*
του ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ
Επιμέλεια: Αγγελική Καραθανάση-Μανουσάκη
~.~
Όσοι γεννηθήκαμε το α΄ μισό του 20ού αιώνα αισθανόμαστε πολλές φορές σα να ’χομε μετοικήσει ακούσια σ’ έναν κόσμο που ελάχιστα μοιάζει μ’ εκείνον των παιδικών και των εφηβικών μας χρόνων. Σα να βρισκόμαστε όχι απλώς δεκαετίες μακριά απ’ αυτόν αλλά αιώνες.
Πολλοί μιλούνε για πρόοδο της ανθρωπότητας. Σίγουρα υπάρχει πρόοδος και μεγάλη στις θετικές επιστήμες: στη Φυσική και στην Αστροφυσική, στη Χημεία, στη Βιολογία, στην Ιατρική, στις τεχνικές κατασκευές. Αν κοιτάξομε όμως τη βιοθεωρία μας, τις κοινωνικές σχέσεις, την ηθική, την αισθητική, θα δούμε ότι όχι μόνο η κατάσταση παραμένει στάσιμη σ’ αυτές, αλλά ότι συχνά έχομε μιαν οπισθοδρόμηση.
Παλιότερα η βάση της κοινωνίας ήταν αυτό που λέγαμε «λαό». Τώρα τον λαό τον έχει αντικαταστήσει η μάζα: πλαδαρή κι ομοιόμορφη, όπου ο ένας μιμείται τον άλλο κι υπακούει τυφλά σ’ ό,τι προστάζει η μόδα των ενδυμάτων και της συμπεριφοράς.
Ο άνθρωπος του λαού έκανε την προσευχή του μπροστά στα εικονίσματα κι έπιανε το τουφέκι για να υπερασπιστεί τη λευτεριά του, αν εκινδύνευε· για να την ανακτήσει, αν κάποιος του την είχε στερήσει. Εκοίταζε να ’χει καλές σχέσεις με τον κάθε γείτονα, γιατί αυτόν αντίκρυζε πριν δει τον ήλιο. Μετείχε σ’ όλες τις εκδηλώσεις των χωριανών και των κοντοχωριανών, των γειτόνων του, αν κατοικούσε σε πόλη, χαρωπές ή πένθιμες, γιατί η χαρά κι η θλίψη των άλλων τον άγγιζε βαθιά κι ήξερε πως αυτά είναι δανεικά και μια μέρα θα πάντρευε κι εκείνος τα παιδιά του, θα βάφτιζε τα εγγόνια του και ποιος ξέρει ίσως χτυπούσε και την πόρτα του ο Χάρος. Κι είχε ανάγκη τη συμπαράσταση των γειτόνων και των χωριανών του για να κοινωνήσουν τη χαρά του και να τον στηρίξουν στη λύπη του.
Εκείνος που ’φευγε για τον Κάτω Κόσμο εξακολουθούσε να ’ναι παρών στη μνήμη και στη ζωή των δικών του. Έπρεπε να τόνε τιμήσουν πενθώντας τον. Το μαύρο που ντύνουνταν οι συγγενείς φανέρωνε τη θλίψη και το πένθος για την απώλεια του ανθρώπου τους και πόσο λίγο λογαριάζανε, μπροστά σ’ αυτήν, την ομορφιά και την κομψότητά τους.
«Όποιος δεν έχει γέρο, ν’ αγοράζει» ήτανε μια συνηθισμένη παροιμία στην Κρήτη. Γιατί ο παππούς κι η γιαγιά δεν εφροντίζανε μόνο τα παιδιά, τα δίδασκαν από το απόθεμα της πείρας τους, καλλιεργούσανε τις ψυχές τους με παραμύθια κι ιστορίες της ζωής και με κάθε λογής στιχουργήματα. Έτσι μεταβιβάζονταν στην καινούργια γενιά οι γνώσεις, οι καλοί τρόποι κι οι παραδόσεις της παλιότερης και συνεχίζουνταν η ανθρωπιά κι η ευγένεια και στα νεώτερα χρόνια.
Σήμερα δεν υπάρχουνε πια γιαγιάδες και παππούδες σαν τους παλιούς. Τους απασχολεί πιο πολύ ο εαυτός τους, ώσπου να ’ναι σε θέση να τόνε φροντίζουν. Τη διαπαιδαγώγηση των εγγονών την έχει αναλάβει η τηλεόραση και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, μ’ εκείνους τους γίγαντες με τους τερατώδεις μυώνες που σπέρνουν γύρω τους το θάνατο γρυζίλοντας σα γορίλες, με τα υπερσύγχρονα όπλα τους. Και τα παιδιά-θεατές θαυμάζουνε κι αγριεύουνται και πολύ θα θέλανε να ’χανε κι εκείνα ένα αληθινό πολύ-πολυβόλο και να μπορούσανε να μιμηθούνε τους σούπερ ήρωες του σύγχρονου κόσμου. Στην Αμερική μάλιστα και σε κάποιες χώρες της Ευρώπης δεν είναι σπάνιο να πιθηκίζουν αιματηρά τους σούπερ ήρωες μπαίνοντας στο σκολειό τους και σκοτώνοντας έτσι για γούστο συμμαθητές και δασκάλους τους.
Κι οι γονείς πώς αντιμετωπίζουνε το θέμα της ψυχικής και πνευματικής αγωγής των παιδιών τους; Η πλειονότητα δεν έχει χρόνο να τους αφιερώσει. Ο πατέρας κι η μητέρα δουλεύουν ώρες για να βγάλουν όσο μπορούνε πιο πολλά χρήματα ν’ αντιμετωπίσουνε τις ανάγκες της ζωής που ’ναι πολλές. Στις εφημερίδες, στην τηλεόραση, στους δρόμους διαφημίσεις, στις ταράτσες των σπιτιών κάποτε και στις πλαγιές των λόφων γιγαντοαφίσες τούς καλούνε με φωνές μαυλιστικές: «Αγοράζετε, αγοράζετε, αγοράζετε!» Και το σύνολο σχεδόν υπακούει και τρέχει στα κάθε λογής σούπερ-μάρκετς. Γιατί οι βιομηχανίες έχουνε πετύχει, με την πλύση εγκεφάλου που μας κάνουνε, να μας πείσουν πως η αξία του ανθρώπου μετριέται από όσα καταναλώνει. Δουλεύομε, λοιπόν, όλοι για να μπορούμε να καταναλώνομε όσο μπορούμε περισσότερα. Και να παράγομε τόνους σκουπίδια που δημιουργούνε προβλήματα: «τι να τα κάνομε;»
Έτσι αδειάζουνε τα χωριά μας, γιατί οι αγρότες δεν έχουνε τη δυνατότητα ν’ ανταγωνιστούνε τους κατοίκους των πόλεων, καθώς οι κυβερνήσεις δεν προστατεύουνε τα προϊόντα τους κι οι μεσολαβητές της αγοράς τούς προσφέρουνε ψίχουλα για τον ιδρώτα και την αγωνία ενός χρόνου. Στέλνουνε, λοιπόν, τα παιδιά στο γυμνάσιο και στο λύκειο με τον απώτερο σκοπό να βολευτούνε σε κάποια θέση στην πόλη και να ζήσουν «ανθρωπινότερα». Θα ’ρθει καιρός που τα χωριά μας, όσα μείνουνε, θα τα κατοικούνε μετανάστες ή τα καλοκαίρια ξένοι τουρίστες.
Οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων έχουνε πέσει λίγες γραμμές πάνω από το μηδέν. Κανέναν σχεδόν δεν ενδιαφέρει ο πόνος ή η χαρά του διπλανού του. Και το πένθος για το θάνατο των προσφιλών προσώπων (μα υπάρχουν άραγε τέτοια;) δεν περιορίζει τις πολύχρωμες αμφιέσεις, ούτε τις εξόδους την επομένη της κηδείας σε νυχτερινά κέντρα. «Οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους κι οι ζωντανοί με τους ζωντανούς».
Η παράδοση χρόνο με χρόνο σβήνει. Τα δημοτικά τραγούδια τα τραγουδούν οι τελευταίοι γνώστες τους στις τηλεοράσεις και σε λιγοστά κέντρα, για να δρέψουν επαίνους και χειροκροτήματα. Οι χοροί χορεύονται άψογα, αλλά χωρίς ψυχή. Δεν πηγάζουν από εσωτερική ανάγκη, όπως άλλοτε αλλά από τάση για επίδειξη. Τα ελάχιστα ριζίτικα που παραμένουνε γνωστά ακούγονται συχνά παρεφθαρμένα κι οι μαντινάδες έχουνε γίνει αντικείμενα διαγωνισμών. Δεν είναι πια φωνή της καρδιάς αλλά κατασκευή του μυαλού.
Στα χωριά τα σπίτια τα χτισμένα με μεράκι, με τις καμπύλες των καμαρών τους αφήνονται να γκρεμιστούν και κυριαρχούν οι κατασκευές με τις επίπεδες τσιμεντένιες στέγες. Στις πόλεις οι φαγάνες που ’χουνε τεράστιους βραχίονες ξεσκίζουν με τα σιδερένια δόντια τους τα τελευταία νεοκλασικά ή τα ιδιόμορφα θεσσαλομακεδονικά, ώσπου να τα ισοπεδώσουν και να στήσουν στη θέση τους τις ομοιόμορφες πολυκατοικίες που ’χουνε τη μορφή πελώριων κομοδίνων με τραβηγμένες λίγο έξω τις σειρές των συρταριών τους –τ’ αλλεπάλληλα μπαλκόνια τους. Δεν ξέρεις αν βρίσκεσαι στη Βέροια, στη Λάρισα, στη Λαμία, στον Πύργο Ηλείας ή στη νεώτερη πόλη των Χανιών, γιατί όλες οι πόλεις στην Ελλάδα έχουνε καταντήσει η μια αντίγραφο της άλλης κι όλες μαζί απομίμηση των συνοικιών της τερατώδους πρωτεύουσας.
*
*
Στα Χανιά και σε μερικές άλλες πόλεις διατηρούμε τάχα τις παλιές γειτονιές που τις έχομε μετατρέψει σε απέραντο φαγάδικο και σε tourist shops καλύπτοντας τις προσόψεις τους με ευτελή πάνινα είδη ή γεμίζοντας τα υπόστεγά τους με τραπέζια που κάθε χρόνο προωθούνται κι άλλο περιορίζοντας το δρόμο που μπορούν οι ντόπιοι κι οι επισκέπτες να περπατήσουν.
«Μα οι επαρχιακές πόλεις μας αναπτύσσουν πνευματική ζωή» θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος. Πρώτα, βέβαια, θα ’πρεπε να ξεκαθαριστεί η έννοια της πνευματικότητας. Ύστερα θα πρέπει να ομολογήσομε πως αυτοί που δίνουνε τον τόνο της πνευματικής ζωής είναι συνήθως καλεσμένοι από την Αθήνα ή από τα γειτονικά πανεπιστήμια. Οι ντόπιοι που συμβάλλουν σ’ αυτήν μετριούνται στα δάχτυλα.
Κι όμως δεν είναι λίγοι αυτοί που υψώνουνε τ’ ανάστημά τους ως λογοτέχνες, ζωγράφοι ή μουσικοί. Ο καθένας που μπορεί ν’ αραδιάσει δέκα γραμμές σε μια ντόπια εφημερίδα, ο καθένας που μπορεί να στήσει μια τρισδιάστατη «κατασκευή» που ονομάζει «έργο τέχνης» ή να γραντζουνίσει τις χορδές ενός μπουζουκιού αυτοανακηρύσσεται λογοτέχνης ή καλλιτέχνης. Αφού έχομε δημοκρατία καθένας έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί την πνευματοκαλλιτεχνική του ιδιότητα όποια και να ’ναι. Ακόμη και τα μειράκια που απεχθάνονται κάθε ανοιχτόχρωμο τοίχο και φροντίζουν να τόνε γεμίζουν μ’ ακαταλαβίστικα σχήματα είναι σίγουρα ζωγράφοι, αφού τα όρια των τεχνών έχουνε συγχυστεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε καθένας μπορεί να ισχυριστεί πως κάνει τέχνη. Πολλοί καλλιτέχνες άλλωστε επιδιώκουν να ξαφνιάσουν, να προκαλέσουν έκπληξη, να δημιουργήσουν απορίες, αδιαφορώντας για την ουσία που πρέπει να εκφράζει ένα έργο.
Στις τέχνες, στην οικονομική ζωή, στην πολιτική κονίστρα ανέρχονται όποιοι κραυγάζουν πιο δυνατά και χωρίς ηθικές αναστολές. Την εκτίμησή μας κερδίζουν όσοι πλουτίσανε μέσα σε θολές καταστάσεις και καταφέρνουν να διαχειρίζονται το κοινό χρήμα κατανέμοντάς το κατά το δικό τους συμφέρον ή των φίλων τους. Έτσι διαπρέπομε σ’ έργα βιτρίνας, ενώ παραμελούνται οι αρχαιότητες, καταρρέουν τα διατηρητέα, αφήνονται στην τύχη τους η πνευματική ζωή κι οι καλές τέχνες. Κι υπάρχουν πολλές οικογένειες που ζούνε με μεροκάματα και μισθούς πείνας ή παραμένουν άνεργες.
Οι βιομηχανίες και τα μέσα συγκοινωνίας μολύνουν το περιβάλλον, μεγαλώνουν την τρύπα του όζοντος, αυξάνουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, λειώνουν τους πάγους των πόλων και καθιστούν ζοφερό το μέλλον της γης μας. Η Κρήτη, λένε οι ειδικοί, είναι από τις πιο επίφοβες περιοχές να δει τη θάλασσα να εισβάλλει στους κάμπους της.
Για την πολιτική δε χρειάζεται να πούμε τίποτα. Καθένας μας βλέπει πόσο χαμηλά έχει πέσει. Και δεν υπάρχει ελπίδα για βελτίωση, εφ’ όσον κυριαρχεί το συμφέρον, το ατομικό ή κομματικό, κι εφ’ όσον λείπουν οι προσωπικότητες του ύψους ενός Τρικούπη ή ενός Ελευθέριου Βενιζέλου, να πάρουν αποφάσεις σωστές και πραγματοποιήσιμες, μη διστάζοντας να σταθούν αντιμέτωποι με την κοινή γνώμη.
Με την πολιτική εφάπτονται κάποιες μόδες που όποιος δεν τις ασπάζεται θεωρείται οπισθοδρομικός. Αλλοίμονο σ’ όποιον υπερασπίζεται τη θρησκεία ή την πατρίδα των προγόνων του. Η ετικέτα που θα του κολλήσουν οι «προοδευτικοί» στο μέτωπο είναι «φονταμεταλιστής» στην πρώτη, «εθνικιστής» στην δεύτερη περίπτωση. Όλοι οι μοντέρνοι «διανοούμενοι» ψάχνουν με μανία και προβάλλουν κραυγαλέα τις «αδικίες» και τα «εγκλήματά» μας εναντίον των γειτόνων ή και των κατακτητών μας. Το τι πάθαμε εμείς από κείνους αποσιωπάται ή θεωρείται ανάξιο λόγου. Είμαστε οι θύτες, ποτέ τα θύματα. Στο τελευταίο, υπό έκδοση, μυθιστόρημά μου[1] δεν αποκρύπτω και τις ελληνικές βαρβαρότητες (πόλεμος χωρίς αυτές δεν γίνεται) παράλληλα όμως κάνω λόγο και για κείνες των αντιπάλων μας. Αυτό πιστεύω πως είναι το δίκαιο.
Εδώ τελειώνω. Εγώ, όχι τα θέματα που θα μπορούσα να θίξω. Και μη θεωρήσει κανείς όσα είπα [ως] λόγια ενός γερόντιου που η ηλικία τον έκαμε συντηρητικό. Σας βεβαιώνω πως από τα νιάτα μου έτσι σκεφτόμουν. Ένιωθα πάντα γιος αγωνιστή των πολέμων μας του α΄ μισού του 20ού αιώνα.[2]
///
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΜΕΛΗΤΡΙΑΣ
Το κείμενο τούτο είναι η τελευταία ομιλία του Γιώργη Μανουσάκη, στην εκδήλωση προς τιμήν του στις 5 Νοεμβρίου 2007 στο ΚΑΜ στα Χανιά. Η ιδέα ήταν του θεατράνθρωπου Μιχάλη Βιρβιδάκη, που συνέβαλε στην υλοποίησή της με τη συμμετοχή της δικής του «Εταιρείας Θεάτρου Μνήμη» και συνδιοργανώθηκε με το ΤΕΕ-Τμήμα Δυτικής Κρήτης, το Κέντρο Αρχιτεκτονικής Μεσογείου και τον καλλιτεχνικό διευθυντή του αρχιτέκτονα Δημήτρη Αντωνακάκη.
Η ομιλία δημοσιεύτηκε στο δυσεύρετο σήμερα μικρού σχήματος βιβλίο (32 σελίδες) Η διάσταση του χώρου στο έργο του Γιώργη Μανουσάκη, όπου συμπεριλαμβάνονται σύντομος χαιρετισμός του προέδρου του ΚΑΜ Άρη Παπαδογιάννη, η εισαγωγική ομιλία τού Δ. Αντωνακάκη και μικρή επιλογή από το ποιητικό έργο του Μανουσάκη, σχετική με το θέμα.
[1] Ο εθελοντής, Κίχλη 2008. Μυθιστόρημα πολεμικό, ιστορικό-πολιτικό και «διαμόρφωσης», όπως χαρακτηρίζεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.
[2] Κεντρικός ήρωας του Εθελοντή είναι ο πατέρας του συγγραφέα − ως Βασίλης Σηφάκης, που συμμετέχει στους αγώνες και στις πολιτικές περιπέτειες του έθνους (1912-194), εθελοντικά στην αρχή, ως μόνιμος αξιωματικός αργότερα.
*
*
*

