Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Επιλογές από το ποιητικό του έργο

Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή

Ο Ιγνάτιος Σακαλής παραμένει ο μόνος που μετέφρασε το σύνολο ποιητικό έργο του Ναζιανζηνού στη νεοελληνική γλώσσα. Παρά δε την συμπαράθεση των συγκεκριμένων αποδόσεων σε γνωστή θεολογική σειρά εκκλησιαστικής γραμματείας (Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας), τόσο ο τρόπος όσο και η διάθεση, η πρόθεση και η γλώσσα του Σακαλή στις αποδόσεις του παραμένουν εκδήλως ποιητικοί. Το σύνολο λοιπόν της μεταφραστικής του εργασίας, επιτρέπει την διεύρυνση των επιλογών μας, τόσο ως προς τα θέματα της ποίησης του Γρηγορίου όσο και ως προς την γλώσσα των αποδόσεων, καθιστώντας έτσι την παρουσίαση και την γνωριμία της ποίησης του Γρηγορίου εκτενέστερη και ουσιαστικότερη.

~·~

15. Ὁ Δεκάλογος τοῦ Μωυσῆ

Κάποτε χάραξε ὁ Θεὸς τὶς δέκα προσταγές του
σὲ πλάκες πέτρινες μὰ σὺ γράψε τες στὴν καρδιά σου:
Δὲ θὰ γνωρίσεις ἄλλο Θεό, λάτρεψε ἕνα μονάχα.
Κούφιο μὴ στήσεις εἴδωλο καὶ δίχως πνοὴν εἰκόνα.
Μὴν ἀναφέρεις μάταια ποτὲ τὸ Θεὸ τὸ μέγα·
κάθε γιορτὴ σὺ φύλαγε λαμπρὴ ἢ συνηθισμένη·
εὐτυχισμένος, τοὺς γονιοὺς ἂν ἐκτιμᾶς ὡς πρέπει·
μακριὰ ἀπὸ φονικοῦ χεριοῦ τὴν ἁμαρτία, τὸ ξένο
κλινάρι κι ἀπὸ δολερὴ κλεψιὰ καὶ μαρτυρία
ψεύτικη· πάψε νὰ ποθεῖς τὸ ξένο καὶ σκοτώνει.

~•~

24. Παραβολὲς τοῦ Χριστοῦ κι αἰνίγματα

Ἐμπρός, κοίταξε λόγων σκοτεινῶν αἰνίγματα.
Τὸ σπίτι ποὺ στὴν κούφιαν ἄμμο ὀρθώθηκε.
Τὸ σπόρο ἰσόμερα στὴ γῆ σπαρμένο ποὺ σοδειάσανε ἄνισα.
Τὸ σπόρο ποὺ στὸν καλὸ κακὸς ἀνακατώθη.
Τοῦ σιναπιοῦ τὸ σπέρμα δέντρο ὁλάκερο, τὴ ζύμη
κρυμμένη μὲς στ’ ἀλεύρι, τὸ χωράφι ἀγορασμένο
γιὰ κάποιο θησαυρὸ καὶ τὸ μαργαριτάρι τὸ πολύτιμο,
ποὺ ὅλα τὰ πάντα ὅσα εἶχε δίνοντάς τα ὁ ἔμπορος τ’ ἀγόρασε.
Τὸ δίχτυ ποὺ μὲ ψαριοῦ κάθε εἶδος βγῆκε ἀπὸ τὴ θάλασσσα.
Τὸ πλανημένο πρόβατο στοὺς ὤμους κρατημένο.
Τὸ σκληρὸ ἀφέντη δίπλα στὸ σκληρὸ στὰ χρέη του δοῦλο.
Τοὺς τελευταίους ποὺ ἔχουν τὸ ἴδιο μὲ τοὺς πρώτους μεροκάματο.
Τοὺς γιοὺς ποὺ στέλνονται στ’ ἀμπέλι ἀνόμοιοι ὁλότελα
μὲ τοὺς ἐργάτες ποὺ στὸ θάνατο ἔσπρωξαν τὸν κληρονόμο.
Τοὺς αὐτοσχέδιους καλεσμένους τοῦ γαμπροῦ ποὺ τὴ λαμπρὴ γιορτὴ γεμίσαν.
Ἔπειτα τίς ἀκοίμητες παρθένες στὶς λαμπάδες τους.
Τὸν κύριο ποὺ στοὺς δούλους του ὄχι ἴσα τάλαντα μοιράζει.
Κι ἀπέναντι στὰ πρόβατα νὰ στέκονται τὰ ἐρίφια.

~•~

29. Ὕμνος στὸ Θεό

Ὢ πέρ’ ἀπ’ ὅλα, πῶς ἀλλιῶς, κάνει γιὰ νὰ Σὲ ψάλλω;
Πῶς λόγος ν’ ἀνυμνήσει ἐσέ, ποὺ δὲ σὲ λέει ὁ λόγος
κι ὁ νοῦς πῶς νὰ σὲ στοχαστεῖ, ποὺ νοῦς δὲ σὲ χωράει;
Μόνος ἐσὺ δὲ λέγεσαι, δικὰ Σοῦ τα ὅσα λέμε,
ἄγνωστος μένεις, μόνο Ἐσύ, ποὺ γέννησες τὴ γνώση.
Ὅσα μιλοῦν σ’ ὑμνολογοῦν κι ὅσα ἄφωνα σὲ ψάλλουν.
Τὰ πάντα λὲν τὴ δόξα σου ἔχουν δὲν ἔχουν σκέψη.
Ἕνας ὁ πόθος τοῦ παντός, στὴν πλάση μιὰ ἡ λαχτάρα
κι εἶναι γιὰ σένα. Ὅλα σὲ σὲ προσεύχονται, τὰ πάντα
γρικώντας τὸ μυστήριο σου ἆσμα βουβὸ σοῦ μέλπουν.
Τὰ πάντα ἐντὸς στὸν ἕνα ἐσὲ κι ὅλα σὲ σένα ὁδεύουν,
σκοπὸς τῶν ὅλων ἕνας σύ, τὰ πάντα καὶ κανένας
οὔτ᾽ ἕνας –Μυριονόματε, πῶς νὰ σὲ πώ;– κι οὔτ’ ὅλα.
Τὸ δόξασμά σου ἀδύνατο. Στὸ συγνεφένιο πέπλο
ποιὸς νοῦς οὐρανογέννητος θὰ μπεῖ; Συμπάθησέ με…
Ὢ πέρ’ ἀπ᾽ ὅλα, πῶς ἀλλιῶς κάνει γιὰ νὰ σὲ ψάλλω;

~•~

32. Ὕμνος ἑσπερινός

Δικὸς ὁ σου ὁ ὕμνος μας αὐτός,
Χριστὲ τοῦ Θεοῦ μας Λόγε,
φῶς ἀπὸ τ᾽ ἄναρχο τὸ φῶς,
ὢ Σύ, ποὺ θησαυρίζεις
τὸ Πνεῦμα καὶ σὲ δόξα μιὰ
τὸ τριπλὸ φῶς μαζεύεις.
Σὺ τὸ σκοτάδι ἐσκόρπισες
καὶ φῶς ἁπλώνεις γύρω,
νὰ πλάσεις ὅλα μὲς στὸ φῶς
καὶ τὴν πρωτέϊσσαν ὕλη
νὰ δέσεις μορφοπλάθοντας
στὴν ἁρμονία τοῦ κόσμου.
Τὸ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου αὐγάζεις σύ
μὲ σκέψη καὶ σοφία,
δίνεις τῆς λάμψης τ᾽ οὐρανοῦ
ἀντιλάμπισμα στὴ γῆ μας
τὸ φῶς, νὰ βλέπει μὲ τὸ φῶς,
καὶ φῶς ὅλος νὰ γίνει.
Μ’ ἀστέρια σὺ τὸν οὐρανὸν
ἀμέτρητα στολίζεις.
Ἥσυχα μέρα καὶ νυχτιὰ
στὴ μιὰ νὰ σκύβει ἡ ἄλλη
ὁρίζεις, τῆς φιλίας τιμὴ
καὶ τῆς ἀδελφοσύνης.
Στὴ μιά, τοὺς κόπους σταματᾶς
τῆς κουρασμένης μέρας,
σ’ αὐτὴ μᾶς κράζεις στὴ δουλειά,
σὲ πράξεις ποὺ σ᾽ εὐφραίνουν,
ἔτσι ἀπ’ τὸ σκότος φεύγοντας
νὰ φτάσομε στὴ μέρα,
τὴ μέρα ποὺ ἡ ἀχάριστη
νυχτιὰ δὲν καταπίνει.
Στὰ βλέφαρά μου ἀνάλαφρον
ἔλα νὰ βάλεις ὕπνο,
ἡ ψάλτρα ἀσάλευτη πολὺ
νὰ μὴ μου μείνει γλῶσσα
κι ἄνεργο τ’ ἀντιδόξασμα
στὸν ὕμνο τῶν ἀγγέλων.
Δίπλα στὴν κλίνη μου ἂν σταθεῖς
γεμίζει ἀπ’ ἅγιες σκέψεις,
τίποτ’ ἀκάθαρτο ἡ νυχτιὰ
τῆς μέρας νὰ μὴ βρίσκει·
κι ἂς μὴ οἱ παγίδες τῆς νυχτός
θροήσουν τὰ ὄνειρά μου.
Χώρια ἀπ’ τὸ σῶμα κι ἡ ψυχὴ
μὲ σὲ κουβέντα ἂς στήσει.
Θεέ μου, Πατέρα καὶ τὸ Γιὸ
καὶ τ’ Ἅγιο Πνεῦμα ἀντάμα.
Δική σου ἡ δόξα κι ἡ τιμὴ
κι ἡ δύναμη γιὰ πάντα.

~•~

36. Ἐνόδια

Ὅλα σὺ τὰ καλά, Χριστέ, γιὰ τὴ θνητή σου πλάση
γίνεσαι, βασιλιά, μαζὶ καὶ δρόμος ἴσιος σ’ ὅλους.
Τὸ λαό σου μὲ τὸ σύννεφο καὶ τὴ φωτιὰ ὁδηγοῦσες,
καὶ στὸ σκισμένο πέλαγο στοὺς φίλους δρόμο ἀνοίγεις
τὸ Φαραὼ σκεπάζοντας. Παράξενο τοὺς στέλνεις
ψωμὶ ἀπ’ τὰ οὐράνια καὶ πηγὴ τοὺς βγάζεις ἀπὸ βράχον
ἀπόγκρεμο, θάμα τρανὸ στὴν ἐρημιά, καὶ παύεις
λαοῦ ἐχτρικοῦ τὴ μάνητα ποὺ χέρια σὰν ἁπλώνει ὁ
Μωυσῆς στὸ σχῆμα τοῦ σταυροῦ-βοηθός μου. Τὸ φεγγάρι
μαζὶ κι ὁ ἥλιος σταματοῦν. Κι ὅπως πισωγυρίζει
τὸ ρέμα στὴ βιασύνη τους, νάτος στὴ γῆς ὁ δρόμος
πλατὺς ὅπως τὸ τάξιμο κι ὅπως ἡ ἀπόφασή του.
Σὺ καὶ τὸ δρόμο τὸ στερνὸ κι οὐράνιο στοὺς ἀνθρώπους
δείχνεις καὶ σμίγεις τὸ παλιὸ στρατὶ μὲ τὸ καινούργιο,
ὅταν στὴ γῆ μας, Θεὸς μαζὶ κι ἄνθρωπος περπατώντας
κι εὐθὺς στὸν οὐρανὸ ξανὰ πετώντας, θἄρθεις πάλι
λαμπρότερος ἀπ’ ὅ,τι πρίν. Σὺ καὶ στὸ πέλαο πάνω
περπάτησες κι ἡσύχασε στὸ βῆμα σου τὸ κῦμα
κι ἂς τὄσπρωχνε ἄνεμος κακός. Μὰ συνοδίτης μου ἔλα,
μακάριε σύ, πού σε καλῶ. Καλὸ ταξίδι δός μου
καὶ στεῖλε μου ἄγγελο ὁδηγό, βοηθό μου καὶ προστάτη,
μακριὰ ἀπὸ μέρας καὶ νυχτιᾶς κακὸ ἂς μὲ διαφεντεύει.
Τέλος καλὸ στὸ δρόμο μου ποὺ μόχτησα ἂς χαρίσει,
ἀπὸ τὸ σπίτι μου ἄφοβο κι ἐκεῖ πάλι ἂς μὲ φέρνει
σὲ φίλους καὶ σὲ συγγενεῖς προστάτες τῆς ζωῆς μου·
ἐλεύθερος, νυχτόημερα σ’ αὐτὸ καὶ δίχως φόβο
θὰ σὲ ἱκετεύω φέρνοντας ζωὴ χωρὶς ψεγάδι.
Σὲ σέ τὸ νοῦ μου φτερωτὸ καὶ τὴ λαμπρὴ ζωή μου
νὰ ὑψώνω πάντα, τὴ στερνὴν ὡς νὰ περάσω στράτα
καὶ νἄρθω ἐκεῖ ποὺ σταματᾶ πιὰ τῶν πιστῶν ὁ μόχτος.
Ζῶ καὶ μιλῶ κι ἀκινητῶ, Χριστέ μου, καὶ βαδίζω
μὲ τὴ δική σου δύναμη ποὺ μὲ χειροσκεπάζεις.
Μὰ ἐμὲ καὶ τώρα σὲ καλὸ τέλος ὁδήγησέ με.

~•~

37. Ἄλλη περὶ ἐυοδίας

Βῆμα νὰ κάμω ἀδύνατο, Χριστέ μου Βασιλιά μου,
δίχως ἐσέ, ποὺ ὅ,τι καλὸν εἶσαι γιὰ τοὺς θνητούς σου
κι ὀλόϊσιος ξετυλίγεσαι σ’ αὐτοὺς δρόμος πρὸς ὅλα.
Σέ σὲ ἀφημένος περπατῶ τὴ στράτα μου κι ὀδήγα
με ἄβλαβο κι ὅσα λαχταράει, ὅσα ἡ καρδια μου δῶσ’ μου.
Στὸ φτωχικὸ καλύβι μου φέρε με, Ἀφέντη, πίσω,
μέρα καὶ νύχτα ἀμπόδιστος ἐκεῖ νὰ σὲ ἱκετεύω.

~•~

ΚΔ΄. Τοῦ αὐτοῦ παραβολαὶ καὶ αἰνίγματα.

Εἰ δ’ ἄγε, καὶ σκοτίων αἰνίγματα δέρκεο μύθων·
Οἶκον ἐπὶ ψάμμου κείμενον ἀδρανέος,
Καὶ σπόρον, ὡς ἐπὶ γαῖαν ὁμοίϊος, ἦλθεν ἄνισος·
Καὶ σπόρον, ᾧ καλῷ σπέρματα ἐχθρὰ μίγη·
Καὶ δένδρον, ὀλίγον νάπυος σπόρον· εἶτ’ ἐν ἀλεύρῳ
Ζύμην κρυπτομένην· ὤνιον ἀγρὸν ἔτι
Θησαυροῖο χάριν· καὶ μαργαρίτην πολύτιμον,
Ἔμπορος ὃν πάντων ἐπρίατο κτεάνων·
Καὶ νεπόδων ἕλκουσαν ἅπαν γένος ἐξ ἁλὸς ἄρκυν·
Αἰρόμενόν τ’ ὤμοις πλαζόμενον πρόβατον·
Καὶ πικρῷ θεράποντι χρέους πέρι, πικρὸν ἄνακτα
Καὶ πρώτοις πυμάτους μισθὸν ἔχοντας ἴσον·
Πεμπομένους θ’ υἱῆας ἐς ἄμπελον οὐδὲν ὁμοίους,
Καὶ τοὺς κληρονόμον ὠσαμένους θανάτῳ·
Καὶ σχεδίους νυμφῶνι φίλην πλήσαντας ἑορτήν·
Ἔνθεν ἀκοιμήτους ἐν δαΐδεσσι κόρας
Καὶ κύριον δούλοισι νέμοντ’ οὐκ ἶσα τάλαντα·
Ἔμπαλιν αὖ προβάτοις ἱσταμένους ἐρίφους.

~•~

ΚΘ΄. Ὕμνος εἰς Θεόν.

Ὦ πάντων ἐπέκεινα τί γὰρ θέμις ἄλλο σε μέλπειν;
Πῶς λόγος ὑμνήσει σε; σὺ γὰρ λόγῳ οὐδενὶ ῥητόν.
Πῶς νόος ἀθρήσει σε; σὺ γὰρ νόῳ οὐδενὶ ληπτός.
Μοῦνος ἐὼν ἄφραστος· ἐπεὶ τέκες ὅσσα λαλεῖται.
Μοῦνος ἐὼν ἄγνωστος· ἐπεὶ τέκες ὅσσα νοεῖται.
Πάντα σε καὶ λαλέοντα, καὶ οὐ λαλέοντα λιγαίνει.
Πάντα σε καὶ νοέοντα καὶ οὐ νοέοντα γεραίρει.
Ξυνοὶ γάρ τε πόθοι, ξυναὶ δ’ ὠδῖνες ἁπάντων
Ἀμφὶ σέ· σοὶ δὲ τὰ πάντα προσεύχεται· εἰς σὲ δὲ πάντα
Σύνθεμα σὸν νοέοντα λαλεῖ σιγώμενον ὕμνον.
Σοὶ ἑνὶ πάντα μένει· σοὶ δ’ ἀθρόα πάντα θοάζει.
Καὶ πάντων τέλος ἐσσὶ, καὶ εἷς, καὶ πάντα, καὶ οὐδεὶς,
Οὐχ ἓν ἐὼν, οὐ πάντα· πανώνυμε, πῶς σε καλέσσω,
Τὸν μόνον ἀκλήϊστον; Ὑπερνεφέας δὲ καλύπτρας
Τίς νόος οὐρανίδης εἰσδύσεται; Ἵλαος εἴης,
Ὦ πάντων ἐπέκεινα· τί γὰρ θέμις ἄλλο σε μέλπειν;

~•~

ΛΒʹ. Ὕμνος ἑσπερινός.

Σὲ νῦν εὐλογοῦμεν,
Χριστέ μου, Λόγε Θεοῦ,
Φῶς ἐκ φωτὸς ἀνάρχου,
Καὶ Πνεύματος ταμίας,
Τριττοῦ φωτὸς εἰς μίαν
Δόξαν ἀθροιζομένου·
Ὃς ἔλυσας τὸ σκότος,
Ὃς ὑπέστησας τὸ φῶς,
Ἵν’ ἐν φωτὶ τὰ πάντα κτίσῃς,
Καὶ τὴν ἄστατον ὕλην
Στήσῃς μορφῶν εἰς κόσμον,
Καὶ τὴν νῦν εὐκοσμίαν·
Ὃς νοῦν ἐφώτισας ἀνθρώπου
Λόγῳ τε καὶ σοφίᾳ,
Λαμπρότητος τῆς ἄνω
Καὶ κάτω θεὶς εἰκόνα,
Ἵνα φωτὶ βλέπῃ τὸ φῶς,
Καὶ γένηται φῶς ὅλος.
Σὺ φωστῆρσιν οὐρανὸν
Κατηύγασας ποικίλοις.
Σὺ νύκτα καὶ ἡμέραν
Ἀλλήλαις εἴκειν ἠπίως
Ἔταξας, νόμον τιμῶν
Ἀδελφότητος καὶ φιλίας.
Καὶ τῇ μὲν ἔπαυσας κόπους
Τῆς πολυμόχθου σαρκός·
Τῇ δ’ ἤγειρας εἰς ἔργον,
Καὶ πράξεις τάς σοι φίλας,
Ἵνα τὸ σκότος φυγόντες
Φθάσωμεν εἰς ἡμέραν,
Ἡμέραν τὴν μὴ νυκτὶ
Τῇ στυγνῇ λυομένην.
Σὺ μὲν βάλοις ἐλαφρὸν
Ὕπνον ἐμοῖς βλεφάροις,
Ὡς μὴ γλῶσσαν ὑμνῳδὸν
Ἐπὶ πολὺ νεκροῦσθαι.
Μήτ’ ἀντίφωνον ἀγγέλων
Πλάσμα σὸν ἡσυχάζειν.
Σὺν σοὶ δὲ κοίτη εὐσεβεῖς
Ἐννοίας ἐταζέτω,
Μηδέ τι τῶν ῥυπαρῶν
Ἡμέρας νὺξ ἐλέγχῃ,
Μηδὲ παίγνια νυκτὸς
Ἐνύπνια θροείτω·
Νοῦς δὲ καὶ σώματος δίχα
Σοὶ, Θεὲ, προσλαλείτω,
Τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ Υἱῷ,
Καὶ τῷ ἁγίων Πνεύματι,
ᾯ τιμὴ, δόξα, κράτος,
Εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

~•~

ΛΣΤ΄. Ἐνόδια.

Χριστὲ ἄναξ, ὃς πάντα πέλεις σοῖσιν μερόπεσσιν
Ἐσθλὰ, καὶ ἐν πάντεσσιν ὁδὸς ἰθεῖα τέτυξαι,
Ὃς πυρὶ καὶ νεφέλῃ στρατὸν ἤγαγες, ὅς θ’ ὁδὸν εὗρες
Ἐν πελάγει τμηθέντι φίλοις, Φαραὼ δ’ ἐκάλυψας,
Ἄρτον δ’ οὐρανόθεν ξένον ὤπασας, ἐκ δ’ ἄρα πέτρης
Ἔβλυσας ἀκροτόμοιο ῥόον, μέγα θαῦμ’, ἐν ἐρήμῳ·
Δυσμενέων ἀνδρῶν στῆσας μένος, εὖτε διέσχε,
Σταυρὸν ὑποσκιάων, Μωσῆς χέρας, ἄλκαρ ἐμεῖο.
Μήνη δ’ ἠέλιός τε δρόμον σχέθον. Ὡς δὲ ῥέεθρον
Εἶξεν ἐπειγομένοισιν, ὁδὸς δ’ ἐπὶ γαῖαν ἐτύχθη
Ῥηϊδίη, τὴν αὐτὸς ὑπέσχεο καὶ κατένευσας.
Αὐτὸς δ’ οὐρανίην οἶμον μερόπεσσιν ἔδειξας
Ὕστατον, ἀρχαίῃ δὲ νέην ἐπέμιξας ἀταρπὸν,
Εὖτε Θεὸς θνητός τε κραθεὶς, ἐπὶ γαῖαν ὁδεύσας
Ἡμετέρην, αὖθις δὲ πρὸς οὐρανὸν ἔνθεν ἀερθεὶς,
Ἵξεαι ἐλδομένοισι φαάντερος, ἢ τὸ πάροιθεν.
Αὐτὸς καὶ πελάγους ἐπεβήσαο, σοῖς δὲ πόδεσσιν
Οἶδμα πέσεν, χαλεποῖσι βιαζόμενον ἀνέμοισιν.
Ἀλλὰ μάκαρ, καὶ ἐμοί γε συνέμπορος ἐλθὲ καλεῦντι
Σήμερον, εὐοδίην δὲ πόροις, καὶ ἄγγελον ἐσθλὸν,
Πομπὸν, ἀλεξητῆρα, βοηθόον, ὄφρα με πάντων
Ἠματίων νυχίων τε κακῶν ἄπο τηλόθ’ ἐέργων,
Καὶ τέλος ἐσθλὸν ὁδοῖο χαριζόμενος μογέοντι,
Οἴκοθεν ἀρτεμέοντα, καὶ οἴκαδέ μ’ αὖθις ἀγινοῖ
Πηοῖσίν τε φίλοις τε ὁμὸν βίον ἀμφιέπουσιν,
Ἔνθα σε νύκτα καὶ ἦμαρ ἐλεύθερος, ἀτρεμέων τε
Λισσοίμην, κακότητος ἀμιγέα σοι βίον ἕλκων,
Σοί τε νόον πτερόεντα, βίου φάος, αἰὲν ἀείρων,
Μέσφ’ ὅτε καὶ πυμάτην ξυνὴν ὁδὸν ἐξανύσαιμι,
Ἐς δὲ μονὴν ἔλθοιμι μόγου τέλος εὐσεβέεσσι.
Σοὶ ζῶ, σοὶ λαλέω, σοὶ δ’ ἕζομαι, ὦ ἄνα Χριστέ,
Σοὶ δ’ αἴρω ποδὸς ἴχνος, ἐπεὶ σύ με χειρὶ καλύπτεις·
Ἀλλά με καὶ νῦν ἄγοις ἐσθλὸν ἐπὶ τέρμα πορείης.

~•~

ΛΖ΄. Ἄλλη περὶ εὐοδίας προσευχή.

Οὐκ ἔστ’ οὐδὲ ποδὸς χωρὶς σέο ἴχνος ἀεῖραι,
Χριστὲ ἄναξ, ὃς πάντα πέλεις σοῖσιν μερόπεσσιν
Ἐσθλὰ, καὶ ἐν πάντεσσιν ὁδὸς ἰθεῖα τέτυξαι.
Σοὶ πίσυνος, καὶ τήνδε τέμνω τρίβον, ἀλλά με πέμποις
Ἀσκηθῆ, καὶ πάντα πόροις, ὅσ’ ἐέλδεται ἦτορ,
Καί με, Ἄναξ, παλίνορσον ἄγοις ἐπὶ δῶμα πενιχρὸν,
Ἔνθα σε νύκτα καὶ ἦμαρ ἐλεύθερος ἱλασκοίμην.

*

*

~.~ 

 

Το γενικό εισαγωγικό σημείωμα της Ανθολογίας

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ, 17.3.2021

*