα μέσα της δεκαετίας του ’60, μια πόλη ιδεολογικών εντάσεων και συγκρούσεων.

Η πολιτική στράτευση αποδομείται εκ των έσω καθώς οι συζητήσεις για το «κίνημα» και την «αντίδραση» χάνουν το νόημά τους μέσα από τον ξύλινο λόγο και τις τετριμμένες φράσεις.

Έτσι η «Νεράιδα της Αθήνας» δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ψευδαίσθηση όσων πιστεύουν στην οργανωμένη ευτυχία και τις υποσχέσεις της πολιτικής ηγεσίας.

 

Δημήτρης Νόλλας, «Πολυξένη»
[Αθήνα, 1974, τώρα: Οι ιστορίες είναι πάντα ξένες (τα διηγήματα 1974-2016), Ίκαρος, 2016]

Ιδιότυπο και πρωτότυπο πεζογράφημα, και όχι μόνο επειδή αρνείται συνειδητά τους κανόνες της συμβατικής αφήγησης.

Ο τίτλος παραπλανά: η «Πολυξένη» δεν είναι ένα πρόσωπο αλλά μια σύνθεση έξι αφηγηματικών σταθμών (Chantilly, Bueno, Place Madou, Strand, Schwimmbad, Πλατεία Αγίων Ασωμάτων), οι αφηγητές των οποίων μοιάζουν ψυχικά και ηθικά εξουθενωμένοι από τη διάψευση των πολιτικών τους προσδοκιών. Δεν συνδέονται μεταξύ τους μέσω κάποιας ιστορίας ή πλοκής αλλά μέσω μιας κοινής ψυχικής κατάστασης και κάθε κεφάλαιο αποτελεί τον μονόλογο ενός προσώπου που μιλά λίγο πριν από την πτώση της δικτατορίας. Ο Νόλλας δεν ενδιαφέρεται να σκιαγραφήσει ολοκληρωμένους χαρακτήρες ούτε να εξηγήσει γεγονότα και η αφήγηση οικοδομείται πάνω στην εσκεμμένη ασάφεια και στην αποσπασματική μνήμη.

Η σύνθεση κινηματογραφική: οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη σαν ντοκιμαντερίστικα πλάνα που καταγράφουν την ατμόσφαιρα της εποχής.

Διήγημα – τομή.

 

Δυστοπίες

Στην υποκατηγορία αυτή η πολιτική διαπερνά την καθημερινότητα, την εργασία, τις σχέσεις. Η φτώχεια (ή η απειλή της), ο φόβος και η βία είναι το περιβάλλον όπου το άτομο ζει τις συνέπειες της πολιτικής.

Τα κείμενα αποτυπώνουν έναν κόσμο όπου οι συλλογικές δομές έχουν καταρρεύσει ή έχουν μετατραπεί σε μηχανισμούς ελέγχου, η αλληλεγγύη υπονομεύεται, ενώ η βία, σε οποιαδήποτε μορφή της, βρίσκεται παντού: στις διαπροσωπικές σχέσεις, στον δημόσιο χώρο, ακόμη και στη γλώσσα.

Ο ρεαλισμός διασταυρώνεται με το φανταστικό, την αλληγορία ή τη δυστοπία και η πολιτική δεν αποτελεί υπόσχεση αλλαγής, αλλά μόνιμη κατάσταση κρίσης.

 

Χρήστος Οικονόμου, «Νεράιδες στο ορυχείο»
[Οι Κόρες του Ηφαιστείου, Πόλις, 2017]

Ποιητική υπερβολή μιας κοινωνίας σε κρίση και παρακμή με φόντο ένα ερειπωμένο ορυχείο.

Τρεις φίλες, άνεργες και πρώην συναδέλφισσες συναντιούνται νύχτα, δίπλα στη λίμνη που σχηματίστηκε στις εγκαταλελειμμένες στοές ενός ορυχείου, για να «δουν νεράιδες». Η συζήτηση ξεκινά με χαλαρή κουβέντα, πειράγματα, προσωπικές εξομολογήσεις, αλλά και αιχμές που μαρτυρούν παλιές πληγές, για να εκτοξευθεί στον χώρο του υπερφυσικού: παραληρηματικές εικόνες, οράματα, εφιάλτες, πρόσωπα από το παρελθόν, σκηνές φρίκης και ομορφιάς, μορφές από λάβα και στάχτη που φέρουν την υπόσχεση σωτηρίας.

Ίσως το πιο φιλόδοξο διήγημα του Οικονόμου.

 

Κων­σταν­τίνος Που­λής, «Κάμ­πινγκ στην πλα­τεί­α Συν­τάγ­μα­τος»
[Ο θερμοστάτης, Μελάνι, 2014]

Ένας νεαρός διηγείται, με στυλ ανεπιτήδευτο και προφορικό, την εμπειρία του από το ελεύθερο κάμπινγκ στο κέντρο της Αθήνας, κατά τη διάρκεια της μεγάλης πολιτικής κινητοποίησης των Αγανακτισμένων το 2011.

Ο ήρωας «παραθερίζει» το καλοκαίρι αυτό στην… πλατεία Συντάγματος όχι για να διαμαρτυρηθεί, αλλά γιατί δεν έχει λεφτά να πάει στα νησιά. Όμως οι συνελεύσεις τον κουράζουν και οι πολιτικές κουβέντες τού θυμίζουν σχολείο. Η ελευθερία του περιορίζεται στο να κρεμάει το μαγιό του, να φλερτάρει, να καπνίζει και να μιλάει για τον θεό και τη φιλοσοφία.

Όμως, όταν το κράτος διαλύει το αυτοσχέδιο κάμπινγκ, συνειδητοποιεί, έστω και αργά, ότι ο «δημόσιος χώρος» που θεωρούσε κοινό κτήμα, πλέον δεν του ανήκει.

 

Παναγιώτης Ρίζος, «Οβερτούρα για ένα φινάλε»
[Ικετηρία, Παπαδόπουλος, 2016]

Οξεία δυστοπική αλληγορία με στοιχεία σάτιρας.

Το διήγημα περιγράφει την εκτέλεση μιας ιδιότυπης «παράστασης» σε ένα απομονωμένο νησί, όπου, με άψογο σχεδιασμό και τεχνολογική υπερπαραγωγή, στήνεται ένα σκηνικό υψηλής αισθητικής για να παρακολουθήσει μια ελίτ θεατών: μέσα στη νύχτα και υπό τους ήχους της μουσικής του Βάγκνερ, εμφανίζονται στη θάλασσα βάρκες γεμάτες πρόσφυγες που παλεύουν με τα κύματα. Καθώς η μουσική κορυφώνεται, οι βάρκες βυθίζονται η μία μετά την άλλη, ενώ οι θεατές παρακολουθούν το γεγονός ως  καλλιτεχνικό προϊόν, χωρίς καμία αντίδραση.

Διήγημα, με σαφή πολιτική αιχμή, καταγγέλλει όχι μόνο την αδιαφορία απέναντι στους πρόσφυγες, αλλά και το μέσο τηλεθεατή που καταναλώνει την τραγωδία ως θέαμα.

 

Τάσος Καλούτσας, «Η δραπέτευση»
[Υπό το κράτος του τρόμου, Μεταίχμιο, 2018]

Μια κοινωνία βρίσκεται σε κατάσταση διάλυσης: οικονομική κρίση, βία, ανασφάλεια και δυσπιστία απέναντι στο κράτος. Η αρχική σκηνή στο ιατρείο, όπου ο ήρωας επισκέπτεται τον γιατρό για “ξεβούλωμα” των αυτιών, συμβολίζει την αφύπνιση: ο ήρωας «ακούει» καθαρότερα την πραγματικότητα όπως συζητήσεις για όπλα, αλλά και την απελπισία των πολιτών.

Στην πόλη τα μαγαζιά κλειστά, ληστείες, γενικευμένος φόβος. Ως διέξοδο σχεδιάζει μια «δραπέτευση» με την οικογένειά του στο πατρικό χωριό, μακριά από την μιζέρια της πόλης.

Πέφτει να κοιμηθεί ανυπομονώντας το αυριανό ταξίδι αλλά βλέπει έναν εφιάλτη γεμάτο καταστροφικές εικόνες.

Το τέλος αιφνίδιο και συγχρόνως τραγικό: το επόμενο πρωινό το παιδί του ψήνεται στον πυρετό, ενώ η σύζυγός του τον βρίσκει νεκρό στο κρεβάτι του, αφήνοντας τη «δραπέτευση» ανεκπλήρωτη. Ή μήπως την πραγματοποίησε;

 

Χρήστος Οικονόμου, «Μολυβένιος στρατιώτης»
[Κάτι θα γίνει, θα δεις, Πόλις, 2010]

Το διήγημα παρακολουθεί τη σχέση του αφηγητή με τον αδελφό του που έπειτα από μια διαδήλωση και βίαια επεισόδια στο Πέραμα, καταλήγει στο αστυνομικό τμήμα σωματικά και ψυχικά ράκος. Η αφήγηση κινείται μεταξύ παρόντος και ενός παλιού παιδικού παραμυθιού για τον «μολυβένιο στρατιώτη», με τον οποίο παραλληλίζεται τώρα ο αδερφός καθώς αποφυλακίζεται τραυματισμένος, αμίλητος, ακίνητος μέσα στη βροχή, αδυνατώντας να «επιστρέψει» στην πραγματικότητα.

Αφήγηση φορτισμένη συναισθηματικά, με επαναλήψεις και εικόνες (βροχή, αίμα, δρόμοι) που ενισχύουν την αίσθηση εγκλωβισμού και την αδυναμία διεξόδου.

 

Λεωνίδας Χρηστάκης, Άτιτλο
[«Πηγαίνοντας από την Αγία Βαρβάρα προς τον Πύργο Βασιλίσσης…»]
[Ο Κύριος Αθήναι,  Δελφίνι, 1992, τώρα Opportuna, 2023.]

Το διήγημα εκτυλίσσεται το 1953 σε ένα οικογενειακό κέντρο κοντά στο Στρατιωτικό Νεκροταφείο της Βασιλικής Αεροπορίας, έναν χώρο φορτισμένο από τη μνήμη του Εμφυλίου. Ο αφηγητής βρίσκεται τυχαία σε ένα παράξενο νυχτερινό τραπέζι, όπου συγκεντρώνονται άγνωστοι μεταξύ τους άνδρες, αλλά και ένας παπάς και μια νεαρή γυναίκα. Ατμόσφαιρα τελετουργική: οι συνδαιτυμόνες καπνίζουν χασίς συμμετέχοντας σε μια ιδιότυπη δημοπρασία γύρω από το σώμα της γυναίκας. Η έκσταση διακόπτεται απότομα από κανονιοβολισμούς της αεροπορίας για την ταφή ενός αεροπόρου.

Αλληγορική αποτύπωση της μεταπολεμικής Ελλάδας, σε μια παράδοξη συνύπαρξη θανάτου, ηδονής, μέθης και αλλοτρίωσης.

 

Δημήτρης Χριστόπουλος, «Λερωθείτε, κάνει καλό»
[Σπουδή στο κίτρινο, Το ροδακιό, 2018]

Η ηρωίδα εργάζεται ως καμαριέρα σε ξενοδοχείο ημιδιαμονής, μετά από την απόλυσή της από το δημόσιο τομέα και βιώνει τη σκληρή πραγματικότητα της φτώχειας αλλά και την απαξίωση του κυνικού συζύγου: «Έφυγες από το Δημόσιο κι έγινες δημόσια».

Η εξομολογητική φωνή και η ποιητική γλώσσα δημιουργούν ένα φορτισμένο κείμενο, στο οποίο η καθαριότητα συμβολίζει την τάξη και την ηθική, ενώ οι λεκέδες τις εμπειρίες της ζωής.

Εν τέλει η ηρωίδα, οδηγούμενη στην αυτογνωσία, αντί να εξαφανίσει τους λεκέδες, επιλέγει να τους κρατήσει.

 

3. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΑΛΛΗΓΟΡΙΕΣ

Η ενότητα συγκεντρώνει διηγήματα που μετατοπίζουν το ενδιαφέρον από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα –και το πώς επιδρούν στο άτομο– στις μικρές, καθημερινές στιγμές, που αποτελούν αφορμή για στοχασμό, χωρίς όμως οι ιστορίες αυτές να αποκόπτονται από το κοινωνικό γίγνεσθαι. Εδώ δεν υπάρχουν μεγάλες αποφάσεις ή εντυπωσιακές συγκρούσεις αλλά κυριαρχεί η περιγραφή του ιδιωτικού χώρου, των ανθρωπίνων σχέσεων και της μοναξιάς.

Το διήγημα της κατηγορίας αποφεύγει τον νατουραλισμό και την πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας και προτιμά την αμφισημία, την αλληγορία, την υπόγεια ειρωνεία ή την υπαινικτικότητα, και η αφήγηση παίρνει τη μορφή ενός εσωτερικού μονολόγου ή μιας λεκτικής αντιπαράθεσης.

Εσωτερικό τραύμα

Οι ιστορίες εδώ δεν στηρίζονται στην πλοκή ή στη θεαματική ανατροπή αλλά αντλούν τη δύναμή τους από φαινομενικά ασήμαντες στιγμές όπως μια οικογενειακή βόλτα με ποδήλατα, ένας διάλογος μεταξύ ενός ζευγαριού, η αμηχανία μπροστά σε μια βαριά αρρώστια. Η καθημερινότητα αποτελεί χώρο όπου δοκιμάζονται οι ανθρώπινες σχέσεις και αποκαλύπτονται οι όποιες ψυχικές αντοχές. Κοινό σημείο των ιστοριών, η εστίαση στην ψυχογραφία. Η γλώσσα κινείται συνήθως σε χαμηλούς τόνους: άλλοτε κοφτή και προφορική, άλλοτε υπαινικτική. Η συγκίνηση δεν προκύπτει από κάποιο δραματικό στοιχείο αλλά από τα μισοειπωμένα.

 

Τάσος Καλούτσας, «Τα ποδήλατα»
[Το κλαμπ και άλλα διηγήματα, Διαγώνιος, 1990]

Το διήγημα ξεκινά από μια φαινομενικά ασήμαντη αφορμή —μια λασκαρισμένη βίδα σ’ ένα ποδήλατο— και σταδιακά μετατρέπεται σε μια στοχαστική αφήγηση για την καθημερινότητα, την οικογένεια και τις μικρές εμμονές με αντικείμενα.

Η ιστορία παρακολουθεί τον Μάρκο και τον δεκάχρονο γιο του, τον Παρασκευά, σε μια διαδρομή μέχρι το ποδηλατάδικο, όπου η κυνική και προκλητική στάση του ποδηλατά γίνεται αφορμή για λεκτικούς διαξιφισμούς.

Στη συνέχεια, η καταιγίδα που σαρώνει το χωριό λειτουργεί ως κορύφωση της προηγούμενης έντασης, η οποία έρχεται σε αντίθεση με την τρυφερή ακροτελεύτια σκηνή του διηγήματος, που ο Καλούτσας, στα πρώτα του βήματα, περιγράφει με κινηματογραφική ζωντάνια.

 

Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου, «Το πιο πικρό ποτήρι»
[Η παραίτηση, Κέδρος, 2002]

Λιτή αλλά σπαρακτική σκηνή πένθους, όπου η τραγωδία δεν πηγάζει μόνο από την απώλεια αλλά και από την άνιση κατανομή του πόνου.

Η Θεοδώρα-Ρούλα θρηνεί τον, προ ετών, χαμό της αδελφή της, ενώ η υπέργηρη μητέρα της, χαμένη στην άνοια, παραμένει σε άγνοια της απώλειας. Η Θεοδώρα-Ρούλα όμως δεν το βλέπει ως ανακούφιση αλλά ως επιπλέον βάρος, καθώς αισθάνεται ότι η νεκρή αδελφή στερήθηκε την έσχατη μορφή αγάπης που θα μπορούσε να της προσφέρει η μάνα της: το θρήνο της.

 

Μισέλ Φάις, «Μετά τις τελευταίες μας λέξεις»
[Απ’ το ίδιο ποτήρι και άλλες ιστορίες, Καστανιώτης, 1999. Τώρα αναθεωρημένη έκδοση, Πατάκη, 2011]

Συνεχής, κοφτός διάλογος ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα που βρίσκονται σε μια φθαρμένη, τελματωμένη σχέση. Αφηγητής και περιγραφές δεν υπάρχουν. Η ιστορία ξεδιπλώνεται μέσα από την αντιπαράθεσή τους, με γρήγορο ρυθμό, σαν ένα λεκτικό πινγκ-πονγκ. Η γλώσσα είναι καθημερινή, ωμή, ενίοτε υβριστική, με ένταση και αδυναμία των δύο να επικοινωνήσουν ουσιαστικά.

Θεατρικό μονόπρακτο, με ιδιαίτερο βάρος στο παιχνίδι του διαλόγου, όπου η αδυναμία επικοινωνίας δείχνει πως κάποιες σχέσεις παραμένουν ζωντανές μόνο μέσα από τη φθορά και τη σύγκρουση.

 

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, «Η γάτα»
[Η παραίτηση, Κέδρος, 2002]

Πρόταση-χείμαρρος 314 λέξεων με τη ροή ασυγκράτητου μονόλογου, που αποτυπώνει την θλίψη αλλά και την τραγική φάρσα της απώλειας.

Η αφηγήτρια πενθεί τη μητέρα της στο νοσοκομείο, όταν μια μαύρη γάτα πετάγεται μέσα από το σεντόνι που την έχουν σκεπάσει και την τρομάζει. Το απρόσμενο περιστατικό προκαλεί το γέλιο των νοσοκόμων και στη συνέχεια το δικό της.

Μια μεταφυσική φάρσα που αποσυμπιέζει, εν τέλει, το δράμα.

 

Έρση Σωτηροπούλου, «Μάτια μέσα στη νύχτα»
[Να νοιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα, Πατάκη, 2011]

Το διήγημα αφηγείται τον εσωτερικό κόσμο ενός κοριτσιού, της Μιράντας, μέσα από τις εβδομαδιαίες επισκέψεις με τον πατέρα της σε ψυχίατρο στην Αθήνα. Η ηρωίδα πλέκει την καθημερινότητα –το ταξίδι ως την πρωτεύουσα, το ιατρείο, τις τυπικές φράσεις των γονιών της– με τον εσωτερικό κόσμο της, που είναι γεμάτος ασφυξία και επιθυμία για απόδραση από την «κανονικότητα».

 

Σοφία Νικολαΐδου, «Καλύτερα τ’ αμίλητα παρά τα μιλημένα»
[Ξανθιά πατημένη, Κέδρος, 1997]

Η Μάρω, μια ηρωίδα λαϊκής κοπής, ξεκινά τον έγγαμο βίο της μέσα σε μια «παραδοσιακή», πατριαρχική οικογένεια.

Η μεγάλη ανατροπή έρχεται όταν ο σύζυγος ζητά διαζύγιο, αφήνοντας άφωνη τη Μάρω. Η πρώτη της αντίδραση είναι τυπική: γίνεται μανιακή με την καθαριότητα. Ωστόσο, σταδιακά, η Μάρω μετατρέπεται από παθητικό θύμα σε στρατηγική παίκτρια: του στέλνει τα παιδιά «πακέτο» αποκαθιστώντας την ισορροπία και ξαναπαίρνει τον έλεγχο της ζωής της όχι με ρητορικές φεμινιστικές διακηρύξεις, αλλά με πράξεις.

Λόγος λαϊκός και κοφτός, γεμάτος ειρωνεία και υπόγεια δύναμη.

 

Γαλάτεια Σαράντη, «Τέλος εποχής»
[Ελένη, Εστία, 1982]

Φθινόπωρο και ένα πολυτελές ξενοδοχείο βρίσκεται σε παρακμή, με ελάχιστους επισκέπτες και υπαλλήλους να τριγυρνούν σα φαντάσματα. Το παιδί-θυρωρός παρατηρεί τον κόσμο των μεγάλων: την «Κυρία», που μοιάζει με ξεπεσμένη αρχόντισσα της παλιάς εποχής, και την αινιγματική «δεσποινίς», που περιμένει μάταια ένα τηλεφώνημα.

Η βροχή προδικάζει ότι το τέλος είναι κοντά: τέλος εποχής για το ξενοδοχείο, τέλος παιδικότητας για τον μικρό, τέλος της ξεπεσμένης αρχόντισσας, τέλος της ανεμελιάς της «δεσποινίδας».

 

Βασιλική Ηλιοπούλου, «Χώμα»
[Η καρδιά του λαγού, Πόλις, 2005. Πρώτη δημοσίευση περ. Νέα Εστία, 2004.]

Η αφήγηση εστιάζει στην υπαρξιακή και σωματική εμπειρία της Εύας κατά την εκταφή ενός άντρα. Η εκταφή των οστών αποκτά τελετουργική διάσταση καθώς παρακολουθούμε με λεπτομέρεια τον καθαρισμό τους αλλά και την όλη γραφειοκρατία της διαδικασίας.

Στο τέλος η αποδοχή έρχεται με την επαφή της Εύας με τη λάσπη ενός περιβολιού: το σώμα συνδέεται ξανά με το έδαφος και τη φύση.

 

Κώστας Μαυρουδής, Άτιτλο
«(Στις 5 Οκτωβρίου του 1955…)»
[Η αθανασία των σκύλων,70 σύντομες ιστορίες, Πόλις, 2013.]

Ο κεντρικός ήρωας, ο κ. Τ., προσπαθεί να διαχειριστεί την ψυχική του πίεση απέναντι στην ασθένεια της συζύγου του μέσω της υπερβολής: διογκώνει τα πράγματα γλωσσικά για να τα καταστήσει, παραδόξως, πιο ελέγξιμα. Το Μόναχο γίνεται «Μέκκα» της Ιατρικής, το αεροσκάφος «κολοσσός» και ο γιατρός «Έβερεστ» της Επιστήμης: μια υποσυνείδητη άμυνα απέναντι στον (επικείμενο) θάνατο και την αβεβαιότητα.

Στο τέλος του διηγήματος η ιστορική αφήγηση πλέκεται με το προσωπικό βίωμα, τονίζοντας ότι σε κάθε εποχή, μπροστά στον φόβο ή τον πόνο, ο άνθρωπος στρέφεται στον λόγο για να κρατηθεί όρθιος.

 

Ελισάβετ Χρονοπούλου, «Κάθε πρωί»
[Ο έτερος εχθρός, Πόλις, 2017]

Ιστορία ενός ζευγαριού, η σχέση του οποίου σημαδεύτηκε από ένα τραυματικό γεγονός επί Γερμανικής Κατοχής στην πρωτεύουσα: τον εξευτελισμό του τότε συζύγου της αφηγήτριας από Γερμανό στρατιώτη μέσα σε λεωφορείο, χωρίς όμως η ίδια να αντιδράσει.

Η Χρονοπούλου, με συγκρατημένη συγκίνηση, μιλά για το πώς μια στιγμή φόβου μπορεί να στοιχειώσει μια ζωή ολόκληρη.

 

Αντώνης Σουρούνης, «Μια γιαπωνέζικη πυρκαγιά»
[Μερόνυχτα Φραγκφούρτης, Ύψιλον/βιβλία 1982, τώρα Καστανιώτη 2008.]

Ο αφηγητής ζει με τη σύντροφό του Σούζυ σε μια πολυκατοικία της Γερμανίας, όπου συγκατοικούν μετανάστες διαφορετικών εθνικοτήτων: Γερμανοί, Γιουγκοσλάβοι και μια οικογένεια Γιαπωνέζων.

Ένα βράδυ ξεσπά φωτιά στο διαμέρισμα των Γιαπωνέζων.

Την επόμενη μέρα, ενώ όλοι περιμένουν θρήνο ή απόγνωση, οι Γιαπωνέζοι αντιδρούν ψύχραιμα και όχι μόνο: η κόρη παίζει πιάνο και ο πατέρας καλεί τον αφηγητή και τη σύζυγό του για ποτό. Η βραδιά καταλήγει σε γλέντι ανάμεσα στα αποκαΐδια, μια σκηνή κομβική: η τέχνη, η ομορφιά και η ανθρώπινη επικοινωνία λειτουργούν ως αντίδοτο απέναντι στην απώλεια.

 

Σωτήρης Δημητρίου, «Το δικαίωμα στην αντίφαση»
[Μια Μαρίνα Τζάφου, Πατάκη, 2023]

Ένας άντρας γνωρίζει μια γυναίκα και από την αρχή νιώθει μια αντίφαση: έλξη και ταυτόχρονα άρνηση. Ξαναβρίσκονται ύστερα από χρόνια και καθώς πηγαίνει να τη συναντήσει, κυριαρχείται από καχυποψία και αμφιβολία. Όταν τελικά βρίσκεται στο σπίτι της, καταλαβαίνει ότι η απειλή ήταν υπερβολική, όμως αδυνατεί να αφεθεί στη σχέση και παγιδεύεται σε έναν φαύλο κύκλο αναστολών. Τελικά επιλέγει να μην προχωρήσει, δικαιολογώντας τη στάση του ως «δικαίωμα στην αντίφαση».

Ο ήρωας, εγκλωβισμένος στην υπερανάλυση, αδυνατεί να αναλάβει το ρίσκο. Ο ειρωνικός τίτλος δηλώνει πως αυτό που παρουσιάζεται ως «δικαίωμα» δεν είναι τίποτα άλλο παρά αδυναμία δέσμευσης.

 

Αλέξανδρος Βαναργιώτης, Ιστορίες της πόρτας
[Η θεωρία των χαρταετών, Παράξενες μέρες, 2014]

Η απρόσμενη συνάντηση δύο παλιών συμμαθητών και η νοσταλγία των παιδικών χρόνων δίνουν τη θέση τους στην αμηχανία, καθώς ο ένας από τους δύο παραμένει κλειστός και απόμακρος. Η πραγματική αιτία αποκαλύπτεται στο τέλος: είναι βαριά άρρωστος και έχει έξι μήνες ζωής. Η συνάντηση ύστερα από χρόνια μετατρέπεται τελικά σε αποχαιρετισμό.

 

 Στην άκρη της πόλης

Υποκατηγορία όπου η καθημερινότητα μετατρέπεται σε χώρο άσκησης βίας, ψυχικής ή σωματικής. Οι ήρωες κινούνται συχνά στο περιθώριο και έρχονται αντιμέτωποι με ηθικά διλήμματα, όμως τα κείμενα δεν ηθικολογούν, δεν προσφέρουν εύκολες λύσεις, αλλά φωτίζουν τις αντιφάσεις της ζωής.

Κοινό χαρακτηριστικό, ο σκληρός κοινωνικός ρεαλισμός, εμπλουτισμένος ενίοτε με  μαύρο χιούμορ, ειρωνεία και αλληγορία. Γραφή άμεση, προφορική, με αργκό και κοφτούς διαλόγους που αποδίδουν την ένταση της κατάστασης. Πρόσωπα αποκλεισμένα, ναρκομανείς, γυναίκες του περιθωρίου, λαϊκοί τύποι, μοναχικοί, άξεστοι που αποδεικνύονται, εν τέλει, συμπονετικοί. Εδώ η αλληλεγγύη συγκρούεται με τον φόβο, τον κυνισμό και την επιβίωση.

 

Δημήτρης Νόλλας, «Ονειρεύομαι τους φίλους μου»
[Ονειρεύομαι τους φίλους μου,  Καστανιώτη, 1990. Τώρα: Οι ιστορίες είναι πάντα ξένες (τα διηγήματα 1974-2016),  Ίκαρος, 2016.]

Τρεις άντρες βρίσκονται στις τουαλέτες ενός εστιατορίου κατά τη διάρκεια δεξίωσης. Ο Τζώνης, ο Κυριάκος και ένας τρίτος άντρας που «ο γιατρός τού έχει απαγορεύσει να πίνει». Σταδιακά αποκαλύπτεται ότι πίσω από την επιφανειακή φιλία και τα πειράγματα κρύβεται απέχθεια και οικονομική εκμετάλλευση.

Η κορύφωση έρχεται όταν ο Κυριάκος πεθαίνει μπροστά τους από ανακοπή καρδιάς. Ο Τζώνης αντιμετωπίζει τον θάνατο του κυνικά, και προτείνει σε αυτόν που «ο γιατρός τού έχει απαγορεύσει να πίνει» να αποκρύψουν την αιτία που ο Κυριάκος κατέρρευσε.

Ο ειρωνικός τίτλος υπονομεύεται διαρκώς: οι «φίλοι» δεν συνδέονται με τρυφερότητα αλλά με τοξικότητα και ανταγωνισμό. Οι τουαλέτες του εστιατορίου αποκαλύπτουν την σήψη πίσω από τη βιτρίνα της γιορτής.

 

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, «“Μόσμπεργκ” των έξι»
[Η στενωπός των υφασμάτων, Καστανιώτης, 1992. Τώρα: Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Τα δεδουλευμένα, Πατάκη, 2016.]

Ένας θηροφύλακας παρακολουθεί μαγεμένος το ερωτικό παιχνίδι του τελευταίου ζευγαριού θαλασσαετών στη λίμνη Βόλβη. Η περιγραφή των κινήσεων των πουλιών είναι λυρική, ποιητική και τελετουργική.

Η μαγεία διακόπτεται απότομα όταν ένας πυροβολισμός σκοτώνει τον έναν αετό. Ο θηροφύλακας μεταμφιέζεται σε κυνηγό για να πλησιάσει τον ένοχο, συνομιλεί μαζί του φιλικά και κερδίζει την εμπιστοσύνη του. Η σκηνή κορυφώνεται με μια ψυχρή, απροειδοποίητη εκτέλεση: ο θηροφύλακας σκοτώνει τον λαθροκυνηγό εξ επαφής και φροντίζει να σκηνοθετήσει την πράξη ως αυτοκτονία.

Εναλλασσόμενη γλώσσα: λυρική στην περιγραφή της φύσης, κοφτή και ρεαλιστική στη βία.

Ύμνος στην άγρια ζωή, σκοτεινή παραβολή για την ηθική της εκδίκησης.

 

Βασίλης Τσιαμπούσης, «Ο γάμος»
[Χερουβικά στα κεραμίδια, Κέδρος, 1996]

Ιστορία για τη φιλία και την ηθική δοσμένη με ειρωνικό και πικρό χιούμορ.

Ο αφηγητής ταξιδεύει με τον φίλο του Τάκη για να παραστούν στον δεύτερο γάμο της Μαίρης, χήρας ενός κοινού τους φίλου. Κατά τη διαδρομή, ο Τάκης αποκαλύπτει κυνικά ότι είχε ερωτική σχέση με τη Μαίρη όσο ο φίλος τους νοσηλευόταν, και μάλιστα ότι της έδωσε χρήματα για να ανοίξει μαγαζί. Η προκλητική αυτή στάση συγκλονίζει τον αφηγητή για την ηθική αδιαφορία του φίλου του.

Στο τελευταίο μέρος οι δύο άντρες συναντούν στον δρόμο ένα χτυπημένο σκυλί και ο Τάκης, κατά παράδοξο τρόπο, το μαζεύει και το πηγαίνει στον κτηνίατρο. Η πράξη αυτή, σε πλήρη αντίθεση με την ανηθικότητα που έδειχνε έως τώρα, αποκαλύπτει μια άλλη, αυτή τη φορά μεγαλόψυχη, πλευρά του.

Το διήγημα σχολιάζει εύστοχα τη σχετικότητα της ηθικής.

 

Αμάντα Μιχαλοπούλου, «Έξω η ζωή είναι πολύχρωμη»
[Έξω η ζωή είναι πολύχρωμη, Καστανιώτη, 1994. Πρώτη δημοσίευση περ. Ρεύματα, 1993.]

Ο νεαρός Σωτήρης δουλεύει σε βενζινάδικο και αφηγείται την καθημερινότητά του, τα όνειρα και τις εμμονές του με αφορμή έναν λογοτεχνικό διαγωνισμό. Η φωνή του είναι λαϊκή, με χιούμορ, με περιορισμένο λεξιλόγιο, αλλά γεμάτη παλμό και ζωντάνια. Ο Σωτήρης μιλά για να ζήσει αλλιώς: για να ξεφύγει από τη βενζίνη, τη βρομιά, τους φλώρους και τους μπάτσους.

Η Μιχαλοπούλου μετατρέπει μια χαλαρή, αυτοσχεδιαστική εξομολόγηση σε ένα σχόλιο στο ποιοι γράφουν και γιατί γράφουν.

 

Λένα Κιτσοπούλου
«Ο Μουνής»

[Μεγάλοι δρόμοι, Μεταίχμιο, 2010]

Ωμό και καταγγελτικό εκτενές διήγημα, που απομυθοποιεί την ελληνική επαρχία και οικογένεια.

Ο Μουνής –χυδαίο παρατσούκλι της κοινότητας– ζει στο περιθώριο μιας κλειστής κοινωνίας, ενώ γύρω του η οικογένεια, ο γάμος και η σεξουαλικότητα αποκαλύπτονται μέσα από μια αλυσίδα μικρών περιστατικών. Καθώς τα δίδυμα παιδιά του Παντζαρά μεγαλώνουν και η ομοιότητά τους με τον Μουνή γίνεται όλο και πιο εμφανής, οι φήμες και το κουτσομπολιό οργιάζουν.

Η Κιτσοπούλου, με χυδαία γλώσσα, χιούμορ και υπερβολή, αποδομεί τον μικρόκοσμο της επαρχίας. Πίσω από την «κανονικότητα» κρύβονται η βία, το κουτσομπολιό, η υποκρισία και η σεξουαλική καταπίεση.

 

Ζέτα Κουντούρη, «Το στοίχημα»
[Η πρεμιέρα, Εστία, 1992]

Το διήγημα ξεκινά με χιούμορ περιγράφοντας τη σχέση ενός άντρα με δύο ηλικιωμένες γειτόνισσες, που παρακολουθούν τη ζωή του διακριτικά –ίσως όχι και τόσο. Αρχικά ο αναγνώστης νομίζει πως παρακολουθεί μια αστική σάτιρα, όμως στο τέλος το διήγημα εκτροχιάζεται όταν η κοπέλα του ήρωα μετατρέπει την (υποψία για) «ηδονοβλεψία» των δύο κυριών, σε παιχνίδι εξουσίας. Το «στοίχημα» που βάζουν μετατρέπεται από φάρσα σε καβγά, και από καβγάς σε τραγωδία με φόνο. Οι γριούλες όμως, που ως τότε προκαλούσαν δυσφορία στον ήρωα, μετατρέπονται από «κατάσκοποι» σε «μάρτυρες υπεράσπισης».

 

Τάσος Καλούτσας, «Γιατί το έκανες αυτό»
[Υπό το κράτος του τρόμου, Μεταίχμιο, 2018]

Πολυεπίπεδο, σκοτεινό αφήγημα που συνδυάζει κοινωνικό σχόλιο, ψυχολογική παρατήρηση και πολιτική αλληγορία.

Η φωνή που καλεί απεγνωσμένα σε βοήθεια μέσα στη νύχτα –και η μη ανταπόκριση κανενός γείτονα– αναδεικνύει την ευρύτερη ηθική κατάρρευση αλλά και απομόνωση.

Στην πρώτη ενότητα η φωνή «Βοήθεια!» δεν προκαλεί αντίδραση, μόνο φόβο.

Στη δεύτερη, με δημοσιογραφικό ύφος, μεταφέρει την είδηση της δολοφονίας ενός νέου και τις εικασίες και κουτσομπολιά γύρω από αυτήν.

Η τρίτη ενότητα είναι ανατρεπτική: ο άντρας, πλέον φορτισμένος από την αδράνεια της κοινωνίας και ίσως και από την ενοχή του, είναι αυτός που κραυγάζει «Βοήθεια!». Η ενέργειά του είναι ταυτόχρονα ειρωνική και εκδικητική –μια θεατρική πράξη ανατροπής και αλληγορίας.

 

Νίκος Παΐζης, «Dirty»
[Η γενιά της ηπατίτιδας, ιδιωτική έκδοση, 1985. Τώρα Βιβλιοπέλαγος, 2002]

Σκοτεινό, εφιαλτικό και ωμά ρεαλιστικό στιγμιότυπο της ζωής στο περιθώριο, γραμμένο μέσα από βιωμένη εμπειρία.

Η αφήγηση είναι γεμάτη αποσπασματικές σκέψεις, εσωτερικούς σχολιασμούς και εναλλαγές μεταξύ πράξης και συνείδησης. Στο επίκεντρο βρίσκεται μια επείγουσα κατάσταση, μια σκηνή στα πρόθυρα overdose από βρώμικη ηρωίνη.

Ατμόσφαιρα παρακμής χωρίς όμως διδακτισμό. Η χρήση της αργκό λειτουργεί, όχι ως στιλιστικό τρικ, αλλά ως αυθεντική έκφραση.

 

Χρίστος Κυθρεώτης, «Σκόνη από κιμωλία»
[Μια χαρά, Πατάκη, 2014]

Ο αφηγητής περιγράφει αναδρομικά τη στενή του φιλία με τον Μιχάλη, που τραυματίζεται σοβαρά ύστερα από επεισόδια οπαδών και τελικά πεθαίνει στο νοσοκομείο. Σταδιακά αποκαλύπτεται ότι ο Μιχάλης ήταν αλβανικής καταγωγής, κάτι που κρατούσε κρυφό. Η αλήθεια για τον θάνατό του είναι τραγική: δεν σκοτώθηκε από «εχθρούς», αλλά από οπαδούς της ίδιας ομάδας.

Καταγγελτικό κείμενο απέναντι στη βία, στον οπαδισμό, στον ρατσισμό και στην  υποκρισία της κοινωνίας.

 

Λάκης Παπαστάθης, «Μόνον εσένα έχω στον κόσμο»
[Η νυχτερίδα πέταξε, Νεφέλη, 2003]

Ο αφηγητής επιστρέφει στη Μυτιλήνη και συναντά την Καίτη, μια ηλικιωμένη πρώην πόρνη που ζει απομονωμένη στο παλιό «κάστρο» της πόλης. Με ντοκουμενταρίστικο τρόπο μέσα από τη μαγνητοφωνημένη εξομολόγησή της ξετυλίγεται η ιστορία ενός νεαρού κοριτσιού, της Μαρίας, που βρέθηκε από μικρή στον κόσμο της πορνείας, αλλά κατάφερε αργότερα να παντρευτεί έναν πλούσιο άντρα και να ξεφύγει. Όμως η Μαρία σκοτώνει τον άντρα της έπειτα από χρόνια κακοποίησης και καταλήγει στη φυλακή.

Χρόνια μετά, ο αφηγητής βλέπει τις δυο γυναίκες γριές και εξαθλιωμένες στην Αθήνα, να περιφέρονται μαζί.

Λιτή αλλά ζωντανή αφήγηση που μιλά για ανθρώπους του περιθωρίου χωρίς ίχνος  συναισθηματισμού ή ηθικής καταδίκης.

 

4. ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Το ερωτικό στοιχείο στο ελληνικό διήγημα των τελευταίων δεκαετιών δεν παρουσιάζεται μόνο ως επιθυμία ή πάθος, αλλά συνήθως ως ένταση, ρήξη, αδιέξοδο. Από την ωμότητα και τη βία της πρώτης περιόδου του Δημητρίου, στην τρυφερότητα του Κουμανταρέα, στην υπαρξιακή μοναξιά του Δαββέτα και στην ερωτική ασφυξία της Μητροπούλου, αποκτά ποικίλες μορφές: τόπος επιθυμίας, οδύνης, εξουσίας ή βίας. Άλλοτε ως δύναμη απελευθέρωσης, άλλοτε ως εγκλωβισμός. Δεν εξιδανικεύεται, ούτε καταδικάζεται.

Η γλώσσα κυμαίνεται από τον ωμό ρεαλισμό και τη βωμολοχία ως το λυρισμό. Οι συγγραφείς δεν αντιμετωπίζουν τον έρωτα με ρομαντισμό αλλά ως πεδίο σύγκρουσης καθώς ο έρωτας σπάνια παρουσιάζεται ως λύτρωση.

Λυρισμοί

Στα διηγήματα αυτής της κατηγορίας ο έρωτας δεν παρουσιάζεται ως απλή σαρκική περιπέτεια, αλλά ως υπαρξιακή κατάσταση γύρω από τη μοναξιά, τη μνήμη, την απώλεια και τη λαχτάρα για επικοινωνία.

Οι ήρωες κινούνται σε ξενοδοχεία, θεατρικά φουαγιέ, στο δρόμο και κυριαρχούν η ποιητικότητα, η εσωτερικότητα και η συναισθηματική φόρτιση.

 

Γιώργος Ιωάννου, «Επιτάφιος θρήνος»
[Επιτάφιος θρήνος, Κέδρος, 1980, πρώτη δημοσίευση Τραμ, τχ. 7, 1978. Τώρα Κέδρος, 2024.

Ο αφηγητής φτάνει πασχαλινές μέρες στην Αθήνα και περιπλανιέται στην περιοχή γύρω από την Ομόνοια και την Αγίου Κωνσταντίνου –παρακμιακό χώρο φτώχειας, μιζέριας και πορνείων. Καταλήγει σε ένα φτηνό ξενοδοχείο, όπου συγκατοικεί με τρεις άντρες: έναν εξαθλιωμένο νεαρό, που επιβιώνει πουλώντας το αίμα του στον Ερυθρό Σταυρό, έναν πρώην υπαξιωματικό, που τον έδιωξε η μητρομανής γυναίκα του και έναν πλανόδιο φωτογράφο. Τη Μεγάλη Παρασκευή, ενώ έξω περνά ο Επιτάφιος οι ένοικοι του ξενοδοχείου παρακολουθούν κρυφά ένα ερωτικό ζευγάρι στο διπλανό δωμάτιο.

Κορυφαίο κείμενο, όπου συνυπάρχουν, σε μία ανεπανάληπτη μίξη, ερωτισμός, θρησκευτικότητα, περιθώριο και μυσταγωγία.

 

Μένης Κουμανταρέας, «Η εβραία»
[Σεραφείμ και Χερουβείμ, Κέδρος, 1981. Τώρα Κέδρος, 2014]

Τρυφερή αφήγηση σε ένα εκτενές διήγημα, σε φορτισμένο ιστορικοπολιτικό περιβάλλον, μέσα από τα μάτια ενός νεαρού της Αθήνας στα τέλη της δεκαετίας του ’40.

Ο αφηγητής γνωρίζεται στο φουαγιέ ενός θεάτρου με μια κομψή αλλά φθαρμένη κυρία, που φέρει στο μπράτσο της έναν αριθμό ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης: πρόκειται για την «Εβραία», όπως τελικά μαθαίνει ότι την αποκαλούν όλοι. Η αφήγηση φωτίζει με οξύτητα την υποκρισία και τη μνησικακία της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας, η οποία αντιμετωπίζει το Ολοκαύτωμα με αδιαφορία, προκατάληψη και αντισημιτισμό.

 

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, «Γεύση από χώμα και ουρανό»
[Η Ευριδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι, Γαβριηλίδης, 2010]

Λυρικό και αισθησιακό μικροδιήγημα-πρόταση 380 λέξεων, γεγονός σπάνιο και αξιοσημείωτο από μόνο του. Η αφήγηση εστιάζει στη σωματική και ψυχική συνάντηση δύο ανθρώπων. Η επαφή των δύο προσώπων δεν περιγράφεται ως απλό σαρκικό γεγονός αλλά ως ιεροτελεστία.

 

Νί­κος Δαβ­βέ­τας, «Κυριακή και εξοδούχος»
[Ιστορίες μιας ανάσας, Κέδρος, 2002]

Ένας νεαρός φαντάρος, μόνος και σχεδόν άφραγκος, περιφέρεται αδειούχος μια βροχερή Κυριακή σε μια επαρχιακή πόλη. Σε μια στάση λεωφορείων γνωρίζει μια νεαρή τσιγγάνα που του προτείνει να του κάνει στοματικό έρωτα έναντι χρημάτων. Η σκηνή εκτυλίσσεται γρήγορα και μηχανικά, όμως ο αφηγητής φαίνεται κολλημένος στα προβλήματά του: στη μοναξιά και την προσωπική αποτυχία.

Στο τέλος έρχεται η ανατροπή: ένας οδηγός λεωφορείου τον βρίσκει στο παγκάκι να αυνανίζεται μόνος.

Ο Δαββέτας, με απλή και κοφτή γλώσσα, δημιουργεί μια αίσθηση θλίψης και κενού πίσω από την ωμή σκηνή και στο τέλος αφήνει μετέωρο το τι συνέβη πραγματικά.

 

Ούρσουλα Φωσκόλου, «Λάντα»
[Το κήτος: μικρά και μεγάλα πεζά, Κίχλη, 2016]

Νανοδιήγημα –διήγημα κάτω των 100 λέξεων– που συμπυκνώνει μέσα σε λίγες μόνο γραμμές την πρώτη ομοερωτική εμπειρία.

Καθώς ο εγγονός μαθαίνει να οδηγεί στο παλιό Λάντα του παππού, δέχεται από τον ίδιο μια «λαϊκή» παρότρυνση για να φανεί ο ανδρισμός του («Σφύρα, ρε μάγκα!»). Παρ’ όλα αυτά, όσο ζει ο παππούς, ο εγγονός δεν έχει σεξουαλικές εμπειρίες. Όμως αμέσως μετά τον θάνατό του, ο εγγονός καλεί τον Γιωργή σε μια βόλτα με το Λάντα. Η μυρωδιά του ιδρώτα και του άφτερ σέιβ στα καθίσματα του αυτοκινήτου υπονοούν την πρώτη ερωτική εμπειρία, χωρίς όμως αυτή να περιγράφεται ποτέ –το πιο δυνατό σημείο του κειμένου.

 

Σχέσεις και ρωγμές

Στα διηγήματα της υποκατηγορίας το ερωτικό στοιχείο αναπτύσσεται μέσα από σχέσεις εξουσίας, ερωτικά τρίγωνα, οικογενειακές ή κοινωνικές πιέσεις ή ηθικά διλήμματα.

Ο έρωτας παρουσιάζεται ως πεδίο σύγκρουσης, όχι μόνο ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, αλλά ανάμεσα στα προσωπικά θέλω και τα στερεότυπα της κοινωνίας. Οι ήρωες βρίσκονται παγιδευμένοι σε κατάσταση ενοχής, φόβου ή περιβάλλον ανταγωνισμού. Ερωτικά τρίγωνα, παιχνίδια εξουσίας, εξαρτήσεις και ρευστές ταυτότητες συγκροτούν έναν κόσμο όπου ο έρωτας δεν λυτρώνει, αλλά αποκαλύπτει το αδιέξοδο των επαφών.

 

Αλέξης Πανσέληνος, «Καλοκαιρινός κινηματογράφος»
[Ιστορίες με σκύλους, Κέδρος, 1982]

Η αφηγήτρια ζει μόνη σε ένα μικρό διαμέρισμα, που βλέπει σε έναν θερινό κινηματογράφο. Οι ήχοι και οι εικόνες των ταινιών γίνονται αφορμή να μιλήσει για τη σχέση της με τους γονείς της, τη δουλειά, τη φιλία της με τη Στέλλα και τον έρωτά της με έναν παντρεμένο.

Το ενδιαφέρον δεν επικεντρώνεται στα εξωτερικά γεγονότα αλλά στον εσωτερικό κόσμο της ηρωίδας. Μέσα από την αυτοπαρατήρηση το διήγημα εξελίσσεται σε έναν στοχασμό πάνω στη μοναξιά, τον έρωτα και τη γυναικεία επιθυμία.

 

Λένα Διβάνη, «Κάθε ξημέρωμα ήμουν εκεί…»
[Γιατί δε μιλάς για μένα;, Καστανιώτης, 1995]

Η πενηντάχρονη καθηγήτρια Νεφέλη ζει μόνη μια ζωή γεμάτη ρουτίνα. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ βλέπει από το σπίτι της μια κοπέλα να βγαίνει ξυπόλητη και να πηγαίνει στο σπίτι ενός ώριμου άντρα παραδίπλα και να επιστρέφει το ξημέρωμα. Το σκηνικό συνεχίζεται κάθε βράδυ, η Νεφέλη τους παρακολουθεί και φαντάζεται την ιστορία τους.

Μετά από καιρό, ένα μεσημέρι, βλέπει την κοπέλα να μετακομίζει και να φεύγει από τη γειτονιά. Το ίδιο βράδυ, περιποιείται τον εαυτό της, βάφεται, και χτυπά την πόρτα του γείτονα. Όταν εκείνος ανοίγει, του αποκαλύπτει το μυστικό της: «Κάθε ξημέρωμα ήμουν εκεί…» δείχνοντας το παράθυρό της.

Διήγημα μοναξιάς και επιθυμίας όπου η ηρωίδα δεν παρακολουθεί ηδονοβλεπτικά τους δύο εραστές, αλλά συμμετέχει στη σχέση τους, έστω από απόσταση, για να βρει τη χαμένη ερωτική της ζωή.

Η ακροτελεύτια σκηνή είναι συγκινητική γιατί η Νεφέλη σταματά το ρόλο του αόρατου παρατηρητή και εμφανίζεται μέσα στην ερωτική ιστορία.

 

Αχιλλέας Κυριακίδης, «Nebraska»
[Τεχνητές αναπνοές, Πόλις 2003. Τώρα Τεχνητές αναπνοές και άλλα πεζά της πόλεως (2003-2010), Πατάκη, 2016.]

Παρότι το Nebraska ξεχωρίζει για την πειραματική του μορφή —δύο παράλληλες αφηγήσεις εξελίσσονται κατακόρυφα πάνω στην ίδια σελίδα— ο πυρήνας του δεν είναι φορμαλιστικός αλλά καθαρά ερωτικός. Το θέμα της ιστορίας είναι η επιθυμία ενός ζευγαριού για ανανέωση του γάμου τους, υποδυόμενοι δύο ξένους: η μεταμφίεση και το ψέμα είναι η ύστατη προσπάθεια να διασωθεί ο έρωτας από το βάλτο της μακροχρόνιας συμβίωσης. Όμως αυτή η επιθυμία για ανανέωση συνδέεται, νομοτελειακά, με τη σύγκρουση, την εξουσία και την ανασφάλεια. Οι ρόλοι που παίζουν αποκαλύπτουν κρυφές φαντασιώσεις και ανεκπλήρωτες επιθυμίες, ενώ το παιχνίδι γίνεται ολοένα και πιο επικίνδυνο καθώς η μυθοπλασία εισβάλλει στην πραγματικότητα.

Η τυπογραφικά «σπασμένη» αφήγηση δεν είναι απλώς ένα φορμαλιστικό τέχνασμα, αλλά αντανακλά τη διάσπαση των δύο προσώπων.

 

Μαρία Κουγιουμτζή, «Ερωτικό αδιέξοδο»
[Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα, Καστανιώτης, 2016]

Μελοδραματικό διήγημα με ήρωες δύο νέους και την ξαδέρφη του ενός, παγιδευμένους σε έναν φαύλο κύκλο –για την ακρίβεια τρίγωνο– ανεκπλήρωτων πόθων.

Αφηγητής είναι ένας φοιτητής που συγκατοικεί με την ξαδέρφη του Ναταλία, την οποία ποθεί χωρίς να της το πει. Εκείνη είναι ερωτευμένη με τον Θωμά, που μπαίνει ξαφνικά στη ζωή τους. Η συγκατοίκηση των τριών φέρνει στην επιφάνεια επιθυμίες, ζήλιες και ανταγωνισμούς. Ο αφηγητής ζει τη σχέση τους, διεκδικώντας τη Ναταλία, ενώ έλκεται και από τον Θωμά. Ο Θωμάς, από την πλευρά του, αποστασιοποιείται σταδιακά από τη Ναταλία, και τρέφει μια οικειότητα με τον αφηγητή.

Η τελική σκηνή, όπου οι τρεις τους αγκαλιασμένοι καταφεύγουν για λύτρωση σε μια βίαιη ερωτική σκηνή, συμπυκνώνει τον τίτλο.

 

Αγγέλα Καστρινάκη, «Ο μαθητής»
[Φιλοξενούμενη, Εστία, 1990. Πρώτη δημοσίευση: περ. Παρατηρητής, 1988.]

Παιχνίδι έλξης και εξουσίας μεταξύ μιας δασκάλας κι ενός μαθητή της που ο τελευταίος υπονομεύει τους ρόλους μεταξύ τους. Η αφηγήτρια προσπαθεί να διατηρήσει την απόσταση που αρμόζει, την ώρα που ο μαθητής την διεκδικεί επίμονα. Η αντιστροφή των ρόλων κορυφώνεται στη σκηνή της καφετέριας, όπου ο μαθητής παίρνει το πάνω χέρι.

Η πλοκή δεν κορυφώνεται με κάποια εξωτερική δράση, αλλά με σταδιακή, ψυχολογική ένταση.

Ύφος κοφτό και νηφάλιο.

 

Εμμονές

Στα διηγήματα της κατηγορίας ο έρωτας εμφανίζεται ως δύναμη σκοτεινή και καταστροφική. Η επιθυμία συνδέεται με τη βία, την εξουσία, την παραβίαση των ορίων. Οι ήρωες κινούνται μέσα σε κόσμους κλειστούς και τοξικούς: οικογένειες διαλυμένες, επαρχιακός περίγυρος, ασφυχτικά διαμερίσματα. Ο έρωτας δεν οδηγεί στην επικοινωνία αλλά στην εμμονή, στην ενοχή, στην έκρηξη ή στην αυτοκαταστροφή.

Κοινό γνώρισμα των κειμένων η γλώσσα: η βωμολοχία, η ωμότητα, η γκροτέσκα υπερβολή δεν αποσκοπούν στην πρόκληση για την πρόκληση, αλλά στην αποκάλυψη μιας υπαρξιακής κρίσης. Το σκοτεινό ερωτικό διήγημα δεν επιδιώκει να σοκάρει  –αν και το κατορθώνει σε σημεία–, αλλά να φωτίσει ανομολόγητες περιοχές της επιθυμίας στα όρια της διαστροφής.

 

Σωτήρης Δημητρίου, «Άντρας από τη Βουλγαρία»
[Ένα παιδί απ’ τη Θεσσαλονίκη, Κέδρος, 1989. Τώρα από Πατάκη, 2018.]

Ακραίο και ωμό αφήγημα –το πιο σκληρό του συγγραφέα της πρώτης του περιόδου– που μιλά για την αποσύνθεση μιας οικογένειας μέσα σε ένα κλειστό, τοξικό περιβάλλον.

Το θέμα του διηγήματος είναι η σχέση μιας μητέρας με την κόρη της, Ρίτα. Η Ρίτα –βίαιη, χυδαία και προκλητική–, είναι επιθετική απέναντι στη μητέρα της.

Η υπόσχεση της μητέρας για έναν «άντρα από τη Βουλγαρία» καταντάει εμμονή για τη Ρίτα, σύμβολο των ανεκπλήρωτων πόθων της.

Γλώσσα λαϊκή και βωμολοχική, μεταφέρει τον αναγνώστη κατευθείαν στο πνιγηρό, ανυπόφορο κλίμα της ιστορίας.

Αυτό που μένει στο τέλος δεν είναι η φρίκη της ακροτελεύτιας σκηνής –από τις πιο ωμές και σκληρές στην ελληνική γραμματεία– αλλά η αίσθηση ότι η βία ήταν μοιραία και αναπόφευκτη. Αρχαία τραγωδία 1162 λέξεων.

 

Έρση Σωτηροπούλου, «Το μουνί μέσα στη ζέστη»
[Ο βασιλιάς του φλίπερ, Καστανιώτης, 1998.]

Αυθόρμητη, εξομολογητική αφήγηση με την αφόρητη ζέστη του δεκαπενταύγουστου καταλύτη αλλόκοτων και παραληρηματικών ερωτικών επιθυμιών.

Μια κοπέλα, εντελώς μόνη μέσα στον καύσωνα του καλοκαιριού, βυθίζεται σε μια κατάσταση εσωστρέφειας, υπερδιέγερσης και ακραίου ερωτισμού.

Το διήγημα είχε δημοσιευτεί σε ένα συλλογικό τόμο με τον τίτλο «Άσεμνες ιστορίες», (Πατάκη, 1997) και είχε προκαλέσει τους συντηρητικούς κύκλους για τις πρόστυχες, σοκαριστικές και ωμές περιγραφές αυτοερωτισμού και σεξουαλικότητας, οι οποίες φαντάζουν πλέον αθώες, αυθόρμητες και ανεπιτήδευτες –ή όχι;

 

Μαρία Κουγιουμτζή, «Όταν ωριμάσουν τα πορτοκάλια»
[Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα, Καστανιώτης, 2016. Πρώτη δημοσίευση περ. Εντευκτήριο, τχ. 100, 2013.]

Η αφήγηση ξεκινά με μια καθημερινή βόλτα, σύντομα όμως αποκαλύπτεται ένα ασύλληπτο βίωμα: η μικρή Μιχαλίτσα κακοποιείται από τον ίδιο της τον πατέρα. Το διήγημα κλιμακώνεται απότομα, με τη γλώσσα να κινείται μεταξύ παιδικού αυθορμητισμού και ωμού ρεαλισμού.

Κείμενο σπαρακτικό –μόλις 383 λέξεων–, από τις πιο δυνατές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής μικρής φόρμας.

 

Φίλιππος Φιλίππου, «Η κάψα»
[Δημοσίευση περ. Πλανόδιον, τχ.51, 2011]

Ζοφερή και ανατριχιαστική αναπαράσταση βίας και εξουσίας μέσα στο κλειστό περιβάλλον ενός διαμερίσματος.

Η αρχική καθημερινή, νωχελική ατμόσφαιρα, οδηγείται απότομα σε μια συγκλονιστική σκηνή κακοποίησης.

Η κοπέλα –από την αρχή της ιστορίας συνεχώς προκλητική– δέχεται την έκρηξη του άντρα, ο οποίος ξεσπά πάνω της σε μια σκηνή ωμού ξυλοδαρμού, χωρίς κανένα φιλτράρισμα, που αφήνει τον αναγνώστη παγωμένο. Αλλά και η θλιβερή αποδοχή του ξυλοδαρμού από την κοπέλα συγκλονίζει εξίσου.

Λόγος, καθαρός, λιτός και ψυχρός, καταγράφει χωρίς συναισθηματισμούς.

///

Από τις τέσσερις ενότητες του Α΄ Μέρους φαίνεται ότι υπάρχει μια γενική κατεύθυνση, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ορθόδοξο» σώμα διηγημάτων. Πρόκειται για αφηγήσεις που ξεκινούν από τον ρεαλιστικό κόσμο, την προσωπική εμπειρία και την Ιστορία και φωτίζουν μια κοινωνική ή υπαρξιακή κατάσταση.

Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι η μετατόπιση από αφηγήσεις με θέμα την Ιστορία σε αφηγήσεις που έχουν να κάνουν με τον προσωπικό κόσμο του ατόμου. Η μεγάλη Ιστορία συναντά τη μικρή: έναν θείο, έναν καφετζή, μια ξεχασμένη γειτονιά. Στο πολιτικό διήγημα το ερώτημα δεν είναι πια μόνο «ποιος είχε δίκιο;», αλλά «τι απέμεινε μετά τα γεγονότα;», ενώ η μνήμη λειτουργεί ως αναστοχασμός και όχι ως απλή αναπαράσταση.

Τα διηγήματα αυτά, αν και δεν αποφεύγουν την ειρωνεία ή την αλληγορία, αποτελούν το «ορθόδοξο» σώμα της ανθολογίας επειδή οργανώνονται γύρω από χαρακτήρες, βιώματα και μνήμες, με πλοκή συνήθως «καθαρή» και ευδιάκριτη. Το «ορθόδοξο» δεν σημαίνει απαραίτητα ευθύβολη ή απόλυτα ρεαλιστική γραφή, αλλά ότι η αφήγηση έχει πλοκή με αρχή, μέση και τέλος (όχι όμως υποχρεωτικά με αυτή τη σειρά),  κέντρο έναν κόσμο, έναν άνθρωπο και μια ιστορία, ακόμη και όταν αυτή προσεγγίζεται πλάγια, μέσα από τη μνήμη, την επιθυμία, την ειρωνεία ή την αλληγορία.

///

Σημειώσεις Α΄ Μέρους
[1]: Η γραφή είναι συνήθως αποστασιοποιημένη, ενώ η αφήγηση επικεντρώνεται σε μικρά, προσωπικά περιστατικά, τα οποία αναδεικνύονται σε συμβάντα με υπαρξιακή βαρύτητα (Δ. Κούρτοβικ, 2021).
[2]: Αν οι πρώτοι μεταπολεμικοί συγγραφείς βυθίζονται ψυχή τε και σώματι στα πάθη της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου, οι επίγονοι πλησιάζουν την ίδια περίοδο μέσα από τις εικόνες και τα ακούσματα της παιδικής ή εφηβικής ηλικίας, φροντίζοντας να προβάλλουν το αναμνηστικό τους υλικό σ’ ένα καυτό παρόν.» (Β. Χατζηβασιλείου, 2018).
[3]: Ενδεικτικά: Συλλογικοί τόμοι: Ε. Μπούρα, Μ. Χαρτουλάρη (επιμ.), Το αποτύπωμα της κρίσης, Μεταίχμιο, 2013, και Ν. Πουλάκος, Ι. Κουμασίδης (επιμ.), Crisis : 10+1 διηγήματα για την ελληνική κρίση, Βακχικόν, 2013. Αφιέρωμα: περ. Το Δέντρο, Σελίδες για τη νεοελληνική κρίση, τχ. 201-202, 2014. Διπλωματική εργασία: Α. Γερακίνη, Η πόλη των Αθηνών στη λογοτεχνία της κρίσης, ΑΠΘ, Τμήμα αγγλικής γλώσσας και φιλολογίας, Σπουδές Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και πολιτισμού, 2017. Άρθρα: Τ. Δημητρούλια, Πεζογραφία και κρίση, εφ. Η Καθημερινή, 13/4/2014, Β. Χατζηβασιλείου, Α. Σαΐνης, Ε. Παπαργυρίου, Πεζογραφία της κρίσης ή κρίσιμη πεζογραφία; (2010-2020), Εφημερίδα των Συντακτών, 9/2/2020.
[4]: Όπως επισημαίνει ο Δ. Κούρτοβικ (2021): «η μετακίνηση προς την υποκειμενικότητα δεν σήμαινε αυτομάτως απολιτική στάση, εσωστρέφεια ή αποκλειστική ενασχόληση με ιδιωτικά ζητήματα. Αντίθετα, πολλές φορές αντανακλούσε την ανάγκη του συγγραφικού υποκειμένου να ανοίξει έναν νέο δίαυλο με την πραγματικότητα και να την προσεγγίσει με πιο προσωπικούς, αλλά όχι λιγότερο ουσιαστικούς, όρους».
[5]: Η Οντέτ Βαρών-Βασάρ θεωρεί αδόκιμο τον όρο Ολοκαύτωμα και προτείνει τον όρο Γενοκτονία: «Η γενοκτονία των Ελλήνων Εβραίων (1943-1944) και η αποτύπωσή της: μαρτυρίες, λογοτεχνία και ιστοριογραφία», στο συλλογικό τόμο: «Η εποχή της σύγχυσης. Η δεκαετία του ’40 και η ιστοριογραφία», Εστία, 2008, σελ 289-343.

///

*

**