Ηρώ

Μουσαίος, Ηρώ και Λέανδρος (Νέα μετάφραση Κωνσταντίνος Χρυσόγελος)

J. M. W. Turner, «Ο αποχωρισμός της Ηρώς και του Λεάνδρου», London National Gallery

*

Νέα μετάφραση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

~.~

Τον λύχνο, πες, θεά, φρουρό της μυστικής αγάπης,
τον βραδινό κολυμβητή στου γάμου την αλμύρα,
την ένωση τη σκοτεινή που η αυγή ποτέ δεν είδε,
και τη Σηστό, την Άβυδο, που την Ηρώ παντρεύουν.
Καθώς ο Λέανδρος κολυμπά θ’ ακούω για τον λύχνο,
τον λύχνο που σου μαρτυρά πως χαίρεται η Παφία
και φέρνει νέο μες στη νυχτιά για της Ηρούς τον γάμο·
τον λύχνο, του Έρωτα παιδί, που, ουράνιε θεέ μου,
ας του έδινες για ανταμοιβή μια θέση μες στ’ αστέρια.
Ναι, πες τον άστρο του έρωτα, πιστό της νύφης φίλο,
γιατί αρωγός παρέμεινε στου πάθους τη μανία
κι όχι, ποτέ δεν πρόδωσε την ξάγρυπνη ένωσή τους,
μέχρι που φύσηξε άνεμος με την πνοή του μίσους.
Έλα λοιπόν, τραγούδησε μαζί μου τον χαμό τους,
του σκοτωμένου Λέανδρου και του σβησμένου λύχνου.
Θα βρεις δυο πόλεις κοντινές που η θάλασσα χωρίζει,
την Άβυδο και τη Σηστό. Και του Έρωτα το τόξο
τις πέτυχε ταυτόχρονα μ’ ένα μονάχα βέλος,
δυο νέους ανθρώπους φλέγοντας. Τα ονόματά τους μάθε:
ο Λέανδρος ο ποθητός και η Ηρώ η σεμνή κοπέλα.
Ήταν η κόρη στη Σηστό, στην Άβυδο το αγόρι,
καθένας άστρο λαμπερό για τη δική του πόλη
μα κι όμοιοι μεταξύ τους. Αν σε φέρει ο δρόμος, ξένε,
τον πύργο ψάξε στη Σηστό που η Ηρώ μας κατοικούσε
και με τον λύχνο φώτιζε στον Λέανδρο τον δρόμο.
Μα ψάξε και στην Άβυδο το αλμυρισμένο διάβα·
ακόμα κλαίει για τον χαμό του ερωτευμένου νέου.
Το σπίτι του στην Άβυδο πώς άφησε το αγόρι
και την Ηρώ ερωτεύτηκε και τούτη πάλι εκείνον;
Η Ηρώ, κοπέλα ευγενική, θεϊκά είχε μεγαλώσει.
Της Κύπριδος ιέρεια, πλην άμαθη στον γάμο,
ζούσε κοντά στη θάλασσα, στον πύργο των γονιών της,
κι ήταν σαν ρήγισσα κι αυτή, σαν δεύτερη Αφροδίτη.
Ως εγκρατής, απέφευγε τις γυναικείες παρέες
κι ούτε σε γλέντι εφηβικό θα πήγαινε ποτέ της,
τι ν’ αποφύγει πρόσεχε των κοριτσιών τη χλεύη
(γιατί στην ομορφιά μπροστά τις κατατρώει η ζήλεια).
Αντίθετα κατεύναζε διαρκώς την Αφροδίτη
και με θυσίες τον Έρωτα κοιτούσε να ηρεμήσει
και τη μητέρα του μαζί· τη φλόγα του φοβόταν,
μα τελικά τα βέλη του λαβώσαν το κορμί της.
Ήρθε κι η ημέρα της γιορτής για τη θεά Αφροδίτη·
μες στη Σηστό τον Άδωνη και τη θεά τιμάνε.
Συνέρευσαν, κοπάδια λες, προσκυνητών τα πλήθη,
από τις όχθες των νησιών που η θάλασσα όλο βρέχει·
από την Αιμονία πολλοί κι απ’ την ενάλια Κύπρο·
γυναίκα πια δεν έβρισκες στις πόλεις των Κυθήρων·
και στου Λιβάνου τις κορφές κανένα να χορεύει·
και ποιος από τους γείτονες τέτοια γιορτή θα χάσει,
απ’ τη Φρυγία κι αν έρχεται, στην Άβυδο κι αν μένει; (περισσότερα…)