Edwin Muir (Ὀρκάδες Νήσοι, Σκωτία, 1887 – Καίμπριτζ, Ἀγγλία, 1959)
~.~
Μόλις δώδεκα μῆνες μετά
Τόν πόλεμο τῶν ἑπτά ἡμερῶν πού ἀποκοίμισε τόν κόσμο,
Ἀργά το βράδυ ἔφτασαν τά παράξενα ἄλογα.
Ὥς τότε εἴχαμε κρατήσει τή συμφωνία μας μέ τή σιωπή,
Ἄν καί οἱ λίγες πρῶτες μέρες ἦσαν τόσο ἀκίνητες
Πού καί μόνον στό ἄκουσμα τῆς ἀνάσας μας τρομάζαμε.
Τή δεύτερη μέρα
Τά ραδιόφωνα χάλασαν· γυρίσαμε τά κουμπιά· καμιά ἀπάντηση.
Τήν τρίτη μέρα ἕνα πολεμικό πέρασε κατά το βοριά,
Νεκρά σώματα σωροί στό κατάστρωμα. Τήν ἕκτη μέρα
Ἕνα ἀεροπλάνο βούτηξε πάνω ἀπό μᾶς στή θάλασσα. Ἔκτοτε
Τίποτα. Τά ραδιόφωνα βουβά·
Καί στέκονται, μπορεῖ ἀναμμένα, σ’ ἕνα ἑκατομμύριο δωμάτια
Σ’ ὅλο τόν κόσμο. Ὅμως τώρα ἄν γινόταν να μιλήσουν,
Ἄν αἰφνίδια μιλοῦσαν πάλι,
Ἄν σημαίνοντας μεσημέρι μιλοῦσε μιά φωνή,
Ἐμεῖς δέ θ’ ἀκούγαμε, δέ θά τῆς ἐπιτρέπαμε νά φέρει
Ἒκεῖνον τόν χαλασμένο παλιό κόσμο πού κατάπινε τά παιδιά του
Μέ μιά μεγάλη χαψιά. Δέ θά τό ἐπιτρέπαμε ξανά.
Μερικές φορές σκεπτόμαστε τά ἔθνη νά κείτονται κοιμισμένα,
Τυφλά κουλουριασμένα σέ ἀδιαπέραστη θλίψη,
Κι ἔπειτα ἡ παράξενη σκέψη μᾶς σαστίζει.
Τά τρακτέρ παρατημένα δῶθε κεῖθε στά χωράφια· τά βραδινά
Φαντάζουν σάν σκοτεινά θαλάσσια τέρατα σέ κατάκλιση καί ἀναμονή.
Τά ἐγκαταλείπουμε κεῖ πού βρίσκονται καί τ’ἀφήνουμε να σκουριάσουν:
«Θά σαπίσουν ὁλότελα καί θά γίνουν ὅπως τό ὑπόλοιπο χῶμα»
Ἂναγκάζουμε τά βόδια νά σύρουν τά σκουριασμένα μας ἄροτρα,
Ἀφημένα κατά μέρος ἀπό χρόνια. Ἔχουμε γυρίσει πίσω
Πολύ πιό πίσω ἀπό τή γῆ τῶν προγόνων μας.
Κι ὕστερα, ἐκεῖνο τό βραδινό
Προχωρημένο καλοκαίρι τά παράξενα ἄλογα ἔφτασαν.
Ἀκούσαμε κάποιο μακρινό χτύπο πάνω στό δρόμο,
Ἕνα τυμπάνισμα πού βάθαινε· σταμάτησε, συνέχισε πάλι
Καί στή γωνία μεταλλάχτηκε σέ ὑπόκωφο κεραυνό.
Εἴδαμε τά κεφάλια
Σάν ἄγριο κύμα πού φούσκωνε καί φοβηθήκαμε.
Εἴχαμε πουλήσει τ’ ἄλογά μας τόν καιρό τῶν πατέρων μας
Γιά ν’ ἀγοράσουμε νέα τρακτέρ. Τώρα μᾶς ἦσαν ξένα
Σάν ἄτια μυθικά πάνω σέ ἀρχαία ἀσπίδα ξαμολημένα.
Ἤ εἰκονογραφήσεις σέ βιβλίο ἱπποτῶν.
Δέν τολμήσαμε να πᾶμε κοντά τους. Ὅμως περίμεναν,
Πεισματάρικα καί ντροπαλά, λές εἶχαν σταλθεῖ
Ἂπό μιά παλιά ἐντολή νά βροῦν ποῦ βρισκόμαστε
Και κείνη τήν ἀπό καιρό χαμένη ἀρχαϊκή συντροφικότητα.
Τήν πρώτη στιγμή οὔτε πού μᾶς πέρασε ἡ σκέψη
Πώς ἦσαν πλάσματα γιά νά τά κατέχουμε καί νά τά χρησιμοποιοῦμε.
Ἀνάμεσά τους ὑπῆρχαν κάπου μισή δωδεκάδα πουλάρια
Ριγμένα σέ κάποιαν ἐρημιά τοῦ διαλυμένου κόσμου,
Ὣστόσο νέα σάν νά εἶχαν ἔρθει ἀπό τή δική τους Ἐδέμ.
Ἂπό τότε λοιπόν σέρνουν τ’ ἄροτρά μας καί κουβαλοῦν τά φορτία μας,
Ὅμως ἐκείνη ἡ ἐλεύθερη ὑποταγή μπορεῖ ἀκόμη νά μᾶς τρυπάει τίς καρδιές.
Ἡ ζωή μας ἀλλαγμένη· ὁ ἐρχομός τους τό ξεκίνημά μας.
Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη
~.~
